Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

1821 Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ 3

 ΟΙ ΜΑΧΕΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

 « Όταν αποφασίσαμε να κάμουμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχουμε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε; «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με τα σιταροκάραβα βατσέλια». Αλλά, ως μια βροχή, έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της Ελευθερίας μας και όλοι και οι κληρικοί και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτόν το σκοπό και εκάμαμε την επανάσταση ».

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης




Η ΜΑΝΗ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

 Η Μάνη γεωγραφικά βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο του ακρωτηρίου Ταινάρου και ορίζεται σε Ανατολική και Δυτική Μάνη. Η Ανατολική Μάνη βρέχεται από τον Λακωνικό κόλπο και εκτείνεται από το ακροταίναρο έως την σημερινή πόλη του Γυθείου και η Δυτική Μάνη βρέχεται από τον Μεσσηνιακό κόλπο και εκτείνεται από το ακροταίναρο έως τον Αλμυρό της Μεσσηνίας. Η Μάνη στα τετρακόσια χρόνια της τουρκοκρατίας διατηρήθηκε ελεύθερη, όχι γιατί οι Τούρκοι δε θέλησαν να την υποτάξουν. Χύσανε πολύ αίμα για να την κατακτήσουν, αλλά το φρόνημα των κατοίκων της και μόνο αυτό εξουδετέρωνε τις συνεχείς και ορμητικές επιθέσεις των Τούρκων. Οι αγώνες των Μανιατών για τη διατήρηση της ελευθερίας της Μάνης ήταν σκληροί και μακροχρόνιοι, γι' αυτό κάθε φορά που παρουσιαζόταν κάποιο σχέδιο για απελευθερωτικό αγώνα του έθνους, οι σκέψεις ατόμων και ομάδων στρεφόταν στην Μάνη.


Πρώτος, με το Θούριό του, ο Ρήγας Φεραίος καλούσε τους Μανιάτες σε δράση με τους στίχους:

"Μανιάτες και Σουλιώτες, λιοντάρια ξακουστά, ως πότε σταις σπηλιαις σας, κοιμάστε σφαλιστάς"

Ο Ρήγας Φεραίος, μελετώντας το πρόβλημα της εθνέγερσης, είδε πως ο ξεσηκωμός του Γένους έπρεπε να ξεκινήσει από τη Μάνη και στους Μανιάτες στήριξε τις ελπίδες του για την επιτυχία της Επανάστασης. Στο πόρισμά τους οι ανακριτικές αρχές της Βιέννης, που ανέκριναν το Ρήγα και από το άλλο ανακριτικό υλικό διαπιστώσανε ότι:

"Είχεν ο Ρήγας την απόφασιν νά μεταβη εις την χερσόνησον του Μορέως,....προς τους αύτοθι οικούντας Έλληνας στασιαστάς, τους Μανιάτας, απογόνους των όντας των αρχαίων Σπαρτιατών, να προσελκύση την εμπιστοσύνη των, να κυρήξη την ελευθερίαν, και έπειτα, βοηθούμενος υπ' αυτών, να ελευθερώσει όλην την χερσόνησον του Μορέως δια της βίας από του τουρκικού ζυγου...". Οι φημισμένοι καπεταναίοι των κλεφτών του Μοριά, Ζαχαριάς, Παναγιώταρος, Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, ο ηρωϊκός Σκηλόγιαννης στα Ορλωφικά, και στη συνέχεια, οι διορισθέντες ηγεμόνες της Μάνης (Μπέηδες) ήταν πασίγνωστοι σε όλο το κόσμο και ιδιαίτερα στα Ευρωπαϊκά κράτη, σαν αγωνιστές της ελευθερίας και επίδοξοι ελευθερωτές των σκλαβωμένων Ελλήνων. Οι Μανιάτες σταθερά προσανατολισμένοι στην ιδέα και την ελπίδα της απελευθέρωσης της Ελλάδας από τον Τουρκικό ζυγό δεν δίστασαν να έρθουν σε επαφή με τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη και να ζητήσουν την βοήθεια του. Σύνδεσμος μεταξύ των Μανιατών και του Ναπολέοντα ήταν οι Στεφανόπουλοι, Κορσικανοί από τους εγκατασταθέντες στην Κορσική Στεφανόπουλους του Οιτύλου, οι οποίοι μετέφεραν στον μπέη Τζανέτο Γρηγοράκη επιστολή του Βοναπάρτη, της οποίας το περιεχόμενο έχει έτσι:

"Ο αρχιστράτηγος της στρατιάς της Ιταλίας προς τον αρχηγό του ελεύθερου λαού της Μάνης.

Πολίτη, Έλαβα από την Τεργέστη ένα γράμμα στο οποίο εκφράζετε την επιθυμία να γίνετε χρήσιμος στη Γαλλική Δημοκρατία, υποδεχόμενος τα σκάφη της στα λιμάνια σας. Θέλω να πιστεύω ότι θα κρατήσετε το λόγο σας με εκείνη την πίστη που ταιριάζει σ' έναν απόγονο των Σπαρτιατών. Η Γαλλική Δημοκρατία δεν θα φανεί αχάριστη έναντι του έθνους σας.
Χαιρετισμούς και αδελφοσύνη.

Βοναπάρτης".


Οι ελπίδες όμως των Μανιατών για την απελευθέρωση της Ελλάδας διαψεύσθηκαν καθώς και τόσες άλλες φορές. Καλύτερα όμως από κάθε άλλον γνώριζαν την ανδρεία, την φιλοπατρία και την πολεμική αρετή των Μανιατών οι απόστολοι της Φιλικής Εταιρείας, οι οποίοι και δεν εδίστασαν να επιλέξουν την ελεύθερη Μάνη σαν ορμητήριο του μεγάλου εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821. Από τον Σκουφά μυήθηκε ο Ηλίας Χρυσοπάθης, που ήταν και αυτός Μανιάτης, και οι Φιλικοί της Κωνσταντινούπολης φρόντισαν να μυήσουν τον Κυριάκο Καμαρινό και τα παιδιά του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ,το Γιωργάκη και τον Ανέστη, που βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη ως όμηροι της πίστεως του πατέρα τους. Μετά την μύησή τους ο Χρυσοσπάθης και ο Καμαρινός εστάλησαν από την Φιλική Εταιρεία στη Μάνη για να μυήσουν τους Μανιάτες και να ετοιμάσουν την επανάσταση. Ο Καμαρινός μύησε τον Πετρόμπεη, ο οποίος με τη σειρά του μύησε τους: Αθανάσιο Καμαρινό, Αναγνώστη Δημητρόπουλο, Λιμπέριο Αθανασάκη, Παναγιώτη και Διονύσιο Τρουπάκη.

Από τον Ηλία Χρυσοσπάθη μυήθηκαν οι: Καπετάν Νικολάκης Χριστέας, Γιάννης Καπετανάκης-Μαυρομιχάλης, Πανάγος Χριστέας, Ιωάννης Χρυσοσπάθης, Γιάννης Χατζάκος.

Από τον Κυριάκο Καμαρινό μυήθηκαν και οι: Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και αρχιμανδρίτης Γαβριήλ. Ο Π.Τρουπάκης μύησε τους: Παναγιώτη Τρουπάκη, Νικόλαο Βενετσανάκη και τον Ανδρουβίστας Θεόκλητο. Ο Χριστόφορος Περραιβός μύησε τους: Αντώνμπεη Γρηγοράκη, τον Ιωάννη Κουγέα, τον Βενετσάνο Γαϊτανάρο, τον Μονεμβασίας Χρύσανθο, τον Δημήτριο Γρηγοράκη. Αλλά ο Χριστόφορος Περραιβός κατόρθωσε κάτι πιο σημαντικό για τον απελευθερωτικό αγώνα. Συμφιλίωσε τις ισχυρότερες οικογένειες της Μάνης που ήταν σε έριδα και επέτυχε την υπογραφή του Πατριωτικού Συμφώνου στις Κιτριές, από τους εκπροσώπους των τριών ισχυρότερων οικογενειών της Μάνης, δηλαδή μεταξύ των Μαυρομιχαλαίων, Τρουπάκηδων και Γρηγοράκηδων.

Το Πατριωτικό Σύμφωνο περιελάμβανε και τα ακόλουθα:

"Δια του παρόντος ημών ιδιοχειροϋπογεγραμμένου γράμματος υποσχόμεθα μεθ' όρκου της αγιωτάτης και ορθοδόξου ημών πίστεως και με την δύναμην του τρομερού όρκου, όπου αυτοπροαιρέτως δια την σωτηρίαν του Γένους μας εκάμαμεν, ότι να διαφυλάξωμεν τας ακολούθους συνθήκας: Α. Ημείς αι τρείς γενεαί, δηλαδή Μαυρομιχάληδες, Γρηγοράκηδες και Τρουπάκηδες,... υποσχόμεθα με την δύναμιν των ρηθέντων φοβερών όρκων να βασιλεύη εις το εξής εις τα σώματα μας μια ψυχή, μια συμπνοία, μια θέλησις και να μη δύναται ποτέ κανένα εσωτερικόν αίτιον να διασείση ή να αδυνατίση ένα τοιούτον ιερό δεσμό".

Σε συνέχεια το Πατριωτικό αυτό Σύμφωνο περιλαμβάνει και τα εξής:

"...Να είμεθε έτοιμοι συμφώνως και προθύμως να πράξωμεν τα όσα ήθελε προσταχθώμεν από τους ανωτέρους και εγκρίτους του Γένους μας δια το Γενικό συμφέρον της Πατρίδος μας Ελλάδος, ωσάν όπου είμεθα υπόχρεοι και εν αυτώ ωρισμένοι να χύσωμεν και την ύστατην ρανίδα του αίματός μας οπόταν η χρεία το καλέσει...".

Όταν ο Χρ. Περραιβός προσκόμισε το παραπάνω σύμφωνο των Μανιατών στο Συμβούλιο της Ανωτάτης Αρχής (Φ.Ε.) στην Κωνσταντινούπολη προκάλεσε τον ενθουσιασμό των μελών του, τα οποία αποφάσισαν να στείλουν ευχαριστήριο έγγραφο στους υπογράψαντας το Πατριωτικό Σύμφωνο, αναφέροντας τα ακόλουθα: "Και εις ημάς αυτούς και εις όλον το Πανελλήνιον είναι εγνωσμένον της ψυχής υμών το ευγενές, ελεύθερον και αγέρωχον, το οποίον καθ'ο κτήμα των αθανάτων ημών προγόνων, σεις μόνον διεσώσατε τέσσαρας ήδη σχεδόν αιώνας. Δι' αυτό ουν τούτο θέλετε μείνη, καθώς εστ, μακαριστοί αθάνατοι ήρωες, φυλάξαντες ασβέστως τους λαμπρούς τούτους σπινθήρας, τους οποίους ελπίζομεν τόσον ημείς όσον και πάν το ελληνικόν, ν' αναδείξητε εν καιρώ φωτεινοτάτους και ακτινοβόλους πυρσούς ίνα δι' αυτών οδηγήσητε τους εν πελάγει δειλίας πλέοντας εις όρμους γενναιοψυχίας,ηρωϊσμού και σωτηρίας." Στο ίδιο συγχαρητήριο έγγραφο η Ανωτάτη Αρχή, γνωστοποιούσε στον αρχηγό των Μανιατών τον διορισμό του Αλέξανδρου Υψηλάντη ως Γενικού Εφόρου. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται με τρανό τρόπο η τεράστια αξία της συμμετοχής των Μανιατών στο προετοιμαζόμενο μεγάλο ξεσηκωμό. Τα κατορθώματα των Φιλικών και οι δραστηριότητες εξεχόντων Μανιατών προκαλέσανε κατάσταση επαναστατικού αναβρασμού στη Μάνη και εξασφαλίσανε την καθολική συμμετοχή των Μανιατών στον αγώνα. Για την καλύτερη οργάνωση της σχεδιαζόμενης Επανάστασης και για να εξασφαλιστεί περισσότερο πολεμικό υλικό, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ζήτησε και έλαβε από την Ανωτάτη Αρχή ένα σημαντικό ποσό το οποίο εχορήγησε ο ομογενής έμπορος της Κωνσταντινούπολης Παν. Σέκερης. Τον Ιανουάριο του 1821 φθάνει στην Σκαρδαμούλα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης φιλοξενούμενος του Παν. Τρουπάκη - Μούρτζινου. Ο ερχομός του προξένησε μεγάλο ενθουσιασμό στους Μανιάτες και μεγάλη ανησυχία στους Τούρκους που διέταξαν τον Πετρόμπεη να τον συλλάβει. Ο Πετρόμπεης όχι μόνο αγνόησε τη διαταγή του πασά της Τριπολιτσάς αλλά επιτάχυνε το ρυθμό της προετοιμασίας της Επανάστασης.

Ο καθηγητής κ. Απ. Δασκαλάκης περιγράφει τις τελευταίες ημέρες προετοιμασίας του μεγάλου ξεσηκωμού όπως παρακάτω:

"Κατά τας δύο τελευταίες εβδομάδας ο επαναστατικός οργασμός λαμβάνει μορφήν πολεμικού συναγερμού. Οι Μανιάται έχουν εγκαταλείψη τας εργασίας των και συναθροιζόμενοι εις τας πλατείας των χωριών των ετοιμάζουν «μπαρουτόβολα» με την βοήθειαν των γυναικών και των παιδιών. Οι Καπεταναίοι καταβάλλουν αγωνιώδεις προσπαθείας δια να προμηθευτούν μολύβι και μπαρούτι προς διανομήν και επιτόπιον κατασκευήν σφαιρών. Όλαι αι προμήθειαι σίτου, κριθής και λουπίνων παραδίδονται και οι ΄΄φούρνοι΄΄ οι οποίοι συνήθως ευρίσκονται εις την αυλή εκάστης κατοικίας, είναι ανημμένοι ημέραν και νύκταν προς κατασκευήν παξιμαδιού (καυκάλας) δια τους σάκους των πολεμιστών. Οι κώδωνες των εκκλησιών αντηχούν αδιαλείπτως και οι Ιερείς αναπέμπτουν ευχάς υπέρ των πολεμιστών και δια την ευόδωσιν του παρασκευαζομένου απελευθερωτικού αγώνος."


Αρχή της Επανάστασης

Για τις τελευταίες προετοιμασίες της κήρυξης της Επανάστασης του '21 ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, γιός του Θεόδωρου, γράφει: "Αναπτυσσομένης της ιδέας περί της Επαναστάσεως, ο σπινθήρ της Ελευθερίας ήναπτε τον ενθουσιασμό των Ελλήνων, οίτινες διενοούντο περί της ενάρξεως του πολέμου. Όθεν την 17ην Μαρτίου (1821) οι πρόκριτοι της Μάνης συνεννοήθησαν να λάβωσι τα όπλα κατά των Τουρκών." Πράγματι την 17ην Μαρτίου του 1821 συγκεντρώθηκαν στην Αρεόπολη (Τσίμοβα) οι πρόκριτοι της Μάνης και όλοι οι ένοπλοι Μανιάτες με αρχηγό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη(είχε εκλεγεί αρχηγός από τη Συνέλευση των Κιτριών) και ορκίστηκαν κάτω από το λάβαρο του Αγώνα, που το στήσανε προ του ιερού ναού των Ταξιαρχών "Νίκη ή Θάνατος", κηρύσσοντας την έναρξη της Επαναστάσεως. Στη συνέχεια ξεκίνησαν για την Καλαμάτα ειδοποιώντας και τα λοιπά επαναστατικά στρατεύματα της Μάνης, όσα ευρίσκοντο εκτός της Αρεόπολης, να συγκεντρωθούν σε ορισμένα σημεία για να βαδίσουν όλοι μαζί προς κατάληψη και απελευθέρωση της Καλαμάτας. Ο Ι. Θ. Κολοκοτρώνης στα Ελληνικά Υπομνήματα γράφει: "...κατά δε την 23ην Μαρτίου οι Μαυρομιχαλαίοι, Μούρτζινοι και λοιποί πανστρατιά εισήλθαν εις Καλαμάς, ότε αμαχητεί παρεδόθη ο Βοεβόδας μεθ' όλων των εκεί ευρεθέντων Τούρκων υπέρ των 150..."

Από το Φωτάκο μαθαίνουμε πολλά ονόματα αγωνιστών που εισέβαλαν τότε στην Καλαμάτα:

"Πρώτοι λοιπόν εισήλθον κατά την 22αν Μαρτίου 1821 εις τας Καλάμας, οι Σταυριανός Καπετανάκης, Ιωάννης Ν.Καπετανάκης, Μιχαήλ Ν.Καπετανάκης, Ηλίας Π.Μαυρομιχάλης. Ταυτοχρόνως ήλθον ο Γαλάνης Κουμουνδουράκης, την δέ πρωίαν της 23ης Μαρτίου ήλθον ο Κατσής Μαυρομιχάλης, ο Ηλίας Κατσάκος-Μαυρομιχάλης, τη ιδία δε ημέρα ήλθον ο Γεώργιος Καπετανάκης, ο Ιωάννης Καπετανάκης, ο Παναγιώτης και Διονύσιος Μούρτζινοι, ο Παναγιώτης Μπουκουβαλέας, ο Γεώργιος Ντουράκης, ο Παναγιώτης Ντουράκης, ο Παναγιώτης Βενετσανάκος και άλλοι πολλοί. Αυτοί ήσαν με τον Θ.Κολοκοτρώνην. Ακολούθως ήλθον ο Πανάγος Κυβέλος, Νικόλαος Χριστέας, Ηλίας Χρυσοσπάθης, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Κυριακούλης Κουτράκος, Χρισόδουλος Καπετανάκης, Κωνσταντίνος Πιεράκος, Δημήτριος Πουλικάκος, Θεόδωρος Μεσικλής, Ιωάννης Γρηγοράκης, ο Σκλαβούνος από τον Πύργο της Μάνης και ο Πιέρος Βοϊδής.

Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης ίδρυσε αμέσως με τους προεστούς τη λεγόμενη Μεσσηνιακή Γερουσία και στις 28 Μαρτίου εξέδωσε διακήρυξη προς τις Ευρωπαϊκές Αυλές, την οποία υπέγραψε ο ίδιος σαν αρχιστράτηγος και τα άλλα μέλη της Γερουσίας ήτοι τους:Ιωάννη και Γεώργιο Καπετανάκη, Νικ. Χρηστέα, Π. Κυβέλο, Ιωαννη Κατσή - Μαυρομιχάλη, Κ. Κουτράκο, Π. Μούρτζινο, Π. Πατριαρχέα, Π. Πικουλάκη και Π. Λογοθέτη. Μετά την κατάληψη της Καλαμάτας οι επαναστατημένοι οπλαρχηγοί χωρίστηκαν σε τρεις φάλλαγγες.


Να πως περιγράφει στα απομνημονεύματα του ο Θ.Κολοκοτρώνης τα γεγονότα που ακολούθησαν:

" Εις τας 23 Μαρτίου επιάσαμεν τους Τούρκους εις την Καλαμάτα, τον Αρναούτογλου σημαντικόν Τούρκον της Τριπολιτσάς. Είμεθα 2000 Μανιάτες, ο Πετρόμπεης, ο Μούρτζινος, Κυβέλος. Δυτική Σπάρτη 100 ήτον οι Τούρκοι μαζεμένοι, ως 10.000 η φήμη τους μεγάλη. Η Ανατολική Σπάρτη εκινήθη την ίδια ώρα. Ο Τζαννετάκης με την Κακοβουλία εκκινήθη δια τον Μυστρά. Οι Τούρκοι της Μπαρδούνιας και Μυστρά υπάγουν, τραβιούνται εις την Τριπολιτσά. Οι Τούρκοι είχαν βάλει την υποψία, επροσκάλεσαν προεστούς και δεσποτάδες και αυτοί επήγαν. Ήταν έμβα του Μαρτίου. Δεν τους εσκότωσαν. Οι Σπαρτιάται αφού επήραν λάφυρα, προχωρούν και πολιορκούν τη Μονεμβασιά. Εις την Καλαμάτα εκάμαμε συνέλευσην, πόθεν να πρωτοκινήσωμεν τα στρατεύματα. Οι Καλαματιανοί εκατάφεραν τον Μπέη να πάμε εις την Κορώνη δια να μη βάλουν σπαθί οι Τούρκοι εις τους Χριστιανούς, εγώ δεν εστέρχθηκα, είπα να πάμε εις την παλαιάν Αρκαδία, εις το κέντρο, δια να βοηθούμε τους άλλους. Του Μούρτζινου αρρώστησε το παιδί του, ο Διονύσιος, και έτσι δεν εκίνησαν όλοι οι Μανιάτες, έλαβα 200 από αυτόν και 70 από τον Μπέη με τον καπετάν Βοϊδή και με 30 δικούς μου εγένηκαν 300, και έκοψα ευθύς δύο σημαίες με σταυρό και εκίνησα".



ΟΙ ΜΑΝΙΑΤΕΣ ΣΤΟΝ ΕΝΟΠΛΟ ΑΓΩΝΑ

Οι Μανιάτες της Ανατολικής Μάνης με αρχηγό τον Γεώργιο Τζαννετάκη (1000 περίπου άτομα ) κινήθηκαν στο εσωτερικό της Λακωνίας, κατέλαβαν το Φρούριο του Μυστρά και στις 21 Ιουλίου 1821 κατέλαβαν την Μονεμβασιά ύστερα από πολιορκία. Ταυτόχρονα με την πολιορκία της Μονεμβασιάς άρχισε και η πολιορκία των Μεσσηνιακών Φρουρίων (Μεθώνης, Κορώνης, Νεοκάστρου) από την άλλη φάλαγγα Μανιατών πολεμιστών της Δυτικής Μάνης, υπό τους Καπεταναίους Αντώνη, Ηλία και Ιωάννη Μαυρομιχάλη. Η παράδοση του Φρουρίου υπογράφηκε στις 7 Αυγούστου του 1821. Η τρίτη φάλαγγα με αρχηγό τον Θ. Κολοκοτρώνη και 300 Μανιάτες κινήθηκαν προς την Γορτυνία. Μαζί του ήταν ο Αναγνωσταράς, ο Παπαφλέσσας και ο Π. Κεφάλας. Στις 28 Μαρτίου του 1821 ο Κολοκοτρώνης με τους Μανιάτες δίνει την πρώτη μάχη με τους Τούρκους στη γέφυρα του Αγίου Αθανασίου κοντά στην Καρύταινα.

Για τη νικηφόρα αυτή μάχη ο Φωτάκος γράφει:

Την 28ην Μαρτίου άνοιξε ο πόλεμος (...) έπιασεν εις την θέσιν Άγιος Αθανάσιος ο Κολοκοτρώνης με τους Μανιάτες (...). Επολέμησε με τους Μανιάτες πολλήν ώρα και δεν άφησε τους Τούρκους να προχωρήσουν (...).Δεν δύναμαι να μνημονεύσω τα ονόματα όλων των Καπεταναίων Μανιατών, διότι δεν ευρίσκεις την άκρην". Τον ενθουσιασμό του από τη μάχη αυτή ο Κολοκοτρώνης τον εξέφρασε με αυτά τα λόγια: "Οι Σπαρτιάται έκαμαν τότε έναν πόλεμο, που εμιμήθηκαν τον Λεωνίδα τριακόσιοι ήταν οι πρώτοι, χίλιοι επτακόσιοι οι Τούρκοι..."

Προτού αναφερθούμε στη συμμετοχή των Μανιατών στις σημαντικότερες μάχες του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του έθνους μας θα παραθέσουμε μερικές μαρτυρίες και κρίσεις ιστορικών συγγραφέων για να γίνει αντιληπτή η τεράστια προσφορά των Μανιατών στον αγώνα αλλά και το ηθικό τους φρόνημα.

Ο Φωτάκος, υπασπιστής και γραμματέας του Θ.Κολοκοτρώνη γράφει στα απομνημονεύματα του:

"Κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς (Ιούνιος 1821) οι στρατευμένοι Έλληνες (πλην των Μανιατών) ήταν τελείως αγύμναστοι και δεν ήξεραν να γεμίσουν ούτε τα ντουφέκια τους. Πολλοί από αυτούς έβαναν στις κάνες των ντουφεκιών τους πρώτα το βόλι και κατόπιν το μπαρούτι! Ενώ οι Μανιάτες, οι οποίοι εθαυμάζοντο από τους αδαείς, μπορούσαν να περάσουν το βόλι μέσα από τις πολεμίστρες των Φρουρίων! Έλεγαν δε οι αδαείς συντρόφοι τους :" Η ντουφεκιά του Μανιάτη βροντά περισσότερο από κανόνι!"

Και ο Αμβρόσιος Φραντζής γράφει σχετικώς τα ακόλουθα:

"Οι άλλοι Έλληνες κατά την έναρξιν της Επαναστάσεως εταράττοντο πολύ από τα κανόνια ή τας βόμβας,έπιπτον πρηνείς επί προσώπων...είναι δε αληθές ότι οι Μανιάται εδίδασκον τους Έλληνας της Κορώνης, κατ' αρχάς, πως να προφυλάττωνται εις τας μάχας και πώς να μεταχειρίζωνται τα όπλα, έως ου ιδόντες τους τρόπους αυτούς οι Έλληνες και εξασκηθέντες δι'ολίγας ημέρας έφθασαν να γίνουν εμπειρώτεροι και ικανώτεροι (από πριν)." Σε άλλο σημείο ο Φωτάκης γράφει: "Ούτως η Μάνη κατόπιν παρουσιάσθη με όλους τους Μανιάτας της εις την πολιορκίαν της Τριπολιτσάς (...) Εις τα Βέρβενα, εις το Βαλτέτσι και όπου αλλού ευρέθησαν ο Κυριακούλης, ο Ηλίας (Μαυρομιχάλης) και οι λοιποί καπεταναίοι Μανιάται δεν επληρώθησαν, αλλά μόνον τους έδιδον οι Πελοποννήσιοι τα πολεμοφόδια και την τροφήν των.Αυτοί όμως είχον την υψηλοφροσύνην τάχα, " ότι δουλεύουν και πολεμούν δια να ελευθερώσουν τους βλάχους", ούτως έλεγον οι Μανιάται τους άλλους Πελοποννήσιους. Αυτό δε το αγέρωχον εξακολούθουν να το έχουν διότι ήσαν ελεύθεροι επάνω εις την ξερήν πέτραν. Μετά την μάχη του Βαλτετσίου ο Κανέλλος Δεληγιάννης επαραχώρησε την αρχηγίαν της Καρύταινας εις τον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην. Έπειτα όμως οι Έλληνες έδιδαν την αρχηγίαν εις τους Μανιάτας καπεταναίους, τον Κυριακούλην και Ηλίαν Μαυρομιχάλην και τον Μούρτζινον (Διον.Τρουπάκην) ως μάλλον εμπειροπόλεμους(...) διότι και οι Τούρκοι τους εφοβούντο. Εις αυτούς ως ανωτέρους υπήκουον οι Έλληνες και αυθορμήτως τους έδιδαν και τροφήν."

Από τον φιλότουρκο Γάλλο περιηγητή Πουκεβίλ όταν ήταν φυλακισμένος στην Τρίπολη από τους Τούρκους πληροφορούμαστε:

"Τα βράδια, ένα απόσπασμα από είκοσι Αλβανούς αμπάρωνε την πόρτα της καμάρας μας και φύλαγε φρουρά σ' ένα διπλανό δωμάτιο, όχι για να μην το σκάσουμε, αλλά για να προστατεύει αυτή την πτέρυγα του παλατιού από τυχόν νυχτερινές επιδρομές Μανιατών, που ο πασάς τους τρέμει, ακόμα κι όταν βρίσκεται αμπαρωμένος στο σεράι του." Σε άλλο σημείο του βιβλίου του συνεχίζει: "Τέλος , το άγριο θάρρος των Σπαρτιατών μεταβιβάστηκε στους απογόνους τους αναλλοίωτο και αυξήθηκε περισσότερο από την καταπίεση. Μάρτυρας των κατορθωμάτων τους ο Έλληνας κάτοικος των πεδιάδων, βλέπει με μυστική ευχαρίστηση τους Τούρκους να ταπεινώνονται από αδιάκοπες ήττες. Γιατί είναι σπάνιο να μη θριαμβεύσουν οι Μανιάτες στην αναμέτρησή τους με τους στρατούς του πασά. Επιστρέφοντας ύστερα από τη μάχη στα βουνά τους, απλώνουν, σ' ένδειξη της νίκης τους, τα όπλα και τα ματοβαμμένα λάφυρα του εχθρού. Στην περίοδο της αιχμαλωσίας μου, έκαναν τον πασά να τρέμει ακόμα και μέσα στο σεράι του. Είχε ορκιστεί να τιμωρίσει την προσβολή και τη ζημιά που του είχαν προξενήσει λεηλατώντας το πλοίο το φορτωμένο με τους φόρους της επαρχίας. Πολλά τμήματα του ιππικού του πήραν διαταγή να βαδίσουν προς τις κλεισούρες, να επιβλέπουν τις εισόδους τους, να παρεμποδίζουν το εμπόριο της Μάνης, να μη φείδονται κανενός από τους κατοίκους της, με μια λέξη να τους προξενούν τη μεγαλύτερη ζημιά. Οι Λάκωνες που έχουν πολλούς φίλους μέσα στην επαρχία, πληροφορημένοι έγκαιρα για τις κινήσεις που τους απειλούσαν, έτρεξαν στα όπλα και σε λίγο έπιασαν τις συνηθισμένες θέσεις. Οι πιο ατρόμητοι ανάμεσά τους, μοιρασμένοι σε μικρά αποσπάσματα, προκάλεσαν τους καβαλάρηδες του πασά και τους νίκησαν. Περικυκλωμένοι καμιά τριανταριά σ' ένα χωριό από περισσότερους από εκατό ντελάληδες τους είδαν να ξεφυτρώνουν κάποια στιγμή ανάμεσά στους εχθρούς τους, κατατρυπώντας τους με σφαίρες...Κι όταν υπερτερούσαν στην εκστρατεία, δεν είχαν πια κανένα μέτρο. Κυριαρχούσαν στον Μοριά και τα αποσπάσματα τους βάδιζαν φανερά προς την Τριπολιτσά. Ο πασάς ένοιωσε πως έπρεπε να δώσει τέλος σ' έναν πόλεμο που φανέρωνε την αδυναμία του. Εξαγόρασε, λοιπόν, μιαν ειρήνη, ντροπιασμένη όμως και βραχυπρόθεσμη. Οι γυναίκες αυτών των Μανιατών, το ίδιο θαρραλέες με τα παιδιά τους, μοιράστηκαν μερικές φορές μαζί τους τούς μεγαλύτερους κινδύνους. Ωστόσο, όταν εκείνα σκοτώνονται, τα κλαίνε, γιατί τα αγαπούν με μιαν τρυφερότητα άξια θαυμασμού."

Στη Νεώτερη Γεωγραφία των Δημητραίων, έργο του τέλους του 18ου αιώνος, έργο γραμμένο από ανθρώπους που μελέτησαν και μάθανε τα πράγματα του καιρού τους διαβάζουμε:

"...δεν ήταν σπάνιο να ιδή τινάς εις τον Μιστρά ένα Μανιάτη αρματωμένο να περιπατή με ένα φρόνημα Λακωνικό, με μια καταφρόνεσι εις τους Τούρκους Σπαρτιατική. Οι Τούρκοι μάλιστα οι Μιστριώται τους έτρεμαν". Στην ιστορία του ο Φρατζής περιγράφει για τη μάχη του Αγ.Αθανασίου: "...ο Θ. Κολοκοτρώνης μετά των μετ' αυτού Μανιατών αντέκρουσαν αυτούς γενναίως, και η μεταξύ των μάχη διήρκεσε επέκεινα των 5 ωρών. Εν δε μέρος των Μανιατών μη έχοντες πλέον πολεμοφόδια, ως παραναλώσαντες πάντα όσα είχον εις την μάχην, ζητήσαντες δε από τον Θ. Κολοκοτρώνην και αποτυχόντες, ως μη έχοντος και αυτού εις την στιγμήν, εκτύπον τους Οθωμανούς με τας πέτρας όντες εφ'υψηλής θέσεως οι Μανιάται."

Ο Βασίλης Πατριαρχέας στο βιβλίο του, "Το δίπτυχον της Εθνεγερσίας", γράφει:

"Η περί την χρήσιν των όπλων άσκησις των Μανιατών ήτο συστηματική και οι άρρενες από μικράς ηλικίας εγίνοντο έμπειροι δια την ευθυβολίαν και ένεκα του ιδιορρύθμου κοινωνικού βίου, της κατ' οικογένειας οργανώσεως και επί αιώνας διαβιώσεως, του ανεξαρτήτου πολιτικού βίου, και του καλλιεργουμένου αδούλωτου φρονήματος σύμπαντος του πληθυσμού ανδρών τε και γυναικών. Η όλη γεωγραφική θέσις, το δυσπρόσιτον και δυσέμβολον εις ξένην επικυριαρχίαν εδάφος, η σκληραγωγία της λιτής ζωής, εις φυσικόν περιβάλλον όξυναν τον νουν και την φαντασίαν και συνετέλεσαν εις την διαμόρφωσιν ιδίας ατομικότητος, αι διατηρούμεναι ζωηρές παραδόσεις της Ελληνικής φυλής, δια των μεγάλων οικογενειών του τόπου, συμπαρομαρτούσης και της Χριστιανικής Θρησκείας, δι' ευλαβούς προσηλώσεως εις τα βασικά δόγματα, άτινα εκαλλιεργούντο ιδιαζόντως,ως μαρτυρούν το τε πλήθος των ευκτηρίων Οίκων, ναών και μοναστηριών και των κληρικών(...) εδημιούργησαν φιλελεύθερον πνεύμα,από της πρώτης ημέρας της Οθωμανικής κυριαρχίας επί του Μορέως, ώστε κατά τους χρόνους της Εθνεγερσίας του ΄21 οι Μανιάτες εχρησίμευσαν, διδάξαντες τους καμπίσιους Έλληνας την χρησιμοποίησιν των όπλων και την τέχνην του πολέμου..."


ΒΑΛΤΕΤΣΙ

Μετά τη νικηφόρο μάχη του Αγίου Αθανασίου, στον Αλφειό ποταμό, ο Κολοκοτρώνης προσπάθησε να δημιουργήσει στρατόπεδο στην Καρύταινα αλλά η προσπάθειά του απέτυχε, όταν οι έξι χιλιάδες άνδρες που είχε συγκεντρώσει, διαλύθηκαν αμαχητί όταν δέχτηκαν επίθεση των Τούρκων. Ο Κολοκοτρώνης όμως δεν πτοήθηκε αλλά παντού διαλαλούσε και έγραφε ακούραστα για την ανάγκη της πολιορκίας της Τριπολιτσάς. Οι Μανιάτες οπλαρχηγοί συμφώνησαν με τη γνώμη του και στρατολόγησαν αρκετούς περίοικους της Τριπολιτσάς και εν συνεχεία κατέλαβαν το Χρυσοβίτσι, το Διάσελο, την Αλωνίσταινα, τα Βέρβενα, την Πιάνα δημιουργώντας ένα μεγάλο κλοιό γύρω από την Τρίπολη. Η άφιξη του Μουσταφάμπεη στην Τρίπολη στις 6 Μαϊου πτόησε τους πολιορκητές.

Ο Κων. Παπαρηγόπουλος στην "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" γράφει:

"Ο Κολοκοτρώνης πρότεινε να καταληφθεί αμέσως το Βαλτέτσι κι ευτυχώς ο Ηλίας Μαυρομιχάλης εκτέλεσε πρώτος το έργο. Λίγο μετά συγκεντρώθηκαν εκεί κι άλλοι οπλαρχηγοί, η δύναμή τους έφτασε τους 845 άνδρες, όλων δε αρχηγός ήταν ο θείος του Ηλία, Κυριακούλης, και στους αγωνιστές περιλαμβανόταν κι ο αδερφός του Ηλία, ο Ιωάννης, δεκατεσσάρων ετών. Ο Κολοκοτρώνης τους υπέδειξε πώς να οχυρωθούν, έθεσε τα άλλα σώματα σε ετοιμότητα, ο ίδιος δε αεικίνητος, κοιμόταν στο Βαλτέτσι, προγευμάτιζε στην Πιάνα και δειπνούσε στο Χρυσοβίτσι. Στις 12 του μήνα ο Μουσταφάμπεης βάδισε στο Βαλτέτσι με 6.500 πεζούς, 1.500 ιππείς και 2 πυροβόλα με σκοπό να σπάσει αυτό το μέρος του αποκλεισμού, να προελάσει στη Λακωνία και να δαμάσει όλη την Πελοπόννησο. Ο Κολοκοτρώνης, ευρισκόμενος τη στιγμή εκείνη στο Χρυσοβίτσι, δυόμισι ώρες από το Βαλτέτσι, δεν συμμετείχε στην αρχή του αγώνα, τον οποίο κατεύθυναν ο Κυριακούλης και ο Ηλίας πίσω από πρόχειρα οχειρώματα, τα λεγόμενα ταμπούρια. Τρεις ώρες μετά έφτασε ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι κι ο Πλαπούτας από την Πιάνα κι άρχισαν να βάλλουν κατά των εχθρών. Οι αγωνιστές του Κυριακούλη πήραν θάρρος και συνέχισαν να ανθίστανται μέχρι το βράδυ κρατώντας τις θέσεις τους. Γύρω στα μεσάνυχτα ο Κολοκοτρώνης μπήκε στο Βαλτέτσι και αγκάλιασε τους αγωνιστές όλο χαρά. Μετά γύρισε στους δικούς του αγωνιστές, αφήνωντας στη θέση του άλλους και την επόμενη, με την επανάληψη της μάχης, οι ευρισκόμενοι μέσα στο Βαλτέτσι άρχισαν την επίθεση και έτρεψαν τους Τούρκους σε φυγή, συμπαρασύροντας όλη τη δύναμη του Μουσταφάμπεη. Ο Κολοκοτρώνης είχε δώσει τέτοιες διαταγές, ώστε όλα τα εφόδια των Τούρκων έπεσαν στα χέρια των δικών μας μαζί με τα επίχρυσα και επάργυρα όπλα τους, τα οποία πετούσαν για να φύγουν πιο εύκολα. Δεν εξακριβώθηκε ο αριθμός των θυμάτων και των δυο πλευρών στο διήμερο αυτό αγώνα. Οι Τούρκοι πολεμώντας στην ύπαιθρο υπέστησαν μεγάλες απώλειες από τους Έλληνες, οι οποίοι δεν είχαν πολλούς τραυματίες και νεκρούς. Σωστά η νίκη στο Βαλτέτσι θεωρήθηκε ο θεμέλιος λίθος της πελοποννησιακής ανεξαρτησίας και δίκαια εξυμνήθηκε σαν ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα κατορθώματα της επανάστασης". Στη μάχη του Βαλτετσίου που διήρκησε μιάμιση μέρα (12-13 Μαϊου 1821) αποκορυφώθηκε η ανδρεία των Μανιατών και μάλιστα των καπεταναίων της Μαυρομιχαλαίων εκ των οποίων ο Ηλίας απεκλήθη ήρωας του Βαλτετσίου. Ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων γράφει:"της μεγάλης νίκης (του Βαλτετσίου) πνεύμα υπήρξε ο Κολοκοτρώνης ήρως δέ ο Ηλίας Μαυρομιχάλης".



ΟΙ ΜΑΝΙΑΤΕΣ ΣΤΗ ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

Μετά τη μάχη του Βαλτετσίου η Επιτροπή των Καλτετζών διέταξε τους Ηλία και Κυριακούλη Μαυρομιχάλη να ενισχύσουν τον Αγώνα των επαναστατημένων Ελλήνων στη Στερεά Ελλάδα, να φυλάσσουν τις διαβάσεις των Γερανείων και να κτυπήσουν τα τουρκικά στρατεύματα που θα επιχειρούσαν να περάσουν από τη Στερεά Ελλάδα στην Πελοπόννησο προς ενίσχυση των ομοεθνών τους. Στη Θήβα έφθασαν ο Ομέρ Βρυώνης και ο Μεχέτ Πασάς με 14.000 στρατιώτες. Ο Μεχμέτ Πασάς επιτίθεται κατά του Ηλία Μαυρομιχάλη και του Τσαλαφατίνου που βρισκόντουσαν με Δερβενοχωρίτες στο Κριεκούκι. Η μάχη ήταν σκληρή. Σκοτώθηκαν 40 Έλληνες και 70 Τούρκοι. Οι Τούρκοι υποχώρησαν προς τη Θήβα και οι Έλληνες γύρισαν στην Κάζα. Στα Μεγάλα Δερβένια έφθασαν ο Αντώνης Μαυρομιχάλης, ο Παπαφλέσσας, ο Π. Κολοκοτρώνης και οι πασάδες υποχρεώθηκαν να μείνουν ο ένας στην Αθήνα και ο άλλος στη Θήβα. Στη συνέχεια ο Ηλίας Μαυρομιχάλης εστάλη στην Αθήνα για να αναλάβει την πολιορκία της Ακρόπολης, αλλά παρά την ριψοκίνδυνη προσπάθειά του δεν κατάφερε να την εκπορθήσει. Μετά από 40 ημέρες δέχτηκε πατριωτική έκκληση του Επισκόπου Καρυστίας Νεοφύτου και μετέβη στην Εύβοια μαζί με τον θείο του Κυριακούλη και τον Ηλία Τσαλαφατίνο, φημισμένο Μανιάτη οπλαρχηγό για να βοηθήσουν τους επαναστατημένους Ευβοείς. Όταν ο Ομέρ Μπέης έμαθε την άφιξη του Ηλία Μαυρομιχάλη στην Εύβοια έστειλε στρατεύματα και κατέλαβαν την στρατηγική θέση των Στύρων. Ο Ηλίας Μαυρομιχάλης με 500 Μανιάτες και ο οπλαρχηγός Βάσσης με άλλους 500 ντόπιους πολεμιστές κινήθηκαν κατά των Τούρκων. Οι κακές καιρικές συνθήκες όμως και η κακή συνεννόηση των δύο οπλαρχηγών έφερε σε τρομερά δύσκολη θέση τον Ηλία Μαυρομιχάλη ο οποίος αναγκάστηκε με επτά Μανιάτες να οχυρωθεί σ' έναν άστεγο μύλο, το λεγόμενο Κοκκινόμυλο.

Να πώς περιγράφει ο Φιλήμων την ηρωική αντίσταση των επτά Μανιατών και το ένδοξο τέλος του Ηλία Μαυρομιχάλη:

"Ο Ηλίας...μετά μόνον επτά οπισθοβατών εισέρχεται εντός τινος ανεμομύλου ερειπωμένου και επί του λόφου κειμένου πλησίον των Στύρων. Ονομάζεται ούτος Κοκκινόμυλος. Ενταύθα παρίσταται η τελευταία του δράματος πράξις. Ο Ομέρ-Βελης (δηλ. ο Ομέρ Μπεής) ορμά αθρόος κατά των εγκλείστων, όπως λάβει τούτους αναρπάστους και τούτο μη δυνηθείς πολιορκεί αυτούς πανταχόθεν διά πυκνού στίφους. Η στιγμή επέστη ,μετά δίωρον έτι αντίστασιν. Αι πυριτιδοβολαί εξηντλήθησαν. Ο Ηλίας σύρει το ξιφος, ίνα μη συλληφθή αιχμάλωτος. Εξορμά ίνα διασχίση τούς εχθρούς και πίπτει νεκρός. Το ίδιον έδωκαν ηρωϊκόν τέλος και οι ανυποχώρητοι απ' αυτού Λάκωνες, ενός ή δύο διασωθέντων. Ο Ομέρ Βελής εκέρδισεν ούτω την λαμπροτέραν νίκην..". Ο Άγγλος Ιστορικός Γκόρντον γράφει: "Οι Τουρκοι αναγνωρίσαντες τον Ηλίαν Μαυρομιχάλην προσπάθησαν να τον συλλάβουν (κατά την έξοδο από τον μύλο) ζωντανόν, αλλ'ουτος εβύθισε το εγχειρίδιόν του εις το στήθος του και ηυτοκτόνησε". Και ο επίσης Άγγλος Ιστορικός Άλιζον Φίλλιπς γράφει: "Ο θάνατός του ήτο το πρώτον πλήγμα της Επαναστάσεως κατά το έτος τούτο (1822) και επροξένησε μεγάλην λύπην, διότι προς τη ανδρεια, η οποία ήτο συνήθης παρά τοις αρχηγοός της Επαναστάσεως, εκοσμείτο (ο Ηλίας Μαυρομιχάλης) υπό αφιλοκερδους φιλοπατρίας, ήτις δεν ήτο τόσον κοινή".

Όταν μαθεύτηκε ο ηρωικός θάνατος του Ηλία Μαυρομιχάλη στην έδρα της Πελοποννησιακής Γερουσίας (στην Ακροκόρινθο) ο Πρόεδρος αυτής Δημ. Υψηλάντης θέλησε να την ανακοινώσει με τρόπο περιφραστικό στον Πετρόμπεη, ο οποίος ήταν Αντιπρόεδρος της Γερουσίας και ο οποίος, αφού άκουσε με ψυχραιμία το θλιβερό συμβάν, είπε στον Δημήτριο Υψηλάντη:

"Μη με λυπάσαι. Έκαμα γυιό στρατιώτη, ο οποίος επλήρωσε το χρέος του προς την Πατρίδα!". - Κατακαϋμένη Μάνη, με τα παιδιά που βγάνεις, ποτέ να μην πεθάνεις!- Ο Ιστορικός Φιλήμων αναφέρει, ότι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έλεγε "πως μόνο ο Ηλίας ηδύνατο να διαφιλονικήση ποτέ τη στρατιωτική ηγεσία της Πελοποννήσου".

 ΟΙ ΜΑΝΙΑΤΕΣ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ

 Μετά τη Βοιωτία ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης κατ' εντολή του Μαυροκορδάτου πηγαίνει στο Μεσσολόγγι με δυο χιλιάδες Μανιάτες για να ενισχύσει το διεξαγόμενο αγώνα στη Δυτική Στερεά Ελλάδα και Ήπειρο.

Με 4 πλοία έφτασαν στο Φανάρι της Ηπείρου με σκοπό να ανοίξει δρόμο προς τη Κιάφα και να εξασφαλίσει τον ανεφοδιασμό των Σουλιωτών. Οι Σουλιώτες έστειλαν αμέσως ενισχύσεις ,αλλά στις 4 Ιουλίου 3.000 Τούρκοι χτύπησαν τη δύναμη του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη στη Σπλάντζα του Φαναρίου με αρχηγό τον Μουσταφάμπεη. Οι Μανιάτες που δεν είχαν ολοκληρώσει τις αμυντικές τους προετοιμασίες αιφνιδιάστηκαν. Πολλοί οπλαρχηγοί πρότειναν να εγκαταλειφθεί η τοποθεσία. Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης όμως θεώρησε την υποχώρηση ταπεινωτική και διέταξε αμέσως και μέσα στη νύχτα την κατασκευή ενός ξερολίθινου τείχους 200 περίπου μέτρων μήκους και 1 μέτρου ύψους. Την επόμενη μέρα, 4 Ιουλίου του 1822, οι Τούρκοι επετέθησαν εναντίον των Ελλήνων, αλλά καθηλώθηκαν από τα πυκνά πυρά των ταμπουρωμένων Μανιατών. Κατά τη διάρκεια της μάχης μια σφαίρα χτύπησε θανάσιμα τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη.

Να πώς περιγράφει ο Ιστορικός Κόκκινος το δραματικό και ένδοξο τέλος του ήρωα:

"Μία σφαίρα βρήκε τότε τον Κυριακούλη εις την μασχάλην. Ο ήρως κατέπεσε και ελιποθύμησε, και κυμα αίματος ανάβλυσεν από την εσωτερικήν πληγήν του στήθους έφθασε εις τα χείλη του. Οι άνθρωποί του τον μετέφεραν αμέσως εις το οχύρωμα, όπου εκείνος αντιληφθείς το επικείμενον τέλος του, διεμοίρασε τα όπλα του μεταξύ των συμπολεμιστων του, έδωσε εντολή εις τον ιπποκόμον του να πάρη την αιματοβαμμένην ζώνην του και να την παραδώση εις την οικογένειάν του εις την Μάνην και εξέπνευσε". Οι πολεμιστές κράτησαν τις θέσεις όλη την ημέρα, αλλά τη νύχτα, λυπημένοι για το θάνατο του αρχηγού τους, έφυγαν για το Μεσσολόγγι όπου και έθαψαν το νεκρό ήρωα στον χώρο όπου αργότερα ανεγέρθει το Ηρώον της Ιεράς Πόλης και αποκαλείται "Κήπος Ηρώων".

Μετά τη μάχη της Σπλάντζας και την καταστροφική στο Πέτα καθώς και την απομάκρυνση των Σουλιωτών στα Ιόνια Νησιά ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιουταχής αρχίζουν την Α' πολιορκία του Μεσολογγίου. Οι Μανιάτες παρά την τρομερή αιμορραγία που είχαν υποστεί συγκρουόμενοι δύο ολόκληρα χρόνια με τους Τούρκους, βλέποντας ότι η Ρούμελη, αν μείνει αβοήθητη, υπήρχε κίνδυνος να υποκύψει, έσπευσαν να βοηθήσουν.
Στις 23 Νοεμβρίου 1822 ο Πετρόμπεης μαζί με τον Ζαϊμη και τον Ντελληγιάννη με χίλιους άντρες φτάνουν στη Ρούμελη. Ο Ηλίας Τσαλαφατίνος και ο Κουμουντουράκης, Μανιάτες οπλαρχηγοί, με ένα μέρος των συμπολεμιστών μπήκαν στο Μεσολόγγι για να ενισχύσουν την φρουρά. Ο Πετρόμπεης με 500 περίπου άνδρες κινήθηκε για να ξεσηκώσει τους ντόπιους κατοίκους και να χτυπήσει τους Τούρκους από τα νώτα τους. Οι Τούρκοι όταν επετέθησαν, τη νύχτα των Χριστουγέννων, απωθήθησαν με επιτυχία από τους πολιορκημένους και έτσι λύθηκε η Α' πολιορκία του Μεσολογγίου, με μεγάλη φθορά των Τούρκων.

ΔΕΡΒΕΝΑΚΙΑ


Την εποχή που ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης βρισκόταν στην Ήπειρο, στην Ανατολική Στερά Ελλάδα εμφανίζεται ο Δράμαλης, επικεφαλής 50.000 περίπου ανδρών, καίει τη Θήβα και κατευθύνεται προς την Πελοπόννησο. Η κυβέρνηση τότε σκέφτηκε να φρουρήσει τα στενά προ του Ισθμού για να παρεμποδίσει την κάθοδο του Δράμαλη. Έστειλε λοιπόν μαζί με άλλους καπεταναίους και το Μανιάτη Τσαλαφατίνο, να καταλάβουν τις διαβάσεις του Γερανείου. Η μικρή αυτή όμως δύναμη αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να συμπτυχθεί με άλλες δυνάμεις στην Κόρινθο. Η Ελληνική Κυβέρνηση,δηλαδή το "Εκτελεστικό", πανικοβλήθηκε από την εισβολή του Δράμαλη και έσπευσε να διασωθεί στα πλοία που βρίσκονταν στον Αργολικό Κόλπο. Ο Κολοκοτρώνης μαθαίνοντας την εισβολή του Δράμαλη στο Άργος αμέσως συναντήθηκε με τον Πετρόμπεη, τον Υψηλάντη και τον Κρεββατά και σε σύσκεψη αποφασίστηκε: 1ον) 200 άνδρες με τους οπλαρχηγούς Κατσάκο και Μπαρμπιτσιώτη να καταλάβουν το κάστρο του Άργους ώστε να καθυστερήσουν το Δράμαλη και 2ον) να κάψουν τους καρπούς ώστε να δημιουργήσουν πρόβλημα ανεφοδιασμού στο Δράμαλη. Όταν οι 200 άνδρες έφθασαν στο κάστρο του Άργους είδαν με έκπληξη και χαρά να κυματίζει η Ελληνική Σημαία.

Να τι είχε συμβεί όπως γράφει στην ιστορία του ο Δ. Τρικούπης:

"Κατήντησε δε εις τόσην αδυναμίαν,το Εκτελεστικ),ώστε ούτε καν τον άργυρον να προφυλάξη εδυνήθη, τον εκ των εκκλησιών και μοναστηρίων συναχθέντα και κατατεθέντα έν τινι πλοίω, όθεν τον ήρπασαν ναύται έξωθεν ορμήσαντες επί λόγω οφειλομένων μισθών. Μόνος ο Θανάσης Καρίγιαννης, Μανιάτης, ευρεθείς εν Άργει ταις ημέραις εκείναις της φυγής, της αρπαγής, της καταπιέσεως και του τρόμου, και ευρών δέκα ομόφρονάς του ανέβη αυθόρμητος και άφοβος εις το φρούριον του Άργους και ύψωσε σημαία".

Ο Πρόκετ Ώστεν στην ιστορία του γράφει ότι η κατάληψη του φρουρίου του Άργους "ανήκει εις τας γενναιοτέρας και αποτελεσματικοτέρας εκδουλεύσεις του αγωνος εκείνου".
Επειδή όμως το νερό του Φρουρίου δεν επαρκούσε για μέρες, στο Κάστρο παρέμειναν οι άντρες του Μπαρμπιτσιώτη και του Καρίγιαννη ενώ οι λοιποί με τον Υψηλάντη,τους Μαυρομιχαλαίους και τον Πάνο Κολοκοτρώνη απεχώρησαν και κατέλαβαν διαβάσεις ώστε να εμποδίσουν την προέλαση του Δράμαλη προς την Τρίπολη. Εν τω μεταξύ οι Έλληνες είχαν πυρπολήσει τη συγκομιδή των Αργολικών Κάμπων και ο Δράμαλης βρισκόμενος σε δύσκολη θέση αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Αυτήν την απόφαση της οπισθωχώρησης μάντευσε ο Κολοκοτρώνης που συνέλαβε το σχέδιο του εγκλωβισμού του Δράμαλη στα στενά των Δερβενακίων που προσεφέροντο για τον "εξ ενέδρας" πόλεμο.
Το σχέδιο έγινε αποδεκτό και αποφασίστηκε να προωθηθούν αμέσως επίλεκτα τμήματα υπό τον Παπαφλέσσα Υψηλάντη και Νικηταρά,καθώς και οι Μανιάτες των σωμάτων Δουράκη, Καπετανάκη, Κουμουνδουράκη και Χρυσοσπάθη για να καταλάβουν τα στενά των Δερβενακίων. Έτσι στις 26 και 27 Ιουλίου 1822 γράφτηκε η πιο λαμπρή ίσως σελίδα της Επανάστασης του 1821. Η στρατιά του Δράμαλη, οπισθωχωρούσα, δέχτηκε φοβερή, αιφνιδιαστική επίθεση των Ελλήνων επαναστατών και η φθορά της ήταν τόση που άγγιξε τα όρια της αποδεκάτισης.

ΜΑΝΙΑΚΙ

Ο στόλος του Αιγυπτίου Ιμπραήμ Πασά φθάνει στις 24 Φεβρουαρίου του 1825 στη Μεθώνη και αποβιβάζει 4.000 πεζούς και 500 ιππείς. Ο στρατός αυτός που ήταν καλά εκπαιδευμένος και οργανωμένος από Γάλλους αξιωματικούς ενισχύθηκε με άλλους 6.000 πεζούς,500 ιππείς και ισχυρό πεδινό πυροβολικό. Στην περίοδο εκείνη ο Ιμπραήμ βρήκε τους Έλληνες επαναστάτες σε πολύ άσχημη κατάσταση. Ο εμφύλιος των πολιτικών με τους στρατιωτικούς τους είχε διαιρέσει και το μίσος είχε κυριαρχήσει σε όλες τις εκδηλώσεις των βασικών παραγόντων της επανάστασης. Ο Κολοκοτρώνης είχε φυλακισθεί από τους πολιτικούς του αντιπάλους, οι οποίοι όμως μπροστά στον κίνδυνο που διέτρεχε η Επανάσταση και κάτω από την πίεση του λαού, τον απελευθέρωσαν και του ανέθεσαν την ηγεσία του στρατιωτικού τμήματος για την απόκρουση του Ιμπραήμ. Παράλληλα με τον Κολοκοτρώνη κινήθηκε και ο Παπαφλέσσας, τότε Υπουργός Εσωτερικών, που είχε πρωτοστατήσει για την απελευθέρωση του Κολοκοτρώνη. Ο Παπαφλέσσας οχυρώθηκε στο χωριό Μανιάκι(στη Μεσσηνία) με 700 περίπου πολεμιστές, μεταξύ των οποίων και αρκετοί Μανιάτες, με επικεφαλής τον Βοϊδή Μαυρομιχάλη. Η μάχη ήταν άνιση και ο τόπος ακατάλληλος. Οι Έλληνες της Πελοποννήσου πολέμησαν γενναία αλλά όμως ήταν αδύνατον να συγκρατήσουν την πλημμυρίδα των στρατιωτικών δυνάμεων του Ιμπραήμ, κατά τον ιστορικό Φραντζή 900 ήταν οι Έλληνες,2.500 οι Αιγύπτιοι. Ο Παπαφλέσσας βρήκε ηρωϊκό θάνατο όπως και οι Μανιάτες οπλαρχηγοί Πιέρος και Βοϊδής Μαυρομιχάλης, Θ. Καπετανάκος και Δ. Πουλικάκος.


 O IMΠΡΑΗΜ ΣΤΗ ΜΑΝΗ

Μετά τη μάχη στο Μανιάκι,1η Ιουνίου του 1825, ο Ιμπραήμ ξεχύθηκε στην Πελοπόννησο την οποία κυρίευσε και ρήμαξε, πλην της Μάνης. Στους τελευταίους μήνες του 1825 μετέχει με αρκετό στρατό στη δεύτερη πολιορκία του ηρωϊκού Μεσολογγίου που διήρκησε έναν χρόνο περίπου και έληξε με την ηρωϊκή έξοδο των πολιορκημένων, που έμεινε σαν φωτεινό ορόσημο στην Ιστορία των νεότερων Ελλήνων. Μετά την πτώση του Μεσολογγίου ο Ιμπραήμ επανέρχεται στην Πελοπόννησο, καταλαμβάνει ένα μέρος της Αχαΐας και στέλνει επιστολή στον Γιωργάκη Μαυρομιχάλη και τον διατάσσει εντός δέκα ημερών να προσέλθει μαζί μ' όλους τους προκρίτους της Μάνης να τον προσκυνήσουν αλλιώς θα κυριεύσει και θα αφανίσει τη Μάνη. Και ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης απάντησε ως εξής:

"Ελάβομεν το γράμμα σου, εις το οποίον είδωμεν να μας φοβερίζεις ότι αν δεν σου προσφέρομεν την υποταγήν μας θέλεις εξολοθρεύσεις τους Μανιάτες και την Μάνην. Διά τούτο και ημείς σε περιμένομεν με όσες δυνάμεις θελήσεις".

Ο Ιμπραήμ μετά την άρνηση των Μανιατών να τον προσκυνήσουν, με 800 πεζούς και ιππείς από την Καλαμάτα εξορμά για να τους υποτάξει. Οι Μανιάτες, 2000 περίπου άντρες, οχυρώνονται στη Βέργα του Αλμυρού. Η Βέργα ήταν ξερολίθινο τείχος ύψους ενός μέτρου περίπου και μήκους περισσότερο του χιλιομέτρου, που κτίστηκε από τους Μανιάτες, σαν ταμπούρι.
Εκεί ήταν όλοι οι αρχηγοί των Μανιατών:ο Κωνσταντόμπεης, ο Μπεζαντές Γιωργάκης, ο Αναστάσης και Ηλίας Κατσάκος, ο Διονύσιος Τρουπάκης - Μούρτζινος, ο Στέφανος και Νίκος Χρηστέας, ο Γ. και ο Στ. Καπετανάκης, οι Κατσιφαραίοι, ο Γαλάνης Κουμουντουράκης, ο Κοσσονάκος, ο Σ. Πικουλάκης κι όλοι οι ελεύθεροι Μεσομανιάτες.

Πρώτο επιτίθεται το ιππικό των Αιγυπτίων το οποίο αναγκάζεται να υποχωρήσει λόγω της μορφολογίας του χώρου, ακολουθούν οι άτακτοι που ορμούν στο τείχος, αλλά αποδεκατίζονται από τα εύστοχα πυρά των αμυνόμενων. Φτάνει τακτικός στρατός, με επικεφαλής Ευρωπαίους αξιωματικούς και επιχειρεί με αλλεπάλληλες επιθέσεις να ανατρέψει την άμυνα. Οι Μανιάτες ακλόνητοι στις θέσεις τους προκαλούν μεγάλες απώλειες στους επιτιθέμενους. Στην ένατη επίθεση των Αιγυπτίων, ένας ανώνυμος Μανιάτης οπλαρχηγός με 20 άνδρες βγήκε από το τείχος χωρίς να γίνει αντιληπτός και επιτίθεται στα νώτα του εχθρού.
Οι Αιγύπτιοι που δέχτηκαν την επίθεση, αιφνιδιάστηκαν και τράπηκαν σε φυγή, μεταδίδοντας τον πανικό σε ολόκληρη την εχθρική παράταξη που υποχωρεί 22 Ιουνίου του 1826. Τις δύο επόμενες μέρες συνεχίστηκαν οι επιθέσεις των Αιγυπτίων κατά της Βέργας, αλλά οι επιθέσεις ήταν κάπως ασθενέστερες και εύκολα αποκρούστηκαν από τους Μανιάτες.

Να πώς περιγράφει ο ιστορικός Φραντζής τα συναισθήματα του Ιμπραήμ για την αποτυχία του στη Βέργα καθώς και για τη μάχη του Δυρού:

"...κατ' εκείνην την στιγμήν άξιον θέας ήτο να βλέπη τις πίπτοντας τους εχθρούς σωρηδόν έξωθεν του τείχους, οίτινες και δειλιάσαντες, τελευταίον οπισθοδρόμησαν. Αλλ' ο αλαζών Ιμπραχήμης ιδών την ανέλπιστον εκείνην θραύσιν του στρατεύματός του, πλήρης θυμού διέταξε πάραυτα και επεβιβάσθησαν 3.500 Οθωμανοί εις τα εν Καλάμαις ελλιμενισμένα εχθρικά πλοία, διατάξας ν' αποβιβασθώσι κατά το όπισθεν μέρος της Μάνης εις μίαν δύσβατον θέσιν, επ' ελπίδι του, ότι οι Έλληνες ήθελον αφήσει κενήν την θέσιν της Βέργας, και ήθελον τρέξει προς υπεράσπισιν των οικογενειών των, ώστε τούτου γενομένου να εισβάλη τότε ο Ιμπραχήμης εκ των όπισθεν εις την Μάνην από το μέρος της Βέργας. Προ δε της ανατολής του ηλίου (την 23 Ιουνίου) έφθασαν τα εχθρικά πλοία εις το Βηρόν (Διρό),μεταξύ της Τζίμοβας και του Πύργου, μη όντος εκεισε λιμένος, και άνευ αναβολής απεβίβασαν εις την ξηράν τους 3.500 εχθρούς, αλλά με μεγάλην δυσκολίαν δισ το δύσβατον και το πετρώδες του τόπου, ως εκ περιστάσεως δέ αγαθής ευρέθησαν κατά το μέρος εκείνο 209 οπλοφόροι Μανιάται, εκ δε των προκρίτων ο Πιέρος Μαυρομιχάλης, ο Δημήτριος, υιός του Π. Μαυρομιχάλη (ει και νέος τότε ων), οίτινες διέταξαν τους ρηθένετες 200 οπλοφόρους να κτυπώσιν αφόβως τους εχθρούς, διέταξαν δε ταυτοχρόνως και έκρουσαν τούς κώδωνας των Εκκλησιών, προσκαλέσαντες τους Ιερείς, άνδρας, γυναίκας και παίδας όσους ευρέθησαν. Έγραψε δ' εν ταύτω και ο Δ.Π. Μαυρομιχάλης προς τω εν Αλμυρώ ευρισκόμενον Ελληνικόν στράτευμα την εις το Βηρόν κατάπλευσιν των εχθρικών πλοίων, και την απόβασιν των εχθρών. ...Αλλ'εν τοσούτω η εν Βηρώ απόβασις των εχθρών εξηκολούθει αφ' ενός μεν μέρους με κραυγάς, αφ΄ετέρου δε με τον κτύπον των κωδώνων των Εκκλησιών, ώστε έφθασαν και τινες ακόμη ολίγοι οπλοφόροι Έλληνες, και εν πλήθος γυναικών Μανιατισσών, και δύο Αρχιερείς μετά των Ιερέων. Και οι μεν Μανιάται επυροβόλουν με τα όπλα, αι δε γυναικες εμάχοντο με τας πέτρας και τα δρέπανα, ώστε όχι μόνον εφονεύοντο και επληγώνοντο οι αποβιβαζόμενοι εχθροί, αλλά και δια το πετρωδες και το δύσβατον του τόπου, ούτε να φυλαχθώσιν εδύνατο, ούτε να πλησιάσωσι ποσως δια να τοις βοηθώσι και να πυροβωλωσι με τα κανόνια κατά των Μανιατών. Επί κεφαλης δε τόσων ανδρων, όσω και των γυναικων ίσταντο οι Αρχιερείς και οι Ιερείς εμψυχούντες, και προτρέποντες αυτούς εις την των εχθρών αντίκρουσιν με όλην των την καρτερίαν, και γενναιοψυχίαν. Αι δε πέτραι έπιπτον ως χάλαζα επι των κεφαλών των εχθρών".

Mετά την αντίσταση των Μανιατών και Μανιατισσών στον όρμο του Διρού, οι Αιγύπτιοι αναγκάστηκαν να επιβιβαστούν καταδιωκώμενοι στα πλοία τους και να επιστρέψουν στην Καλαμάτα.

Τον Αύγουστο του 1826 ο Ιμπραήμ με μια νέα επίθεση, αυτή τη φορά στην Ανατολική Μάνη, προσπάθησε να την υποτάξει. Αλλά και πάλι οι ηρωικοί Μανιάτες ταμπουρώθηκαν στο χωριό Πολυάραβο και με επιτυχία αντιμετώπισαν τους Αιγύπτιους και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν οριστικά το σχέδιο της υποταγής της Μάνης. Με τις νικηφόρες μάχες στο Αλμυρό, στο Διρό και στον Πολυάραβο οι Μανιάτες, άνδρες και γυναίκες, για άλλη μια φορά απέδειξαν το υψηλό, γενναίο και αδούλωτο φρόνημά τους. Δεν υπολόγισαν το πανίσχυρο και καλά οργανωμένο στράτευμα του Ιμπραήμ που είχε καθυποτάξει όλη την Πελοπόννησο, και μαζί με τα στρατεύματα του Κιουταχή Πασά, που δρούσαν στην Στερεά Ελλάδα, είχε οδηγήσει την Ελληνική Επανάσταση σε πολύ κρίσιμο σημείο. Αλλά, ο Θεός όπως είχε πει ο Κολοκοτρώνης υπέγραψε την ελευθερία της Ελλάδος και δεν παίρνει πίσω την υπογραφή του και φάνηκε ότι είχε δίκιο από την εξέλιξη των γεγονότων. Η απελευθέρωση αυτή ήρθε στις 8 Οκτωβρίου του 1827 με τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου.




Η ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ  ΑΛΑΜΑΝΑ 
23 Απριλίου 1821


 Ο Χουρσίτ πασάς, που πολιορκούσε στα Ιωάννινα τον Αλή πασά, έστειλε τον Κιοσέ Μεχμέτ και τον Ομέρ Βρυώνη με 8.000 πεζικό και 900 ιππείς  να καταπνίξουν την επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα και έπειτα να προχωρήσουν στην Πελοπόννησο, για να ματαιώσουν τα σχέδια του Κολοκοτρώνη για την Τριπολιτσά. Ο κίνδυνος για την επανάσταση ήταν μεγάλος. Ο Διάκος και το απόσπασμά του, που ενισχύθηκαν από τους μαχητές οπλαρχηγούς Πανουργιά και Δυοβουνιώτη, αποφάσισαν να αποκόψουν την τούρκικη προέλαση στη Ρούμελη με την λήψη αμυντικών θέσεων κοντά στα στενά των Θερμοπυλών όπου οι Τούρκοι δεν θα είχαν την ευκαιρία να αναπτύξουν το ιππικό τους και την αριθμητική τους υπεροχή. Μετά από σύσκεψη στο χωριό Κομποτάδες, στις 20 Απριλίου 1821, η ελληνική δύναμη των 1.500 ανδρών χωρίστηκε σε τρία τμήματα: ο Δυοβουνιώτης θα υπερασπιζόταν την γέφυρα του Γοργοποτάμου με 600 άνδρες, ο Πανουργιάς το Μουσταφάμπεη με 500 άνδρες, και ο Διάκος την γέφυρα της Αλαμάνας με 500 άνδρες.


Στρατοπεδεύοντας στο Λιανοκλάδι, κοντά στη Λαμία, οι Τούρκοι διαίρεσαν γρήγορα τη δύναμή τους, επιτιθέμενοι αιφνιδιαστικά το πρωί της 23ης Απριλίου, χωρίς να επιτρέψουν στους Έλληνες να οργανωθούν. Η κύρια τούρκικη δύναμη υπό τον ικανότατο στρατηγό Ομέρ Βρυώνη επιτέθηκε στον Διάκο. Ένα άλλο τμήμα Τούρκων υπό τον Χασάν Τομαρίτσα  επιτέθηκε στο Δυοβουνιώτη, του οποίου το απόσπασμα γρήγορα οδηγήθηκε σε οπισθοχώρηση λόγω της αριθμητικής υπεροχής του αντιπάλου, ενώ έτερη δύναμη επιτέθηκε με σφοδρότητα στις θέσεις του Πανουργιά, οι άντρες του οποίου έδωσαν σκληρή μάχη αλλά υποχώρησαν όταν τραυματίστηκε σοβαρά ο αρχηγός τους που πολεμούσε στην πρώτη γραμμή.


 Στην μάχη αυτή βρήκε ηρωικό θάνατο ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαίας, καθώς και ο αδερφός του. Μετά τις δύο αυτές πολύ σημαντικές νίκες που απογύμνωσαν τα άκρα της Ελληνικής αμυντικής διάταξης, ο Ομέρ Βρυώνης συγκέντρωσε όλη την επιθετική του ισχύ ενάντια στη θέση του Διάκου στη γέφυρα της Αλαμάνας.

Ο Διάκος είχε τάξει 200 άνδρες υπό τους οπλαρχηγούς Μπακογιάννη και Καλύβα πάνω στη γέφυρα της Αλαμάνας, ενώ ο ίδιος με 300 άνδρες κατείχε την θέση Ποριά από όπου με αντεπιθέσεις ανακούφιζε τους συμπολεμιστές του στη γέφυρα. Όταν όμως οι δυνάμεις του Πανουργιά και του Δυοβουνιώτη κατέρρευσαν οι Τούρκοι ξεκίνησαν να σφίγγουν τον κλοιό γύρω από τους αμυνόμενους. Ενώ η κατάσταση γινόταν κρισιμότερη σύμφωνα με τον ιστορικό Σπυρίδωνα Τρικούπη, πρότειναν στον Διάκο να διαφύγει, ενώ ο ψυχογιός του, του έφερε το άλογο του προτρέποντας τον να σωθεί όσο ήταν καιρός. Αυτός όμως απάντησε "ο Διάκος δεν φεύγει" και δεν εγκατέλειψε την θέση του.
Η άνιση μάχη συνεχίζεται κι απ’ τους πρώτους νεκρούς που πέφτουν μπροστά του, είναι ο αδερφός του Κωνσταντίνος Μασαβέτας, τον οποίο ο Διάκος χρησιμοποιεί πλέον σαν ασπίδα στις επιθέσεις που δέχεται. Με μόνο 10 αγωνιστές που του έχουν απομείνει, μεταβαίνει στην εκ φύσεως οχυρή θέση Μανδροστάματα της μονής Δαμάστας, όπου οχυρώνεται και πολεμά εκεί για μια ώρα περίπου.
Τα πυρομαχικά όμως είναι περιορισμένα, ο ένας μετά τον άλλο οι περισσότεροι σύντροφοί του σκοτώνονται και ο ίδιος ο Διάκος συλλαμβάνεται ζωντανός. και οδηγείται ενώπιον του Ομέρ Βρυώνη.
Ο τελικός απολογισμός της μάχης της ημέρας εκείνης, ήταν περίπου 300 Έλληνες κι ελάχιστοι Τούρκοι νεκροί, ενώ αρκετοί ήταν και οι τραυματίες.



 Η ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ  ΓΡΑΒΙΑ

Μετά τον μαρτυρικό θάνατο του Αθανάσιου Διάκου, στις 23 Απριλίου 1821, ο Ομέρ Βρυώνης κι ο Κιοσέ Μεχμέτ γύρισαν και στη Λαμία. Διωγμένοι από τους Τούρκους, οι οπλαρχηγοί Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης, έσπευσαν στη Γραβιά να συναντήσουν τον Ανδρούτσο. Η Γραβιά τότε δεν ήταν χτισμένη. Υπήρχε μονάχα ένα χάνι για να διανυκτερεύουν οι στρατοκόποι και οι αγωγιάτες που πήγαιναν για τα Σάλωνα, ή από τα Σάλωνα για Υπάτη - Πατρατζίκι τότε.
Το χάνι ήταν χτισμένο με πλίθες και είχε γύρω μια μεγάλη μάντρα. Το μεγαλύτερο μέρος ήταν ισόγειο και μόνο από τη μια μεριά είχε δεύτερο όροφο. Είχε δυο αυλόπορτες η μια έβλεπε κατά τη ρεματιά και η άλλη κατά τη δημοσιά. Υπήρχαν ακόμα δυο ξωκλήσια, του Άι Θανάση κοντά στο Χάνι και πιο πέρα του Άι Δημήτρη και μερικές καλύβες που είχαν οι κάτοικοι της Βάριανης (κοντινό χωριό), για να μένουν τον καιρό που καλλιεργούσαν τα χτήματά τους.

Ο Δυοβουνιώτης και ο Πανουργιάς με τους άντρες τους συγκεντρώθηκαν στο στενό της Γραβιάς, που σχηματίζεται από τον Παρνασσό και την Γκιώνα.Απο κεί θα περνούσαν οι Τούρκοι για τα Σάλωνα ,κι από τη Σκάλα θα διαπεραιώνονταν με καράβια στον Μοριά. Από κατασκόπους έμαθαν πως ο Ομέρ Βρυώνης θα καθάριζε το πέρασμα για τα Σάλωνα, ενώ ο Κιοσέ Μεχμέτ (Σπανο-Μεμέτης), θα έμενε στη Λοκρίδα για λίγο για να φυλάξει τις πλάτες του Βρυώνη. Έτσι αποφάσισαν να χτυπήσουν τον του Ομέρ Βρυώνη που θα πήγαινε στα Σάλωνα.

Εκεί τους αντάμωσε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος στις 3 Μαΐου ερχόμενος από τον Βάλτο που είχε πάει να ξεσηκώσει τον Βαρνακιώτη, τον Τσόγκα και τον Ίσκο. Σαν ξεπάστρεψε στη γέφυρα της Τατάρνας τον Χασάν μπέη με εξήντα Αρβανίτες, έφτασε στη Γραβιά.
Ο ερχομός του Ανδρούτσου εμψύχωσε τους συναγμένους στη Γραβιά. Έδωσε όμως και κουράγιο στη γύρω περιοχή. "Σαν από Θεία Πρόνοια" ήταν ο ερχομός του γράφουν οι Σαλωνίτες στους Υδραίους και τους Σπετσιώτες.

Ο Ανδρούτσος, μόλις έφτασε στη Γραβιά, δεν κάθησε ήσυχος αλλά δραστηριοποιήθηκε από την πρώτη μέρα. Έγραψε στο παλιό του παλικάρι και πρωτοπαλίκαρο του Θανάση Διάκου, τον Βασίλη Μπούσγο, που ήταν τώρα αρχηγός του σώματος της Λιβαδειάς. Του έλεγε τα εξής: "Eυθύς ως λάβης το παρόν να μάσης τους συντρόφους όσους κι αν είναι, ένας να μη λειψει και αύριον αυγή κίνα κι έλα εδώ ν' ανταμωθούμε". Συγχρόνως ειδοποίησε παντού γύρω για μπαρουτόβολα. Έγραψε επίσης στους Αρβανίτες που βρίσκονταν στο Ζητούνι -Λαμία- και τους έλεγε ότι έπρεπε να φύγουν για να μη χαλαστούν. Τους έδινε, μάλιστα, προθεσμία τρεις μέρες.
Δεν κατάφερε όμως τίποτε, γιατί ο τουρκικός στρατός ξεκίνησε. Την είδηση την έφερε ο Ηλίας Μανανάς από τη Βάριανη.

Τώρα το μυαλό του δούλευε ασταμάτητα πού και πώς θα μπορούσε να χτυπήσει τη μεγάλη δύναμη του εχθρού.
Ο Δυοβουνιώτης και ο Πανουργιάς πίστευαν πως το καλύτερο μέρος να ταμπουρωθούν ήταν το γεφύρι της Χαϊνίτσας -ποτάμι της Γραβιάς- απ' το οποίο θα περνούσε ο τουρκικός στρατός. Του Ανδρούτσου όμως δεν του άρεσε, γιατί ούτε ταμπούρια είχε δυνατά, ούτε θα μπορούσαν να κρατήσουν τις θέσεις όταν τους έκανε επίθεση το ιππικό.


Στις 7 Μαΐου 1821, ο στρατός του Ομέρ Βρυώνη βρισκόταν στις Θερμοπύλες βαδίζοντας για τη Γραβιά. Αποτελούνταν από εφτά με οχτώ χιλιάδες πεζούς και χίλιους καβαλάρηδες. Οι μισοί καβαλάρηδες ήταν Γκέκηδες με αρχηγό τον Τελεχά Φέζον και οι άλλοι μισοί Τσάμηδες με αρχηγό τον Μουσταφά μπέη Καφεζέζη. Η είδηση έφτασε στους επαναστάτες τα ξημερώματα της Κυριακής.
Οι καπεταναίοι, σαν το 'μαθαν, μαζεύτηκαν σε συμβούλιο για να καθορίσουν πού θα χτυπήσουν τους Τούρκους.
Συνάχτηκαν κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά που βρισκόταν έξω απ' το χάνι. Η πρόταση για το γεφύρι της Χαϊνίτσας απορρίφθηκε από τους υπόλοιπους καπεταναίους. Συζητούσαν τότε να πιάσουν τις γύρω πλαγιές βάζοντας στη μέση τον εχθρό που θα περνούσε από κει.


Ο Ανδρούτσος, καθισμένος κι αυτός με τους άλλους κάτω απ' τη βελανιδιά, παρακολουθούσε αμίλητος, τάχα αδιάφορος, καπνίζοντας το τσιμπούκι του. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο μπροστά. Μέσα στο μυαλό του δούλευε το παράτολμο σχέδιο που είχε συλλάβει. Το πλιθόχτιστο αυτό χάνι που έβλεπε μπροστά του, λογάριαζε να το κάνει φοβερό κάστρο που οι Τούρκοι θα 'σπαζαν τα μούτρα τους. Ενώ οι άλλοι συζητούσαν πού θα πιάσει ο καθένας, τους έκοψε απότομα και κοιτάζοντας προς τους Δυοβουνιώτη και Πανουργιά, τους λέει απότομα: Εδώ θα πολεμήσουμε μα πρέπει ένας από μας να κλειστεί μέσα σε τούτη τη μάντρα. Και τους δείχνει το χάνι.


Τα λόγια του ακολούθησε γενική βουβαμάρα. Όλα τα παλικάρια ρίχνουν απάνω του το βλέμμα τους εξεταστικά. Τι είναι αυτά που τους λέει! Να κλειστούν μέσα σε μια πλιθόχτιστη μάντρα; Μα, με τα χέρια να έπεφταν απάνω της εννιά χιλιάδες Τούρκοι θα την έκαναν σκόνη. Ίσως σε πολλούς να πέρασε προς στιγμήν η ιδέα ότι ο Οδυσσέας τρελάθηκε ή ήθελε ν' αυτοκτονήσει.
Οι γεροαρματολοί δεν αντέκρουσαν την πρόταση, αλλά, για να μη θεωρηθούν κιοτήδες, δικαιολογήθηκαν τάχα ότι τους έλειπαν τα χρειαζούμενα πολεμοφόδια.
Μετά τη σιωπηλή αυτή άρνηση, ο Ανδρούτσος πετάγεται όρθιος και φωνάζει οργισμένος:
- Ορέ, δε βρίσκονται μέσα εδώ εκατό παλικάρια ν' ακριβοπληρώσουμε το αίμα μας;
Δεν απόσωσε τον λόγο του και μέσα απ' τους συναγμένους ακούστηκε μια βροντερή φωνή.
- Εγώ, καπετάνιε.
Ένα σεμνό παλικάρι βρέθηκε πλάι του. Ήταν ο Θανάσης Σεφέρης. Με μιας ύστερα από τη φωνή του Σεφέρη ακούστηκαν σαν ηχώ και οι φωνές άλλων παλικαριών.
- "Και εγώ, κι εγώ, κι εγώ...".
Ο Οδυσσέας, δίνοντας το αριστερό του χέρι στον Σεφέρη και γυρίζοντας στους συναγμένους, τους φωνάζει:
- Ε, παιδιά, όποιος θέλει να 'ρθει μαζί μου να πιαστεί στο χορό. Βγάζει τότε απ' το σελάχι του το μαντίλι, το ανεμίζει με το δεξί του χέρι και σέρνει το χορό τραγουδώντας:

"Κάτου στου Βάλτου τα χωριά στα πέντε βιλαέτια..."


Ένας ένας τα παλικάρια με τη θέλησή τους άρχισαν να πιάνονται στο χορό. Ο Γοβγίνας, ο Γκούρας, ο Μαμούρης και πολλοί άλλοι. Οι πέντε έγιναν δέκα, είκοσι, σαράντα, και σε λίγο ξεπέρασαν τους εκατό.
Ο ενθουσιασμός ήταν απερίγραπτος. Οι φωνές και τα σφυρίγματα αντιβούιζαν στο φαράγγι της Γραβιάς. Ο Ανδρούτσος κατάφερε ν' ανάψει φωτιά στα στήθια των πριν από λίγο κιοτεμένων παλικαριών. Χορεύοντας μπροστά, φέρνει μια δυο γύρες τη βελανιδιά και σαν υπολογίζει πως είναι αρκετοί αυτοί που τον ακολουθούν, συνεχίζει χορεύοντας κατά τον μαντρότοιχο του χανιού. Στέκεται πλάι στην αυλόπορτα μέσα στη μάντρα, και μετράει όσους μπαίνουν.

Οδυσσέας Ανδρούτσος

Σε κάποια στιγμή φωνάζει:

- Σταματήστε δε χρειάζονται περισσότεροι. Μέτρησε εκατόν δέκα τέσσερις και τρεις ο χανιτζής με τα δυο παιδιά του εκατόν δέκα εφτά κι αυτός εκατόν δέκα οχτώ. Ο χώρος είναι περιορισμένος. Εκατόν δέκα οχτώ καριοφίλια τού είναι αρκετά. Πολλοί που έμειναν απ' έξω φωνάζουν και διαμαρτύρονται. Την ώρα αυτή με τις φωνές ένας λαγός πετάχτηκε από ένα θάμνο. Ο Ανδρούτσος τους φωνάζει να μην τον πυροβολήσει κανείς. Τρέχει και πιάνει τον λαγό ζωντανό, θα είναι το τυχερό των κλεισμένων. Από παλιά υπήρχε η πρόληψη ότι ο λαγός είναι κακό σημάδι. Ίσως γιατί είναι φοβιτσιάρικο ζώο.

Σαν μπήκαν μέσα στο χάνι, η ώρα ήταν εννιά. Λογάριαζαν πως ο Ομέρ Βρυώνης θα 'φτανε πριν από το μεσημέρι. Ο χρόνος δεν τους έπαιρνε και χωρίς αργοπορία άρχισαν να ετοιμάζονται για την άμυνα. Πρώτη τους δουλειά ήταν να γυρίσουν το νερό απ' τη ρεματιά μέσα στον περίβολο του χανιού για να έχουν να πίνουν. Μετά ο Μαστρογιάννης, που ήταν χτίστης, άρχισε ν' ανοίγει "μασγάλια" -τουφεκίστρες- στον μαντρότοιχο και στο χάνι. Και για να μη φαίνονται από μακριά, τις κάλυψαν με αγριόχορτα. Ασφάλισαν επίσης τις πόρτες με μεγάλες πέτρες.


Σε λίγο φάνηκαν στον κάμπο οι Τούρκοι. Δε θ' αργούσαν να φτάσουν στη Γραβιά. Κι ενώ οι κλεισμένοι στο χάνι ετοιμάζονταν για την άμυνα, οι άλλοι που ήταν απ' έξω πήγαν να πάρουν τις θέσεις τους. Ο Δυοβουνιώτης με τον Πανουργιά πιάσανε τα ριζά του Χλωμού -παρακλάδι της Γκιώνας- την αριστερή ακροποταμιά. Ο Κοσμάς Σουλιώτης με τους Σουλιώτες του, τους Κατσικογιανναίους και τους υπόλοιπους, πιάσανε τη δεξιά ακροποταμιά της Πανάσαρης -παρακλάδι του Παρνασσού- κοντά στο κεφαλόβρυσο του Σου Ντζίκα (από το σλάβικο σου = νερό - Σου-βάλα, Σου-Ντζίκα κ.λπ.).

Τους κλεισμένους όμως τους βασάνιζε η έλλειψη από μπαρουτόβολα. Αυτόν που είχαν στείλει για εφοδιασμό δεν είχε φανεί ακόμα και οι Τούρκοι είχαν φτάσει στο γεφύρι της Χαϊνίτσας. Εκείνη τη στιγμή όμως έφτασε από τα Σάλωνα ο τροφοδότης του στρατοπέδου Αναγνώστης Κεχαγιάς σέρνοντας δυο μουλάρια φορτωμένα με μπαρουτόβολα και τρόφιμα μαζί με τον γαμπρό του Καραχάλιο. Αψηφώντας τον κίνδυνο, γιατί ο εχθρός ζύγωνε, κίνησε για το χάνι. Μόλις πρόφτασε κι έκοψε τις τριχιές απ' τα σαμάρια και πέταξε πάνω απ' τη μάντρα τα σακιά με τα μπαρουτόβολα και τα τρόφιμα στους κλεισμένους. Οι Τούρκοι είχαν αρχίσει να ντουφεκάνε και θα πλήρωνε με τη ζωή του, αν ο Καραπλής ή Πλάτανος -για τη σωματική του διάπλαση- που βρισκόταν εκεί κοντά ταμπουρωμένος δεν άρχιζε στο ντουφέκι τους Τούρκους και του έδωσε καιρό να φύγει. Άφησε όμως το ένα απ' τα δύο μουλάρια σκοτωμένο.

Με τη μικροσυμπλοκή αυτή, ο έμπειρος Ομέρ Βρυώνης κατάλαβε ότι κάτι κρυβόταν στο χάνι. Αποφάσισε τότε να ακολουθήσει την ίδια τακτική της Αλαμάνας. Πρώτα θέλησε να ξεμοναχιάσει το χάνι απ' τους άλλους επαναστάτες. Μοίρασε τον στρατό σε τρεις κολόνες. Έριξε τη μια κατά το Χλωμό και την άλλη κατά τη βρύση του Σου Ντζίκα. Στις δυο αυτές κολόνες έστειλε και όλο το ιππικό του. Την τρίτη, που ήταν Αρβανίτες Γκέκηδες και Τόσκηδες, την κράτησε για το χάνι.
Η επίθεση στο Χλωμό και στου Σου Ντζίκα ήταν τόσο ορμητική που έγινε ό,τι πριν από λίγες μέρες στον Γοργοπόταμο και τη Χαλκωμάτα -στη μάχη της Αλαμάνας-. Ύστερα από μικρή αντίσταση, οι επαναστάτες τραβήχτηκαν στα ψηλώματα. Σκοτώθηκε μονάχα ο Σουλιώτης Μπούχλας.

 
Ο Ανδρούτσος με τους κλεισμένους στο χάνι καρτερούσαν τη σειρά τους. Φοβερά ψύχραιμος κι ατάραχος, είπε στους συντρόφους του, μη ρίξει κανείς προτού αρχίσω εγώ. Αφήστε τους να ζυγώσουν. Αυτοί τον υπάκουσαν. Eκείνος περίμενε την τρίτη κολόνα για να τους επιτεθεί.
Βλέπουν όμως απ' τις πολεμίστρες να ξεκόβει ένας καβαλάρης και να έρχεται προς το χάνι. Όταν έφτασε, βλέπουν ότι ήταν ένας γέρος ντερβίσης. Ο Χασάν ντερβίσης ήταν γνώριμος του Οδυσσέα από τα Γιάννενα και γι' αυτό ο Ομέρ Βρυώνης τον έστειλε για να προσπαθήσει να διαπραγματευτεί με τον Ανδρούτσο. Γνώριζε ακόμα ότι ο Ανδρούτσος ήταν μπεκτασής και κατά τη γνώμη του θα σεβόταν τον ιερωμένο.

Οι μπεκτασήδες ήταν μωαμεθανοί μοναχοί, οι οποίοι αποτελούσαν ιδιαίτερο τάγμα με δογματικές διαφορές από τους ομοθρήσκους τους. Δεν νήστευαν το Ραμαζάνι, αλλά δώδεκα μέρες που συνέπιπταν με τη νηστεία της εορτής των Αγίων Αποστόλων. Φιλοξενούσαν στις μονές τους -τεκέδες- Τούρκους και Χριστιανούς χωρίς εξαίρεση και είχαν στενή επαφή με τους Γενιτσάρους που προέρχονταν από Χριστιανούς. Οι μπεκτασήδες δεν έκαναν διάκριση θρησκείας και καταγωγής αλλά μόνον τιμίων και κακών ανθρώπων. Είχαν αποκτήσει μεγάλη δύναμη ανάλογη με τους Ιησουίτες. Οι τεκέδες τους αποτελούσαν άσυλα και απολάμβαναν ανεξαρτησίας από το κράτος. Και ο Ανδρούτσος είχε γίνει μυστικά μπεκτασής για να έχει καταφύγιο στους τεκέδες των μπεκτασήδων στις πολεμικές του περιπέτειες. Είχε προβεί σε αυτή την κωμωδία μόνο και μόνο για να βρίσκει άσυλο στις δύσκολες στιγμές.


Σαν σταμάτησε έξω απ' το χάνι, ο Χασάν ντερβίσης σκόρπισε με το χέρι του δεξιά και αριστερά άμμο, ψέλνοντας το "ντονά" -την προσευχή του- να διαλυθούν οι εχθροί του σαν την άμμο. Ο Ανδρούτσος που παρακολουθούσε μέσα απ' την τουφεκίστρα τον χαιρέτισε τουρκικά και αντιχαιρέτισε ο ντερβίσης. Μετά τον ρώτησε πάλι, στα τουρκικά -"Ντερεγιέ γκιντερσίν;" (-πού πας). Ο ντερβίσης απάντησε- "Σάλωνα για γκιντερίμ" (πάω στα Σάλωνα).

Ο Ανδρούτσος πάλι τον ρώτησε "τι πας να κάνεις ορέ Τούρκο στα Σάλωνα;" Η απάντηση ήταν "να υποτάξω ή να σφάξω τους απίστους". Απαντώντας ο Οδυσσέας με βρισιές καθώς τον σημάδευε με το καριοφίλι του, του έστειλε ένα βόλι που χτύπησε τον ντερβίση στο μέτωπο κι έπεσε ξερός απ' τ' άλογό του.
Βλέποντας νεκρό τον ντερβίση τους, οι Τούρκοι σκυλιάσανε. Αυτό επεδίωκε και ο Ανδρούτσος. Να τους εξοργίσει όσο μπορούσε πιο πολύ. Αμέσως τότε ορμάνε με ιερό φανατισμό κατά το χάνι, να εκδικηθούν το αίμα του ντερβίση τους. Μα τα καριοφίλια των κλεισμένων ξερνούν φωτιά και μολύβι.
Ο Βρυώνης ξαφνιάζεται. Διατάζει δεύτερη επίθεση και προστάζει τους άντρες του να καταλάβουν το χάνι. Μα το χάνι ξερνάει κεραυνούς κι αστροπελέκια που θερίζουν τον εχθρό.

Μετά την αποτυχία και της δεύτερης επίθεσης, ο Πασάς στέλνει καινούργιες δυνάμεις. Οι Τουρκαλβανοί με το αριστερό χέρι στο μέτωπο για να μην βλέπουν αλλού, ορμάνε σαν τυφλοί. Μερικοί κατορθώνουν να φτάσουν στη μάντρα και προσπαθούν να τη ρίξουν με τις πλάτες τους. Άλλοι προσπαθούν με πέτρες να βουλώσουν τις τουφεκίστρες. Ένας Τουρκαλβανός ζυγώνει με μια πέτρα και θέλει να φράξει μια πολεμίστρα. Από μέσα βρίσκεται ο Μουσταφά Γκέκας, σωματοφύλακας και πιστός σύντροφος του Οδυσσέα. Ενώ απ' έξω ο Γκέκας του Βρυώνη σπρώχνει την πέτρα προς τα μέσα, ο Μουσταφάς με την μπούκα του καριοφιλιού τη σπρώχνει προς τα έξω. Στο τέλος ο φιλέλληνας Μουσταφάς κατορθώνει να σπρώξει την πέτρα, αλλά μαζί βγήκε πολύ έξω και η κάννη του καριοφιλιού.

Ένας άλλος Τουρκαλβανός κατορθώνει λοξά ν' αρπάξει την κάνη και την τραβούσε προς τα έξω. Ο Μουσταφά Γκέκας αγωνίζεται να την τραβήξει προς τα μέσα. Ο Οδυσσέας βλέποντας τον αγώνα, πάει στη διπλανή πολεμίστρα, βάζει στο τουφεκίδι τους Αρβανίτες κι ελευθερώνει τον σύντροφό του.
Ο Βρυώνης, με τον χαλασμό που γίνεται στο ασκέρι του, αναστατώνεται, εξοργίζεται φοβερά. Πιο πέρα απ' το χάνι βρισκόταν το ξωκλήσι του Άι Θανάση. Από κει μέσα ο Πασάς, που είχε φρυάξει απ' το κακό του, παρακολουθούσε τα απανωτά γιουρούσια που κάνανε οι δικοί του χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

Μετά το μεσημέρι συγκέντρωσε τους μπουλουξήδες (διοικητές μπουλουκιού-μονάδας) κι αφού τους κατσάδιασε που δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε μέχρι τότε, απαίτησε μ' ένα καινούργιο γιουρούσι να δώσουν τέλος. Έταξε δε και πεντακόσια πουγκιά στον μπουλουξή που θα πατούσε πρώτος το χάνι.


Η καινούργια επίθεση αποφασίστηκε να γίνει το απομεσήμερο και θα 'ταν η τελευταία κατά τη γνώμη τους. Θα έμπαινε μπροστά το ιππικό και πίσω θ' ακολουθούσαν οι πεζοί. Για να τονώσει πιο πολύ το ηθικό των επιτιθεμένων, διέταξε τους μπαϊρακτάρηδες -σημαιοφόρους- να πάνε με τα μπαϊράκια τους και να τα στήσουν στο χάνι. Στο γιουρούσι αυτό πήρε μέρος και ο Χαλήλ μπέης, τοπικός άρχοντας της Λαμίας. Ήταν εκείνος που πρωτοστάτησε στη θανάτωση του Διάκου.


Με ξεφωνητά και κατάρες άρχισε η καινούργια επίθεση. Σε λίγο το χάνι είχε κυκλωθεί από παντού. Τα καριοφίλια όμως των κλεισμένων σκορπίζουν τον θάνατο και κόβουν την ορμή, σωριάζοντας καινούργιους νεκρούς και λαβωμένους. Το ιππικό, που πιο πολύ εμπόδιο έφερνε παρά βοήθεια, αποσύρθηκε. Οι Τουρκαλβανοί Γκέκηδες και Τόσκηδες ορμούν σα θηρία ανήμερα. Εκτός από την παλικαριά τους είναι και το υπερβολικό ποσό που έχει τάξει ο Βρυώνης σ' όποιον πατήσει το χάνι.
Χωρίς να λογαριάζουν τον κίνδυνο, ζυγώνουν τη μάντρα και προσπαθούν να τη ρίξουν με τις πλάτες τους. Άλλοι με τσεκούρια προσπαθούν να σπάσουν τις πόρτες αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Δυο τρεις καταφέρνουν να καβαλήσουν τη μάντρα μα οι κλεισμένοι τους γκρεμίζουν σκοτωμένους. Τον ένα αναφέρεται πως τον σκότωσε με τα χέρια του ο Γκούρας. Ένα βόλι ρίχνει νεκρό τον Χαλήλ μπέη. Είναι η θεία Νέμεση για τον θάνατο του Διάκου.

Οι μπαϊρακτάρηδες, για να εμψυχώσουν τους επιδρομείς, προσπαθούν να στήσουν τα μπαϊράκια τους στον μαντρότοιχο. Αλλά τους θερίζουν τα βόλια των κλεισμένων.Ένας μονάχα κατορθώνει να φτάσει μπροστά στο χάνι και πέφτοντας ανάσκελα, για να μη δίνει στόχο, βαστάει με τα χέρια του το κοντάρι της σημαίας. Οι Τουρκαλβανοί που βλέπουν το μπαϊράκι τους ν' ανεμίζει, θαρρούν πως το χάνι πατήθηκε κι ορμούν από παντού. Ο Γκούρας, κοντά στην πολεμίστρα του οποίου βρίσκεται το μπαϊράκι, προσπαθεί με βρισιές να κάνει αυτόν που το κρατάει να σηκωθεί για να τον σκοτώσει. Ο Τουρκαλβανός όμως προστατεύεται από τη γωνιά και το έδαφος. Τέλος ο Γκούρας σημαδεύει το κοντάρι, πυροβολεί και το κόβει στα δύο. Η σημαία έπεσε. Γύρω απ' το χάνι όμως έχουν συγκεντρωθεί μάζες Αλβανών.
Ο Ανδρούτσος είναι η ψυχή της άμυνας καθώς ακούραστος τρέχει παντού όπου υπάρχει ανάγκη εμψυχώνοντας τους άντρες του. Ο Αγγελής Γοβγίνας, ο Γκούρας, ο Μουσταφάς, ο Μαμούρης, ο Παπαντριάς είναι οι περισσότερο ακούραστοι.

Κι αυτή η επίθεση πήγε χαμένη. Τούτο το πλιθόχτιστο χάνι έχει γίνει κάστρο άπαρτο.

Τώρα όμως είχαν και οι Έλληνες τα θύματά τους. Ένας Αρβανίτης κατάφερε ν' ανέβει απαρατήρητος στη μεγάλη βελανιδιά που ήταν δίπλα στο χάνι. Κρυμμένος στην πυκνή φυλλωσιά του δέντρου, βλέπει μέσα στο μικρό δωμάτιο που ήταν σα δεύτερος όροφος πάνω απ' το χάνι ν' αστράφτουν κάθε τόσο δυο καριοφίλια. Ήταν οι δυο Θανάσηδες, ο Σεφέρης, το παλικάρι που πιάστηκε πρώτο στον χορό, και ο Καπλάνης, ξακουστός για την παλικαριά του. Από τα βόλια του Αρβανίτη πέφτουν και οι δυο νεκροί.
Η παράδοση αναφέρει ότι είχαν "μαγαρίσει με γυναίκες". Αυτό βασιζόταν στην πρόληψη πως το κακό βόλι έβρισκε όποιον κλέφτη πήγαινε παραμονή της μάχης με γυναίκα.

Έξι γιουρούσια έχουν τσακιστεί πάνω στο χάνι χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Πάνω από τρακόσιοι οι σκοτωμένοι και οι λαβωμένοι διπλοί και τριπλοί. Τυφλωμένος απ' την οργή του ο Πασάς, βουτάει το απελατίκι του (σιδερένιο ρόπαλο ακιδωτό στην άκρη) κι ορμάει έξω απ' το ξωκλήσι έτοιμος να μπει ο ίδιος σε καινούργια επίθεση μπροστά, για να χτυπήσει αποτελεσματικά. Πέφτουν απάνω του οι μπέηδες και οι μπουλουξήδες και καταφέρνουν με δυσκολία να τον συγκρατήσουν, γιατί γνώριζαν τι τον περίμενε. Στο διάστημα αυτό ο Ανδρούτσος βλέπει από την πολεμίστρα τον Βρυώνη έξω από τον Άι Θανάση και φωνάζει στα παλικάρια του:
-Να ο πασάς ορέ. Είν' αυτός με τα κόκκινα πουντούρια!

Ντουφεκάνε κατά κει μα η απόσταση είναι μεγάλη και τα βόλια πέφτουν γύρω του κρύα, μονάχα ένα χτύπησε απάνω στην πιστόλα του. Οι δικοί του καταφέρνουν και τον βάνουν μέσα στην εκκλησία για να προφυλαχτεί. Του υπόσχονται σ' ένα καινούργιο γιουρούσι να πατήσουν το χάνι.

Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει τη σημαία με το σταυρό στα Σάλωνα
την ημέρα του Πάσχα του 1821 Louis Dupré

Η έφοδος ξαναρχίζει. Τούτη τη φορά παίρνουν μέρος και τ' ανίψια του Βρυώνη. Είναι η έβδομη και τελευταία επίθεση. Οι Τουρκαλβανοί ορμάνε με πάθος. Ζώνουν το χάνι απ' όλες τις μεριές. Πρώτοι απ' όλους οι μπέηδες και οι μπουλουξήδες. Ανάμεσα στους άλλους σκοτώθηκε κι ένας μπέης, ανιψιός του Ομέρ Βρυώνη. Κι αυτό το γιουρούσι πήγε χαμένο.
Ο ήλιος βασιλεύει πίσω απ' τα αντικρινά βουνά. Σε λίγο έρχεται το σούρουπο κι αποτέλεσμα κανένα.
Πλησιάζει τότε τον πασά ο Χρήστος Παλάσκας που τον ακολουθούσε από τα Γιάννενα και του λέει:
- Πασά μου, μην χάνεις άλλους ανθρώπους, αλλά στείλε να φέρεις κανόνια από το Ζητούνι κι αύριο τους κάνεις σκόνη τους κλεισμένους.

Ο Βρυώνης υιοθετεί αυτή τη συμβουλή και στέλνει "τάταρτη" -ταχυδρόμο- στο Ζητούνι για να του στείλουν κανόνια.

Σε λίγο ακούγεται μια φωνή απ' τον Άι Θανάση:

- Ορέ Αντρούτσο, καλά σ' έχουμε κλεισμένο. Πού θα μας πάς; Αλίμονό σου, ταχιά μας έρχονται δυο κανόνια απ' το Ζητούνι και θα σε κάνουμε στάχτη.
Και μήπως και δεν τον άκουσαν, επανέλαβε τα λόγια του δυο και τρεις φορές. Ο Οδυσσέας γνώρισε τη φωνή του Παλάσκα γιατί ήταν γνώριμός του απ' τα Γιάννενα και κατάλαβε πως του 'στελνε μήνυμα για τις προθέσεις του πασά.
Ο Ανδρούτσος, βέβαια, ξύπνιος καθώς ήταν, δεν είχε σκοπό να περιμένει άλλο στο χάνι, γιατί και τα μπαρουτόβολα τελείωναν και η παραμονή τους θα ήταν σκέτη αυτοκτονία. Χάρηκε όμως για την προειδοποίηση του Παλάσκα.

Έτσι, σαν άλλαξαν τα καρούλια και καθίσανε να φάνε λίγο ψωμοτύρι και να ξαποστάσουν λίγο από το συνεχή αγώνα, ο Ανδρούτσος τους λέει:
"Παιδιά, δεν πρέπει να μείνουμε άλλο εδώ μέσα. Οι Τούρκοι ταχιά θα φέρουν κανόνια, όπως ακούσατε, και θ' αρχίσουν να χτυπάνε από μακριά το χάνι και δε θα γλιτώσει κανείς. Πρέπει να βγούμε από δω μέσα με το σπαθί στο χέρι μέσα απ' τους Τούρκους, γιατί χαμένοι και χαμένοι είμαστε. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει".
Κανένας δεν έφερε αντίρρηση στα λόγια του.
Παρέκει ανοίγουν δυο λάκκους και θάβουν τους δυο Θανάσηδες Σεφέρη και Καπλάνη.

Τώρα τους λέει να πλαγιάσουν λίγο να ξεκουραστούν μέχρι να 'ρθει η ώρα για να φύγουν.
Τριγύρω οι Τούρκοι κουρασμένοι από τον δρόμο και τα απανωτά γιουρούσια έχουν πέσει σε βαθύ ύπνο. Περιμένουν ξένοιαστοι τα κανόνια που θα φτάσουν απ' το Ζητούνι, για να τσακίσουν τους κλεισμένους στο χάνι.

Το φεγγάρι ολόγιομο σ' έναν ξάστερο ουρανό, φωτίζει το πεδίο της μάχης, τους κοιμισμένους που μοιάζουν σαν πεθαμένοι απ' την κούραση της μέρας και τους ασάλευτους νεκρούς. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, καπνίζοντας συνέχεια το τσιμπούκι του, δούλευε στο μυαλό του σχέδια πώς θα γλιτώσει ετούτους τους ανθρώπους.
Δυο ώρες περίπου πριν ξημερώσει, ξύπνησε τους συντρόφους του και τους ειδοποίησε να συναχτούν για την έξοδο.

Το χάνι είχε, όπως είπαμε, δυο αυλόπορτες. Η μια κατά τη "δημοσιά" -τον δρόμο που πήγαινε για τα Σάλωνα- και η άλλη κατά τον κάμπο. Ο Κομνάς Τράκας, που ήταν από κείνα τα μέρη -απ' την Αγόριανη- και γνώριζε τα κατατόπια, τους είπε να φύγουν από την πόρτα του κάμπου. Από κει θα περνάγανε μέσα απ' τα αθέριστα χωράφια που τα στάχυα τους ήταν ψηλά και θα τους προστατεύανε από το φως του φεγγαριού. Όλοι συμφώνησαν με τη γνώμη του. Άρχισαν τότε σιγά σιγά χωρίς θόρυβο να βγάζουν τις πέτρες που ήταν πίσω απ' την αυλόπορτα και να τις τοποθετούν σε μια γωνιά. Σε λίγο η πόρτα ελευθερώθηκε. Έπρεπε όμως να σιγουρευτούν ότι οι Τούρκοι κοιμούνταν και δεν ξαγρυπνούσαν.

Ο Οδυσσέας πήρε μια κάπα, της έβαλε μέσα μερικές πέτρες για να βαρύνει και την πέταξε πάνω απ' τον μαντρότοιχο για να φανεί πως κάποιος πηδούσε για να φύγει. Η κάπα έπεσε και δεν ακούστηκε τίποτε, ούτε ντουφεκιά ούτε φωνή. Για να σιγουρευτεί, έριξε δεύτερη και τρίτη κάπα. Τίποτα, η ίδια ησυχία. Οι Τούρκοι είχαν πέσει σε βαθύ ύπνο. Στην εμπροσθοφυλακή θα πήγαινε ο Παπαντρέας με τον Μαμούρη με σαράντα άντρες. Το κέντρο θα κρατούσε ο Γκούρας με άλλους τόσους και την οπισθοφυλακή θα κρατούσε ο ίδιος ο αρχηγός με τους υπόλοιπους.
Ο Ανδρούτσος περίμενε ακόμα κάτι. Μερικά σύννεφα είχαν φανεί πάνω απ' την Γκιώνα, καρτερούσε να κρυφτεί λίγο το φεγγάρι στα σύννεφα για να μην τους προδώσει αμέσως. Πράγματι σε λίγο τα σύννεφα τύλιξαν το φεγγάρι.
- Να η Παναγιά με την Τσέργα της -μάλλινο σκέπασμα, βελέντζα- ακούστηκε κάποιος να λέει.

Η στιγμή ήταν κατάλληλη. Ο αρχηγός δίνει το σύνθημα της εξόδου. Οι κλεισμένοι βγαίνουν απ' την αυλόπορτα με τα γιαταγάνια στα χέρια πατώντας πάνω απ' τα κουφάρια των Τούρκων και απομακρύνονται απ' το χάνι.
Μπροστά για οδηγός μπαίνει ο γιγαντόσωμος Αντρέας Καραπλής ή Πλάτανος. Σε μικρή απόσταση πέφτουν πάνω στους Τουρκαλβανούς. Οι Τούρκοι ξαφνιάζονται. Ώσπου να συνέλθουν από τον βαθύ ύπνο, οι επαναστάτες, σφάζοντας όσους βρέθηκαν μπροστά τους, χάνονται σα φαντάσματα μέσα στα ψηλά στάχυα.

Είναι τόσο μεγάλη η αναταραχή στο εχθρικό στρατόπεδο, που ντουφεκάνε στα τυφλά χωρίς να ξέρουν ποιοι είναι δικοί τους και ποιοι Έλληνες.
Ο Οδυσσέας, τρέχει φωνάζοντας αρβανίτικα σα να κυνηγάει αυτούς που φεύγουν "από δω ορέεε!" προς την άλλη κατεύθυνση αριστερά, προς τη βρύση του Σου Ντζίκα. Έτσι οι Τουρκαλβανοί παρασύρονται προς τα εκεί, ενώ οι Έλληνες φεύγουν δεξιά κατά το Χλωμό. Ανεβαίνοντας στο βουνό, σε λίγο συναντάνε τον Παπακώστα Τζαμάλα και τον Απόστολο Γουβέλη με μερικούς άλλους που είχαν τρέξει να τους συνδράμουν σ' ένα οχυρό πέρασμα. Μετριούνται και βλέπουν ότι εκτός από τους δυο σκοτωμένους Θανάσηδες έχουν και δυο τραυματίες, τον Κώστα Καπογιώργη και τον Κομνά Τράκα.

Το γλυκοχάραμα φτάσανε στον Άι-Λια κι αντάμωσαν τα σώματα του Δυοβουνιώτη και του Πανουργιά. Οι γεροαρματολοί έτριβαν τα μάτια τους. Δεν περίμεναν να τους ξαναδούν.
Βούιξε ο τόπος από το κατόρθωμα αυτό. Αναπτερώθηκε το ηθικό των καταπτοημένων στη Ρούμελη, ύστερα απ' την Αλαμάνα. Ο Ανδρούτσος έγινε η κυρίαρχη μορφή του Αγώνα στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα.
Ο Ομέρ Βρυώνης μπήκε το πρωί ο ίδιος στο χάνι και κατσάδιασε τους στρατιώτες του που δεν μπόρεσαν να πιάσουν λίγους "ζορμάδες" - κλέφτες. Στη συνέχεια διέταξε να θάψουν τους σκοτωμένους. Παρέμεινε δε οχτώ μέρες στη Γραβιά χωρίς να τολμήσει να προχωρήσει για τα Σάλωνα και στράφηκε προς τη Βοιωτία.


Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ


Τον Μάρτιο του 1821 η Κωνσταντινούπολη άρχισε να κατακλύζεται από ειδήσεις για την προέλαση του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία. Ο Εμανουήλ Παπάς δεν δίστασε να αναλάβει πρωτοβουλία. Κάτω από τα βλέμματα των ανυποψίαστων Τούρκων φόρτωσε το πλοίο του Λήμνιου φιλικού Χατζηβισβίζη με όπλα και πολεμοφόδια.

Στις 23 Μαρτίου απέπλευσε με τη συνοδεία του υπασπιστή του, Χατζηπέτρου, τού γραμματέα του, Δημητρίου Οικονόμου, και του μεγαλύτερου γιου του, Ιωάννη, για το Άγιο Όρος. Το Άγιο Όρος, με τα 20 μοναστήρια και τους 10.000 περίπου μοναχούς την εποχή εκείνη, αποτελούσε τον πνευματικό φάρο του υπόδουλου Ελληνισμού. Οι Αγιορείτες με τα κηρύγματα τους κρατούσαν υψηλό το φρόνημα των χριστιανών. Επίσης εκεί φυλάσσονταν βιβλία και άλλα κειμήλια πολύτιμα για την εθνική ιστορική μνήμη. Η ακτινοβολία του Όρους απλωνόταν στα Βαλκάνια και στη Ρωσία. Η ενίσχυση του από τους ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας και τους τσάρους ήταν γενναία. Παρόλα αυτά οι κατασχέσεις και οι δυσβάστακτοι φόροι των Τούρκων έφερναν συχνά τα μοναστήρια σε οικονομικό αδιέξοδο.

Ο Εμμανουήλ Παπάς αποβιβάστηκε στην Ιερά Μονή Εσφιγμένου. Τον υποδέχθηκε θερμά ο ηγούμενος της, Ιωακείμ, ο οποίος ήταν μυημένος στη Φιλική Εταιρεία. Καθώς το κύμα του ενθουσιασμού επεκτάθηκε σε ολόκληρη την ιερή κοινότητα, ο Παπάς συναντήθηκε και με τους ηγουμένους των υπόλοιπων μονών. Παράλληλα εγκαινίασε δι' αλληλογραφίας επικοινωνία με φιλικούς και οπλαρχηγούς της Χαλκιδικής και των Σερρών.

Στο Άγιο Όρος η παραγωγή φυσιγγίων και άλλες πυρετώδεις προετοιμασίες εκτελούντο υπό καθεστώς απόλυτης μυστικότητας. Ο Παπάς προχωρούσε με προσεκτικά βήματα και ανάλωσε ολόκληρο τον Απρίλιο για την προπαρασκευή του αγώνα. Είχε επίγνωση της δυσκολίας λόγω της γεωγραφικής θέσης της Μακεδονίας, κοντά στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και περιβαλλόμενης από εχθρικά στρατεύματα γειτονικών περιοχών. Ο κίνδυνος εγκλωβισμού των επαναστατών ήταν ορατός.

Ο Παπάς επέλεξε να αναμείνει την κάθοδο του Υψηλάντη από τη Μολδοβλαχία(2) και την επέκταση της επανάστασης βόρεια της Στερεάς Ελλάδας. Οι εξελίξεις, όμως, τον έφεραν προ τετελεσμένων. Ο Γιουσούφ μπέης(3), διοικητής της Θεσσαλονίκης, θορυβημένος από τις ειδήσεις σχετικά με τις επαναστάσεις των Ελλήνων στη Μολδοβλαχία και στη νότια Ελλάδα, αποφάσισε τη διενέργεια προληπτικών πληγμάτων. Έστειλε διαταγή σε πολλούς προκρίτους της Μακεδονίας να παρουσιαστούν μπροστά του, με απώτερο σκοπό να τους κρατήσει ομήρους. Εκείνοι όμως, υποψιασμένοι, φρόντισαν να αποστείλουν άλλα πρόσωπα στη θέση τους. Ο Γιουσούφ μπέης αντιλήφθηκε την πλάνη, πράγμα το οποίο ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τις υποψίες του. Φυλάκισε τους αντιπροσώπους των προκρίτων και απέστειλε στρατιωτική δύναμη στην Ιερισσό, για να επιθεωρεί το Άγιο Όρος. Επίσης διέταξε τους στρατιωτικούς διοικητές της Παζαρούδας (σημ. Απολλωνία), Τσιρίμπαση αγά, και των Χασικοχωρίων(4), Χασάν αγά, να κινηθούν κατά της κωμόπολης του Πολυγύρου, που κατείχε κεντρική θέση στη Χαλκιδική. Εκεί όφειλαν να αφοπλίσουν τους κατοίκους και να συλλάβουν τους προεστούς της.
Στις 16 Μαΐου, μια ημέρα πριν από την ορισθείσα ημερομηνία της επίθεσης, η τοπική φρουρά του Πολυγύρου, εκτοξεύοντας απειλές για γενική σφαγή, άρχισε βιαιοπραγίες σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού. Οι κάτοικοι αντέδρασαν και νωρίς το πρωί της επόμενης ημέρας επιτέθηκαν και εξόντωσαν τη φρουρά. Στη συνέχεια στράφηκαν εναντίον των προελαυνόντων τουρκικών δυνάμεων της Παζαρούδας και των Χασικοχωρίων, που αριθμούσαν 1.000 άνδρες, και τις απώθησαν.

Η εξέγερση του Πολυγύρου είχε σοβαρό αντίκτυπο. Την ίδια ημέρα συγκλήθηκε έκτακτη σύνοδος με τη συμμετοχή λαϊκών και μοναχών στην πρωτεύουσα του Αγίου Όρους, τις Καρυές, η οποία αποφάσισε την άμεση κήρυξη της επανάστασης και τη σύλληψη του ζαμπίτη (διοικητή του Ορους), Χασεκή Χαλήλ μπέη. Επίσης συγκροτήθηκε εφορεία με αντιπροσώπους από όλες τις μονές για τη διοικητική μέριμνα του αγώνα. Ακολούθησε εκκλησιαστική τελετή χοροστατούντος του μητροπολίτη Μαρώνειας Κωνσταντίου, κατά την οποία, μέσα σε κλίμα φορτισμένο από συγκίνηση και ενθουσιασμό, ο Εμμανουήλ Παπάς αναγορεύθηκε αρχηγός και προστάτης της Μακεδονίας. Στη Θεσσαλονίκη τα νέα από τον Πολύγυρο προκάλεσαν την οργή του Γιουσούφ μπέη και ένα κύμα τρομοκρατίας. Οι όμηροι ανασκολοπίσθηκαν, ενώ σημαίνοντα πρόσωπα, όπως ο μητροπολίτης Κίτρους Ιωσήφ και οι πρόκριτοι Χριστόδουλος Μπαλάνος και Αναστάσιος Κυδωνιάτης, αποκεφαλίσθηκαν. Επιπλέον, 2.000 Έλληνες της Θεσσαλονίκης τέθηκαν υπό κράτηση στην αυλή του μητροπολιτικού ναού και η πόλη παραδόθηκε στη λεηλασία.



ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Ο Νικόλαος Κασομούλης και ο Κωνσταντίνος Νικολάου, αφού πέρασαν από τα Ψαρά και την Ύδρα, έφθασαν στην Πελοπόννησο. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1821 συνάντησαν τον Δημήτριο Υψηλάντη στο Άργος. Ο τελευταίος, σε συνεργασία με τον Κασομούλη, συνέλαβε ένα φιλόδοξο σχέδιο γενικευμένου ξεσηκωμού της Μακεδονίας.
Σύμφωνα με αυτό, θα αποστελλόταν δύναμη τακτικού στρατού στη Μακεδονία υπό τις διαταγές ενός υπασπιστή του Υψηλάντη, του Γρηγορίου Σάλα. Παράλληλα οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου και της δυτικής Μακεδονίας θα καταλάμβαναν καίριες θέσεις, π.χ. τη γέφυρα επί του Αξιού και τα Τέμπη. Ιδιαίτερα σημαντικός προβλεπόταν να είναι ο ρόλος της Νάουσας, η οποία διέθετε, σύμφωνα με τον Κασομούλη, «άφθονα ντουφέκια και σπαθιά».Επειδή τα εφόδια δεν επαρκούσαν στην Πελοπόννησο, ο Κασομούλης και ο Σάλας αναζήτησαν βοήθεια στις Κυκλάδες. Η περιοδεία τους, όμως, είχε πενιχρά αποτελέσματα. Εκτός αυτού ο Σάλας αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων και ασχολήθηκε περισσότερο με την προσωπική του διασκέδαση. Ο Κασομούλης, αφού κατόρθωσε να συγκεντρώσει με κόπο ελάχιστα πολεμοφόδια στα Ψαρά, επέστρεψε στον Όλυμπο. Μπροστά στον επαναστατικό αναβρασμό που επικρατούσε, ο Αβδούλ Αμπούδ συνέλαβε πολλούς ομήρους στη δυτική Μακεδονία. Παρόλα αυτά οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης στις 8 Μαρτίου 1822. Οι Τούρκοι, χάρη στην υπεροπλία τους, κατέστειλαν την εξέγερση σύντομα. Σχεδόν ταυτόχρονα εξεγέρθηκε και η Νάουσα. Η αντίδραση των Τούρκων ήταν σκληρή, αλλά η πόλη αντέταξε ηρωική άμυνα.

Τελικά, στα μέσα Απριλίου 1822 ο Αβδούλ Αμπούδ, με ένα στράτευμα 20.000 ανδρών, κατέβαλε τους επαναστάτες και έσφαξε τον πληθυσμό. Με αυτό τον τραγικό τρόπο έσβησε και η τελευταία επαναστατική εστία στη Μακεδονία.


ΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ ΠΡΟΕΛΑΥΝΟΥΝ

Ο Παπάς εγκαινίασε την εκστρατεία με ένα σώμα που περιελάμβανε 2.000 ένοπλους μοναχούς. Πρώτος στόχος του θα ήταν η Ιερισσός. Την 1η Ιουνίου οι κάτοικοι αυτής ενώθηκαν με τους επαναστάτες και εκδίωξαν τους Τούρκους. Σε επιστολή του ο μητροπολίτης Ιερισσού, Ιγνάτιος, απέστειλε θερμές ευχαριστίες στον «ευγενέστατο και ορθοδοξότατο κύριο Εμμανουήλ Πάπα» και του ευχόταν να προελάσει νικηφόρος μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Ταυτόχρονα εξεγέρθηκαν η Κασσάνδρα, η Σιθωνία και τα Χασικοχώρια. Ηγετική μορφή στις περιοχές εκείνες αναδείχθηκε ο καπετάν Χάψας.

Οι επαναστάτες κινήθηκαν πάνω σε δύο άξονες. Στα ανατολικά ο Εμμανουήλ Παπάς, μετά την Ιερισσό, προχώρησε προς τα Μαδεμοχώρια. Εκείνα ήταν μία αυτόνομη ομοσπονδία δώδεκα κοινοτήτων γύρω από μεταλλεία αργύρου, η οποία απολάμβανε ιδιαίτερα προνόμια από την Υψηλή Πύλη. Οι κάτοικοι τους, όμως, στο όνομα της ελευθερίας δεν δίστασαν να προσχωρήσουν στον Παπά. Εκείνος ενισχυμένος προχώρησε βόρεια και συγκεκριμένα με κατεύθυνση τα στενά της Ρεντίνας, τα οποία κατείχαν στρατηγική θέση πάνω στην οδό Καβάλας-Θεσσαλονίκης. Εκεί ο Παπάς θα μπορούσε να αποτρέψει πιθανή απόπειρα τουρκικής ενίσχυσης από την πλευρά της Κωνσταντινούπολης. Όσον αφορά τον δυτικό άξονα επίθεσης, ο καπετάν Χάψας, με ιδιαίτερη ορμητικότητα, κατέφθασε στην επαναστατημένη κωμόπολη των Βασιλικών και έπειτα κατεδίωξε τουρκική δύναμη υπό τον Αγκούς αγά μέχρι το χωριό Σέδες, μόλις τρεις ώρες από τη Θεσσαλονίκη. Ο Γιουσούφ μπέης ένιωθε τον κλοιό να σφίγγει απειλητικά γύρω από την πόλη. Τρομοκρατημένος απηύθυνε εκκλήσεις για βοήθεια σε διοικητές γειτονικών περιοχών.

Ωστόσο η επανάσταση έπασχε από σοβαρά προβλήματα εφοδιασμού, τα οποία απειλούσαν τη συνέχιση της πορείας της. Ο Παπάς, αξιοποιώντας την προσωπική του περιουσία, κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να καλύψει τις μεγάλες ελλείψεις σε όπλα και πολεμοφόδια. Παράλληλα με επιστολή του προς τον Δημήτριο Υψηλάντη(5) ζήτησε εφόδια και πλοία. Επίσης στράφηκε προς τους οπλαρχηγούς της περιοχής του Ολύμπου, που είχε μακρά παράδοση αρματολισμού. Οι τελευταίοι ήταν εμπειροπόλεμοι και θα ενίσχυαν σημαντικά την επανάσταση στη Χαλκιδική. Όμως η ανταπόκριση τους ήταν ισχνή. Δίσταζαν να απομακρυνθούν από τις βάσεις τους. Εξαίρεση αποτέλεσε ο Διαμαντής Νικολάου, ο οποίος υποσχέθηκε αποστολή σώματος. Στο αντίπαλο στρατόπεδο οι εκκλήσεις του Γιουσούφ μπέη συνάντησαν προσφορότερο έδαφος. Ο Μπαϊράμ πασάς, που είχε συγκεντρώσει ισχυρή δύναμη από την ανατολική Θράκη και την Καλλίπολη για την καταστολή της επανάστασης στη νότια Ελλάδα, έσπευσε προς βοήθεια του. Οι συνθήκες γίνονταν πλέον κρίσιμες για τους επαναστάτες.


ΑΝΑΔΙΠΛΩΣΗ


Στα μέσα Ιουνίου του 1821 ο Μπαϊράμ πασάς κτύπησε το σώμα του Εμμανουήλ Παπά στα στενά της Ρεντίνας και το απώθησε εύκολα. Ο Παπάς μέσω των βουνών κατέφυγε στον Πολύγυρο, ενώ το τουρκικό ιππικό (3.000 άνδρες) με απηνή καταδίωξη εξολόθρευσε την οπισθοφυλακή του. Στη συνέχεια ο Μπαϊράμ πασάς μετέβη στη Θεσσαλονίκη, όπου κήρυξε γενική επιστράτευση. Συγκεντρώθηκε μια εντυπωσιακή δύναμη 30.000 πεζών και 5.000 ιππέων. Με τους Τούρκους συνέπραξαν και ορισμένοι Εβραίοι από την πολυάριθμη κοινότητα τους στη Θεσσαλονίκη.

Επόμενος στόχος των Τούρκων θα ήταν τα Βασιλικά. Οι επαναστάτες επιχείρησαν να εκκενώσουν την κωμόπολη από τα γυναικόπαιδα. Ωστόσο ο Αχμέτ μπέης των Γενιτσών πρόλαβε την κίνηση τους. Εισβάλλοντας στα Βασιλικά τα πυρπόλησε (μόνο τρία σπίτια σώθηκαν) και έσφαξε τον πληθυσμό.

Ο καπετάν Χάψας με 200 μόλις άνδρες επεδίωξε να οργανώσει γραμμή άμυνας μπροστά στον προελαύνοντα Μπαϊράμ πασά στους πρόποδες του όρους Βουζιάρη, έξω από τα Βασιλικά. Ύστερα από σκληρότατη σύγκρουση οι επαναστάτες κάμφθηκαν. Εξήντα δύο από αυτούς, μεταξύ των οποίων ήταν και ο καπετάν Χάψας, έπεσαν ηρωικά στο πεδίο της μάχης. Σε εκατοντάδες ανήλθαν οι απώλειες των Τούρκων. Με την κατάρρευση του μετώπου η κεντρική Χαλκιδική παραδόθηκε στο εκδικητικό τους μένος. Σε αναφορά του ο Μπαϊράμ πασάς επαιρόταν ότι κατέστρεψε 42 χωριά των «απίστων», μεταξύ αυτών τη Γαλάτιστα και τον Πολύγυρο. Μεγάλος αριθμός γυναικόπαιδων κατέληξε στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Οι διασωθείσες επαναστατικές δυνάμεις κατέφυγαν στις χερσονήσους της Κασσάνδρας, της Σιθωνίας και του Αγίου Όρους, φυσικές οχυρές θέσεις. Τους ακολούθησαν 5.000 περίπου απελπισμένοι πρόσφυγες. Ειδικότερα την Κασσάνδρα, που εξελίχθηκε σε επαναστατικό κέντρο, υπερασπίζονταν 2.700 ένοπλοι. Σε αυτούς προστέθηκαν 400 άνδρες υπό τους Κωνσταντίνο Μπίνο και Μήτρο Λιάκο, που απέστειλε ο Διαμαντής Νικολάου. Λίγο αργότερα κατέφθασε και ο ίδιος ο Νικολάου με 200 ακόμα άνδρες. Τις ακτές επιτηρούσαν δύο ψαριανά πλοία, ένα τοπικό και ένα προερχόμενο από τη Λήμνο. Οι Ψαριανοί κατόρθωσαν να εντοπίσουν δύο τουρκικά πλοία που θα διενεργούσαν αποβατική ενέργεια στην Κασσάνδρα και τα καταδίωξαν. Το ένα από αυτά εξόκειλε στο ακρωτήριο της Συκιάς, στη Σιθωνία. Οι Ψαριανοί το πυρπόλησαν, αφού πρώτα αφαίρεσαν τα πυροβόλα του. Το δεύτερο πλοίο εξόκειλε στις ακτές του Αγίου Όρους. Οι Τούρκοι ναύτες επιχείρησαν να το υπερασπισθούν, αλλά μάταια. Τελικά πυρπολήθηκε και αυτό. Ο Παπάς οχύρωσε τη διώρυγα της Ποτίδαιας, που χώριζε την Κασσάνδρα από την υπόλοιπη Χαλκιδική, και τοποθέτησε πυροβόλα τα οποία προμηθεύτηκε από τους Ψαριανούς. Στην απέναντι ακτή ο Γιουσούφ μπέης είχε συγκεντρώσει 8.000 άνδρες. Στις αρχές Ιουλίου οι Τούρκοι εκτόξευσαν ισχυρή επίθεση και διέβησαν τη διώρυγα. Καθώς, όμως, κατευθύνονταν προς το χωριό Πινάκα, ο Διαμαντής Νικολάου, με ευφυή ελιγμό, απέκλεισε τη διώρυγα στα μετόπισθεν τους. Ταυτόχρονα ασκήθηκε ισχυρή πίεση στην εμπροσθοφυλακή τους. Τότε τους κατέλαβε πανικός και οδηγήθηκαν σε άτακτη φυγή. Πίσω τους άφησαν 500 νεκρούς, επτά σημαίες και άφθονα κιβώτια με πυρομαχικά. Επίσης κατέφθασαν 11 ψαριανά πλοία τα οποία έπληξαν με τα πυροβόλα τους το εχθρικό στρατόπεδο και άφησαν πολεμοφόδια. Παρά τις θεαματικές αυτές επιτυχίες, ο Παπάς δεν έτρεφε αυταπάτες. Οι δυνάμεις του, αποκομμένες από τις υπόλοιπες επαναστατικές εστίες, απαιτούσαν συνεχή ροή μεγάλου όγκου εφοδίων.


Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΓΩΝΑΣ


Η κατάσταση στην Κασσάνδρα με την πάροδο του χρόνου εκτραχυνόταν. Πείνα και επιδημίες ταλαιπωρούσαν τους μαχητές και τους πρόσφυγες. Ο Παπάς άρχισε νέο κύκλο επαφών προς αναζήτηση βοήθειας. Ο Διαμαντής Νικολάου επέστρεψε στον Όλυμπο για συνεννοήσεις με τους τοπικούς οπλαρχηγούς. Οι τελευταίοι έστειλαν στην Κασσάνδρα ως πληρεξούσιους τον Κωνσταντίνο Νικολάου, αδελφό του Διαμαντή, και τον Νικόλαο Κασομούλη(6), οι οποίοι ζήτησαν από τον Εμμανουήλ Παπά συστατικές επιστολές για να μεταβούν στην Πελοπόννησο. Ο Παπάς τους τις έδωσε, μαζί με προσωπικές του επιστολές απευθυνόμενες στον Δημήτριο Υψηλάντη και στους προύχοντες της Ύδρας και των Σπετσών. Ο Κασομούλης πριν αναχωρήσει, επιθεωρώντας τις οχυρώσεις, αντιλήφθηκε το χαμηλό ηθικό των υπερασπιστών της Κασσάνδρας. Έγραψε χαρακτηριστικά στα απομνημονεύματα του για την «αγανάκτησιν αυτών από τας ελλείψεις».Τον Σεπτέμβριο του 1821 ο Παπάς υπέστη βαρύ πλήγμα: το σώμα του Μήτρου Λιάκου τον εγκατέλειψε. Παρόλα αυτά αποφάσισε την αποστολή 600 ανδρών στα νώτα του τουρκικού στρατοπέδου, με τολμηρή αποβατική επιχείρηση. Ήλπιζε έτσι να ανακουφίσει προσωρινά την πολύπαθη Κασσάνδρα. Δυστυχώς η επιχείρηση προδόθηκε και κατέληξε στον όλεθρο του αποβατικού σώματος. Οι Τούρκοι αποκεφάλισαν τους αιχμαλώτους μαχητές και έστειλαν τα κεφάλια τους σαν τρόπαια στη Θεσσαλονίκη. Έπειτα από αυτή την αποτυχία αναχώρησαν και οι υπόλοιποι μαχητές του Ολύμπου, καθώς και τα ψαριανά πλοία, επειδή στα πληρώματα τους δεν παρέχονταν τρόφιμα και μισθοί. Στον Παπά απέμειναν μόλις 430 άνδρες. Τότε συνέλαβε το σχέδιο να μεταβεί στην περιοχή του Ολύμπου, για να την υποκινήσει σε επανάσταση. Επρόκειτο για μια απέλπιδα απόπειρα αντιπερισπασμού. Τελικά, γνωρίζοντας ότι εκεί επικρατούσε έλλειψη εφοδίων, αποφάσισε να παραμείνει στην Κασσάνδρα. Στο μεταξύ έλαβε την απαντητική επιστολή του Δημητρίου Υψηλάντη. Ο τελευταίος τον διόριζε επίσημα πληρεξούσιο αρχηγό και διοικητή του Αγίου Όρους, της Κασσάνδρας και της Θεσσαλονίκης. Του εξηγούσε, όμως, ότι δεν υπήρχαν πολλά διαθέσιμα εφόδια στην Πελοπόννησο, καθώς μαινόταν η πολιορκία της Τριπολιτσάς. Θα του παρείχε βοήθεια στο μέλλον και του συνιστούσε υπομονή. Ήταν προφανές ότι η Κασσάνδρα βρισκόταν στο έλεος των Τούρκων. Ανάλογη ήταν η κατάσταση που επικρατούσε στο Αγιο Όρος. Επιστολές στον Δημήτριο Υψηλάντη και στην Ύδρα απέστειλαν και οι ηγούμενοι, για να λάβουν την απάντηση ότι οι ίδιοι όφειλαν να στηρίξουν οικονομικά τον αγώνα με τα κειμήλια και τα αφιερώματα των μοναστηριών τους. Ο Υψηλάντης τους έγραψε χαρακτηριστικά ότι «το Έθνος εκινήθη κατά του τυράννου όχι με βασιλικούς θησαυρούς, αλλά με συνεισφοράς ιδιαιτέρας». Μεταξύ των μοναχών επικράτησε διαφωνία για το μέλλον της επανάστασης. Τελικά διόρισαν «αρχηγό και υπερασπιστή του Ελληνικού στρατεύματος» τον οπλαρχηγό Ρήγα Μάνθο, τον οποίο ο Παπάς είχε αποστείλει νωρίτερα ως αντιπρόσωπο του, και άρχισαν την κατασκευή τάφρου. Ο Παπάς ήταν αντίθετος με τον διορισμό, καθώς εκείνος φαινόταν να του στερεί τη γενική αρχηγία. Λίγο αργότερα, σε σύσκεψη στο Αγιο Όρος, ο Μάνθος μίλησε υβριστικά στον Παπά. Ο τελευταίος, εξοργισμένος, διέταξε την εκτέλεση του. Ως νέο αντιπρόσωπο του όρισε τον μοναχό Νικηφόρο Ιβηρίτη. Ενώ συνέβαιναν αυτά τα θλιβερά γεγονότα στους κόλπους των επαναστατών, ο σουλτάνος διόρισε νέο διοικητή της Θεσσαλονίκης τον Μεχμέτ Αβδούλ Αμπούδ, με τη ρητή εντολή να συντρίψει τους επαναστάτες. Ο Μαχμούτ Β' επειγόταν να ξεκαθαριστεί η κατάσταση στη Μακεδονία ώστε να μπορούν να διέρχονται απερίσπαστα τα στρατεύματα του με κατεύθυνση τις κύριες επαναστατικές εστίες της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου. Ο Αβδούλ Αμπούδ (= ο ροπαλοφόρος) αποτελούσε άριστη επιλογή, αφού συνδύαζε πολεμικές και διπλωματικές ικανότητες. Επικεφαλής 14.000 ανδρών κινήθηκε εναντίον της Κασσάνδρας. Παράλληλα φρόντισε να αποστείλει ισχυρό απόσπασμα 3.500 ανδρών στο Άγιο Όρος. Μπροστά στη διώρυγα της Ποτίδαιας αφιέρωσε λίγες ημέρες στην κατόπτευση των οχυρών θέσεων των επαναστατών. Έπειτα διενήργησε έφοδο, την οποία οι Έλληνες απέκρουσαν με θάρρος. Τότε πρότεινε την παράδοση τους με αντάλλαγμα γενική αμνηστία. Η πρόταση απορρίφθηκε. Έτσι οι Τούρκοι επιτέθηκαν πάλι, νωρίς το πρωί της 30ής Οκτωβρίου 1821. Αρχικά η επίθεση περιορίστηκε στο ένα άκρο της διώρυγας. Ωστόσο επρόκειτο για παραπλανητική ενέργεια. Σύντομα εκδηλώθηκε έφοδος και στο άλλο άκρο, η οποία συνάντησε ελάχιστη αντίσταση. Μεταξύ διασταυρούμενων πυρών τα τρία τέταρτα των Ελλήνων μαχητών έχασαν ηρωικά τη ζωή τους. Διακόσιες ελληνικές οικογένειες έσπευσαν τότε να διαφύγουν με καράβια στη Σκιάθο, στη Σκόπελο και στη Σκύρο. Αρχικά ο Αβδούλ Αμπούδ διέταξε τα στρατεύματα του να μη βλάψουν τους εναπομείναντες Έλληνες. Η διαλλακτική αυτή στάση συνέβαλε στην άμεση παράδοση της Σιθωνίας και στη συνέχεια του Αγίου Όρους. Αργότερα, όμως, ο Αβδούλ Αμπούδ απεκάλυψε το αληθινό του πρόσωπο, όταν παρέδωσε την Κασσάνδρα σε ένα όργιο αίματος και λεηλασιών. Ο Εμμανουήλ Παπάς μόλις και μετά βίας διέφυγε στο Άγιο Όρος. Εκεί επιχείρησε να οργανώσει εκ νέου αντίσταση. Πολλοί μοναχοί ανταποκρίθηκαν και ξεκίνησαν οχυρωματικά έργα στις μονές. Ταυτόχρονα οι πρόσφυγες φυγαδεύθηκαν με ψαριανά πλοία. Οι ηγούμενοι, όμως, είχαν ήδη έλθει σε επαφή με τον Αβδούλ Αμπούδ και επιθυμούσαν να διαπραγματευθούν. Σε ένδειξη καλής θέλησης προς τους Τούρκους, απελευθέρωσαν τον αιχμάλωτο ζαμπίτη και σχεδίαζαν μυστικά να συλλάβουν τον ευρισκόμενο στην Ιερά Μονή Εσφιγμένου Εμμανουήλ Παπά. Εκείνος, απογοητευμένος, επιβιβάστηκε μαζί με τους συνεργάτες του, λαϊκούς και μοναχούς σε πλοίο και αναχώρησε για την Πελοπόννησο. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού η κακή ψυχολογική του κατάσταση συνετέλεσε στο να υποστεί καρδιακή προσβολή και να πεθάνει. Η σορός του ενταφιάσθηκε με τιμές στην Υδρα.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ



Η επανάσταση της Χαλκιδικής έληξε οριστικά με την παράδοση του Αγίου Όρους, τον Ιανουάριο του 1822. Οι όροι που επιβλήθηκαν στους μοναχούς ήταν βαρύτατοι. Μεταξύ αυτών ήταν η αποστολή ομήρων στην Κωνσταντινούπολη, η εγκατάσταση τουρκικής φρουράς και η καταβολή διπλάσιων των καθυστερημένων φόρων. Το τέλος της επανάστασης έβρισκε τη Χαλκιδική ερειπωμένη. Συνολικά 78 χωριά και 59 αγιορείτικα μετόχια καταστράφηκαν. Ο ηρωικός αγώνας όμως δεν πήγε χαμένος. Οι επαναστάτες επί έξι περίπου μήνες απασχόλησαν μεγάλο αριθμό τουρκικών δυνάμεων. Έτσι δόθηκε ο απαραίτητος χρόνος για να εδραιωθεί η Επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο. Εξίσου σημαντικός ήταν ο ηθικός αντίκτυπος. Η επανάσταση της Χαλκιδικής ενέπνευσε ολόκληρες γενιές Μακεδόνων στους μετέπειτα αγώνες για ελευθερία. Ειδικότερα, ο Εμμανουήλ Παπάς άφησε λαμπρή παρακαταθήκη. Αποτελεί διαχρονικό πρότυπο αγνού μαχητή. Διέθεσε το σύνολο της περιουσίας του (500.000 περίπου γρόσια) για τις ανάγκες της Επανάστασης. Ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι δεν δίστασε να θυσιάσει την ίδια του την οικογένεια. Με την έναρξη της εξέγερσης η σύζυγος και τρία από τα παιδιά του, που βρίσκονταν στις Σέρρες, φυλακίστηκαν υπό την απειλή της εκτέλεσης. Τελικά με παρέμβαση του μητροπολίτη Σερρών η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια. Η οικογένεια του πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος. Πέντε από τους εννέα γιους του θυσιάστηκαν στον βωμό της ελευθερίας. Συγκεκριμένα, ο Αλέξανδρος έχασε τη ζωή του στο Μεσολόγγι, μαχόμενος με το σώμα του Μάρκου Μπότσαρη, ο Αθανάσιος συνελήφθη σε μάχη στην Αταλάντη και αποκεφαλίστηκε στη Χαλκίδα, ο Δημήτριος συνελήφθη στο Νεόκαστρο και απαγχονίστηκε. Την ίδια τύχη είχε και ο Γεώργιος. Ο Ιωάννης, ο οποίος είχε συμπαρασταθεί στον πατέρα του στη Χαλκιδική, έπεσε μαχόμενος στο Μανιάκι, δίπλα στον Παπαφλέσσα.


(1) Στην κοινότητα Εμμανουήλ Παπάς λειτουργεί Μουσείο της Επανάστασης του 1821 με πλούσια συλλογή όπλων.

(2) Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης από τη Μολδοβλαχία είχε το φιλόδοξο σχέδιο να διασχίσει τα Βαλκάνια, να υποκινήσει σε επανάσταση τους Σέρβους και τους Βουλγάρους και να καταλήξει στην Ελλάδα.


(3) Συνωνυμία με τον Γιουσούφ μπέη των Σερρών.


(4) Τα Χασικοχώρια εντοπίζονταν στην κεντρική Χαλκιδική, περιφερειακά του Πολυγύρου.


(5) Ο Δημήτριος Υψηλάντης εστάλη στην Πελοπόννησο από τον αδελφό του Αλέξανδρο, ως πληρεξούσιος του.


(6) Ο Νικόλαος Κασομούλης, με καταγωγή από την Κοζάνη, είχε πλούσια στρατιωτική δράση κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Συμμετείχε, εκτός των άλλων, στην εξέγερση του Ολύμπου, στην πολιορκία του Μεσολογγίου και στην εκστρατεία του Καραϊσκάκη στον Πειραιά. Αποτύπωσε τις εμπειρίες του στο έργο «Ενθυμήματα Στρατιωτικά», ένα από τα σημαντικότερα απομνημονεύματα αγωνιστών του 1821.






Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΒΑΛΤΕΤΣΙ  24 Απριλίου και 12 Μαϊου 1821

H μάχη του Βαλτετσίου,είναι από τις πιο γνωστές και αποφασιστικές μάχες του Απελευθερωτικού Αγώνα του 21 ,εναντίον των τουρκικών δυνάμων κατά την διάρκεια της μάχης και της υπεράσπισης της Τριπολιτσάς.
Η μάχη αυτή έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην έκβαση της πολιορκίας της πόλης. Ενώ οι Έλληνες πολιορκούν τους Τούρκους στην Ακροκόρινθο και στην Τρίπολη, ο Χουρσίτ πασάς, που πολεμάει τον Αλή στα Γιάννενα, ανησυχεί για την έκβαση της εξέγερσης, όπως και για τα χαρέμια του και τους θησαυρούς του στην Τρίπολη. Γι΄ αυτό στέλνει ισχυρό στράτευμα με τον Γκιοσέ Μεχμέτ γισ να καταπνίξει το επαναστατικό κίνημα. Ο Γκιοσέ Μεχμέτ χωρίζει το στρατό του σε δυο τμήματα. Το ένα με τον ίδιο και τον Ομέρ Βριόνη πορεύεται για την Ανατολική Ελλάδα και το άλλο με τον Κεχαγιάμπεη Μουσταφά (ή Μουσταφά Μπέη) και 3.500 Αλβανούς για τη Δυτική Ελλάδα. για να συντρίψειτην επανάσταση στο Μοριά και να ενισχύσει την πολιορκημένη Τρίπολη.

Ο Κεχαγιάμπεης ξεκινάει από τα Γιάννενα, και κατά την κάθοδό του προς την Τριπολιτσά σάρωσε όποια επαναστατική εστία βρήκε στο δρόμο του. Περνάει τα επικίνδυνα περάσματα χωρίς απώλειες, φτάνει στο Αντίρριο και από εκεί ξεχύνεται στο Μοριά. Περνάει στην Πάτρα, πυρπολεί τη Βοστίτσα, παρακάμπτει τα Καλάβρυτα, φτάνει στην Κόρινθο, λύοντας την πολιορκία της Ακροκορίνθου και ενισχύοντας τη φρουρά της και περνάει γρήγορα στα Δερβενάκια. Από εκεί ξεχύνεται ορμητικά στον κόμπο του Άργους, νικάει τους Έλληνες στον Ξεριά, λύνει την πολιορκία του Άργους παραδίδοντας την περιοχή στη σφαγή και στην ερήμωση. Τελικά μπαίνει θριαμβευτικά στην πολιορκημένη Τριπολιτσά στις 6 Μαΐου του 1821, όπου οι Τούρκοι τον υποδέχονται σαν σωτήρα. Ο Κολοκοτρώνης σκόπιμα αφήνει τον Μουσταφά να περάσει δίχως μάχη γιατί προτίμησε να έχει τους Τούρκους συγκεντρωμένους μέσα στην πόλη.

Από την Τρίπολη ο Κεχαγιάμπεης, αρχίζει αμέσως να σκορπάει υποσχέσεις, ταξίματα και αμνηστία, για να ξεγελάσει τους επαναστατημένους και να καταπνίξει το κίνημα. Το μόνο που καταφέρνει όμως είναι να εξαγοράσει με χρήματα τον ταχυδρόμο που πάει τα γράμματα του Κολοκοτρώνη στην Μπουμπουλίνα και σε άλλους οπλαρχηγούς που έχουν κυκλώσει το Ανάπλι. Ο ταχυδρόμος δίνει τα γράμματα του Κολοκοτρώνη στον Κεχαγιάμπεη, που τα διαβάζει, και ύστερα τα πάει στην Μπουμπουλίνα στο Ανάπλι. Από εκεί παίρνει άλλα γράμματα της Μπουμπουλίνας για τον Κολοκοτρώνη, που κι αυτά τα δίνει στο γυρισμό στον Κεχαγιάμπεη, που τα διαβάζει κι αυτά, κι έπειτα τα παραδίνει στον Κολοκοτρώνη. Ευτυχώς στα γράμματα φέρεται εξογκωμένος ο αριθμός των αντρών και των όπλων και η προδοσία κρατάει λίγο καιρό. Ο προδότης στη συνέχεια θα πιαστεί και θα εκτελεστεί.

Ο Κολοκοτρώνης, σαν αρχηγός των αρμάτων της Γορτυνίας, οργανώνει το στρατηγικό σχέδιο για την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Χωρίζει το σώμα των Γορτυνίων σε δυο τμήματα. Το ένα με τον Πλαπούτα το στέλνει στην Πιάνα και το άλλο με τον Ανδρέα Παπαδιαμαντόπουλο το στέλνει στο Χρυσοβίτσι. Ενισχύει και το στρατόπεδο του Λεβιδιού. Με σκοπό να περισφύξει τον κλοιό γύρω από την πολιορκούμενη πόλη ίδρύει στις 16 Απριλίου του 1821 στρατόπεδο στο Βαλτέτσι ,αντιλαμβανόμενος τη στρατηγική σημασία της περιοχής, Διατάζει να οχυρωθούν τα τέσσερα στρατηγικά σημεία του στους γύρω λόφους με κλειστά και ισχυρά ταμπούρια και να εγκατασταθεί φρουρά.. Εκεί αρχίζου να συγκεντρώνονται οι περισσότερες οργανωμένες επαναστατικές δυνάμεις της Πελοποννήσου, υπό τους Θ. Κολοκοτρώνη, Κυρ. και Ηλ. Μαυρομιχάλη, Αναγνωσταρά, Κεφάλα, Μούρτζινο, Γιατράκο, Νικηταρά και άλλους οπλαρχηγούς.

Στις 24 Απριλίου ο Κεχαγιάμπεης, έχοντας σκοπό να εξουδετερώσει το στρατόπεδο και να αιφνιδιάσει τους συγκεντρωμένους Αγωνιστές, επιτίθεται στο Βαλτέτσι επικεφαλής ισχυρού σώματος 4000 ανδρών. Οι λίγοι υπερασπιστές του στρατοπέδου, αμύνθηκαν ηρωϊκά. Οι Τούρκοι όμως κατέλαβαν το χωριό, επιτυγχάνοντας τη μερική διάλυση του στρατοπέδου, και μάλιστα κυρίευσαν μερικά ζώα του εφοδιασμού όπως και προμήθειες του ελληνικού σώματος.
Ενώ η μάχη συνεχιζόταν στη βόρεια πλευρά του χωριού, όπου ο Κυρ. Μαυρομιχάλης είχε έλθει σε δύσκολη θέση, κατέφθασε ο Πλαπούτας με ισχυρό σώμα και χτύπησε τους Τούρκους από τα νώτα, με αποτέλεσμα αυτοί να υποχωρήσουν. Στη συνέχεια ο Κολοκοτρώνης κυνήγησε τα τουρκικά σώματα μέχρι τη Μάκρη.
Αμέσως το στρατόπεδο ανασυγκροτείται γρήγορα κάτω από την άμεση επίβλεψη του Θ. Κολοκοτρώνη, ο οποίος ενισχύει και οργανώνει τις σκοπιές, την επιμελητεία και τα ταμπούρια και τοποθετεί φρουρά 1000 ανδρών με επικεφαλής τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Βάζει επίσης φρουρά στην απάνω Χρέπα με τους Γιάννη και Παναγιώτη Πουρνάρα, καπεταναίους από την Πιάνα, και τον Παναγιώτη Περθεριώτη, για να ειδοποιήσουν με φωτιές, αν γίνει έξοδος των Τούρκων από την Τρίπολη. Το σύνθημα είναι: τρεις φωτιές, πηγαίνουν για τα Βέρβαινα, δυο φωτιές, για το Βαλτέτσι και μία, για το Λεβίδι. Έτσι με τις φωτιές και τις ντουφεκιές από ράχη σε ράχη θα ειδοποιηθούν όλα τα στρατόπεδα του Μοριά και θα τρέξουν σε βοήθεια.

Στο Βαλτέτσι οργανώνεται τώρα προσεκτικά η άμυνα αφού καταφθάνουν στο προς ενίσχυση και άλλα ελληνικά σώματα από τις γύρω περιοχές. Στο πρώτο ταμπούρι οχυρώνονται ο Ηλίας και ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης με όλους τους Μανιάτες. Στο δεύτερο ο Μητροπέτροβας, ο Παπατσώνης, ο Κεφάλας, ο δεκαεφτάχρονος Γιάννης Μαυρομιχάλης, ο Παν. Κατριβάνος από το Ίσαρι Μεγαλόπολης και ο Θανάσης Δαγρές από τη Βρωμόβρυση Καλαμάτας, με τα παλικάρια τους. Στο τρίτο ο Ηλίας και ο Νικήτας Φλέσσας, ο Σιώρης, ο Τουρκολέκας και παλιοί Λιονταρίτες και άλλοι Γορτύνιοι. Στην εκκλησιά οχυρώνονται οι Μπουραίοι, ο Τσαλαφατίνος, ο Κυριάκος, πολλοί Τριπολιτσιώτες κ.ά.


 Η ΜΑΧΗ

Τη νύχτα στις 12 Μαΐου, ο Κεχαγιάμπεης ξεκινάει από την Τρίπολη επικεφαλής ισχυρότατης δύναμης 12.000 Τουρκαλβανών για να ξαναχτυπήσει τους Έλληνες στο Βαλτέτσι. Το σχέδιό του είναι να πορευτεί στο Βαλτέτσι και να σκορπίσει τους Έλληνες, από εκεί να κατευθυνθεί στη Μεσσηνία και να υποτάξει τη Μάνη, επιβάλοντας έτσι τη κυριαρχία του σε όλο το Μοριά. Χώρισε τις δυνάμεις του σε πέντε τμήματα. Τρία από αυτά ξεκίνησαν από Τρίπολη, Καλογεροβούνι (στη θέση Καλογερικό) και τις Αραχαμίτες, ένα έμεινε σαν εφεδρεία στο Φραγκόβρυσο για να αποτρέψει τυχόν ενισχύσεις που θα κατέφθαναν από το στρατόπεδο των Βερβαίνων και μια οπισθοφυλακή εφοδιασμένη με 4 κανόνια που εκινείτο αργά προς την περιοχή του Βαλτετσίου. Οι Έλληνες φρουροί της απάνω Χρέπας βλέπουν τα εχθρικά στρατεύματα κι αμέσως με δυο φωτιές ειδοποιούν στον Κολοκοτρώνη ότι οι Τούρκοι πορεύονται για το Βαλτέτσι.

Το κυρίως τουρκικό σώμα υπό τον Ρουμπή αποτελείται από Βουρδουνιώτες και Φαναριώτες και κινείται βιαστικά για να χτυπήσει τους Έλληνες, πριν έλθει βοήθεια από την Πιάνα και το Χρυσοβίτσι. Ο Κεχαγιάμπεης από τον κάμπο παρακολουθεί τη μάχη επικεφαλής του 3.000 ιππέων.

Στο Βαλτέτσι βρίσκονται 2.300 Έλληνες που περιμένουν στις θέσεις τους. Γενικός αρχηγός, ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης κρατάει με τον ανιψιό του τον προμαχώνα του Χωματοβουνιού. Σους άλλους προμαχώνες βρίσκονται οι Μητροπέτροβας, Ηλ. Μαυρομιχάλης, Κεφάλας, Ν. Φλέσσας κι άλλοι. Ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι, βλέπει τις φωτιές της απάνω Χρέπας κι αμέσως σημαίνει συναγερμό. Στέλνει ταχυδρόμους σε όλα τα στρατόπεδα και τα χωριά και καβαλαραίους στο Βαλτέτσι ειδοποιώντας πως οι Τούρκοι πορεύονται για το Βαλτέτσι. Ειδοποιεί τον Πλαπούτα στην Πιάνα κι άλλους οπλαρχηγούς να βαδίσουν για το Βαλτέτσι. Και ο ίδιος με 800 άντρες κατευθύνεται προς τα εκεί. Στέλνει επίσης τον καβαλάρη Θοδωρή Καρδάρα με μια σημαία για να βγει στ' αγνάντια, να τον δουν οι κλεισμένοι στους προμαχώνες και να εμψυχωθούν.

Το τουρκικό σώμα υπό τον Ρουμπή πλησιάζει τις θέσεις των Ελλήνων στο Βαλτέτσι και τους ζητά μάταια να παραδοθούν. Τότε ο Ρουμπής επιτίθεται στο ταμπούρι του Μητροπέτροβα και των Μεσσηνίων και η μάχη αρχίζει. Ο Ρουμπής θα στείλει 14 σημαιοφόρους του για να καρφώσουν τις σημαίες στα ταμπούρια των Ελλήνων, χωρίς όμως επιτυχία, αφού όλοι σκοτώνονται από τα τουφέκια των Ελλήνων. Ο Ρουμπής αραιώνει το σώμα του και κυκλώνει τα ταμπούρια των Ελλήνων, κυριεύοντας τη βρύση και τα πηγάδια του χωριού. Οι Έλληνες αντιστέκονται με αποφασιστικότητα και σθένος. Ο Ρουμπής ρίχνει τότε όλες του τις δυνάμεις στη μάχη και αποκόπτει την επικοινωνία ανάμεσα στα ελληνικά ταμπούρια. Οι Έλληνες όμως κρατούν και ο Ρουμπής ευρισκόμενος σε δύσκολη θέση, ζητάει ενισχύσεις από τον Κεχαγιάμπεη. Τη στιγμή εκείνη καταφτάνει ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι με 700 άνδρες και πλαγιοκοπεί με επιτυχία τους Τούρκους. Ο Ρουμπής βρίσκεται ανάμεσα σε δυο πυρά και είναι έτοιμος για υποχώρηση, αλλά την τελευταία στιγμή φθάνει η βοήθεια από τον Κεχαγιάμπεη. Ο Κολοκοτρώνης το αντιλαμβάνεται και μοιράζει τους άντρες του στα δύο. Οι μισοί χτυπούν τις ενισχύσεις και οι άλλοι μισοί τον ίδιο. Η μάχη είναι σκληρή, κι οι δυο πολεμούν με πείσμα.

Το απόγευμα φτάνουν ο Πλαπούτας με 800 άνδρες, που από παραπειστική κίνηση των Τούρκων είχε κατευθυνθεί προς το Λεβίδι αλλά ειδοποιήθηκε έγκαιρα,.ο Δεληγιάννης και ο Στ. Δημητρακόπουλος από την Πιάνα και το Διάσελο και μπαίνουν στη μάχη σφυροκοπώντας τους Τούρκους από μπροστά, από πίσω και από τα πλάγια. Οι κλεισμένοι στα ταμπούρια χαιρετίζουν με ομοβροντίες την άφιξη των συμπολεμιστών τους. Ο Κεχαγιάμπεης στέλνει και νέες ενισχύσεις στον Ρουμπή και οι Τούρκοι κάνουν νέα επίθεση στα ταμπούρια, αλλά οι Έλληνες αντιστέκονται γενναία. Πεισμωμένοι οι Τούρκοι ρίχνουν με τα κανόνια, αλλά πολλές οβίδες πέφτουν στο σώμα του Ρουμπή είτε από ανωμαλίες του εδάφους είτε από κακό χειρισμό.

Ο Κολοκοτρώνης, από την ψηλότερη ράχη (που από τότε λέγεται "του Κολοκοτρώνη το βουνό") αναπτερώνει το ηθικό των Ελλήνων φωνάζοντας με τη βροντερή φωνή του, "Μπάρμπα - Μήτρο, βαστάτε γερά, έρχεται ο Κολοκοτρώνης με 10.000. Έρχεται κι ο Πετρόμπεης μ' όλους τους Μανιάτες. Έρχεται κι ο Κανέλλος. Βαστάτε και σας φέρνουμε απ' όλα". Με το σούρουπο η μάχη συνεχίζεται πεισματικά και από τα δυο μέρη, χωρίς κανείς να αφήνει τις θέσεις του. Τη νύχτα ο Κολοκοτρώνης με μερικούς ψυχωμένους άντρες θα φτάσει στα ταμπούρια για να ενισχύει τους αγωνιστές με τρόφιμα και πολεμοφόδια και να τους εμψυχώσει. Αφού δώσει τα εφόδια φεύγει πάλι νύχτα.

Τα χαράματα της επομένης καταφθάνουν και άλλες ελληνικές δυνάμεις και η μάχη ξαναρχίζει. Οι Τούρκοι ρίχνονται με μανία κατά των ταμπουριών, αλλά οι Έλληνες αντιστέκονται γενναία και αποκρούουν όλες τις τουρκικές επιθέσεις. Ο Ρουμπής κινδυνεύει. Από μπροστά τον χτυπούν οι Έλληνες που είναι στα ταμπούρια, από πίσω κι από τα πλάγια τον σφυροκοπούν ο Κολοκοτρώνης, ο Πλαπούτας κι άλλοι οπλαρχηγοί. Οι Τούρκοι χρησιμοποιούν και πάλι το πυροβολικό τους, αλλά αποτυγχάνουν.

Η μάχη αυτή κράτησε 23 ώρες. Ο Κεχαγιάμπεης βλέποντας ότι θα κυκλωθεί ο Ρουμπής και πληροφορούμενος ότι καταφθάνουν ελληνικές δυνάμεις από το στρατόπεδο των Βερβαίνων, δίνει το σύνθημα της γενικής υποχώρησης.

Ο Κολοκοτρώνης αντιλαμβάνεται την υποχώρηση των Τούρκων και διατάζει γενική αντεπίθεση, φωνάζοτας:

"Έλληνες, οι Τούρκοι θα φύγουν, ριχτείτε επάνω τους".

Με την επίθεση των Ελλήνων μαχητών, η αρχική υποχώρηση των τουρκικών δυνάμεων μετατράπηκε σε άτακτη φυγή. Οι Τούρκοι κυνηγημένοι από τους Έλληνες κατευθύνθηκαν προς την Τρίπολη, κατηφορίζοντας πανικόβλητοι την χαράδρα, πετώντας τα όπλα τους για να καθυστερήσουν τους Έλληνες και για να επιταχύνουν τη φυγή τους. Ο Κολοκοτρώνης παρακολουθώντας το κυνηγητό των Τούρκων, βλέπει ότι πλησιάζουν στον κάμπο όπου οι Έλληνες κινδυνεύουν από το εχθρικό ιππικό, και φωνάζει δυνατά: "Έλληνες, γυρίστε πίσω, αφήστε Τούρκους για να 'χουμε να σκοτώσουμε κι άλλη μέρα". Οι Έλληνες πειθαρχούν και ανακόπτουν την επίθεση.

Μετά από 23 ώρες μάχης η νίκη των Ελλήνων ήταν περιφανής. Οι Τούρκοι υπέστησαν βαρύτατες απώλειες, 514 νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Οι Έλληνες είχαν ελάχιστες - μόλις 7 νεκροί και λίγοι τραυματίες - ενώ κυρίευσαν πολλά τουφέκια που άφησαν οι Τούρκοι κατά τη φυγή τους. Με τα τουφέκια αυτά οπλίζονται 4.000 Έλληνες. Οι Τούρκοι άφησαν ακόμα 4 πεδινά κανόνια, πολλά πολεμοφόδια, πολλές σκηνές, άφθονα ρούχα και 18 σημαίες.

Η μάχη αυτή σε συνδυασμό με τις άλλες νικηφόρες μάχες πού δόθηκαν στην περιοχή,όπως της Γράνας, Βερβαίνων, Δολιανών και Λεβιδίου, δυνάμωσε το ηθικό των Επαναστατών και έμελε να προετοιμάσει την άλωση της Τρίπολης αφού ανάγκασε τους Τούρκους να μην ξαναβγούν από την πολιορκούμενη πόλη.

Ο Κ. Δεληγιάννης, που έζησε τον καπνό της μάχης, γράφει:

"Αυτή η ένδοξος νίκη ήταν η κρίσις της Ελληνικής Επαναστάσεως και εις αυτήν χρεωστείται η ανεξαρτησία της πατρίδος καθ' ότι ενεθάρρυνε και εμψύχωσε τους Έλληνας".

Η Μάχη του Λάλα

Ο Ανδρέα Μεταξάς, επικεφαλής των Επτανησίων στη Μάχη του Λάλα
Μία από τις πρώτες νικηφόρες μάχες των επαναστατημένων Ελλήνων στην Πελοπόννησο. Το Λάλα είναι χωριό της ορεινής Ηλείας στο όρος Φολόη («Λαλαίος» ο κάτοικος του και «Λαλιώτης» ο καταγόμενος από αυτό). Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας το κατοικούσαν εξισλαμισμένοι Αλβανοί, οι οποίοι είχαν γίνει ο φόβος και ο τρόμος ολόκληρης της Πελοποννήσου με τη μεγάλη οικονομική και στρατιωτική δύναμη που διέθεταν. Κατά γενική ομολογία ήταν τα «καλύτερα ντουφέκια του Μωριά».

Στην αρχή της Επανάστασης του '21, οι Λαλαίοι θεωρήθηκαν απειλή για την πορεία του Αγώνα. Γι' αυτό το λόγο, οι οπλαρχηγοί της Γορτυνίας ίδρυσαν στην ευρύτερη περιοχή στρατόπεδο για να αποτρέψουν τη φυγή τους προς την Τριπολιτσά, την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, η οποία αποτελούσε τον κύριο στόχο των επαναστατών.
Στο στρατόπεδο των Ελλήνων επικρατούσαν δύο απόψεις όσον αφορά την αντιμετώπιση των Λαλαίων. Οι Επτανήσιοι, οι οποίοι αποτελούσαν την πιο οργανωμένη στρατιωτική δύναμη, ήθελαν να επιτεθούν αμέσως εναντίον τους, ενώ οι ντόπιοι προτιμούσαν να περιμένουν την κατάλληλη ευκαιρία.

Από την πλευρά τους, οι Λαλαίοι προσπάθησαν να κερδίσουν χρόνο και να διασπάσουν το ελληνικό στρατόπεδο, κυκλοφορώντας φήμες ότι ήταν έτοιμοι να παραδοθούν. Στις 2 Ιουνίου 1821 ο κεφαλλονίτης Παναγής Μεσσάρης τους μετέφερε επιστολή των Επτανησίων αρχηγών Κωνσταντίνου και Ανδρέα Μεταξά, Ευαγγέλη Πανά, Παναγιώτη Στρούζα, Μιχαήλ Κουτουφά και Διονυσίου Σαμπρικού, που τους καλούσαν να καταθέσουν τα όπλα.

Οι Λαλαίοι άρχισαν να κωλυσιεργούν, υποστηρίζοντας ότι την όποια απόφαση θα έπρεπε να πάρουν οι αρχηγοί τους, οι οποίοι απουσίασαν από το χωριό. Τότε οι επαναστάτες αποφάσισαν να δράσουν και να τους επιτεθούν από τρία σημεία, με επικεφαλής τον Γεώργιο Πλαπούτα, τους αδελφούς Μεταξά και τον Γεώργιο Σισίνη.

Από κακό συντονισμό, ο Πλαπούτας επιτέθηκε μόνος του στις 9 Ιουνίου και φυσικά αναγκάστηκε να υποχωρήσει μετά την αντεπίθεση των Λαλαίων. Μέσα στη σύγχυση και τον μεγάλο καύσωνα που επικρατούσε, ο Πλαπούτας άφησε την τελευταία του πνοή. 14 ακόμη Έλληνες έχασαν τη ζωή τους (11 Πελοποννήσιοι και 3 Επτανήσιοι). Αδιευκρίνιστες ήταν οι απώλειες των Λαλαίων.
Στο στρατόπεδο των Ελλήνων επικράτησε σύγχυση και πολλοί ήταν αυτοί που ήθελαν να το εγκαταλείψουν. Ο Κολοκοτρώνης αντιλήφθηκε την κατάσταση και έστειλε τον εμπειροπόλεμο Δημήτριο Πλαπούτα, οποίος κατόρθωσε να τους εμψυχώσει. Οι Λαλαίοι αναθάρρησαν και αυτοί, όταν είδαν να καταφθάνουν ενισχύσεις από την Πάτρα στις 11 Ιουνίου. Επικεφαλής 1.000 Τουρκαλβανών ήταν ο Γιουσούφ Πασάς.

Ο Γιουσούφ ήθελε να ξεκαθαρίσει αμέσως την κατάσταση και στις 13 Ιουνίου επιτέθηκε με τους άνδρες του στη θέση Πούσι, όπου ήταν οχυρωμένοι οι Έλληνες. Βασικός του στόχος, να αποσπάσει πρώτα τα κανόνια που διέθεταν οι Επτανήσιοι και στη συνέχεια να τους πετσοκόψει με την ησυχία του.
Η μάχη δόθηκε σώμα με σώμα και η ανδρεία των Ελλήνων ανάγκασε τις δυνάμεις του Γιουσούφ να υποχωρήσουν και μαζί με τους Λαλαίους την επομένη να πάρουν τον δρόμο για την Πάτρα. Οι Έλληνες πολέμησαν γενναία και έχασαν 84 άνδρες (60 Πελοποννήσιοι και 24 Επτανήσιοι). Ανάμεσα στους πολλούς τραυματίες ήταν και ο κεφαλλονίτης Ανδρέας Μεταξάς, κατοπινός πρωθυπουργός της Ελλάδας. Την ίδια μέρα (14 Ιουνίου) οι επαναστάτες εισήλθαν στο έρημο χωριό και το πυρπόλησαν. Συνολικά, γύρω στα χίλια σπίτια παραδόθηκαν στις φλόγες.
Η νίκη των Ελλήνων σήμανε το τέλος της επιβολής των Λαλαίων στην περιοχή και άνοιξε τον δρόμο για την άλωση της Τριπολιτσάς. Από την Πάτρα, όπου κατέφυγαν, αγωνίσθηκαν κατά της επανάστασης ως το τέλος και μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν και να εγκατασταθούν ως πρόσφυγες στην περιοχή του Πλαταμώνα της Μακεδονίας και αργότερα στη Βάρνα της Βουλγαρίας.



Η πολιορκία και η άλωση της Τριπολιτσάς

Κατά την έναρξη της Επανάστασης η Τριπολιτσά αποτελούσε σημαντικότερο διοικητικό, στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο της Πελοποννήσου και γενικότερα της νότιας Ελλάδας. Η πόλη είχε μεγάλη στρατηγική σημασία, αφού η θέση της επέτρεπε τον έλεγχο των οδών για τις μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου.
Ήδη από το 1786 η Τρίπολη αποτελούσε έδρα του βιλαετιού του Μοριά με διοικητή τον "Πασά του Μορέως", τον λεγόμενο Μόρα Βαλέση. Κατά την κύρηξη της επανάστασης Μόρα Βαλέσης ήταν ο Χουρσίτ Πασάς. Το 1820 η πόλη αριθμούσε πληθυσμό μεγαλύτερο των 20.000 κατοίκων, από τους οποίους 13.000 ήταν Έλληνες, 7.000 Τούρκοι, και 400 Εβραίοι.

Η πόλη διέθετε ισχυρή οχύρωση για την εποχή. Το τείχος της είχε ύψος 5-6 μέτρων, πάχος 2 μέτρων και ολικό μήκος 3.500 μέτρων. Συνολικά υπήρχαν 7 πύλες με διπλές πολεμίστρες και τάπιες (πύργοι) εξοπλισμένες με μεγάλα κανόνια και τηλεβόλα. Στο βόρειο άκρο των τειχών, πάνω σε ύψωμα (στη θέση της σημερινής Δεξαμενής) υπήρχε ένας μεγάλος προμαχώνας, η μεγάλη Τάπια.

Λίγο πριν την έκρηξη της επανάστασης, οι Τούρκοι είχαν εξαπολύσει διωγμό κατά του ελληνικού στοιχείου, φοβούμενοι για  έναρξη των ελληνικών επιχειρήσεων κατά της πόλης. Ηρωϊκή υπήρξε η στάση πολλών προκρίτων και αρχιερέων που   πρόσφεραν τους εαυτούς τους σαν ομήρους στις Τουρκικές αρχές, για να μη γίνει η πόλη αντικείμενο επίθεσης εκ μέρους των επαναστατών. Στη συνέχεια συνελήφθηκαν με δόλο από τον Χουρσίτ Πασά, κλείστηκαν στις φυλακές της πόλης, και πολλοί βασανίστηκαν και θανατώθηκαν.

Αμέσως μετά την έκρηξη της επανάστασης, ο Γέρος του Μοριά, σε αντίθεση με τις διαφορετικές απόψεις των άλλων στρατιωτικών αρχηγών που ετάσσοντο υπέρ της πολιορκίας και της εκπόρθησης πρώτα των μικρών μεσσηνιακών κάστρων, είχε κατανοήσει πως η κατάληψη της Τριπολιτσάς θα ήταν πρωταρχικής σημασίας γιατην επανάσταση, αφού θα επέτρεπε στις ελληνικές δυνάμεις να ελέγχουν τον Μοριά και να καταλάβουν ευκολότερα τις υπόλοιπες περιοχές. Πίστευε σθεναρά ότι δεν έπρεπε αυτές να πολυδιασπαστούν, αλλά να συγκεντρωθούν στην πολιορκία ενός μεγάλου στόχου, της Τριπολιτσάς. Εξάλλου, ο τουρκικός στρατός θα μπορούσε, με ορμητήριο την Τρίπολη, να διαλύσει τις πολιορκίες άλλων κάστρων και να καταπνίξει τον Αγώνα. Τελικά η γνώμη του επικράτησε και έτσι η κατάληψη της Τρίπολης αποτέλεσε τον πρώτο στόχο των επαναστατών.

Πριν την κύρηξη της επανάστασης ο διοικητής του Μοριά Χουρσίτ πασάς είχε εκστρατεύσει με διαταγή της Πύλης στην Ήπειρο για να καταστείλει την εξέγερση του Αλή πασά. Στη θέση του ο Χουρσίτ άφησε το Μεχμέτ Σαλίχ πασά. Με την κύρηξη της επανάστασης, ο Χουρσίτ πασάς έστειλε στο Μοριά δύναμη από 4000 Τουρκαλβανούς υπό τον Μουσταφά πασά (Μουσταφάμπεη) για να ενισχύσει την πολιορκούμενη πόλη. Ο Μουσταφάμπεης κατά την κάθοδό του προς την Τρίπολη σάρωσε όποια επαναστατική εστία βρήκε στο δρόμο του, πυρπόλησε τη Βοστίτσα (Αίγιο), έλυσε την πολιορκία του Άργους και της Ακροκορίνθου και τελικά μπήκε στην πολιορκημένη πόλη στις 6 Μαΐου του 1821. Ο Κολοκοτρώνης πάντως επέτρεψε στον Μουσταφά να περάσει δίχως μάχη, γιατί προτίμησε να έχει τους Τούρκους συγκεντρωμένους μέσα στην πόλη. Έτσι την πόλη υπεράσπιζαν συνολικά 10.000 Τουρκαλβανοί με αρχηγό τον Μουσταφάμπεη.

Για την αποτελεσματική πολιορκία της πόλης ο Κολοκοτρώνης με τους άλλους στρατιωτικούς αρχηγούς εγκατέστησε γύρω από την Τρίπολη στρατόπεδα, (στην Καρύταινα, στο Βαλτέτσι, στα Βέρβαινα, στην Πιάνα κλπ.), συγκεντρώνοντας δυνάμεις, οργανώνοντας τους αγωνιστές καθώς και τον ανεφοδιασμό τους και συντονίζοντας τις πολεμικές επιχειρήσεις γύρω από την πόλη. Συνεχείς προσπάθειες των πολιορκούμενων να διασπάσουν τον κλοιό αποτύγχαναν αφού αποκρούοντο από τους επαναστάτες που είχαν καλά οργανωθεί και οχυρωθεί στις γύρω ορεινές περιοχές του Μαινάλου και είχαν αποκλείσει τα κρίσιμα περάσματα. Οι ελληνικές δυνάμεις που λάβαιναν μέρος στην πολιορκία περιελάμβαναν 10.000 άνδρες περίπου.

Μετά τις 20 Ιουλίου του 1821 οι πολιορκούμενοι Τούρκοι είχαν φθάσει τις 15.000. Στον παραπάνω πληθυσμό προστέθηκαν στο μεταξύ και αρκετοί Τούρκοι κάτοικοι που κατέφθαναν από διάφορες περιοχές (Ζούρτσα, Ανδρίτσαινα, Καρύταινα κ.λ.π.) για να βρούν προστασία. Έτσι μαζί με τους 4.000 άνδρες του Μουσταφάμπεη, ο αριθμός των πολιορκούμενων ξεπερνούσε τις 30.000 κατοίκους και κατ' άλλους 35.000. Για να αντιμετωπίσουν την έλλειψη τροφίμων, οι Τούρκοι άρχισαν να διώχνουν από την πόλη τις ελληνικές οικογένειες.

Αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση της πολιορκίας της Τριπολιτσάς στάθηκε η νίκη στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου 1821) εναντίον ισχυρής τουρκικής δύναμης με αρχηγό το Μουσταφάμπεη. Ο Μουσταφά, επικεφαλής ισχυρού σώματος 4000 ανδρών, επεχείρησε να αιφνιδιάσει τους στρατοπεδευμένους Έλληνες στο Βαλτέτσι. Οι λίγοι υπερασπιστές του στρατοπέδου, αμύνθηκαν ηρωϊκά. Στη συνέχεια κατέφθασαν προς ενίσχυση και άλλα ελληνικά σώματα και οι Έλληνες με τους Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα, Αναγνωσταρά και άλλους αντεπετέθηκαν και κατατρόπωσαν τους Τούρκους που υπέστησαν μεγάλη πανωλεθρία και σημαντικές απώλειες.

Ο Κεφάλας σηκώνει την επαναστατική σημαία στην Τρίπολη



Μετά τη σημαντική νίκη αυτή, καθώς και τις νίκες στα Δολιανά (18 Μαΐου 1821), στα Βέρβαινα, στη Γράνα και στο Καπαρέλι, ο κλοιός άρχισε να σφίγγει γύρω από την πόλη. Τα επαναστατικά σώματα με αρχηγούς το Θ. Κολοκοτρώνη, Δ. Υψηλάντη, Δ. Πλαπούτα, Αναγνωσταρά, Γιατράκο και άλλους προωθήθηκαν και κατέλαβαν θέσεις γύρω από την Τριπολιτσά, πιάνοντας όλα τα υψώματα και αποκλείοντας όλες τις διαβάσεις. Η θέση των πολιορκούμενων είχε γίνει πια δραματική αφού η πόλη υπέφερε από αρρώστειες και από έλλειψη τροφίμων και νερού. Τότε οι Αλβανοί ήλθαν σε διαπραγμάτευση με τον Κολοκοτρώνη και μετά από συμφωνία έφυγαν υπό την προστασία του Δημ. Πλαπούτα και πέρασαν στη Ρούμελη. Και ενώ άρχιζε να διαφαίνεται η πτώση της πόλης, με τους πολιορκούμενους να έχουν αρχίσει να διαπραγματεύονται την παράδοσή της, τελικά, στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, μετά από πεντάμηνη πολιορκία, ένα τυχαίο περιστατικό  ήλθε να επιταχύνει την τελική της έκβαση. Την μέρα εκείνη μάλιστα οι Τούρκοι έκαναν σύσκεψη στο σεράϊ για να αποφασίσουν για την παράδοση της πόλης.

Ένας Τσάκωνας αγωνιστής από τον Πραστό, ο Μανώλης Δούνιας, που είχε φιλία με ένα Τούρκο τηλεβολιστή και τον επισκεπτόταν κρυφά στην τάπια του Ναυπλίου ανταλλάσσοντας τρόφιμα με τουρκικά όπλα, κατάφερε μαζί με δύο άλλους Τσάκωνες να εξουδετερώσει τους φρουρούς και να καταλάβει το τηλεβολείο. Αμέσως το έστρεψε κατά της πόλης και έβαλε κατά του σαραγιού. Ο ιστορικός Νικόλαος Σπηλιάδης, από τους σπουδαιότερους ιστοριογράφους του Αγώνα, που έζησε τα γεγονότα γράφει στα "Απομνημονεύματά" του για το περιστατικό αυτό:

"O Μανώλης Δούνιας από τον Πραστόν... 'Ήταν ημέρα Παρασκευή, εικοστή τρίτη του Σεπτεμβρίου 1821... και ο Δούνιας ανεβαίνει το τείχος επί σκοπώ να εξαγάγει τον Τούρκον... Κατόπιν τούτου έδραμον άλλοι και ανεβαίνουσιν ωσαύτως. Κατόπι δε τούτων και άλλοι, ό,τε αδελφός του Κεφάλα και ο Διονύσιος Βασιλείου, και όρμησαν τινές εν ριπή οφθαλμού εις το επί της πύλης (του Ναυπλίου) πυροβολοστάσιον, στρέφωσι τα πυροβόλα προς την πόλιν... ".

Τότε και άλλοι Έλληνες που ήταν εκεί κοντά σκαρφάλωσαν με σχοινί στα τείχη και άνοιξαν τις πύλες του Ναυπλίου και του Μυστρά. Από αυτές ξεχύθηκαν τα σώματα από τα κοντινά υψώματα της Βολιμής και του Αγίου Σώστη υπό τους Κεφάλα, Ζαφειρόπουλο, Παπαπαναστάση και άλλους που σύντομα άνοιξαν όλες τις καστρόπορτες από όπου εφόρμησαν και οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις. Οι Τούρκοι πρόβαλαν λυσσασμένη αντίσταση και έγινε φοβερή μάχη σώμα με σώμα στους δρόμους της πόλης. Οι επαναστάτες όμως ήσαν πλέον ασυγκράτητοι και παθιασμένοι και κατάφεραν γρήγορα να εξουδετερώσουν κάθε αντίσταση.


Πολλοί Τούρκοι οχυρώθηκαν στα σπίτια από όπου απεγνωσμένα αμύνοντο, αλλά οι επαναστάτες έβαζαν φωτιά και τους έκαιγαν ή τους ανάγκαζαν να βγούν. Στο τέλος έπεσε και η μεγάλη Τάπια, τελευταίο σημείο αντίστασης των Τούρκων. Επακολούθησε ανηλεής σφαγή των Τούρκων, στρατιωτών και αμάχων, από τους διψασμένους για εκδίκηση Έλληνες - παρά τις προσπάθειες αρκετών οπλαρχηγών να διασώσουν τους αιχμαλώτους-, και η Τριπολιτσά παραδόθηκε στις φλόγες. Ο Κολοκοτρώνης πάντως τήρησε την υπόσχεσή του στον αρχηγό των Αλβανών Αχμέτ Μπέη να μην πειράξει όσους Αλβανούς απέμειναν στην πόλη, τους οποίους και άφησε να φύγουν για την Ήπειρο. Από την εκδικητική μανία των Ελλήνων πέρασαν και ορισμένοι Έλληνες κάτοικοι που είχαν αντιταχθεί στην Επανάσταση, καθώς και οι Εβραίοι της πόλης, αφού οι επαναστάτες δεν είχαν ξεχάσει τη συμμετοχή των Εβραίων στη πρόσφατη διαπόμπευση στην Πόλη του πτώματος του Γρηγορίου του Ε'.

Ο Γενναίος, γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, γράφει στα "Υπομνήματα" (1821-1827) για άλωση της Τριπολιτσάς:

"Οι Έλληνες εν διαστήματι τριών ημερών εφόνευσαν υπέρ τους 5.000 μαχητάς και ηχμαλώτισαν υπέρ τους 7300 παντός γένους και ηλικίας και εκ των 13.000 εντοπίων και ξένων οίτινες ήτον εις Τρίπολιν, μόλις 1.500 Αλβανοί κατ' έλεος του Κολοκοτρώνη, εσώθησαν, οίτινες συνοδευθέντες υπό τον Πλαπούτα μέχρι της Βοστίτσας, ασφαλώς απεβιβάσθησαν εις την Ρούμελην. Έλληνες εις την περίστασιν ταύτην εφονεύθησαν περί τους 150".

Η άλωση της Τριπολιτσάς υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για την εδραίωση και την εξέλιξη της Επανάστασης, ενώ τόνωσε σημαντικά το ηθικό των εξεγερμένων Ελλήνων. Η πιο σημαντική εστία τουρκικής αντίστασης στη νότια Ελλάδα είχε πλέον εξαλειφθεί, ενώ οι επαναστατικές δυνάμεις μπορούσαν πλέον να στραφούν προς άλλα τουρκοκρατούμενα οχυρά και πόλεις. Στα χέρια των Ελλήνων περιήλθαν χιλιάδες όπλα και μεγάλες ποσότητες πολεμοφοδίων που θα τα χρησιμοποιούσαν για ενίσχυση του αγώνα σε άλλες επιχειρήσεις, όπως στις πολιορκίες της Μεθώνης, της Πάτρας και του Ναυπλίου.



Σφαγή της Χίου 1821 – 1822

Το 1818 ο Παντιάς Ροδοκανάκης και ο Νικόλαος Μυλωνάς αποτάθηκαν στο Δημήτριο Υψηλάντη για την απελευθέρωση του νησιού από τους Τούρκους. Ζήτησαν έτσι ναυτική βοήθεια από τις Σπέτσες , την Ύδρα και τα Ψαρά, που συμφώνησαν με την ιδέα απελευθέρωσης του νησιού. Μεγάλη μερίδα όμως Χιωτών διαφωνούσαν με την ιδέα του ξεσηκωμού, λόγω των προνομίων που κατείχαν στο νησί.

Στις 27 Απριλίου 1821 ο Υδραίος Ιάκωβος Τομπάζης φτάνει στη Χίο με 25 πλοία με σκοπό να παρακινήσει τους Χιώτες να εξεγερθούν κατά των Τούρκων. Στέλνει κάποιον ψαριανό να μεταφέρει το μήνυμα της επανάστασης στην ύπαιθρο και στα χωριά , γιατί γνώριζε την αντίθετη στάση των προκρίτων και των κατοίκων της πόλης. Τρεις Δημογέροντες πήγαν «στου πασά τη βρύση» και επικοινώνησαν μαζί του κρυφά. Εξήγησαν τους λόγους που δεν μπορούσαν να δώσουν βοήθεια, επειδή ο περισσότερος πληθυσμός ήταν άοπλος , άπειρος και απροετοίμαστος. Επίσης του εξήγησαν ότι οι επιπτώσεις στον πληθυσμό των Ελλήνων κατοίκων της Χίου , όπως και των άλλων Χιωτών που είχαν εγκατασταθεί εκτός του νησιού(Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη), θα ήταν τραγικές. Έτσι παρακάλεσαν τον Τομπάζη να φύγει από το νησί. Μετά από 3 μέρες ο στόλος εγκατέλειψε άπρακτος το νησί.

Οι Τούρκοι πληροφορήθηκαν το γεγονός της άφιξης των ελληνικών πλοίων έξω από το νησί, κάλεσαν τους Δημογέροντες,Μικές Βλαστός, Ιωάννης Πατρικούσης και Χατζή Πολυχρόνης Διοματάρης, για να τους πάρουν πληροφορίες. Οι Δημογέροντες αρνήθηκαν ότι γνωρίζουν κάτι σχετικά και οι Τούρκοι τους ζήτησαν να καλέσουν και άλλους πρόκριτους. Στη συνέχεια ήρθαν 10 πρόκριτοι και ο μητροπολίτης Πλάτων με το διάκονό του Μακάριο Γαρρή. Οι Τούρκοι τους φυλάκισαν στη σκοτεινή φυλακή του κάστρου. Επιπλέον οι Τούρκοι ζήτησαν από τους Χιώτες να παραδώσουν ό,τι όπλα είχαν και να μην κυκλοφορούν τις βραδινές ώρες.
Τον Οκτώβρη του 1821 οι Τούρκοι ζήτησαν στρατιωτική βοήθεια από το σουλτάνο. Πράγματι ήρθαν 1000 στρατιώτες από την Κωνσταντινούπολη και 200 από την Κρήτη. Το Γενάρη του 1822 τρεις Χιώτες πρόκριτοι, οι Θ. Ράλλης, Ι. Σκυλίτζης και Π. Ροδοκανάκης φτάνουν στην Κωνσταντινούπολη ως ενέχυρα και ρίχνονται στη φυλακή.

Το Σάββατο 11 Μαρτίου του 1822 ο Αρχηγός της επανάστασης στη Σάμο , Λυκούργος Λογοθέτης, φτάνει στη Χίο με το Χιώτη Μπουρνιά και με 2500-4500 άνδρες(ο στόλος ήταν 8 μπρίκια και 30 βοηθητικά πλοία). Η απόβαση του Λογοθέτη έγινε ταυτόχρονα στον κόλπο της Αγίας Ελένης και στην Αγκάλη. Στο εντωμεταξύ είχαν ειδοποιηθεί αρκετοί Χιώτες , οι οποίοι έσπευσαν να ενωθούν με τους άνδρες του Λογοθέτη.
Ο Βαχήτ Πασάς στέλνει δύο τμήματα στρατού , ένα για να εμποδίσει την απόβαση και ένα άλλο στον Κάμπο, για να πλευροκοπήσει την αποβατική δύναμη του Λογοθέτη. Αρχικά οι μάχες γέρνουν προς την πλευρά των Ελλήνων. Οι Τούρκοι αναγκάζονται να κλειστούν στο κάστρο. Ο Μπουρνιάς με τους στρατιώτες του χτυπούν τους Τούρκους από το Παλαιόκαστρο(σημερινά σχολεία Βουνακίου). Στο ύψωμα της Παναγίας Τουρλωτής μια ομάδα από Σαμιώτες κανονιοβολούν την πόλη. Άλλοι επαναστάτες οχυρώνονται στο «Ψωμί»(Μπέλλα Βίστα), στο λόφο «Ασωμάτων»(Ευαγγελίστρια) και στον κάτω Γιαλό.
Η απελευθέρωση της Χίου έγινε δεκτή από τους Χιώτες με ένα αίσθημα φόβου σχετικά με την έκβαση της επανάστασης. Μάλιστα πολλοί Χιώτες πλούσιοι φεύγουν από το νησί.
Μόλις οι Τούρκοι στην Κωνσταντινούπολη μαθαίνουν το γεγονός της επανάστασης της Χίου, στέλνουν τον Τουρκικό στόλο με ναύαρχο τον Καρά Αλή. Στις 30 Μαρτίου 1822 ο Τουρκικός στόλος (46 πλοία και 7000 στρατιώτες) φτάνει στο βόρειο τμήμα του νησιού. Λίγες ώρες μετά ενώνονται με άλλους ομοεθνείς τους που βγήκαν από το κάστρο και ξεκινούν τη σφαγή , τις λεηλασίες και το κάψιμο της πόλης. Ο Λογοθέτης και ο Μπουρνιάς αποχώρησαν προς το εσωτερικό του νησιού , λέγοντας το σύνθημα « ο σώζων εαυτό σωθήτω».

Τη Μεγάλη Παρασκευή, 31 Μαρτίου 1822, καίγεται ο ναός της Τουρλωτής και δίνεται το σύνθημα στους Τούρκους για γενική αιματοχυσία και αποτέφρωση της πόλης. Από εκείνη τη μέρα και για 4 μήνες φτάνουν Τούρκοι κατάδικοι από τις απέναντι Τουρκικές ακτές με σκοπό το φόνο, τη λεηλασία και τα λάφυρα. Υπολογίζεται ότι κατέφθασαν 40.000 Τούρκοι άτακτοι αυτήν την περίοδο. Ταυτόχρονα ο Βαχήτ Πασάς αναγγέλλει τη διαταγή του σουλτάνου να θανατώνονται βρέφη έως 3 ετών , αγόρια και άνδρες άνω των 12 ετών , γυναίκες άνω των 40 ετών , να αιχμαλωτίζονται κορίτσια και γυναίκες από 3 έως 40 ετών και αγόρια από 3 έως 12 ετών. Γλίτωναν μόνο όσοι ασπάζονταν το μωαμεθανισμό.
Οι περισσότεροι Χιώτες άρχισαν να μετακινούνται προς το εσωτερικό του νησιού για να σωθούν από το μένος των Τούρκων. Τα καταφύγιά τους ήταν αρχικά οι Καρυές, το Αίπος, η Νέα Μονή, το μοναστήρι του Αγίου Μηνά και ο Άγιος Γεώργιος ο Συκούσης.

Το Μεγάλο Σάββατο, 1η Απριλίου 1822 καίγεται η Σχολή της Χίου, σφαγιάζονται σχεδόν όλοι, ακόμα και οι λεπροί. Ο Βαχήτ Πασάς είχε εκδώσει διαταγή ότι όσες γλώσσες και αυτιά του πήγαιναν , τόσα περισσότερα κέρδη θα είχαν.
Στις 2 Απριλίου 1822, Πάσχα ήταν, μπαίνουν οι Τούρκοι,15000 άνδρες, στο μοναστήρι του Αγίου Μηνά από ένα μικρό άνοιγμα που υπήρχε στον περίβολο και σφαγιάζουν τους 3000 Χιώτες που είχαν κρυφτεί. Στη συνέχεια πυρπολούν το μοναστήρι. Την ίδια μέρα το ίδιο γεγονός γίνεται και στη Νέα Μονή. Η κατάσταση γενικεύεται και σε άλλα χωριά της Χίου. Οι Σαμιώτες εγκατέλειψαν τη Χίο και έπλευσαν προς τα Ψαρά.

Η σφαγή

Την Τετάρτη 5 Απριλίου του 1822 βγάζει ανακοίνωση ο Καρά Αλής , πως όσοι Χιώτες παραδώσουν τα όπλα τους και επιστρέψουν στην πόλη , θα αφεθούν ελεύθεροι(αμνηστία). Μάλιστα εξασφάλισαν οι Τούρκοι και επιστολή του φυλακισμένου Μητροπολίτη και των Δημογερόντων , η οποία ανέφερε τις ειλικρινές προθέσεις των Τούρκων. Οι πρόξενοι της Αγγλίας , της Αυστρίας και της Γαλλίας ανέλαβαν να μεταφέρουν την πρόταση στους Χιώτες και να τους πείσουν. Οι Χιώτες εμπιστεύθηκαν τους πρόξενους και άρχισαν να επιστρέφουν και να παραδίδουν τα όπλα τους. Βέβαια, όπως ήταν αναμενόμενο, οι Τούρκοι αθέτησαν το λόγο τους και άρχισαν να σφάζουν όσους κατέβαιναν στην πόλη. Η μεγάλη σφαγή συνεχίστηκε και στην κεντρική Χίο(Βροντάδο , Πιτυός, Θυμιανά και μετά Βορειόχωρα). Στο ακρωτήρι του Κάβο Μελανιός, απέναντι από τα Ψαρά βρήκαν καταφύγιο περίπου 10.000 Χιώτες και περίμεναν τα ψαριανά πλοία να τους μεταφέρουν στα Ψαρά. Δυστυχώς όμως η μεγάλη θαλασσοταραχή τους στάθηκε εμπόδιο και σφαγιάσθηκαν σχεδόν όλοι από τους Τούρκους με απερίγραπτη λύσσα. Ήταν τόσο πολύ το αίμα των αθώων, που η θάλασσα «μελάνιασε» γύρω από τον κάβο και την παραλία.
Στις 18 Απριλίου στην Κωνσταντινούπολη σφαγιάζονται 3 Χιώτες όμηροι,Ράλλης, Σκυλίτζης και Ροδοκανάκης και άλλοι 60 Χιώτες επιφανείς.
Στις 23 Απριλίου του 1822 απαγχονίζονται στην τάφρο του κάστρου της πόλης ο μητροπολίτης Πλάτων , ο διάκονός του Γαρρής και 9 πρόκριτοι. Στη συνέχεια θανατώνονται με τον ίδιο τρόπο και οι δημογέροντες που ήταν φυλακισμένοι ανά δέκα. Τα σκοτωμένα σώματά τους χλευάζονται από τους Τούρκους , οι οποίοι τα ρίχνουν μετά στη θάλασσα.

Λίγες μέρες μετά την καταστροφή , σχεδιάστηκε ναυτική επίθεση του στόλου των τριών ναυτικών νησιών εναντίον του Τουρκικού στόλου στο στενό του Τσεσμέ. Στις 18 Μαΐου πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίθεση . Οι Ελληνες έκαναν αρκετές ζημιές στον Τούρκικό στόλο , αλλά απέτυχαν να πυρπολήσουν τη ναυαρχίδα του Καρά Αλή.
Την 1η Ιουνίου του 1822 ο Κωνσταντίνος Κανάρης μαζί με τον Ανδρέα Πιπίνο και 40 ψαριανούς ξεκίνησαν από τα Ψαρά με 2 πυρπολικά και 4 περιπολικά πλοία και αφού μετάλαβαν των Αχράντων Μυστηρίων , μπήκαν στο στενό της Χίου με βόρειο άνεμο. Κρύφτηκαν και περίμεναν να βραδιάσει. Τέλειωνε τότε το ραμαζάνι των Τούρκων και ξεκινούσε η γιορτή του μπαϊραμιού. Στην τουρκική ναυαρχίδα επικρατούσε χαρά και κέφι με πολλούς καλεσμένους και κάποιες δυστυχισμένες αιχμάλωτες, περίπου 2000 άτομα. Τότε τα δύο πυρπολικά κατάφεραν να μπουν ανάμεσα στα τουρκικά πλοία. Ο Κανάρης κατευθύνθηκε κατά την ναυαρχίδας του Καρά Αλή , ενώ ο Πιπίνος κατά της υποναυαρχίδας. Ο Κανάρης τα κατάφερε να πυρπολήσει την ναυαρχίδα , ενώ ο Πιπίνος δεν τα κατάφερε , γιατί βιάστηκε και έγινε αντιληπτός από τους Τούρκους. Η ναυαρχίδα όμως τυλίχθηκε στις φλόγες και μετά ανατινάχθηκε , σκοτώνοντας και τον Καρά Αλή.
Στις 7 Ιουνίου εξαπολύεται και τρίτο γιουρούσι των μαινόμενων Τούρκων στα Μαστιχοχώρια και ολοκληρώνεται η καταστροφή του νησιού.
Το νησί ερημώθηκε. Οι Τούρκοι έφεραν από τον Τσεσμέ άλλους 600 Χριστιανούς για να μαζέψουν τη μαστίχα. Αυτοί όμως αγνοούσαν την καλλιέργειά της και οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να αφήσουν ελεύθερους αρκετούς Μαστιχοχωρίτες για να καλλιεργήσουν τους σχίνους.
Μετά την καταστροφή, από τους 117.000 Χριστιανούς που ήταν ο τότε πληθυσμός της Χίου , έμειναν περίπου 1800 -2000 άνθρωποι. 21.000 ήταν οι φυγάδες(κατέφυγαν στα Ψαρά, Τήνο, Σύρο, Άνδρο, Αγκώνα, Τεργέστη, Μασσαλία, Οδησσό, Μάλτα, Λονδίνο) και 52.000 οι αιχμάλωτοι. Υπολογίζουμε δηλαδή ότι σφαγιάσθηκαν περίπου 52.000 Χιώτες.

Η καταστροφή της Χίου συγκλόνισε όχι μόνο τον Ελληνισμό , αλλά και όλη την Ευρώπη. Οι εφημερίδες έγραφαν άρθρα εκφράζοντας τον αποτροπιασμό τους για τη μεγάλη σφαγή. Βιβλία κυκλοφορούσαν στην Αγγλία, Γαλλία , Γερμανία και οι φιλέλληνες προσπαθούσαν να ευαισθητοποιήσουν την κοινή γνώμη για να βοηθήσουν τα θύματα. Από τη μεγάλη σφαγή της Χίου εμπνεύστηκε ο μεγάλος Γάλλος ζωγράφος Ντελακρουά και ο Βίκτωρ Ουγκώ στο ποίημά του «Το Ελληνόπαιδο».


Ολοκαύτωμα της Μαύρης Ράχης στις 21 Ιουνίου 1822  Τα Ψαρά έπαιξαν καθοριστικό ρόλο ως ισχυρή ναυτική δύναμη και κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821. Η τραγικότερη ιστορική στιγμή των Ψαρών ήταν το ολοκαύτωμα της Μαύρης Ράχης στις 21 Ιουνίου 1822. Η πόλη των Ψαρών έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Όσοι από τους αμάχους πρόλαβαν έφυγαν με τα πλοία. Οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν. Πεντακόσιοι περίπου Ψαριανοί έτρεξαν στο Παλιόκαστρο (Μαύρη Ράχη) και κλείστηκαν στο μικρό φρούριο αποφασισμένοι να μην παραδοθούν αλλά να πέσουν πολεμώντας. Οι γενναίοι υπερασπιστές του φρουρίου, αφού πολέμησαν, έδωσαν και την τελευταία τους πνοή και έγιναν ολοκαύτωμα για την απελευθέρωση της πατρίδας.

Η επανάσταση του 1821 βρίσκει τους Ψαριανούς με περισσότερα από 300 καράβια, μικρού και μεγάλου εκτοπίσματος, που ταξιδεύουν σε όλες τις θάλασσες κουβαλώντας πλούτη στο νησί τους. Επειδή στα ταξίδια τους ήταν υποχρεωμένοι να αντιμετωπίζουν συχνά τους πειρατές, όπλισαν τα πλοία τους με πυροβόλα, τα οποία πολλές φορές βρέθηκαν στην ανάγκη να τα χρησιμοποιήσουν. Έτσι πολύ σύντομα απέκτησαν πείρα πολεμική και αναδείχτηκαν κατόπιν γενναίοι και έμπειροι θαλασσομάχοι.

Από το 1770 οι Ψαριανοί είχαν οπλίσει καταδρομικά πλοία. Μεγάλη υπήρξε η πολεμική τους δραστηριότητα στα προεπαναστατικά χρόνια. Έκαναν επιδρομές στα τουρκικά παράλια προξενώντας ανυπολόγιστες καταστροφές και εξασφαλίζοντας υλικά μέσα για τον καλύτερο εξοπλισμό τους και την αρτιότερη οχύρωση του νησιού. Ενώ όλη η Ελλάδα στέναζε κάτω από τον τουρκικό ζυγό, τα ψαριανά καράβια με τις ηρωικές καταδρομές τους , είχαν γίνει ο βραχνάς του σουλτάνου και όταν σήμανε η μεγάλη στιγμή του ξεσηκωμού του γένους το ηρωικό νησί με τα θρυλικά μπουρλότα, βρέθηκε από την αρχή στην πρωτοπορία του αγώνα.

Όταν λοιπόν έφτασε η πολυπόθητη είδηση της επανάστασης στο νησί, αφού έγινε δοξολογία για την ευόδωση του αγώνα, ένωσαν όλοι τα χέρια και την καρδιά και ορκίστηκαν "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η ΘΑΝΑΤΟΣ".
Από τη στιγμή αυτή οι Ψαριανοί πήραν ενεργό μέρος στην επανάσταση και τήρησαν τον όρκο τους μέχρι τέλους. Την πρώτη κιόλας μέρα αρχίζει η δράση κατά του εχθρού. Τώρα πια δεν περιορίζονται μόνο στις αιφνιδιαστικές καταδρομές με σκοπό τη λαφυραγώγηση και τρομοκράτηση των Τούρκων, αλλά επιχειρούν τολμηρότερα εγχειρήματα. Η κυριότερη αποστολή του ψαριανού στόλου ήταν η καταδίωξη και καταβύθιση κάθε τουρκικού πλοίου που θα τολμούσε να διαπλεύσει το Αιγαίο και η ματαίωση κάθε απόπειρας του σουλτάνου να μεταφέρει στρατεύματα με τα πλοία στην επαναστατημένη ηπειρωτική Ελλάδα. Αυτή η συστηματική και αποτελεσματική επαγρύπνηση των Ψαριανών υπήρξε η σπουδαιότερη συμβολή στην επανάσταση του 1821.

Τα πυρπολικά, μικρά παλιά καράβια, στα οποία υπήρχαν εύφλεκτες ύλες αποτέλεσαν το φοβερότερο όπλο στα χέρια των Ψαριανών. Αυτά τοποθετούνταν στις πλευρές των εχθρικών πλοίων και αφού έβαζαν φωτιά στο πυρπολικό αυτή μεταφερόταν στο εχθρικό πλοίο και το μετέτρεπε σε στάχτη.
Όταν το 1822 έγινε η τραγωδία της καταστροφής της Χίου από τον Καρά Αλή, καράβια από τα Ψαρά έσπευσαν αμέσως σε βοήθεια. Κατόρθωσαν να παραλάβουν αρκετούς κατοίκους του νησιού μεταφέροντάς τους στα Ψαρά , σε νησιά των Κυκλάδων και σε άλλα μέρη της Ελλάδας σώζοντάς τους από βέβαιη σφαγή.

Η εκδίκηση όμως για την καταστροφή της Χίου δεν άργησε να έρθει. Ο Κωνσταντίνος Κανάρης είναι ο άνθρωπος που αναλαμβάνει την ιερή αποστολή. Γονατιστός προσκυνάει στον ιερό ναό του Αγίου Νικολάου, στο χώρο που βρισκόμαστε όλοι εμείς σήμερα. Δυο ψαριανά και δυο καράβια από την Ύδρα ξεκινούν από τα Ψαρά για το λιμάνι της Χίου και στις 6 Ιουνίου του 1822 το πυρπολικό του Κανάρη σπέρνει τον όλεθρο και την καταστροφή στην ναυαρχίδα του τουρκικού στόλου που είναι αγκυροβολημένος στο λιμάνι και γιορτάζει το μπαϊράμι. Πάνω από δυο χιλιάδες άντρες κείτονταν νεκροί μαζί με τον αρχηγό τους Καρά Αλή. Το μεγάλο αυτό κατόρθωμα έγινε αμέσως γνωστό σ’ όλη την Ελλάδα και όπως ήταν επόμενο σκόρπισε ενθουσιασμό και αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων.
Πλήθος άλλων νικών σε ναυμαχίες και πυρπολήσεις τουρκικών πλοίων σε διάφορα μέρη της Ελλάδας έχουν σαν πρωταγωνιστές Ψαριανούς θαλασσομάχους όπως ήταν ο Κανάρης, ο Παπανικολής και ο Νικόδημος

Όμως ο κλοιός άρχισε σιγά σιγά να στενεύει για το ηρωικό νησί. Στο σουλτάνο φτάνουν καθημερινά θλιβερά μηνύματα για τη δράση των Ψαριανών σε βάρος των Τούρκων. Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας ήταν το γεγονός που ξεχείλισε το ποτήρι και έκανε το σουλτάνο Μαχμούτ Β να ξύσει με το νύχι του τα Ψαρά στο γεωγραφικό χάρτη, θέλοντας να δείξει πως το μικρό αυτό νησί που τόσα δεινά του προκάλεσε έπρεπε να καταστραφεί ολοσχερώς. Την εκπόρθηση και καταστροφή των Ψαρών αναλαμβάνει ο Χορσέφ πασάς. Η επιχείρηση αυτή χρειαζόταν μεγάλες δυνάμεις γιατί τα Ψαρά διέθεταν ισχυρό στόλο και καλή οχύρωση. Γι’ αυτό άρχισε να συγκεντρώνει στρατό και στόλο στο Σίγρι της Μυτιλήνης. Από εκεί θα γινόταν η μεγάλη εξόρμηση.

Στο νησί όλοι πλέον νιώθουν το μεγάλο κίνδυνο και επιδίδονται στην όσο το δυνατόν καλύτερη οχύρωσή τους, κυρίως στα νότια και δυτικά παράλια μιας και τα βόρεια και ανατολικά με τις απότομες και βραχώδες ακτές είχαν φυσική οχύρωση. Η Βουλή των Ψαρών αναλαμβάνει το ρόλο της που στην παρούσα φάση ήταν η οργάνωση της άμυνας του νησιού. Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στα Ψαρά εκείνη την εποχή υπήρχε μια δημοκρατικότατη διοίκηση. Κάθε χρόνο γίνονταν εκλογές όπου έπαιρναν μέρος όλες οι κοινωνικές τάξεις και εκλέγονταν 40 αντιπρόσωποι. Αυτοί με τη σειρά τους έβγαζαν τους πέντε δημογέροντες που ήταν άμισθοι. Φτιάχνονται λοιπόν στα προσβαλλόμενα παράλια χαρακώματα και πυροβολεία, οργανώνεται ο στρατός που είχε συνολική δύναμη τριών χιλιάδων περίπου ανδρών. Από αυτούς οι 1300 ήταν ψαριανοί, 1000 μισθοφόροι από διάφορα μέρη και 700 πάροικοι. Ύστερα από αρκετές συζητήσεις απορρίπτεται η πρόταση να χτιστεί τείχος γύρω από την πόλη των Ψαρών και ο στρατός χωρίζεται για να υπερασπιστεί τις ακτές απ’ όπου θα μπορούσε να γίνει η απόβαση των Τούρκων.

Τα πηδάλια βγαίνουν από τα καράβια, απόδειξη ότι όλοι θα πολεμήσουν μέχρι τέλους, αλλά και για να ικανοποιηθούν οι μισθοφόροι που φοβούνταν μήπως εγκαταλειφθούν στο νησί σε περίπτωση αρνητικής έκβασης της μάχης. Ο σουλτάνος στέλνει μήνυμα στους ψαριανούς να παραδώσουν το νησί, χωρίς πόλεμο προσφέροντας εγγυήσεις για τη ζωή τους. Η απάντηση είναι αρνητική.

Η μεγάλη ιστορική μέρα δεν άργησε να έρθει. Στις 20 Ιουνίου του 1824 ο τουρκικός στόλος αποτελούμενος από 200 περίπου μικρά και μεγάλα πλοία έκανε την εμφάνισή του στο βόρειο μέρος του νησιού, στον όρμο Κάναλο. Αμέσως αρχίζουν οι προσπάθειες απόβασης οι οποίες ήταν ανεπιτυχείς. Όλες οι τουρκικές επιθέσεις αποκρούονται χάρη στην ανδρεία που επιδεικνύουν οι υπερασπιστές. Την επόμενη μέρα ο κανιοβολισμός είναι σφοδρότερος αλλά και πάλι δεν κάμπτει την άμυνα. Όμως οι Τούρκοι βρίσκουν όχι καλά φρουρούμενη την ανατολική πλευρά του κάβου Μαρκάκη και ειδοποιούν. Σιγά σιγά αποβιβάζονται, ανεβαίνουν τις απόκρημνες πλαγιές, περικυκλώνουν τους αμυνόμενους στον Κάναλο και αρχίζουν τη φονική μάχη. Τώρα πλέον κύματα Τούρκων στρατιωτών αποβιβάζονται κάμπτοντας την ηρωική αντίσταση που προβάλλεται.

Οι Ψαριανοί υποχωρούν και οργανώνονται στην τοποθεσία Φτελιό, έχοντας προκαλέσει προηγουμένως πολύ μεγάλες καταστροφές στους επιτιθέμενους. Όμως ούτε και αυτή η ύστατη προσπάθεια στάθηκε ικανή να σταματήσει την προέλαση των Τούρκων προς την πόλη. Τα τουρκικά στρατεύματα φανατισμένα από την ηρωική αντίσταση που συνάντησαν και από τις μεγάλες απώλειες που είχαν, μπαίνοντας στην πόλη αρχίζουν με μανία το έργο της σφαγής και της καταστροφής. Τα γυναικόπαιδα τρέχουν προς την προκυμαία για να βρουν σωτηρία στα πλοία, ενώ μικρές ομάδες πολεμιστών συνεχίζουν τον αγώνα και αυτή την ύστατη στιγμή. Άλλοι σφάζονται, άλλοι πέφτουν στην θάλασσα, άλλοι πνίγονται, φωτιά και στάχτη παντού. Είναι εικόνες πλέον βιβλικής καταστροφής. Η αγριότητα των Τούρκων είναι πρωτοφανής

Κάποια καράβια τελικά κατορθώνουν να βγουν από τον τουρκικό κλοιό και να σώσουν τμήματα του πληθυσμού. Οι υπόλοιποι βρίσκουν τραγικό θάνατο πλην εκείνων που συγκεντρώνονται στη Μαύρη Ράχη και κλείνονται στο μικρό φρούριο όπου ήταν και η πυριτιδαποθήκη του νησιού. Πεντακόσια περίπου άτομα πολεμούν με αξιοθαύμαστο πάθος και ανδρεία προκαλώντας σημαντικότατες απώλειες στον εχθρό. Το φρούριο βάλλεται από στεριά και θάλασσα. Έπειτα από δυο ημέρες ηρωικής αντίστασης η μάχη πλέον εκτυλίσσεται σώμα με σώμα. Τότε ο Αντώνιος Βρατσάνος εκτελεί την είδη ειλημμένη απόφαση. Βάζει φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ολόκληρο το κάστρο εκτινάσσεται στον αέρα, παρασύροντας στον θάνατο αμυνόμενους και επιτιθέμενους.
Τα Ψαρά, το ναυτικό αυτό προπύργιο του ελληνικού αγώνα, δεν υπήρχαν πια. Στο νησί του πλούτου, της ευημερίας και των καραβοκύρηδων, στο νησί που έδωσε τα πάντα χρήμα και ψυχή για τον ιερό σκοπό, βασιλεύει τώρα ο όλεθρος και η καταστροφή. Το ολοκαύτωμα των Ψαρών όμως δεν αποτελεί ήττα, αλλά δόξα αθάνατη για τον ελληνισμό, την οποία αποθανάτισε τόσο επάξια ο εθνικός μας ποιητής με το γνωστότατο επίγραμμά του:

"Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη
περπατώντας η δόξα μονάχη
μελετά τα λαμπρά παλικάρια
και στην κόμη στεφάνι φορεί
γινωμένο από λίγα χορτάρια
που ΄χαν μείνει στην έρημη γη


"H «Mαύρη Pάχη» που απαθανάτισε ο Σολωμός, υψώθηκε στη συνείδηση των ανθρώπων σαν σύμβολο θυσίας και ολοκληρωτικής προσφοράς στην υπόθεση της Ελευθερίας, όπως την είδε «επί το μέγα ερείπιον» ο Aνδρέας Kάλβος. Όσοι Ψαριανοί σώθηκαν από την καταστροφή κατέφυγαν στη Mονεμβασιά και με την απελευθέρωση στην Ερέτρια της Εύβοιας, που μετονομάστηκε σε «Νέα Ψαρά»



Ήταν ο τραγικός επίλογος μιας άνισης μάχης, μιας μάχης που απέδειξε με τον πιο αφοπλιστικό τρόπο τα ιδανικά και την αυταπάρνηση των κατοίκων του ηρωικού αυτού νησιού. Ο ελληνικός στόλος παρόλο που είχε ειδοποιηθεί φτάνει καθυστερημένα και αντικρίζει μια εικόνα φρίκης. Η είδηση της καταστροφής των Ψαρών συγκλόνισε το πανελλήνιο και έκανε τους ευρωπαϊκούς λαούς να δουν με περισσότερη συμπάθεια τον αγώνα για ελευθερία και ανεξαρτησία των Ελλήνων.
Κωνσταντίνος Κανάρης, Νικόλαος Αποστόλης, Κωνσταντίνος Νικόδημος, Δημήτριος Παπανικολής, Αντώνιος Βρατσάνος είναι μερικοί από τους Ψαριανούς αγωνιστές που έγραψαν με χρυσά γράμματα το όνομά τους στις σελίδες της ένδοξης ελληνικής ιστορίας.



Η ΜΑΧΗ ΣΤΑ ΔΕΡΒΕΝΑΚΙΑ 26-28 Ιουλίου 1822



Τα Στενά του Δράμαλη


Ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια του χρονικού της Ελληνικής Επανάστασης είναι αναμφίβολα η καταστροφή της στρατιάς του Μαχμούτ Πασά "Δράμαλη", που διαδραματίστηκε στα στενά του Δερβενακίου, του Άγίου Σώστη και στην περιοχή Στεφάνι - Κλεισούρα Αγιονορίου το τριήμερο 26-28 Ιουλίου 1822. Αν και τη γενική εποπτεία για την αντιμετώπιση της τούρκικης στρατιάς είχε ο Κολοκοτρώνης, το βάρος αυτής της αναμέτρησης επωμίσθηκαν ο Νικηταράς, ο Δημήτρης Υψηλάντης, ο Παπαφλέσσας, ο Αντώνης Κολοκοτρώνης, ο Κολιόπουλος και άλλοι οπλαρχηγοί ο καθένας από τους οποίους κινήθηκε σύμφωνα με τις προσωπικές του εκτιμήσεις.

Είχε προηγηθεί η κάθοδος του Δράμαλη στην Πελοπόννησο, επικεφαλής 35.000 στρατού νικηφόρου που είχε δαμάσει τον αδάμαστο Αλή των Ιωαννίνων. Ο στρατός αυτός είχε φτάσει από τα Γιάννενα και τη Λάρισα μέχρι το Άργος σχεδόν ανενόχλητος, δημιουργώντας πανικό στους κατοίκους της Κορινθίας και της Αργολίδας που κατέφυγαν στις ορεινές περιοχές. Όταν ο Δράμαλης εγκατέστησε το στρατηγείο του στο Άργος, είχε περίπου 10-12 χιλιάδες άνδρες κάτω από την άμεση διοίκησή του, και οι μισοί από αυτούς ήταν ιππείς. Το ερειπωμένο όμως κάστρο του Άργους είχε καταλάβει σώμα εθελοντών του Μανιάτη πολεμιστή Καρίγιαννη, οι οποίοι στη συνέχεια δέχθηκαν βοήθεια από τον Δημήτρη Υψηλάντη. Κατά την πολιορκία που ακολούθησε, ο Δράμαλης δεν κατόρθωσε να κυριέψει το φρούριο και ο στρατός του υποχρεώθηκε να ζήσει δυο περίπου εβδομάδες στο κάμπο του Άργους υποφέροντας από παντελής έλλειψη δυνατότητας ανεφοδιασμού, αφού οι Έλληνες είχαν κάψει τα πάντα στον Αργολικό κάμπο και τα πηγάδια είχαν στερέψει λόγω της ξηρασίας του καλοκαιριού. Αυτή η έλλειψη τροφίμων και κυρίως νερού για άντρες και ζώα οδήγησε τελικά στην αναγκαστική υποχώρηση του στρατού προς την Κόρινθο.


Ο Νικήτας Σταματελόπουλος "Νικηταράς"


Εν το μεταξύ στο Στεφάνι είχε συγκεντρωθεί ένας σημαντικός αριθμός οπλαρχηγών με την ακολουθία τους, από τους οποίους θα αναδειχνόταν πρωταγωνιστής ο Νικήτας Σταματελόπουλος, γνωστός ως Νικηταράς. Όπως μας διηγείται ο Δημήτρης Κριεζής, οπλαρχηγός στη μάχη του Αγίου Σώστη και του Αγιονορίου, στο έργο του "Επανόρθωσις εσφαλένων τινών εκ των Απομνημονευμάτων περί της Ελληνικής Επαναστάσεως υπό Φωτάκου πρώτου υπασπιστού του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη (σελ.53-65), ο Νικηταράς είχε σπεύσει στην Πελοπόννησο από την ανατολική στερεά Ελλάδα όπου βρισκόταν με τον Οδυσσέα Ανδρούτσου, 3-4 ημέρες μετά την εισβολή του Δράμαλη στην Πελοπόννησο. Τοποθετήθηκε με τους 100 περίπου άντρες του και τον οπλαρχηγό Χατζηχρήστο που είχε ακολουθία 20-30 άντρες στο Στεφάνι και το Αγιονόρι. Ειδοποίησε τους Έλληνες που είχαν καταφύγει από το Άργος στους Μύλους και το Κεφαλάρι του Άργους, ότι βρισκόταν στο Στεφάνι και ζήτησε να ενισχυθεί η θέση αυτή με ισχυρό σώμα στρατιωτών. Κατά την τοπική παράδοση ο Νικηταράς εγκατέστησε το αρχηγείο του στο σπίτι του "Φέκα", όπου έγιναν και οι συνελεύσεις με τους άλλους οπλαρχηγούς.

Στο Στεφάνι είχαν φτάσει και ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος, γνωστός ως Παπαφλέσσας, μαζί με τον αδερφό του Νικήτα Φλέσσα και σώμα 400 στρατιωτών, άντρες από την περιοχή Λεονταρίου. Έτσι ο αριθμός των αντρών στο Στεφάνι, μαζί με "εκ των πέριξ χωρίων συμποσούμενοι άπαντες" έφτασε τους 800 περίπου άντρες κατά την επιθεώρηση που έγινε πριν την μάχη στο Άγιο Σώστη. Την ημέρα της μάχης έφτασε και ο Δημήτρης Υψηλάντης με 50 στρατιώτες από το Άργος.

Η φύλαξη της οχυρής θέσης του Στεφανίου έγινε προφανώς επειδή από τις γύρω βουνοκορφές του Στεφανίου ήταν εφικτή η παρακολούθηση του αργολικού κάμπου και ως εκ τούτου οι κινήσεις των Τούρκων καθώς και η επικοινωνία με τους άλλους Έλληνες. Επιπλέον η σχετικά κοντινή απόσταση προς τα περάσματα από την Αργολίδα προς την Κορινθία θα επέτρεπε την γρήγορη μετακίνηση των στρατευμάτων των Ελλήνων οπλαρχηγών είτε προς Δυσμάς (στενά του Δερβενακίου και Άγιου Σώστη) είτε προς Ανατολάς (Κοντοπορεία/Κλεισούρα Αγιονορίου).

Ο Νικηταράς είχε τοποθετήσει "επί τινος βουνού προς την Αργολίδα", δηλαδή την "μικρή" Ψηλή Ράχη απέναντι από το Στεφάνι, σκοπιά για να παρακολουθήσει τις κινήσεις των Τούρκων στο Αργολικό κάμπο. Ο Παπαφλέσσας, όπως μας διηγείται ο Κριεζής, άλλαξε την θέση της σκοπιάς αυτής και τους τοποθέτησε "επί της κορυφής ενός βουνού άνωθεν προς Ανατολάς των Μυκηνών άφ' ής έβλεπαν όλην την πεδιάδα της Αργολίδο-Ναυπλίας και επεσκόπει τα κινήματα του εχθρού από όπου έβλεπαν όλη την πεδιάδα της Αργολιδο-Ναυπλίας". Το πιο πιθανών είναι να πρόκειται για την κορυφή του Προφήτη Ηλία του Στεφανίου, από όπου η θέα είναι πανοραμική προς το Νότο και η οπτική επαφή με το Στεφάνι αλλά και με το Αγιονόρι δεδομένη.
Θέα από το Προφήτη Ηλία. Αριστερά διακρίνεται το Ναύπλιο. δεξιά ο αργολικός κάμπος και το Άργος

Η σκοπιά αυτή κατά τις 13:00 ώρα το μεσημέρι της 26. Ιουλίου ειδοποίησε τους Έλληνες στο Στεφάνι και Αγιονόρι "δια καπνών" ότι οι Τούρκοι βάδιζαν προς το Δερβενάκι. Μια ώρα αργότερα τα στρατεύματα του στρατοπέδου του Στεφανίου και Αγιονορίου ξεκίνησαν για τα Δερβενάκια.

Την ίδια ώρα περίπου η εμπροσθοφυλακή των Τούρκων έφτασε στο νότιο στενό του Δερβενακίου. Οι Έλληνες του Αντώνη Κολοκοτρώνη, κρυμμένοι αθέατοι στη πλαγιά του Αγριλόβουνου, τους άφησαν να προχωρήσουν ανενόχλητους. Μόλις μετά από μιάμιση ώρα επιτέθηκαν ξαφνικά. Αιφνιδιασμένοι η εμπροσθοφυλακή έσπευσε να ξεφύγει προς το στενό του Αγ. Σώστη που ακόμη δεν είχε πιαστεί από τον Νικηταρά και τους Φλεσσαίους. Στο διάσελο του "Ανεμόμυλου" "έγινε πολύς σκοτωμός".
Όσοι κατόρθωσαν να γλιτώσουν έφτασαν στον Αγ. Σωστή και από εκεί σώθηκαν στην πεδιάδα της Κουρτέσας. Το κύριο σώμα του στρατού στράφηκε προς το στενό του Άγ. Σώστη που ήταν ακόμα αφύλακτο από τον Νικηταρά. Έτσι αρκετός αριθμός πεζών και ιππέων πέρασε ανενόχλητος στην πεδιάδα της Κουρτέσας.(2)

Εν το μεταξύ τα σώματα του Νικηταρά, των Φλεσσαίων και των άλλων οπλαρχηγών, φτάνοντας στο "αρχαιοτάτου υδραγωγείο των Μυκηνών", στην κοιλάδα του Κεφαλαρίου, έμαθαν από έναν τσοπάνη ότι η Τούρκοι από το Δερβενάκι οπισθοχωρούσαν. Η πληροφορία αυτή προκάλεσε σύγχυση, καθώς ο τσοπάνης δεν ήταν σε θέση να πει εάν οι Τούρκοι βάδιζαν τώρα προς το Άργος ή το Ναύπλιο ή αν κατευθύνονταν προς το στενό του Αγ. Σώστη. Έτσι ο Νικηταράς και οι υπόλοιποι έχασαν πολύτιμο χρόνο στο σημείο αυτό, μη ξέροντας τη να κάνουν.


Μόνο όταν άρχισαν να ακουστούν οι πυροβολισμοί από την κατεύθυνση του Δερβενακίου, έσπευσαν προς το μέρος εκείνο ανεβαίνοντας στη ράχη του Τρίκορφου. Φτάνοντας στην κορυφή, είδαν "παρά τα ριζώματα των βουνών του Δερβενακίου προς την Αργολίδα πυροβολισμούς πολλούς, προερχομένους, ως κατόπιν εμάθομεν, από τα διάφορα εκει στρατιωτικά σώματα του Αντώνη Κολοκοτρώνη". Από κάτω τους, το δασώδης στενό που οδηγούσε από την Αργολίδα προς το Αγ. Σώστη και το διάσελο του Ανεμόμυλου, ήταν γεμάτο Τούρκους που βάδιζαν προς την Κουρτέσα.

Και τότε σύμφωνα με τις μαρτυρίες όλων των απομνημονεύματογράφων, έγινε κυριολεκτικά σφαγή των Τούρκων που κράτησε πέρα από την Δύση του ήλιου. Ο Φωτάκος μας διηγείται: " έγεινεν ο μεγαλύτερος σκοτωμός. Ο τουφεκισμός εδιήρκεσεν μιάν ημισύ ώραν, και επειδή ενύκτωσεν και δεν έβλεπαν πλέον, έρριχναν εις τον σωρόν...Το μέρος ήτο πολύ κατήφορον και εκυλούσαν τα ζώα και οι άνθρωποι ζωντανοί και σκοτωμένοι...και εγέμισε το ρέμα ο ένας ήτο τότε πλακωμένος από τον άλλον, από τα ζώα και από τα φορτώματα..." Γύρω στις 2.500 με 3.000 πρέπει να υπολογιστούν οι Τούρκοι νεκροί και τραυματίες την ημέρα εκείνη.

Η τρομερή καταστροφή ανάγκασε τον Δράμαλη να εγκαταλείψει την προσπάθειά του και να οπισθοχωρήσει μαζί με το υπόλοιπο μέρος του στρατού του στην Γλυκειά,την αρχαία Τύρινθα.

Οι Έλληνες προχώρησαν μετά την μάχη στην λεηλασία των πλούσιων λαφύρων. Άλογα, Μουλάρια, μερικές καμήλες, όπλα και άφθονο χρυσάφι φορτώθηκαν και πήραν το δρόμο για το Στεφάνι, κατά την επιστροφή των σωμάτων του Νικηταρά, των Φλεσσαίων και των άλλων οπλαρχηγών στο στρατόπεδο. Την επόμενη ημέρα, μοίρασαν τα λάφυρα και όπως μας διηγείται ο Κριεζής "γυναίκες των χωριών Στεφανίου και Αγιονορίου" βρήκαν "εντός των ρευμάτων και του δάσους της οδού του Αγίου Σώστη (...) πλουσίαν μερίδα λαφύρων". Η λαφυραγωγία βέβαια οδήγησε πολλούς Έλληνες να παρατήσουν τον αγώνα και να διασκορπιστούν "ασχολούμενοι είς απόκρυψιν, εξασφάλισι, καταγραφάς των λαφύρων των, διανομάς και έριδας, και ώς μεθυσμένοι διατελούντες καθ' όλην την 27 και 28, ουδεις πλεόν υπήκουεν" (3). Το σώμα του Νικηταρά και των άλλων οπλαρχηγών είχε συρρικνωθεί σε 500 περίπου άντρες.

 Η στρατιά του Δράμαλη αφού διανυκτέρευσε στη Γλυκειά, αποφάσισε τα χαράματα τις 28 Ιουλίου, να προχωρήσει στην δεύτερη προσπάθεια καταφυγής στην Κόρινθο, αυτή την φορά δια μέσου του ανατολικού περάσματος, της Κοντοπορείας, δηλαδή του στενού που ακολουθεί αρχικά την χαράδρα του Μπερματίου, αναιβαίνει στο οροπέδιο ανάμεσα στο Στεφάνι και το Αγιονόρι και στην συνέχεια κατεβαίνει προς την Κλένια μέσω της Κλεισούρας του Αγιονορίου. Ένα πέρασμα ιδιαίτερα δύσβατο και επικίνδυνο λόγου του εδάφους. Υπάρχουν δύο εκδοχές για το λόγο για τον οποίο ο Δράμαλης αντί να συνεχίσει προς το Αγιονόρι πήρε το δρόμο που οδηγούσε στο Στεφάνι και από εκεί στον Αγ. Βασίλειο. Η πρώτη είναι ότι ο Δράμαλης είχε σχέδιο να χτυπήσει την δύναμη του Νικηταρά που βρισκόταν στο Στεφάνι και ήταν πιο απομονωμένη. Η δεύτερη είναι πιο πρακτικής φύσης: Καταπονεμένοι και διψασμένοι καθώς ήταν οι Τούρκοι και τα ζώα τους θέλησαν να ξεδιψάσουν στα πηγάδια του Στεφανίου και έτσι στράφηκαν, κατά την άνοδο τους προς το χωριό. Την μικρή κοιλάδα του Στεφανίου διέτρεχαν παλιά ακόμα και το καλοκαίρι νερά. Μην έχοντας μεγάλες ελπίδες να βρει παρακάτω νερό ο Δράμαλης πήρε την απόφαση να διεκδικήσει νερό στο Στεφάνι.
Το Τουρκογέφυρο πάνω από το ρέμα του Ταξιάρχη, δεξιά το ύψωμα του Λάκκου, αριστερά η πορεία που ακολούθησε η στρατιά του Δράμαλη

Οι Έλληνες οπλαρχηγοί που από το Στεφάνι παρακολουθούσαν την πορεία των Τούρκων, αποφάσισαν να κατέβουν από τα υψώματα του Στεφανίου προς το Μπερμπάτι προκειμένου να προλάβουν τους Τούρκους πριν ανέβουν στο ανοιχτό έδαφος της κοιλάδας (όπου θα έχαναν κάθε πλεονέκτημα γιατί οι Τούρκοι υπερτερούσαν αριθμητικά) και χωρίστηκαν σε δύο σώματα, το σώμα του Νικηταρά προς Στεφάνι και το σώμα των άλλων οπλαρχηγών προς Αγιονόρι, για να τους χτυπήσουν από τις δύο μεριές.

Όπως διηγείται ο ίδιος ο Νικηταράς:

"Από το Στεφάνι αγναντεύουμε τους Τούρκους εις την Γλυκειά (...). Είδαμε ότι ο Δράμαλης εκίνησε από την Γλυκειά να περάσει από το Μπερμπάτι Αγιονόρι να παέι στη Κόρθο. Ημείς κατεβήκαμε από του Μπερμπάτι αποπάνου στον δρόμο αλλά τους μισούς τους έστειλα από άλλο δρόμον."

Η σύγκρουση έγινε κατά την τοπική παράδοση στην τοποθεσία "Μεγαμνό", ύψωμα λίγο νοτιότερα του Στεφανίου. Ο Κριεζής διηγείται ότι η μάχη αυτή κράτησε περίπου μία ώρα, και αν και ο Νικηταράς αναγκάστηκε να υποχωρήσει προς του Στεφάνι μπροστά στον όγκο του τούρκικου στρατού, χάνοντας αρκετούς άντρες, κατάφερε να επικρατήσει "ψυχολογικά", αφού οι πλειοψηφία των Τούρκων λόγω της εξάντλησης και της πανωλεθρίας που είχαν υποστεί τις τελευταίες ημέρες, δεν άντεξαν. Η τάξη του στρατεύματος τους διαλύθηκε και ιππείς και πεζοί άρχισαν να κατευθύνονται ΒΑ προς την Κλεισούρα του Αγιονορίου αναζητώντας την διαφυγή. Το σώμα του Νικηταρά καταδίωξε το στρατό μέχρι την Κλεισούρα του Αγιονορίου πυροβολώντας το από επίκαιρες θέσεις, και με το σώμα των Φλεσσαίων να πυροβολάει από την μεριά του Αγιονορίου, ο κλοιός έσφιξε στην Κλεισούρα. Και εκεί: "Συνωθούμενοι και καταπατούμενοι τις να προσπεράση τον άλλον δεν ήσαν εις κατάστασιν πλην ολίγων τινών πεζών, τα πλάγια του σμήνους παρακολουθόντων, να πυροβολίσι κατά των ημετέρων". Στην Κλεισούρα του Αγιονορίου, απότομη χαράδρα που ήταν πέρασμα "στενό, κατωφερής και εις μέρη λιθόστρωτος και ολισθυρό, εν τάυτω δε ήτο επίτηδες εσκαμμένη και διακεκομμένη υπό των ημετέρων", μετά δυσκολίας και κινδύνου μπορούσε να περάσει κανείς έφιππος ή και πεζός. Λόγω του πανικού τους, πολλοί Τούρκοι "κατέπεσαν εις τα ρεύματα και εις τους βράχους (...) έφιπποι, πεζοί και φορτηγά ζώα και εφονεύθησαν". Εκείνη την ημέρα σκοτώθηκαν περίπου 600 Τούρκοι , ενώ οι απώλειες του σώματος του Νικηταρά έφτασαν τους 20 .

Η φθορά των Τούρκων από την κοιλάδα μέχρι και το κάτω μέρος της Κλεισούρας θα μπορούσε να ήταν και μεγαλύτερη, όπως διηγείται ο Κριεζής, αλλά οι Έλληνες έπεσαν στα λάφυρα και ειδικά στα ζώα, και ελάχιστοι ήταν διατεθειμένοι να ακολουθήσουν και να κυνηγήσουν τους Τούρκους στην Κλεισούρα. Όπως διηγείται ο Νικηταράς: "Με τες πλάκες εμπόδιζα τους Έλληνες να μη κάμουν λάφυρα, αλλά να πάμε κατόπιν των Τούρκων." Έτσι όσοι Τούρκοι κατάφεραν να ξεφύγουν από τους Έλληνες στο Μεγαμνό και από τα συντονισμένα πυρά των Φλεσσαίων και Νικηταρά και στη συνέχεια να περάσουν το πέρασμα της Κλεισούρας χωρίς να γκρεμοτσακιστούν, σώθηκαν. Μαζί τους και ο Δράμαλης. Η συντριβή της στρατιάς του είχε όμως ολοκληρωθεί. Οι απώλειες των Τούρκων στις τρεις αυτές αναμετρήσεις υπολογίζονται από τον Φωτάκο σε 5.000. Ο Δράμαλης αρρώστησε και πέθανε λίγους μήνες αργότερα στην Κόρινθο, μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες να σπάσει τον κλοιό των Ελλήνων που τον είχαν αποκόψει από το υπόλοιπο της Πελοποννήσου και τη Στερεά Ελλάδα.



Η μάχη στο Κεφαλόβρυσο και ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη 8-9 Αυγούστου, 1823

Μεγάλος θρήνος έγινε μέσα στο Μεσολόγγι.
Το Μάρκο παν' στην εκκλησιά, το Μάρκο παν' στον τάφο.
Εξήντα παπάδες παν' μπροστά και δέκα δεσποτάδες.
Κι από κοντά Σουλιώτισσες πάνε μοιρολογώντας.
Σηκώσου απάνω, Μάρκο μου, και μη βαριά κοιμάσαι.
Πώς να σ’κωθώ, μωρέ παιδιά, και πως να αναβλέψω;
Έχω μολύβι στην καρδιά, και βόλια στο κορμί μου.
Κι ανάμεσα στο στήθος μου είμαι μαχαιρωμένος.



Στα μέσα του 1823, οι φήμες για νέα μεγάλη τουρκική εισβολή, στα πλαίσια μιας καινούργιας προσπάθειας συντριβής της επανάστασης, γίνονταν πραγματικότητα. Οι αψιμαχίες μεταξύ των καπεταναίων για τίτλους και στρατιωτικούς βαθμούς ήταν, ό,τι χειρότερο μπορούσε να συμβεί στη πιο κρίσιμη καμπή της εξέγερσης.
Ο Μάρκος Μπότσαρης, που η διοίκηση τον είχε ορίσει στρατηγό της Δυτικής Ελλάδας, βρίσκεται στο Κεράσοβο της Ακαρνανίας. Με επιστολή του, στις 19 Ιανουαρίου του 1823, γράφει στους καπεταναίους, ότι προσφέρεται να παραιτηθεί από το αξίωμά του, αν αυτό θα συντελούσε στο καλό της πατρίδας.
Ο αναπληρωτής του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, έπαρχου στην περιοχή της Αιτωλίας και Ακαρνανίας, Κ. Μεταξάς, σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης των καπεταναίων για την αντιμετώπιση της νέας απειλής, μοιράζει αφειδώς βαθμούς στρατηγίας. Αρχές Ιουλίου τους συγκαλεί σε μια συμφιλιωτική σύσκεψη στα Κερασοβίτικα Καλύβια, όπου και τους όρισε και τις θέσεις τους. Τους Μάρκο Μπότσαρη, Γεώργιο Καραϊσκάκη, Κίτσο Τζαβέλα και Γιαννάκη Γιολδάση, με δύναμη 4.000 πολεμιστές, τους τοποθετεί στο Καρπενήσι.
Από την πλευρά των Τούρκων, δύο ασκέρια υπό τους Μουσταή Πασά της Σκόνδρας με 12.000 Αλβανούς και 3.000 Μιρντίτες (Αλβανοί ορεσίβιοι ρωμαιοκαθολικοί χριστιανοί) και Ομέρ Βρυώνη πασά των Ιωαννίνων με 4.000 αλβανούς, χωρισμένοι σε τρία τμήματα, ξεκινούν σε παράλληλη κάθοδο προς το Μεσολόγγι.
Ο Μουσταή Πασάς της Σκόνδρας, ζητά από τους αρματολούς να προσκυνήσουν και να ενταχτούν στη δύναμή του. Κάποιοι προσκύνησαν και εντάχθηκαν, όπως ο δολοφόνος του Κώστα Λεπενιώτη Νίκος Θέος από τη Φουρνά.
Η επέλαση του βεζίρη Μουσταή, μόνο τρόμο και καταστροφή έφερνε. Σαν έφτασε στ' Άγραφα έγραψε στον Καραϊσκάκη να προσκυνήσει.
Ο άρρωστος από φυματίωση Καραϊσκάκης, σε μια προσπάθεια να συγκρατήσει το τμήμα του που τον εγκατέλειπε, απαντά πως φοβάται να προσκυνήσει και θα μείνει πιστός στο ντοβλέτι, αλλά δεν τα κατάφερε. Απογοητευμένος από τη διχόνοια των καπεταναίων και τους συντρόφους του να τον εγκαταλείπουν, αποσύρεται στο μοναστήρι του Προυσού. Από το τμήμα του, μόνο ο ατρόμητος Θανάσης Τσιάκας από το Μοναστηράκι των Αγράφων με 30 πολεμιστές παρενοχλεί τα φουσάτα του Μουσταή.
Ο Μουσταής, εισέρχεται στην Ευρυτανία από τα "Παλούκια" της Τατάρνας (του Ραπτοπούλου σήμερα), όμως, εκεί τον καρτερεί ο καπετάν Τσιάκας και του προξενεί μεγάλη ζημιά. Παρ' όλα αυτά, συνεχίζει την καταστρεπτική πορεία του και μπαίνοντας στα χωριά της Πρασιάς, πυρπολεί το Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στο Κυπαρίσσι, καίει το Μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα Φουσιανά και καταστρέφει ολοσχερώς το Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου στον συνοικισμό του Προδρόμου. Έπειτα, φτάνοντας στα Λεπιανά, πυρπολεί τη Μονή του Αγίου Δημητρίου, στη Γρανίτσα τη Μονή Εισοδίων της Θεοτόκου, στο Βίρνικο (Βέρνικο) τη Μονή του Αγίου Ιωάννη και στην Τατάρνα πυρπολεί την ιστορική Μονή Τατάρνας. Από εκεί, μέσω Βούλπης, φτάνει στη Βίνιανη, όπου πυρπολεί άλλη μια Μονή (δεν έχει διασωθεί ούτε το όνομά της) και περνώντας τον Μέγδοβα ποταμό, φτάνει, μέσω Στενώματος και Αγίου Αθανασίου, στο Καρπενήσι. Λίγο αργότερα καταφθάνει και ο θείος του, ο Τζελαλεντίν Μπέης από την Φθιώτιδα με 5.000 τουρκαρβανίτες.
Το τρίτο σώμα, υπό τον Άγο Βασιάρη, αποτελούμενο από 9.000 τουρκαλβανούς καταφθάνει κι αυτό από τη Ρεντίνα, μέσω Ζαχαράκη, Αι -Λια Νεοχωρίου, Πάτωμα και Καγκέλια Βελουχιού.
Με τον ερχομό τόσων τούρκικων στρατευμάτων, το Καρπενήσι, έγινε ένα απέραντο στρατόπεδο τουρκαλβανών, τα οποία ανασυγκροτούνται για την επόμενη καταστροφική πορεία τους, μια πορεία που είχε κατεύθυνση προς το Μεσολόγγι. Από τα σπίτια του Καρπενησίου μέχρι τη Μεσοχώρα και το Κεφαλόβρυσο, τα φουσσάτα του Μουσταή ξεπλένονται από τις σφαγές και ετοιμάζονται για νέες.
Ο Μουσταή Πασάς, κάλεσε τον αρματολό του Καρπενησίου Γιαννάκη Γιολδάση να έρθει να τον προσκυνήσει. Ο Γιολδάσης του απάντησε πονηρά, ότι δεν έχει αξία το δικό του το προσκύνημα, αν δεν πείσει και τους άλλους καπεταναίους να πράξουν το ίδιο και του ζητά δεκαπέντε μέρες προθεσμία, προκειμένου να το πράξει. Ο Μουσταής, δέχτηκε τη προθεσμία υπό τον όρο να του στείλει δύο ομήρους για εγγύηση. Κανείς όμως δεν δέχονταν να γίνει όμηρος του πασά, αφού, με τη λήξη της προθεσμίας, ήταν βέβαιος ο θάνατός του. Στο κίνδυνο να αγριέψει ο Πασάς και ν' αρχίσει τις σφαγές και τις καταστροφές, δέχτηκαν εθελοντικά να γίνουν όμηροι δύο γενναίοι πατριώτες. Ο Γιάννης Ράμος, πολεμιστής του Γιολδάση και ο εφημέριος της Λάσπης (Αγίου Νικολάου) παπα -Γιώργης.

Παράλληλα, από την Ακαρνανία όπου βρίσκεται, ο Μάρκος Μπότσαρης, στέλνει μήνυμα στους καπεταναίους, που, ανήμποροι και τρομοκρατημένοι να αντισταθούν στις χιλιάδες των τουρκαλβανών, λουφάζουν στα βουνά του Καρπενησίου. Από εκεί, μέσω Μεσολογγίου, αναχωρεί κρυφά και συναντιέται με τους καπεταναίους που διαφωνούσαν με τον βαθμό του.
Στη συνάντηση αυτή, ο Μάρκος, τόνισε την ανάγκη για ομόνοια και συμφιλίωση και δίνοντας πρώτος το παράδειγμα, σκίζει το δίπλωμα του στρατηγού λέγοντας: "Όποιος είναι άξιος, παίρνει του στρατηγού το δίπλωμα από το Σκόντρα Πασά". Έπειτα, εφοδιάζεται με πυρομαχικά και έχοντας μαζί του 1.250 πολεμιστές, εκ των οποίων οι 400 ήταν Σουλιώτες, φτάνει στο Μικρό Χωριό.
Ήταν προφανές, ότι ο Μάρκος ως σκοπό του είχε να χτυπήσει το στρατό του Μουσταή στο Καρπενήσι. Δεν έβρισκε, όμως, ανταπόκριση από τους Στερεοελλαδίτες καπεταναίους, λόγω της έχθρας που χώριζε αυτούς και τους Σουλιώτες.
Ο Καραϊσκάκης, τους Σουλιώτες τους μισούσε από παλιά επεισόδια που είχαν μεταξύ τους στ' Άγραφα. Εκτός από τους Τζαβελαίους με τους οποίους συμφιλιώθηκε, το μίσος του για τους Μποτσαραίους δεν έσβηνε. Μόνο το Μάρκο αναγνώριζε ως ίσο, γενναίο πολεμιστή και άνθρωπο.

Στις 7 Αυγούστου, από το Μικρό Χωριό, ο Μάρκος στέλνει τρεις έμπιστούς του μέσα στο ασκέρι των Αλβανών για αναγνώριση. Έστειλε τον εξάδερφό του Θανάση Τούσια Μπότσαρη, το Θανάση Κουτσονίκα και το Γιάννη Μπαϊρακτάρη. Εισχωρούν πρωί μέσα στο στρατόπεδο και συλλέγοντας πολύτιμες πληροφορίες επέστρεψαν στο Μικρό Χωριό. Συγκαλεί σε συνάντηση τους ντόπιους καπεταναίους που στρατοπεδεύουν στα Λακώματα της Καλιακούδας, κοντά στο χωριό Κλαψί. Στην πρόσκλησή του γράφει: "Αδελφοί Καπεταναίοι. Εγώ ήρθα εδώ και σκοπόν έχω να προσβάλω τον πασά. Αν θέλετε κατεβάτε κάτω στον Άγιον Νικόλαον του χωριού Κλαψίου να κουβεντιάσουμε και να τον κτυπήσουμε μαζί και αν δεν θέλετε μην έρχεσθε".
Ο Ζυγούρης Τζαβέλας, οι Γιολδασαίοι, ο Φωτομάρας, ο Ζέρβας, ο Σιαδήμας και οι Κοντογιανναίοι από την Φθιώτιδα, ανταποκρινόμενοι στην πρόσκλησή του, βρέθηκαν στο Κλαψί, για να ακούσουν το σχέδιο του Μάρκου. Εκεί, ο Μάρκος, τους εξήγησε το σχέδιο της επίθεσης. Αυτός με τους πολεμιστές του, από την μεριά της ποταμιάς, θα προσεγγίσουν το κυρίως σώμα του εχθρού που βρίσκονταν στο Κεφαλόβρυσο και οι υπόλοιποι, θα το χτυπήσουν από τη μεριά της Μπιάρας. Λόγω της μικρής δύναμης πολεμιστών, μπροστά στον πολυάριθμο εχθρό, αυτός με τους δικούς του, θα εισβάλει νύχτα μέσα στο κέντρο του στρατοπέδου, ώστε να πετύχουν αιφνιδιασμό και σύγχυση στον εχθρό. Οι υπόλοιποι περί τους 2.000 θα τους χτυπούν πλαγιομετωπικά και παράλληλα θα αποτρέπουν κίνηση των άλλων δύο στρατοπέδων προς το Κεφαλόβρυσο.
Ο Γιάννης Γιολδάσης, ακούγοντας το παράτολμο σχέδιο, φέρνει αντιρρήσεις. Προτείνει την από το νότο κατά μέτωπο επίθεση, σε μια προσπάθεια εξαναγκασμού του εχθρού να υποχωρήσει προς τη Θεσσαλία. Ανησυχεί, όμως, και για την τύχη των δυο ομήρων που άφησε ως εγγύηση στον πασά.
Ο Μάρκος του απάντησε: "Ας παν κι αυτοί κορμπάνι για το γένος" κι έκλεισε με το αρχικό του σχέδιο.

Οι Σουλιώτες καπεταναίοι κάνουν διεισδύσεις από τον Άγιο Αντρέα και την Μπιάρα με στόχο τους τον έλεγχο της πρόσβασης προς τα ανατολικά του εχθρικού στρατοπέδου. Ασφαλίζουν τη μεγάλη και αφύλακτη στρατηγική διασέλα, βόρεια του Κώνισκου και την πρόσβαση από την Άγιο Ανδρέα - Μπιάρα και μέχρι τον Καρπενησιώτη ποταμό. Με την εκδήλωση της επίθεσης του Μάρκου στο στρατόπεδο του Κεφαλόβρυσου, το τμήμα αυτό θα χτυπούσε από τα ανατολικά. Παράλληλα βόρεια προς το μέρος του Καρπενησιού και δυτικά προς τη μεριά της Μεσοχώρας όπου βρίσκονταν οι 3.000 Μιρντίτες, ώστε να καθηλώσουν τα άλλα δύο αυτά εχθρικά στρατόπεδα στις θέσεις τους.
Αν και όλη η προεργασία της επίθεσης γίνονταν μυστικά, δεν έλειψαν οι προδότες που φρόντισαν να ενημερώσουν τον Μουσταή Πασά για τις προθέσεις του Μάρκου. Αυτός, υπεροπτικά, καθησύχαζε τους αξιωματικούς του, λέγοντάς τους, πως όλον τον καιρό αναζητεί να χτυπηθεί με κλέφτες, οι οποίοι έχουν χαθεί από το φόβο τους, αλλά υποψιάζονταν, ότι δε θα τολμήσουν να αναμετρηθούν με τον ασύγκριτα πολυάριθμο στρατό του.
Ο Τζελαλεντίν Μπέης, επέμενε, ότι γνωρίζει το Μάρκο και ξέρει, ότι αψηφά τους κινδύνους και θα χτυπήσει.
Ο Μουσταής, απαντά για το Μάρκο ειρωνικά. Μόνο ο Τότι Πρέγκα, ο αρχηγός των Μιρντιτών, λαμβάνει σοβαρά τα μηνύματα και χτίζει προχώματα.

Τα μεσάνυχτα 8 προς 9 Αυγούστου του 1823, πέντε ώρες μετά το βασίλεμα του ήλιου, ο Μάρκος Μπότσαρης με 350 μπαρουτοκαπνισμένους "Σουλιώτες", εκ των οποίων οι 20 Ευρυτάνες, χωρισμένοι σε μικρές ομάδες, εισβάλουν στο στρατόπεδο του Κεφαλόβρυσου από τη ποταμιά.
Ως γνωστόν, η ενδυμασία των τουρκαλβανών είναι πανομοιότυπη με τη φουστανέλα των Ελλήνων, επίσης ίδια είναι και η γλώσσα τους, η αρβανίτικη και αυτό το εκμεταλλεύεται ο Μάρκος με τους πολεμιστές του. Όμως, για να γνωρίζονται μεταξύ τους, φοράνε μαντίλια στο κεφάλι και ανασκουμπώνουν τα μανίκια τους. Οι Σουλιώτες, για την αναμεταξύ τους αναγνώριση (για την αποφυγή σύγχυσης), χρησιμοποιούν το σύνθημα "τσίλι γιε τι;",ποιος είσαι συ, και ως παρασύνθημα το "χέκουρ" (σίδερο). Με αυτόν τον τρόπο εισέβαλαν στο κέντρο του στρατοπέδου, χωρίς να τους πάρουν είδηση. Οι περισσότεροι τουρκαλβανοί κοιμόντουσαν και οι υπόλοιποι, αμέριμνοι από την ήσυχη νύχτα του Αυγούστου, δεν υποψιάζονται το κακό που τους περιμένει. Οι Σουλιώτες, σαν τα ξωτικά της νύχτας, διαβαίνουν ανάμεσά τους και μέσα απ' τις φορεσιές τους, σιγά -σιγά, φανερώνονται τα αστραφτερά γιαταγάνια τους.

Ξάφνου, τη γαλήνη της νυχτιάς την αναστατώνει η σάλπιγγα της επίθεσης. Τα σουλιώτικα γιαταγάνια δε γυαλίζουν πια από το φεγγαρόφωτο της νύχτας, αλλά από το αίμα των τρομοκρατημένων τουρκαλβανών, που προσπαθούν να κρυφτούν ακόμη και από την ίδια τους τη σκιά. Το Κεφαλόβρυσο, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, μετατρέπεται σε ένα απέραντο σφαγείο ανθρώπων.
Οι Σουλιώτες, αλαλάζοντας σαν τρελοί, δεν ανασαίνουν ούτε στιγμή. Ήταν ένας αγώνας δρόμου, για να μην προλάβουν οι τουρκαλβανοί να συνέρθουν και ο κάθε Σουλιώτης έσφαζε τους εχθρούς του τον έναν πίσω από τον άλλον. Βλέποντας τους "αήττητους" του Μουσταή Πασά της Σκόνδρας πανικοβλημένους και πνιγμένους στο αίμα, ορμούν με ακόμα περισσότερη μανία και ατέλειωτο πάθος. Μεγάλος είναι ο πανικός και η σύγχυση που επικρατεί στους τουρκαλβανούς. Δεν ξέρουν από ποιον να φυλαχτούν και σφάζονται μεταξύ τους.



Ο Μάρκος, που δεν χορταίνει τον πανικό που έσπειρε, ψάχνει για αξιωματούχους προς σφαγή. Με το βλέμμα του αετού που αναζητεί το θήραμά του και με το αιματοβαμμένο σπαθί στο χέρι του, τραυματίζεται κοντά στα σκέλια του από βόλι, αλλά αδιαφορεί και απτόητος συνεχίζει. Σώνει και καλά, ψάχνει να βρει το θύμα του. Ξάφνου βρίσκεται στο "κουλούρι του Καραγιάννη" που πίστεψε, ότι υπήρχαν αξιωματικοί και γεμάτος πάθος ορμά στον μαντρότοιχο. Δεν τα κατάφερε όμως. Ένα βόλι τον βρίσκει πάνω από το δεξί του μάτι και έγειρε, γονάτισε, έπεσε καταγής. Το λιοντάρι της Ηπείρου κείτεται πια νεκρό. Ο Θανάσης Τούσιας Μπότσαρης, ο ξάδερφος του Μάρκου, βλέποντάς τον πεσμένο στο χώμα, τον αρπάζει στις πλάτες του και με γρήγορες κινήσεις εγκαταλείπει το διαλυμένο πλέον στρατόπεδο. Σε λίγο ξημερώνει και το σύνθημα της αποχώρησης σηματοδοτεί το τέλος της μάχης.

Καθώς οι πρώτες αχτίδες του ήλιου διαπερνούν τον αχνό της πρωινής υγρασίας, ανακατεμένον μ' εκείνον του καμένου μπαρουτιού και του αίματος που αχνίζει, οι Σουλιώτες αποχωρούν χωρίς τον κίνδυνο να τους ακολουθήσει κανείς. Εξάλλου, οι τουρκαλβανοί, δεν συνειδητοποίησαν ακόμη τι τους συνέβη και συνεχίζουν να σφάζονται μεταξύ τους. Λουσμένοι πατόκορφα απ' το εχθρικό αίμα γελούν με το κατόρθωμά τους. Μαζί τους, εκτός τα πολλά λάφυρα, σέρνουν αιχμάλωτο και τον διοικητή του στρατοπέδου, τον Άγο Βασιάρη. Όταν απομακρύνονται αρκετά από το διαλυμένο στρατόπεδο και χάνονται οι κραυγές του πόνου και της απελπισίας, φτάνουν σε ένα αναπάντεχο θέαμα. Σε ένα πλάτωμα του Κώνισκου, βλέπουν τον αρχηγό τους, το Μάρκο, νεκρό. Δίπλα του, οι συνοδοί του σκυφτοί και αμίλητοι. Η χαρά της νίκης μετατρέπεται σε οδύνη και το μίσος της εκδίκησης τρελαίνει το μυαλό τους. Με μιας γονατίζουν τον αιχμάλωτο Άγο Βασιάρη μπρος στο σώμα του αρχηγού τους, όπως ορίζουν τα αρχαία πολεμικά έθιμα, και τον σφάζουν.

Η είδηση του χαμού του Μάρκου Μπότσαρη σχίζει βουνά και λαγκάδες σέρνοντας μοιρολόγια σε όλη την επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Μάρκος Μπότσαρης, εκεί, στο Κεφαλόβρυσο, διάβηκε την πύλη της αιωνιότητας. Μαζί και 60 σύντροφοί του.
Το μίσος του Μουσταή Πασά της Σκόνδρας, έπειτα από το χαλασμό που του προξένησαν οι Σουλιώτες, δεν περιγράφεται. Περί τους χίλιους οι νεκροί αντάμα με τους τραυματίες, χώρια αυτοί που σκόρπισαν και δεν επέστρεψαν από τον πρωτόγνωρο τρόμο που έζησαν. Μα πάνω απ' όλα καταρρακώθηκε το ηθικό του στρατού του. Από τους δυο ομήρους του πασά, ο μεν Γιάννης Ράμος απαγχονίστηκε αμέσως, ο δε παπα-Γιώργης, τη νύχτα του χαλασμού, κατάφερε να δραπετεύσει.






Η Μάχη παρά το Μανιάκι  20 Μαϊου, 1825

Το περιβόητο Εκτελεστικό, με πρόεδρο το Γ. Κουντουριώτη και γραμματέα τον Μαυροκορδάτο, άρχισε να συζητά πως ο μόνος τρόπος για ν' αντιμετωπιστεί ο Ιμπραήμ ήταν να σχηματιστεί, με τα χρήματα του δεύτερου δανείου των δυο εκατομμυρίων λιρών, μισθωτός στρατός στην Αμερική που θα ερχόταν να πολεμήσει στην Ελλάδα! Ωσάν ο Ιμπραήμ θα καρτέραγε να φτιαχτεί πριν ο στρατός, να μεταφερθεί, με Ιστιοφόρο τότε, από τα πέρατα του κόσμου στον τόπο μας κι έπειτα να μας πολεμήσει. Ή εξωφρενική αυτή πρόταση βρίσκει, σωστά, τούτη δω την κριτική του Κόκκινου: «Το πράγμα φανερώνει μέχρι ποίου σημείου δεν αντελαμβάνοντο την φοβερά πραγματικότητα οι αποκλείοντες την ληψιν σοβαρών στρατιωτικών μέτρων εντός αυτής της Πελοποννήσου δια της χρησιμοποιήσεως των εις την φυλακην ή υπό καταδίωξιν Πελοποννησίων αρχηγών, διότι αυτοί ήσαν οι συζητουντες την μετάκλησιν ξένου στρατού, ανυπάρκτου ακόμη, προς αντιμετώπισιν του Ίμβραήμ».

Aν όμως οι ανώτατοι τότε άρχοντες, το Εκτελεστικό, δεν ήθελε να καταλάβει ο,τι καταλάβαιναν και οι πιο απλοί άνθρωποι, πως μπροστά στον τρομερό κίνδυνο έπρεπε να ξεχαστούν τα πολιτικά πάθη και οι Έλληνες, ενωμένοι, ν' αντιβγούν στο νέο και τόσο επίφοβο εχθρό, ευτυχώς βρέθηκαν, μέσα στην ίδια την κυβέρνηση, άλλοι που συνειδητοποίησαν το χρέος τους προς την πατρίδα. Ανάμεσα σ' αυτούς, πρώτος και πιο δυναμικός, ξεχώρισε ο Παπαφλέσσας που ήταν τότε υπουργός των Εσωτερικών, ο οποίος είχε βυθιστεί στις πολιτικές δολοπλοκίες και στους εμφύλιους σπαραγμούς ως το λαιμό. Είχε κατεβεί και το τελευταίο σκαλοπάτι της σκάλας του κακού. Μα μπρος στη νέα συμφορά που χτύπαγε την επανάσταση, ξαναβρήκε τον καλύτερο εαυτό του �τον Παπαφλέσσα της συνέλευσης της Βοστίτσας. Και τότε όχι μονάχα διακήρυξε πως χρειαζόταν να δοθεί αμνηστία στους φυγάδες - Ζαΐμη, Λόντο, Νικηταρά - και στους φυλακισμένους, μα κι αποφάσισε πως τα λόγια δεν έφταναν. Χρειαζόταν ή άμεση ενάντια στον Ιμπραήμ δράση. Και την πήρε πάνω του. Παράτησε το μικρόψυχο και κολασμένο από τις ενέργειες της ανάξιας κυβέρνησης Ανάπλι κι έφυγε, στα τέλη του Απρίλη, να ξεσηκώσει το Μοριά ενάντια στον 'Ιμπραήμ.

Εκείνες τις μέρες είχε φτάσει στ' Ανάπλι ο Γάλλος στρατηγός Ρός, σταλμένος από το φιλελληνικό κομιτάτο του Παρισιού. Του είχε ανατεθεί ή μυστική πολιτική αποστολή να πείσει τους Έλληνες, Όταν θα αποχτούσαν την ανεξαρτησία τους, να γυρέψουν για βασιλιά το δούκα του Νεμούρ. Ό Παπαφλέσσας φεύγοντας από τ' Ανάπλι πήρε μαζί του τον υπασπιστή του Γάλλου στρατηγού, αν και ήτανε αντίθετος στις προσπάθειες που γίνονταν ν' αποχτήσει ή Ελλάδα ξένο βασιλιά. Σύμφωνα με τον Σπηλιάδη έλεγε: «Και τι θα σημαίνω εγώ πλέον εις την Ελλάδα εάν έλθει βασιλεύς; Και δεν θα πνίξει ο βασιλεύς τον σπόρον της ελευθερίας, δια την οποίαν απολλύμεθα οι Έλληνες; Και θα δυνηθωσι πλέον ούτοι ν' αποσείσωσι τον ζυγόν βασιλέως πεπολιτισμένου, και να μη διατρέξωσι κινδύνους φοβερωτέρους ή τους σημερινούς;» Κι ο Σπηλιάδης προσθέτει: «Και ίσως είχε δίκαιον».

Ό Παπαφλέσσας από τ' Ανάπλι τράβηξε για την Τριπολιτσα και μέσα στις τρεις μονάχα μέρες που έμεινε σ' αυτή σχημάτισε τον πυρήνα του εκστρατευτικού του σώματος. Στις εκκλήσεις που έκανε πρόστρεξαν καπεταναίοι κι αγωνιστές από την Αργολίδα, το Λεβίδι, τις Κερασιές κι από τον κάμπο της Τριπολιτσας. Hταν ίσαμε εφτακόσιοι. Από την Τριπολιτσα πήγε στο Λεοντάρι, όπου έσμιξαν μαζί του ο ανεψιός του Δημήτρης Φλέσσας, μ' εκατόν πενήντα παλικάρια, ο Α. Κουμουνδούρος, ο Παν. Μπούρας, ο Αδαμάκης Αποστολόπουλος Ικι ο Αν. Κουλοχέρας με τους νταϊφάδες τους. 'Ύστερα από δύο μέρες έφτασε στους Λάκκους. 'Εκεί δυνάμωσαν το στράτευμά του ο Γιώργης Μπουτος από το Μελιγαλα κι ο Καρακίτσος από το Κατσαρο. Κίνησε για τη Φρουτζάλα. Σ' αυτή συναντήθηκε με τους άοπλους αγωνιστές του Νιόκαστρου και με τον Μανιάτη Μούρτζινο. Ό τελευταίος, αν και φίλος του, αρνήθηκε να τον βοηθήσει όπως μια ανεψιά του Παπαφλέσσα, ή κόρη του Νικήτα, είχε παντρευτεί έναν από τους θανάσιμους τοπικούς εχθρούς του, τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη.

Ό Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης βρισκόταν στο χωριό Κουφάρι της Μεσσηνίας, κατάκοιτος από ποδάγρα. Σαν έμαθε πως έρχεται με στράτευμα ο Παπαφλέσσας του έγραψε θερμό γράμμα, όπου σ' αυτό του έλεγε πως ο 'Ιμπραήμ «είναι άλλος Ναπολέων ή Πύρρος της Ηπείρου, και τέλος, ότι είναι ανάγκη να δυνηθεί κατά πρώτον να τον πολεμήσει, εί δε μή τετέλεσται, το έθνος χάνεται».
Μαθαίνει πως ή κυβέρνηση αποφάσισε ν' αμνηστέψει τους φυλακισμένους. Κάθεται λοιπόν, στις 14 του Μάη, και γράφει συστήνοντας νά τους βγάλουν χωρίς το παραμικρό χασομέρι, και ξέχωρα τον Κολοκοτρώνη, που έπρεπε να του δοθεί αμέσως η αρχιστρατηγία.
από τη Φρουτζάλα τραβά στη Δραϊνα, ίσαμε εφτά ώρες δρόμο. Εκεί παίρνει γράμμα από τον αδερφό του Νικήτα όπου σ' αυτό του έλεγε πως δεν έπρεπε, πριν συγκεντρώσει όσες πιότερες δυνάμεις μπορούσε, να περάσει τα Κοντοβούνια, μα να κράταγε τις ορεινές θέσεις στα βουνά της Καλαμάτας για ναχει έτσι πίσω του ανοιχτό δρόμο προς τη Μάνη.

 Ό Παπαφλέσσας του αποκρίνεται:

Νικήτα,
Έλαβα την έπιστολήν σου και εις απάντησιν σου λέγω ότι δεν είμαι σαν και σε και σαν τον κουμπάρο σου τον Κεφάλα, όπου τρέχετε από ράχη σε ράχη στους Αηλιάδες.
Εγώ άπαξ ώρκίσθην vα χύσω το αίμα μου εις την ανάγκην της πατρίδoς, και αυτή είναι ή ώρα. Εύχομαι δε εις τον Θεον πρώτη μπάλα τou Ίμβραημ να με πάρει εις το κεφάλι, διότι σας γράφω να ταχύνετε τον έρχομόν σας και σεις μου γράφετε κoυρoυφέξαλα.
Νικήτα, πρώτη και τελευταία επιστολή μου είναι αύτή. Βάστα την να την διαβάζεις καμία φορά να με θυμάσαι και να κλαις.



Είναι φανερό, από το γράμμα αυτό, πως ο Παπαφλέσσας είχε συνείδηση πως τράβαγε στο χαμό του.
Ό στρατός του ανέβαινε τώρα σε 1500 άντρες. Δύναμη βέβαια ολότελα ασήμαντη για ν' αντιβγεί στ' ασκέρι του Ιμπραήμ. Μα νά, παίρνει ευχάριστες ειδήσεις: από τον Δημήτρη Πλαπούτα από τον Αετό πως έρχεται να τον συντρέξει με 1600 νοματαίους από τους καπεταναίους της Αρκαδίας, από το χωριό Μάλι, εφτά ώρες δρόμο από τη Δραϊνα, πως βρίσκονταν εκεί με 2000 αγωνιστές από τον αδερφό του Νικήτα πως έφτασε στη Φρουτζάλα κι ερχόταν με 700 νοματαίους κι από τον Ηλία Κατσάκο από την Καλαμάτα πως είχε κάτω από τις προσταγές του 1000 πολεμιστές. Oλoι μαζί ίσαμε πέντε χιλιάδες. Oσo κι αν τους αριθμούς αυτούς τους λογαριάσουμε παραφουσκωμένους, στεκόταν σημαντική επικουρία, όπως τα στρατεύματα κι εμπειροπόλεμα ήταν και είχαν και άξιους αρχηγούς. Τι θα έπρεπε λοιπόν να κάνει ο Παπαφλέσσας; O,τι θα έκανε κι όποιος άλλος πολεμάρχης να καρτερέψει στα ορεινά τις δυνάμεις αυτές που ερχόταν σε βοήθειά του. Κι όμως έπραξε τ' αντίθετο. Μόλις έμαθε πως ξεκίνησε από το Ναβαρίνο ο Ιμπραήμ, ρωτά «τους εντοπίους ποίος τόπος, βουνόν ή χωρίον είναι ύψηλόν ώστε να βλέπει το Νεόκαστρον και όλοι του είπαν, ότι είναι Παιδεμένου και Μανιάκι».


Δίχως να χάσει στιγμή φεύγει στις 18 του Μάη από τη Δραϊνα και φτάνει, δύο ώρες πριν από το ηλιοβασίλεμα, στο Μανιάκι.


Η «Λεωνίδειος μάχη»


Τη στιγμή που ο Παπαφλέσσας ετοιμαζόταν να φύγει από τη Δραίνα φτάνουν σε βοήθειά του ο Ηλίας Κέρμας με 120 Κοντοβουνίσιους, ο Θανασούλας Καπετανάκης με 80, ο Π. Κεφάλας με 20, ο Πιέρος Βοϊδής κι ο Τσαλαφατίνος με 120 Μανιάτες, ο Στ. Καπετανάκης με 20, ο Λίβας, ο Μπιτσιάνης κι ο αδερφός του Γιώργης Δικαίος με 80. Eτσι όταν έφτασε στο Μανιάκι ο Παπαφλέσσας είχε μαζί του ίσαμε δύο χιλιάδες άντρες.

Την άλλη μέρα το πρωί έταξε καραούλια στο βουνό Μαμλαβά, πάνω από το χωριό Βλαχόπουλο, απ΄ όπου βλέπανε όλο τον κάμπο και προς το Ναβαρίνο. Eπειτα κοίταξε με τους άλλους καπεταναίους τις θέσεις, λίγο πιο ψηλά από το χωριό Μανιάκι, όπου λογάριαζε νά ταμπουρωθούν για ν' αντικρούσουν τον εχθρό. Κατά το δειλινό τα καραούλια κάνανε σημεία πώς ο στρατός του Ιμπραήμ φάνηκε και τράβαγε για τα Χίλια Χωριά. Ό Παπαφλέσσας τότε πρόσταξε ν' ανάψουν όσες μπορούσαν πιότερες φωτιές για να νομίσει ο εχθρός πώς δυνατό και πολυάριθμο ήταν το στρατόπεδό μας. Πραγματικά ο Ιμπραήμ σταμάτησε και πέρασε τη νύχτα στα Χίλια Χωριά.

Την άλλη μέρα το πρωί, 20 του Μάη, οι δικοί μας άρχισαν νά φτιάνουν τρία ταμπούρια. το πρώτο, το πιο βορινό, θα το έπιανε ο Παπαφλέσσας, το δεύτερο ο ανεψιός του Δημήτρης Φλέσσας και το τρίτο, το πιο νότιο, ο Πιέρος Βοϊδής με τους Μανιάτες. «Ο τόπος όπου έγιναν τα οχυρώματα ταύτα ήσαν πλάγια, και όχι ράχες, ούτε κορυφή, δια να εμποδίσουν τον έχθρον νά μη συγκεντρούται εκ των όπισθεν», Και ήταν ακόμα πιο δυσκολο-υπεράσπιστα όπως ή απόσταση ανάμεσα στα ταμπούρια και στα μέρη που μπορούσε να προστατευτεί ο εχθρός στεκόταν μικρή κι έτσι οι δικοί μας «δεν είχον ουδέ τον άπαιτούμενον χρόνον νά γεμίζουν δις και τρις τα όπλα των».
Έπειτα από δυο ώρες που βγήκε ο ήλιος τ' ασκέρι του Ιμπραήμ έφτασε στο βουνό πάνω από το χωριό Σκάρμιγκα, μισή ώρα δρόμο από τα ταμπούρια μας. «Αφού οι Έλληνες είδαν το πολυπληθές στράτευμα των Τούρκων, το οποίον έσκέπασεν όλον τον τόπον, όσον βλέπει το μάτι του άνθρώπου, ενταύθα άρχισαν νά μουρμουρίζουν και κάποιος είπεν ότι:

»-Έχετε άλoγoν καβαλάτε ύστερον και φεύγετε !...»

Τ' ακούει ο Παπαφλέσσας κι αμέσως φωνάζει τον γραμματικό του Τισαμενό και τον προστάζει νά πάρει τ' άλογά του κι όλους τους ψυχογιούς του εξόν από τον Μιχάλη Σταϊκόπουλο και νά πάει στην αντικρινή ράχη. Μα νά, κάμποσοι στρατιώτες, λογαριάζοντας πώς ήταν χαμένοι αν έμεναν στα πόστα που κράταγαν, πέφτουν στο Κρυόρεμα κι αρχίζουν να λακανε.
Το σκάζει τότε, μ' όλους τους δικούς του, κι ο Σταυριανος Καπετανάκης. «Τούτον δε βλέποντες και άλλοι φεύγοντα παρεκινήθησαν και αυτοί και εδόθησαν εις φυγήν δια του αυτού ρεύματος. Έφυγαν δε υπέρ τους χιλίους».
Μόλις πρόλαβαν να ξεφύγουν και κινήθηκε ή καβαλαρία του Ιμπραήμ. Μπήκε, από τα δεξιά, στο ρέμα και προχώρησε πέρα από το ταμπούρι πού κράταγε ο Παπαφλέσσας. Από τ' αριστερά χωρίστηκε σε δύο κολόνες. Εκείνη πού τράβηξε πιο δυτικά είχε σκοπό να εμποδίσει τυχόν επικουρίες πού θάφταναν. Οι δικοί μας βρίσκονταν πια κυκλωμένοι. Ό Παπαφλέσσας όμως «νόμισε τούτο μεγάλον ευτύχημα, δια να συνέλθουν όλοι ομού οι Eλληνες και να πολεμούν καλλίτερα και αποφασιστικότερα, και να μη λιποτακτούv».

Διατάζει να μετρήσουν πόσοι είχαν απομείνει και βρίσκονται λιγότεροι από χίλιοι. Καθώς ήταν συναγμένοι τούς βγάζει φλογερό λόγο θυμίζοντάς τους τις νίκες στο Βαλτέτσι, στο Λεβίδι, στη Γράνα, στα Βέρβενα και την καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη.
- Oπoυ νάναι φτάνουν, τούς λέει, δεκαπέντε χιλιάδες πατριώτες σε βοήθειά μας ο Πλαπούτας κι όλοι οι Αρκαδινοί, ο αδερφός μου Νικήτας, ο Κατσάκος κι άλλοι Μανιάτες. Σε μια ώρα θάναι εδώ. Θα τριγυρίσουν τ' ασκέρι του Ιμπραήμ και θα το χτυπάνε από τις πλάτες. Αδέρφια! ή πατρίδα καρτεράει από μας να δοξαστεί ξανά από τη νίκη μας!

Μα πριν καλά-καλά τελειώσει την ομιλία του, μερικοί από τούς καπεταναίους «ίδόντες τον προφανή κίνδυνον» παρακινούσαν τον ανεψιό του Δημήτρη να του πει να κάνουνε γιουρούσι και διασπώντας τις γραμμές της εχθρικής καβαλαρίας να γλιτώσουν όσοι τούς ευνοήσει ή τύχη. «Κανείς», όμως, «δεν έτόλμα να του εκστόμιση τοιούτον τι κατά πρόσωπον». τον σιμώνουν τέλος ο Κεφάλας κι ο Παπα Γιώργης, γνωστοί και οι δύο για την παλικαριά τους, και του λένε, από μέρος όλων των καπεταναίων, πως αυτή στεκόταν ή τελευταία τους ευκαιρία να σωθούν.

Τότε ο Παπαφλέσσας αποκρίνεται στον Κεφάλα:

- Έχασα τις ελπίδες που στήριζα πάνω σου. Και μαζί μ' αυτές και την υπόληψη που είχα για σένα.
Έπειτα γυρνά, πιάνει τον Παπαγιώργη από τα γένια και τραβώντας τα του λέει:
- Μου τα ντρόπιασες, Παπαγιώργη!
Σταματά μια στιγμή και ύστερα του ξαναλέγει:
- Που να πάμε να φύγουμε; Έχουμε τακτικό στράτευμα όπου, όταν θα βγει από τα ταμπούρια, θ' αποτραβηχτεί με τάξη πολεμώντας; Δεν ξέρεις τάχα πως οι άτακτοι άμα βγουν από τα ταμπούρια σκορπίζουν κι ο καθένας παίρνει δικό του δρόμο; Τότε πέντε καβαλαραίοι του Ιμπραήμ θα μάς σφάξουν όλους. Και θ' ακολουθήσει μεγάλο κακό για το έθνος όπως θα ψυχωθούν οι εχθροί και θα δειλιάσουν οι δικοί μας. Τι φοβάσαι, Παπαγιώργη; Εσύ ξέρεις τα γράμματα που έγραψα και πήρα. Σε ρωτώ, έχεις αμφιβολίες πως μέσα σε δύο ώρες πέντε χιλιάδες δικοί μας δε θα χτυπάνε απέξω τον Ιμπραήμ; Ακόμα κι άλλοι να μην έρθουν ο Πλαπούτας δε θα λείψει. Είμαι βέβαιος πως θα νικήσουμε. Aν όμως, ο μη γένοιτο, νικηθούμε, θ' αδυνατίσούμε τη δύναμη του εχθρού και ή ιστορία θα ονομάσει τούτον τον πόλεμο Λεωνίδειον μάχην, Παπαγιώργη !

Ίσως ή τελευταία αυτή φράση να κρύβει όλο το μυστικό της υποσυνείδητης παρόρμησής του ν' αντιμετωπίσει, κάτω από τόσο απελπιστικές συνθήκες, τον εχθρό. Έταξε στον εαυτό του να νικήσει ή να πεθάνει. Ή Ρούμελη είχε το «νέο Λεωνίδα της», τον Αθανάσιο Διάκο, που κάτω από παρόμοιες συνθήκες δεν πισωδρόμησε στην Αλαμάνα. Τώρα, στο πρόσωπο τούτον Παπαφλέσσα, θ' αποχτούσε στο Μανιάκι κι ο Μοριάς τον Λεωνίδα του.
Όταν έπαψε να μιλάει ο Παπαφλέσσας, ο Μανιάτης Βοϊδής είπε τα αξιομνημόνευτα τούτα λόγια:

«- Πάμε στα ταμπούρια μας κι όποιος θα μείνει γιαμά, ας ακούει των γυναικών τα μοιρολόγια!...»

Και τράβηξαν στα ταμπούρια τους ξέροντας πως το μόνο που τους απόμενε ήταν να θυσιαστούν. Μόλις πρόλαβαν να φτάσουν σ' αυτά κι ο Ιμπραήμ ξαπολά την επίθεσή του. Τα τάγματα τούτον τακτικού στρατού του προχωρούσαν χωρίς να λογαριάζουν το θάνατο που σκόρπιζαν τα καριοφίλια των Ελλήνων. 0 Παπαφλέσσας, καθώς είπαμε, κράταγε το βορινό ταμπούρι «το μάλλον αδύνατον και επικίνδυνον». Φορώντας την περικεφαλαία του στεκόταν όρθιος πάνω σε μια πέτρα πιο ψηλή από τις άλλες, που «είχε προσέτι και μίαν μικράν αχράδα (γκορτζούλα), από εκεί διεύθυνε τον αγώνα, δίνοντας με το παράδειγμά του θάρρος στους δικούς μας. Δίπλα του στεκόταν ο νεαρός Γάλλος εθελοντής πού, είχε κατέβει πριν από λίγο καιρό στην Ελλάδα μαζί με τον στρατηγό Ρός. Καμία βέβαια ευγνωμοσύνη δεν τρέφει ή πατρίδα μας για το στρατηγό Ρός. Αντίθετα όμως με σεβασμό μνημονεύει τον ανώνυμο νεαρό Γάλλο, που πολεμώντας παλικαρίσια βρήκε το θάνατο κείνη τη μέρα δίπλα στον Παπαφλέσσα.

Το μεσημέρι κάλεσαν οι σάλπιγγες του εχθρού τον αιγυπτιακό στρατό να πάψει την επίθεσή του και ν' αποσυρθεί για να κολατσίσει. Όσο που «οι νεροκουβαλητάδες επήγαινον και ηρχοντο δίδοντες νερόν εις τους διψώντας στρατιώτας», οι καπεταναίοι μας τρέξάνε να βρούνε τον Παπαφλέσσα.
- Καλό είναι, του λένε, να φύγουμε τώρα που οι τούρκοι ξαποσταίνουν και τρώνε ψωμί. Να τραβήξουμε κατά την Αγιά, γιατί, καθώς θαχουμε βοηθό το βουνό, οι καβαλαραίoι τους λίγους θα σκοτώσουνε. το πολύ θα φάνε πενήντα ως εκατό από μας; μα οι άλλοι θα σωθούνε και θα σώσουμε κι εσένα για να φανείς, σ' άλλη περίστάση, χρήσιμος στην πατρίδα. Ό Παπαφλέσσας τους αποκρίθηκε:

-Εγώ σας είπα και πρώτα και τώρα σας το λέγω τη φευγάλα να μην τη βάζετε διόλου στο νου σας, γιατί εμείς χανόμαστε άδικα αν πέσουμε πάνω στη φωτιά του εχθρού. Όχι, δε θα παραδώσω τους Έλληνες μόνος μου στ' αδιάκοπο ντουφέκι του τακτικού! Έπειτα εμείς καρτεράμε τη βοήθεια πού, καθώς γνωρίζετε, θα φτάσει ώρα την ώρα. Παγαίνετε τώρα στα πόστα σας !..

Γύρισαν στα ταμπούρια τους και σε λίγο εξαπολύθηκε το γενικό γιουρούσι του εχθρού. Δυο φορές έφτασαν ίσαμε τις θέσεις που κράταγαν οι Έλληνες, μ' αναγκάστηκαν να πισωδρομήσουν. Κι ενώ ετοιμάζονταν να ξεχυθούν σε τρίτο γιουρούσι, ακούστηκε βορινά μια μπαταρία. Ήταν ο Πλαπούτας που έφτανε με χίλια πεντακόσια παλικάρια. Ό Ιμπραήμ τότε, γυρεύοντας να προλάβει τη βοήθεια που ερχόταν, ρίχνει όλες του τις δυνάμεις πάνω στους δικούς μας. Οι εχθροί πάτησαν πρώτο το ταμπούρι του Παπαφλέσσα. Ό ανεψιός του Δημήτρης παρατάει το πόστο του και τρέχει να βοηθήσει το θείο του. τον βλέπει ο Παπαφλέσσας και τον προστάζει να γυρίσει πίσω και να υπερασπιστεί τη δική του θέση. Μα όταν έφτασε σ' αυτή βρήκε να την έχουν πατήσει οι εχθροί. «Εκεί κτυπών και κτυπούμενος υπό πολλών Τούρκων εχάθη και αυτός και οι στρατιώται του».

Στο ταμπούρι του Παπαφλέσσα ανακατώθηκαν τούρκοι κι Έλληνες και γίνηκαν όλοι ένα. Όπως οι εχθροί φόραγαν κόκκινες στολές, «ο τόπος όλος έκοκκίνισεν από αυτές κι από τα αίματα». Ό σημαιοφόρος του Παπαφλέσσα, ο Δημήτρης από τη Χίο, για να μην πέσει ή σημαία στα χέρια του εχθρού την σκίζει, τη χώνει στο στήθος του, σπάζει και το σταυρό του κονταριού και τον βάζει στο σελάχι του, και με το σπαθί στο χέρι σαν αστραπή χιμά πάνω στο τούρκικο ασκέρι και φεύγει. «Ή παλικαριά του είναι αμίμητος», γράφει ο Φωτάκος.

Τελευταίο έπεσε το ταμπούρι του Πιέρου Βοϊδη, που κράταγαν οι Μανιάτες, καθώς ήταν το πιο δυνατό απ' όλα. Oσoι από τους δικούς μας απόμεναν ακόμα ζωντανοί ρίχνονται μέσα στο ρέμα και κάνουνε να φύγουν κατά την Ανδρούσα. Τίποτ' άλλο δεν ακουγόταν πια «από τα λιανίσματα των σπαθιών και των γιαταγανιών».
Στην έξοδο της ρεματιάς ένα τάγμα του εχθρού καρτέραγε τους εκατόν πενήντα δικούς μας που ήταν ακόμα ζωντανοί. Δεν τους απόμενε παρά ν' ανοίξουν δρόμο με το σπαθί στο χέρι. το κατόρθωσαν μα οι πιότεροι απόμειναν για πάντα εκεί.

Σιγά σιγά σκόρπαγε ο καπνός της μάχης. Οι νικητες τότε βάλθηκαν να σκυλεύουν τους σκοτωμένους. Ύστερα άρχισαν να κόβουν τ' αυτιά τους, να τα πάνε στον Ιμπραήμ να πάρουνε μπαξίσι. Τότε τσακώθηκαν «μεταξύ των ποίος από αυτούς να έχει περισσότερα».
Κατέβηκε τέλος κι ο Ιμπραήμ στο ταμπούρι τούτον Παπαφλέσσα. Αφού έκανε ντουάδες στον Αλλάχ για τη νίκη, πρόσταξε το στρατό του να ρίξει τρεις νικητήριες μπαταριές. Μετά παράγγειλε να τούτον φέρουν το κουφάρι τούτον Παπαφλέσσα. Βρήκαν το ακέφαλο κορμί του. Δίπλα του κείτονταν νεκρός ο νεαρός Γάλλος κι ολόγυρα πλήθος τα κουφάρια των έχθρων. Λίγο πιο πέρα πέτυχαν και το κεφάλι τούτον ήρωα. Το έφεραν στον Ιμπραήμ τους είπε να χώσουν στη γη ένα ψηλό παλούκι και να στήσουν όρθιο τον σκοτωμένο δένοντάς τον πάνω σ' αυτό. Ύστερα στερέωσαν στο κορμί και το κεφάλι, αφού πριν πλύνανε τα αίματα από τα γένια του. Τότε «ο νεκρός έφαίνετο ως να ήτο ζωντανός»

Ό Ιμπραήμ, αφού «ακίνητος κι άφωνος τον παρετήρησεν ολίγον», γυρνά και λέει στους αξιωματικούς του:
- Πραγματικά, στάθηκε ένας Ικανός και γενναίος άνθρωπος. Και καλύτερο θα ήταν, κι ας παθαίναμε άλλη τόση ζημιά, να τον πιάναμε ζωντανό, γιατί πολύ θα μας χρησίμευε.
«Ή Λεωνίδειος μάχη» είχε τελειώσει. Το Μανιάκι πήρε τη θέση του, στις σελίδες της Ιστορίας μας, δίπλα στις Θερμοπύλες και στην Αλαμάνα.

Τώρα, ανατολικά από το χωριό Μανιάκι, στο ξωκλήσι «Aγια Ανάσταση», βρίσκονται τα κόκαλα εκείνων που πέσανε σε τούτη τη μάχη, θυμίζοντας, σ' εμάς τους μεταγεγέστερους, πως ή λευτεριά μας, καθώς λέει στον εθνικό μας ύμνο ο Σολωμός, είναι άπ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα Ιερά.




Κεί στο Μανιάκι κείτονται όλοι οι Καπεταναίοι,
Ο Παπαφλέσσας, ο Κορμάς και ο Μαυρομιχάλης,
Μπιτσάνης από την Πολιανή,μαζί με τον Κεφάλα.
Στρώμα έχουνε την μαύρη γή,προσκέφαλο μια πέτρα.
Και από πάνω σκέπασμα, του φεγγαριού την λάμψη.






Συνεχίζεται...
26/2/2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου