Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Από τον Διονυσιακή Λατρεία στις Απόκριες 2

Οι “τράγοι” του Σοχού”

 «Κουδουνοφόροι Τράγοι» που αιώνες πριν, μέχρι σήμερα, την περίοδο της Αποκριάς γεμίζουν τους δρόμους του Σοχού, αναστατώνουν γη και ουρανό. Ομάδες μεταμφιεσμένων με μαύρες γιδοπροβιές ζωσμένοι με τη ντουζίνα, τα τέσσερα ογκώδη σιδερένια κουδούνια κ.α. παρουσιάζονται από παντού, χοροπηδούν και σείουν τα κουδούνια τους, μαζεύονται και τραγουδούν. Επίσης συμβολικές πράξεις συνδυάζονται με ιστορικά γεγονότα ή μύθους.
Oι «αράπηδες» όπως ονομάζονται εδώ οι μασκοφόροι, τις τρεις τελευταίες
μέρες της Aποκριάς τριγυρνάνε στο χωριό από σπίτι σε σπίτι, προσφέροντας ούζο σε φίλους και συγγενείς. Iδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η προσωπίδα τους, μια μάσκα που καλύπτει όλο το πρόσωπο και καταλήγει σ' ένα ψηλό λοφίο από κορδέλες. Eίναι φτιαγμένη από μαύρο ύφασμα, πάνω στο οποίο κεντιούνται σε γεωμετρικούς σχεδιασμούς πολύχρωμα κομμάτια υφάσματος. Στη θέση του στόματος κρέμονται μουστάκια από ουρά αλόγου.

Στη μέση οι "αράπηδες" φοράνε κουδούνια, μέσα αποτρεπτικά εναντίον των δαιμόνων. Παρόλο που οι ρίζες αυτών των εθίμων ανάγονται στην παγανιστική λατρεία, η τελευταία ημέρα στο Σοχό είναι επηρεασμένη από τη χριστιανική θρησκεία. Eίναι η μέρα της μετάνοιας ή "προσταβάνι", όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι. Oι νεότεροι επισκέπτονται τους ηλικιωμένους συγγενείς και τους ζητούν συγχώρεση. Tους φιλούν το χέρι και τους προσφέρουν ένα πορτοκάλι.


Η ρίζα του εθίμου

Το καρναβάλι του Σοχού διατηρεί πάρα πολλά στοιχεία από την αρχαιοελληνική λατρεία.

A) Η σχέση των κουδουνοφόρων με το θεό Πάνα


Η ένδυση με στολές από δέρματα ζωών υποδηλώνει τον τραγόμορφο θεό ΠΑΝΑ που ήταν γιος του Ερμή και μίας νύμφης. Είχε ανθρώπινο σώμα τριχωτό, πόδια και αυτιά τράγου, κέρατα και ουρά κατσίκας. Του άρεσε να δημιουργεί πανικό και να τρομάζει τους περαστικούς, ακριβώς όπως τρόμαξαν και οι εχθροί στη θέα των τραγόμορφων στρατιωτών.

Με το χριστιανισμό ο ΠΑΝΑ αντικαταστάθηκε με τον άγιο Χριστόφορο που τιμάται στο Σοχό ιδιαίτερα. Στην κεντρική εκκλησία του Σοχού, στο ναό του Αγίου Γεωργίου, υπήρχε η τραγόμορφη εικόνα του Αγίου Χριστοφόρου, όπου σύμφωνα με την παράδοση, κλείστηκε γυμνός σε ένα κελί με μια γυναίκα, και για να μην αμαρτήσει πήρε μορφή τράγου.

Επίσης ο Άγιος Χριστόφορος είναι γνωστός ως «Κυνοκέφαλος», που σ' αυτή τη περίπτωση υπάρχει συσχέτιση με τον αρχαίο θεό Απόλλωνα που παρουσιάζεται σε παραστάσεις και ως λύκος και η μητέρα του η Λητώ όταν τον γεννά είναι μεταμορφωμένη σε λύκαινα.

Β) Το «καλπάκι» και η λατρεία του Ερμή

Το «καλπάκι», το κάλυμμα του κεφαλιού , που είναι χαρακτηριστικό μόνο στο Σοχινό καρναβάλι, φανερώνει τον «ιθυφαλλικό» ή «σώκο» ή «χθόνιο» Ερμή, ο οποίος γιορταζόταν στη περίοδο των ανθεστηρίων τον Φεβρουάριο.

Κατά τις γιορτές του Ερμή οι πιστοί έβραζαν διάφορους σπόρους και τα πρόσφεραν στον Ερμή και στις ψυχές των νεκρών. Είναι φανερές λοιπόν οι ομοιότητες στη λατρεία του Ερμή με τον τρόπο που τιμούν οι χριστιανοί τους Αγίους Θεοδώρους.

Συγκεκριμένα τιμούνται τον Φεβρουάριο και κατά τη γιορτή του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνα οι χριστιανοί φτιάχνουν από τους καρπούς του σιταριού κόλλυβα, τα οποία και μοιράζουν για τους ίδιους λόγους με τους πιστούς του Ερμή.


Γ) Ο ήχος των κουδουνιών

Ο θόρυβος που δημιουργούν οι κουδουνοφόροι με τα κουδούνια, θυμίζει τους «Κορύβαντες» που θορυβούσαν για να απομακρύνουν το κακό.


Δ) Ο Άγιος Θεόδωρος και τα «Ανθεστήρια»
Παλαιότερα οι «τραγόμορφες μεταμφιέσεις» δε γινόταν τις Αποκριές αλλά το Σάββατο του Αγίου «Θεοδώρου του τηρών» και τη πρώτη εβδομάδα της νηστείας. Δηλαδή κατά το μήνα ανθεσηρίωνα. Τον ίδιο μήνα γιόρταζαν στην αρχαιότητα τα «ανθεστήρια», προς τιμή του Ερμή και του Διονύσου. Κατά τα ανθεστήρια τις δυο πρώτες μέρες γιορταζόταν ο ερχομός της άνοιξης και τη Τρίτη μέρα τιμόταν οι νεκροί του κάτω κόσμου.

Ε) Οι «χοές», - χθες και σήμερα

Κατά την αρχαιότητα γινόταν οι «χοές»,κατά τις οποίες χυνόταν κρασί στην γη για εφορία και ευτυχία. Το ίδιο περίπου γίνεται και με τους κουδουνοφόρους του Σοχού. Όταν ο κουδουνοφόρος ετοιμαστεί,τότε οι συγγενείς και οι φίλοι τον χτυπούν στην πλάτη και εύχονται «καλή σοδιά κ υγεία»καιν την ίδια στιγμή η μάνα ή γιαγιά του σπιτιού ραίνει με λίγο νερό και ρίχνει το υπόλοιπο στη γη και εύχεται «όπως κυλά το νερό στη γη, έτσι και ο δρόμος του καρναβαλιού να είναι ανοιχτός».

ΣΤ) Ο Άγιος Θεόδωρος και οι «Μιμάλλονες»

Το τέχνασμα της σωτηρίας του Αγίου Θεοδώρου και των συντρόφων του, που βρέθηκαν κυκλωμένοι από εχθρούς θυμίζει την ιστορία των «Μιμαλλόνων». Ο ιστορικός Πολύαινος στα «Στρατηγικά» περιγράφει το γεγονός ως εξής: «Ο βασιλέας των Μακεδόνων Αργαίος πολεμούσε κατά των Ιλλυρίων Ταυλαντίων υπό τον Γάλαυρο και επειδή δεν είχε αρκετούς στρατιώτες για να αμυνθεί, διέταξε τις παρθένες της Μακεδονίας, μόλις φτάσει η φάλαγγα των εχθρών, να εμφανιστούν στο όρος της Ερεβοίας. Έτσι και έγινε. Οι παρθένες εμφανίστηκαν σε μεγάλο αριθμό πάλλοντας αντί για δόρατα, θύρσους και έχοντας τα πρόσωπα τους καλυμμένα με στεφάνια. Ο Γάλαυρος εξεπλάγη νομίζοντας από μακρία ότι οι παρθένες είναι άνδρες και έδωσε το σήμα της υποχώρησης. Οι Ταυλάντιοι έφευγαν πετώντας τον οπλισμό τους και εγκαταλείποντας τις σκευοφόρες τους.

Οι Μακεδόνες που νίκησαν αμαχητί, έκτισαν στο μέρος εκείνο, ιερό προς τιμήν του Διονύσου Ψευδάνορα, (δηλαδή αυτός που εξαπατά τους άνδρες), ενώ οι παρθένες που μέχρι τότε ονομάζονταν «Κλώδωνας», τις ονόμασαν «Μιμάλλονες», δηλαδή αυτές που μιμούνται τους άνδρες».

Για την προέλευση του καρναβαλιού υπάρχουν διάφορες εκδοχές .Μια από αυτές σχετίζεται με τον Άγιο Θεόδωρο. Λένε ότι τον 4ο αιώνα μ.Χ ο Άγιος Θεόδωρος ήταν Στρατηλάτης και πολεμώντας ενάντια στους βαρβάρους , βρέθηκε σε ασφυχτικό κλοιό από τις εχθρικές δυνάμεις σε ένα δάσος και κινδύνεψε να αιχμαλωτιστεί .Αφού εξαντλήθηκαν όλα τα τρόφιμα, για να μη πεθάνουν οι στρατιώτες από τη πείνα ,ο στρατηλάτης διέταξε να σφαχτούν τα γίδια που υπήρχαν στο δάσος εκείνο και να διανεμηθούν στους στρατιώτες του. κατόπιν έγιναν πολλές προσπάθειες ώστε να διασπαστεί ο κλοιός και να απελευθερωθεί ο Άγιος Θεόδωρος και ο στρατός του, αλλά ήταν αποτυχημένες. Τότε ο Άγιος Θεόδωρος χάρη στη πίστη που είχε προς το θεό σοφίστηκε να φορέσουν οι άντρες του τα δέρματα από τις γίδες που είχαν σφάξει, στους οποίους κρέμασε και τα κουδούνια των τράγων. Με τη στολή αυτή όρμησαν οι στρατιώτες, εναντίων των βαρβάρων που τους είχαν κυκλωμένους. Οι βάρβαροι βλέποντάς τους σαν κοπάδι ζώων, φοβήθηκαν και τράπηκαν σε άταχτη φυγή. Αυτοί οι μασκαρεμένοι ονομάστηκαν «Στρατιώτες του Άγιου Θεόδωρου».Σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος καθιερώθηκε να τιμούν στο Σοχό τον Άγιο Θεόδωρο και να γιορτάζουν τα καρναβάλια με στολές από δέρματα αιγών και κουδούνια.

Μια άλλη όμως παράδοση εξηγεί διαφορετικά την αρχή του εθίμου. Σύμφωνα με αυτή σε κάποιες διώξεις των χριστιανών από τους ειδωλολάτρες, οι χριστιανοί είχαν συναχθεί σε μια εκκλησία με προτροπή του Αγίου Θεοδώρου του Στρατάρχη περικυκλωμένοι από τους ειδωλολάτρες που τους περίμεναν να βγουν. Στη συνέχεια και κατόπιν εντολής πάλι του Αγίου Θεοδώρου, οι χριστιανοί ντύθηκαν καρναβάλια με δέρματα ζώων και βγήκαν από την εκκλησία προκαλώντας τεράστιο πανικό και φόβο στους ειδωλολάτρες που τράπηκαν σε φυγή.

Οι Σοχινοί έδιναν πολύ μεγάλη σημασία στην επιτυχία του Καρναβαλιού. Έλεγαν ότι θα πάει καλά η χρονιά μόνο αν θα γίνουν καλά καρναβάλια. Την θεωρούσαν την καλύτερη γιορτή της χρονιάς. Το έθιμο του καρναβαλιού σχετίζεται με την πλούσια παραγωγή χωραφιού και των κοπαδιών και με τη πλούσια βλάστηση.


Η ενδυμασία του καρναβαλιού


Αρχικά οι συγγενείς και φίλοι του καρναβαλιού γλεντάν και πίνουν την ώρα που ντύνεται το καρναβάλι. Τραγουδούν παραδοσιακά τραγούδια και διασκεδάζουν.

Το καρναβάλι φοράει μια πρόχειρη φόρμα κι ένα άσπρο πουκάμισο. Έπειτα φοράει τα λεγόμενα μανικιέτια στα μπράτσα και τα δερμάτινα τσαρούχια στα πόδια. Από πάνω, φοράει δέρματα τράγου, τα λεγόμενα κουζούφια.

Πάνω από τα δέρματα δένονται στη μέση του τα τέσσερα μεγάλα μπρούτζινα κουδούνια και ένα χάλκινο πολύ μεγάλο στο πίσω μέρος του κορμιού τους.
Τα κουδούνιααποτελούν το πιο σημαντικό στοιχείο των Σοχινών. Τα κουδούνια της ντουζίνας δεν είναι τυχαία. Τονίζεται επίμονα ότι προϋποθέτουν ειδικό σχήμα και όγκο καθώς και ειδική κατασκευή. Για τα κουδούνια λένε,λοιπόν, οι γεροντότεροι ότι πρέπει να είναι ταιριαστά συνδυασμένος ο ήχος.
Επίσης εχουν και το ζάρι γύρω από τα κουδούνια, το οποίο περνιέται από τους ώμους του για να κρατάει το βάρος των κουδουνιών.

Αφού γίνουν όλα αυτά, περνιέται η κόκκινη - συνήθως- πλεκτή σάλπα και φοράει στο κεφάλι το "καλπάκι" που είναι μια προσωπίδα από μάλλινο μαύρο ύφασμα σε κωνικό σχήμα περίπου ενός μέτρου, ενώ στην κορυφή του κρεμιέται μια ουρά από αλεπού.
Όλη η επιφάνεια από το καλπάκι είναι στολισμένη με κορδέλες και φέρει ένα είδος προσωπίδας, με την οποία καλύπτεται το πρόσωπο. Επίσης είναι κεντημένος ένας σταυρός στο μέτωπο και υπάρχουν τρύπες στο στόμα, στα μάτια και στην μύτη. Ανάμεσα στη μύτη και στο στόμα υπάρχει μεγάλο μουστάκι από ουρά αλόγου.
Στα χέρια τους κρατούν μία ξύλινη ράβδο,γκλίτσα, και μια φιάλη ούζο.

  ΚΟΖΑΝΗ «Φανός»

 Ο εορτασμός της Αποκριάς στην Κοζάνη διαρκεί δώδεκα μέρες. Αρχίζει από την Τσικνοπέμπτη και διαρκεί έως και το απόγευμα της Καθαράς Δευτέρας. Επί δώδεκα ημέρες, η Κοζάνη, ξεφαντώνει κυριολεκτικά, με αποκορύφωμα την «Τρανή την Απουκρά», δηλαδή την "Τυρινή Αποκριά". Άντρες, γυναίκες και παιδιά, Κοζανίτες και μη, κάθε ηλικίας, ξεχύνονται από το απόγευμα κιόλας, στους δρόμους, όπου πίνουν, γελούν, σατιρίζουν, γλεντούν!

Κύριο χαρακτηριστικό της Κοζανίτικης Αποκριάς είναι ο «Φανός» - προέρχεται από το αρχαίο ρήμα "φαίνω" - το άναμμα δηλαδή φωτιάς σε βωμό στο σταυροδρόμι κάθε γειτονιάς και τα σατιρικά πειράγματα στο Κοζανίτικο γλωσσικό ιδίωμα, που της προσδίδουν την ιδιαιτερότητα και έχουν κάνει ξακουστή την Κοζανίτικη Αποκριά. Το έθιμο του ανάμματος του «Φανού» έχει παμπάλαιες ρίζες αφού ο λόφος του Ψηλού Αϊλιά, που δεσπόζει της Κοζάνης, ήταν χώρος αφής φρυκτωριών κατά την αρχαιότητα.

Η χρήση πάλι του Κοζανίτικου γλωσσικού ιδιώματος, προκαλεί εκπληκτικές ηχητικές εκπλήξεις, που ξαφνιάζουν τον επισκέπτη. Για παράδειγμα, ένα από τα αποκριάτικα τραγούδια που επικρατεί είναι το εξής:

«Πού τς ανά…
πού τς ανά…
πού τς ανάβουν τις φουτιές;
Τις Τρανές τις Απουκρές…»

Το τραγουδιστικό αυτό ερώτημα δεν σημαίνει τίποτε άλλο από το «Πού ανάβουν τις φωτιές - δηλαδή τους Φανούς - στην Τυρινή Αποκριά». Ο ακροατής όμως συνειρμικά καταλαβαίνει διαφορετικές έννοιες. Με τον τρόπο αυτό προκαλείται το αυθόρμητο γέλιο...


Iστορικά στοιχεία της Αποκριάς στην Κοζάνη...

Η ύπαρξη της Κοζανίτικης Αποκριάς - η οποία έχει έντονα Διονυσιακά στοιχεία - η μεταμφίεση με προσωπίδες και το γλέντι των μεταμφιεσμένων ήταν από τα πρώτα προνόμια που είχαν αποκτήσει οι Κοζανίτες επί τουρκοκρατίας.

Με το τέχνασμα αυτό, τα παλικάρια της Κοζάνης, που την ίδια ώρα πολεμούσαν τον Τούρκο κατακτητή, έβρισαν την ευκαιρία να βρεθούν στην πόλη, να συναντηθούν με τους δικούς τους και να πάρουν οδηγίες για τον αγώνα, χωρίς να διατρέχουν τον κίνδυνο της σύλληψης.

Μέχρι το 1860, η Κοζανίτικη Αποκριά γιορταζόταν από την 1η έως την 7η Ιανουαρίου. Ήταν τα γνωστά «Ρογκατσάρια». Κατά την περίοδο αυτή, ομάδες μεταμφιεσμένων κουδουνοφόρων περιφερόταν στα στενά της τότε πόλης και ήταν έθιμο να μην επιτρέπει η μία ομάδα στην άλλη να περάσει από το συγκεκριμένο στενό.

Η υποχώρηση αυτή, ήταν εξαιρετικά προσβλητική με αποτέλεσμα να γίνονται «μάχες». Κατά τη διάρκεια μίας τέτοιας διένεξης, σκοτώθηκαν δύο αδέλφια γιατί, επειδή δεν γνώριζε ο ένας τη μεταμφίεση του άλλου, αλληλομαχαιρώθηκαν. Το γεγονός αυτό, έκανε τους διοικούντες την πόλη κατακτητές, να απαγορεύσουν τις εκδηλώσεις των «Ρογκατσαρίων», λίγο μετά το 1860.

Η απαγόρευση αυτή, προκάλεσε την αγανάκτηση των Κοζανιτών, που λίγο αργότερα ζήτησαν από τον Βαλή του Μοναστηρίου να επιτρέψει ξανά τις εκδηλώσεις. Τότε, εκείνος απέσυρε την απαγόρευση με τη φράση «Μπιτούν Καζαναράλ εξ μασκαρά ολσούν», δηλαδή «αφού το θέλουν ας γίνουν όλοι οι Κοζανίτες μασκαράδες!».

Έτσι, το έθιμο αναβίωσε από το 1902 και μετά, αλλά μόνο για τις ημέρες της Αποκριάς της Τυροφάγου, για να περιοριστεί η διάρκειά τους. Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, την 11η Οκτωβρίου 1912, επεκτάθηκαν οι Αποκριές, παίρνοντας τη σημερινή τους μορφή.

Με το πέρασμα του χρόνου, διακόπηκε ο εορτασμός αρκετές φορές - λόγω της Κατοχής και της Επταετίας - ενώ ορισμένες χρονιές υποβαθμίστηκαν. Μετά τη μεταπολίτευση, αναβίωσαν και πήραν τη σημερινή τους μορφή, που συνδυάζει την τήρηση της Παράδοσης με τη σύγχρονη εποχή.

Οι Κοζανίτες τηρούν ευλαβικά την Παράδοση. Είναι αδιανόητο για κάποιο Κοζανίτη να μη μεταμφιεστεί, έστω με μια πρόχειρη μάσκα, και να μη πειράξει ή σατιρίσει. Κάθε γειτονιά διοργανώνει το δικό της «Φανό».

Από τα Φώτα και μετά συγκεντρώνονται καθημερινά, ανταλλάσσουν απόψεις και καταθέτουν ιδέες για να γίνει ο φανός της γειτονιάς τους ο καλύτερος! Και βέβαια φροντίζουν να τηρούν τα έθιμα!





Νάουσα, Μπούλες

  Η Αρχαία εκδοχή 
Ψηλαφώντας την πορεία του εθίμου στο χρόνο,αναπόφευκτα θα αναφερθούμε στη σχέση που έχει με τις λαμπρές διονυσιακές γιορτές που γινόταν κατά την αρχαιότητα για την υποδοχή της άνοιξης (ανθεστήρια) και που κατεξοχήν τιμώμενο πρόσωπο ήταν ο Θεός Διόνυσος
,του οποίου την εύνοια επιζητούσαν οι άνθρωποι για γόνιμη γη και πλούσια σοδειά. Γνωρίζοντας ότι το διάστημα που διαδραματίζεται η ιεροτελεστία της Μπούλας συμπίπτει με τον αρχαίο μήνα Ανθεστηρίωνα (15 Φεβρουαρίου-15 Μαρτίου),το μήνα που γινόταν ο γάμος του Διόνυσου και της Βασίλινας,δεν μπορούμε να μη θυμηθούμε το τραγούδι που λέγανε οι Ναουσαίοι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς,κρατώντας κουδούνι και τζιουμπανίκα, Το τραγούδι αυτό αφήνει έδαφος να υποθέσουμε πως ο γαμπρός είναι ο Διόνυσος,Ίσως ο Διόνυσος,που στην αρχαιότητα η προφορά του ήταν Ντιόνουσος,να ακούστηκε κάποια φορά και ως Ντγιόνουσος. Στη συνέχεια,με το πέρασμα του χρόνου,άρχισε να θυμίζει το όνομα του Ιωάννη,η γιορτή του οποίου βρίσκεται στο δωδεκαήμερο. Τότε έχασε το ντ και έμεινε Γιάνουσος και γράφτηκε Γιάννουσος,έγινε Γιανούσης,Γιανουσας κ.λ.π Αν ο συλλογισμός είναι σωστός,με το δεδόμενο ότι σε ορισμένη περίοδο ο γαμπρός της Νύφης-Μπούλας στη Νάουσα ονομάζονταν Γιανούσος ή Γιανούσης και θύμιζε περισσότερο τον Αη'Γιάννη,ίσως μπορούμε να ταυτίσουμε το Γενίτσαρο με το Διόνυσο. Όταν λοιπόν ο γαμπρός της νύφης(Μπούλας)έγινε στη Νάουσα από Διόνυσος Γιανούσος,Γίανυσος,Γιανύσης,τότε φαίνεται ότι τα παλικάρια,οι ένοπλοι συνοδοί του θεϊκού ζευγαριού,που ήταν στολισμένα με ρόδα,ροϊδάρια, δηλαδή ρογκατσάρια,ονομάστηκαν Γιανουσάρια,Γιανυσάρια,Γιανουτσούρια. Έπειτα από τον πληθυντικό προήλθε και ο νέος πληθυντικός Γενίτσαροι-Γιανίτσαροι. Ο χρόνος βέβαια που γινόταν αυτές οι μετατροπές δεν είναι γνωστός.
 
 Η νεώτερη ιστορία

Αν προχωρήσουμε τώρα σε νεότερη ιστορία και φτάσουμε στο 15ο και 16ο αιώνα,η οθωμανική αυτοκρατορία στρατολογούσε ακόμα και με τη βία παιδιά των υπόδουλων λαών της και δημιουργούσε τα περιβόητα τάγματα των Γενιτσάρων ή Γιανίτσαρων. Μέχρι το 1705, η προνομιούχος Νάουσα δεν είχε υποστεί αυτό το φόρο αίματος. Τότε ο Σουλτάνος έστειλε τον σιλιχτάρη των ανακτόρων Αχμέτ Τσελεμπή να κάνει το πρώτο παιδομάζωμα στην πόλη. 
Οι Ναουσαίοι όχι μόνο δεν παρέδωσαν τα παιδιά,αλλά σκότωσαν και τον απεσταλμένο. Ήταν τότε μέρες Αποκριάς. Το γεγονός αυτό ήταν αφορμή πολλοί Ναουσαίοι με αρχηγό τον Ζήση Καραδήμο να βγουν αντάρτες στο βουνό. Η ανταρσία αυτή του Καραδήμου,όπως φαίνεται από σουλτανικό φιρμάνι που βρέθηκε σε ιεροδικείο της Βέροιας,έληξε άδοξα. Όπως μπορούμε να εικάσουμε από επιμέρους στοιχεία του εθίμου,τα γεγονότα αυτά στάθηκαν καθοριστικά. Ο απόηχος της τρομερής καταστολής του κινήματος του Καραδήμου ανάγκασε τους νέους της πόλης την επόμενη Αποκριά να φορέσουν την αρματολίτικη τους φορεσιά με περίσκεψη. Με τον πρόσωπο,τη μάσκα,όπως έφτασε μέχρι τις μέρες μας από την αρχαιότητα,τα ασημικά που σχημάτιζαν έναν τέλειο θώρακα,τις μακριές τους πάλες και όλα τα εξαρτήματα. Τριγύρισαν χορεύοντας στα όρια της πόλης και από γειτονιά σε γειτονιά με τον τρόπο που γινόταν σε ιερές λιτανείες για να διώξουν τα κακό,μια τελετή που έμοιαζε με την περιφορά του επιταφίου της ενορίας τους. Από τότε το έθιμο συνεχίζεται αδιάλειπτα σε όλη την διάρκεια του 19ου και του 20ου αιώνα με εξαίρεση την περίοδο των πολέμων. Βέβαιο είναι πως οι Γενίτσαροι και οι Μπούλες έφτασαν στις μέρες μας με μνήμες και ιστορίες και πάντα φρέσκοι και ικανοί να εκφράσουν τους καημούς και τις ανάγκες και της δικής μας εποχής.

  Η τέλεση του Εθίμου

Η προετοιμασία του εθίμου ξεκινά πολύ πριν την Αποκριά όταν απο το Νοέμβρη κιόλας οι χορευτές ετοιμάζουν τις φορεσιές τους, η Νάουσα χτυπά σε ρυθμό καρναβαλιού. Παλιότερα το ντύσιμο κρατούσε όλο το βράδυ, ο Γενίτσαρος καθόταν στην καρέκλα και οι της οικογενείας, τον έραβαν ένα ένα όλα τα εξαρτήματα της φορεσιάς.


Κυριακή της Αποκριάς - Το μάζεμα

Ο Γενίτσαρος, ντυμένος απο το βράδυ παλιότερα και απο νωρίς το πρωί σήμερα,
είναι έτοιμος.Απο μακρυά ακούγεται ο λυπητερός ήχος του ζουρνά, καθώς συνοδεύεται απο το βαρύ χτύπο του νταουλιού, που παίζει το μάσιμο.
Πρόκειται για τον Ζαλιστό ή Προσκύνημα, μελωδία ελεύθερου ρυθμικού. Οι Γενίτσαροι κινούν τα χέρια και το στήθος ώστε να ακούγονται τα νομίσματα απο το γιλέκο.
Μόλις το μπουλούκι φτάσει σπίτι, ο Γενίτσαρος τινάζεται 2-3 φορές στο παράθυρο, βγαίνει απο την πόρτα κάνοντας το σταυρό του και αφού πάρει χέρι τους δικούς του (πηδά επι τόπου),αναχωρεί με το μπουλούκι.

Το Δρομολόγιο

Αφού ολοκληρωθεί το μάζεματο μπουλούκι καταφθάνει στο Δημαρχείο όπου ο αρχηγός θα πάρει την άδεια του Δημάρχου (τότε Τούρκου μουντίρη), για να ξεκινήσει ο χορός. Ο αρχηγός του μπουλουκιού  μαζί με τη νύφη ανεβαίνουν στο Δήμαρχο, ενώ οι υπόλοιποι ζαλίζονται κάτω, και ζητούν την άδεια του, λέει χαρακτηριστικά ο αρχηγός αποκαλυπτόμενος ....Δήμαρχε ζητώ την άδεια να χορέψει το μπουλούκι στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης.Μόλις παρθεί η άδεια ο σκοπός του ζουρνά αλλάζει και βγαίνουν οι πάλες για το χορό.
Το δρομολόγιο είναι καθορισμένο, είναι τα όρια της παλιάς Νάουσας.
Σε κάθε πλατεία χορεύουν μπροστά οι περίοικοι κάθε γειτονιάς.
Το δρομολόγιο συνεχίζεται ωσότου φτάσουν στα Αλώνια, όπου βγαίνει ο Πρόσωπος,γίνεται κι ένα μικρό γλέντι εκεί, ενώ χορεύουν και παλιοί γενίτσαροιχωρίς στολή.
Το μπουλούκι τελειώνει στην κεντρική πλατεία της Νάουσας

Δευτέρα - Καθαρή Δευτέρα

Τις δύο αυτές μέρες το μπουλούκι γλεντά σε σπίτια χορευτών.Τρώνε και πίνουν, ενώ η Μπούλα κερνάει τους συνοδούς του Μπουλουκιού.
Το βράδυ της Καθαράς Δευτέρας και μόλις τελειώσει ο χορός όλοι οι χορευτές περικυκλώνουν το ζουρνατζή και χτυπούν τα σπαθιά τους.

Λένε χαρακτηριστικά.....Ότι είπαμε και δεν είπαμε εδώ να μείνει.
Και του Χρόνου....... 



ΕΒΡΟΣ, Το έθιμο του  '' Μπέη ''

 Ελαία

Ο Μπέης είναι ένα καθαρά λαογραφικό έθιμο της Θράκης και ειδικότερα του βόρειου Έβρου.
Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας ονομαζόταν έτσι ο Τούρκος αξιωματούχος που εξουσίαζε απόλυτα μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή. Σύμφωνα πάντα με την παράδοση, οι υπόδουλοι Θρακιώτες για μια μόνο μέρα μπορούσαν να κάνουν ό,τι ήθελαν τους Τούρκους, δηλαδή να τους πειράξουν, να τους βρίσουν και άλλα διάφορα.

Ο Μπέης συνοδευόμενος από την ακολουθία του, που αποτελείται από: δύο γκάιντες, μερικά χανουμάκια, δύο σωματοφύλακες προσωπική φρουρά ή κουρουτζήδες (σημαίνει: αγροφύλακες), τον έφορα, τον γιατρό, τη νοσοκόμα, το γύφτο και τη γύφτισσα με το μωρά της, όλα τα παιδιά του χωριού καθώς και όσους θέλουν περιοδεύει μέσα στο χωριό, από σοκάκι σε σοκάκι και μαζεύει τον υποτιθέμενο “Φόρο εισοδήματος” που πλήρωναν παλιότερα οι Έλληνες υπόδουλοι. Σε κάθε αυλή η νοικοκυρά κερνάει όλη τη συνοδεία με κρασί (ή ούζο), μεζέδες και γλυκά, και ο νοικοκύρης προσφέρει το Φόρο.
Ο “φόρος” αυτός μεταφράζεται σε χρήμα και στάρι. Αφού δοθεί στον Μπέη το δοχείο με το στάρι εύχεται “καλή σοδειά και καλή προκοπή” και συνεχίζει το γύρισμα του χωριού.


Στη διάρκεια της περιφοράς, όποιος πειράξει το μωρό της γύφτισσας, πιάνεται από τους κουρουτζήδες και “καλυβώνεται” (πεταλώνεται) συμβολικά του καρφώνουν το πόδι, τον πεταλώνουν και είναι υποχρεωμένος να πληρώσει φόρο, σαν αποζημίωση.
Κατά το μεσημέρι αφού τελειώσει η περιοδεία, το άρμα του Μπέη έρχεται στην πλατεία που είναι κατάμεστη από κόσμο που μαζεύεται από τη γύρω περιοχή. Το έθιμο αυτό έχει χαρακτήρα λαϊκού πανηγυριού. Στην κεντρική πλατεία του χωριού, που είναι αμφιθεατρική, υπάρχει ειδικός χώρος για να γίνουν τα απαραίτητα έθιμα. Οι κοπέλες ντυμένες παραδοσιακά σχηματίζουν κύκλο γύρω από τον χώρο αυτό.

Ο Μπέης με τους επιτελείς του μετρά το χωράφι για να “κόψει καπάκι”, όπως λένε. Μετά βάζει στο ζυγό του ξύλινου αλετριού, το γύφτο και την γύφτισσα. Το όργωμα έχει αρχίσει. Ο γύφτος και η γύφτισσα κάνουν “νούμερα”, λιποθυμούν, ξεφεύγουν και τρέχουν ν’ αποφύγουν το μαρτύριο, αγκαλιάζονται τρυφερά αλλά τους το απαγορεύουν οι φύλακες και έτσι συνεχίζουν.
Ακολουθεί η σπορά. Ο Μπέης σπέρνει με το χέρι, με τη συνοδεία των Φρουρών του και του έφορα. Το έθιμο ορίζει πως κάποιος πρέπει να προσπαθήσει να κλέψει το δοχείο που έχει το σιτάρι και να το πετάξει ψηλά. Αν το δοχείο αναποδογυριστεί κατά την πτώση του, η χρονιά θα ‘ναι ανάποδη, αν όμως πέσει κανονικά η σοδειά θα πάει καλά.

Μετά τη σπορά σειρά έχει ο θέρος. Το θέρισμα γίνεται με δρεπάνια, από τους κουρουτζήδες, στο τέλος ξαπλώνονται ο ένας πάνω στον άλλο και σχηματίζουν την θημωνιά (στίβα από δεμάτια). Αφού θεριστεί το στάρι ακολουθεί το αλώνισμα με τον παραδοσιακό πάντα τρόπο. Το αλώνισμα γίνεται με τη “ντουκάνα” (ξύλινο εργαλείο που έχει πάνω του καρφωμένες χιλιάδες πετρούλες και όταν σέρνεται στ’ αλώνι ξεχωρίζει το στάρι από τα στάχυα). Η “ντουκάνα” σέρνεται από ζώα, στο έθιμο όμως απ’ το γύφτο και τη γύφτισσα, για να γίνει εμφανής η εκμετάλλευση του ανθρώπου ειδικά του υπόδουλου Έλληνα (κι ας μας λένε ακόμα και τώρα Τούρκους).
Έτσι κλείνει ο κύκλος των γεωργικών εργασιών.

Το πατροπαράδοτο έθιμο «Μπέης», εκτός από την Ελαία, αναβιώνει σε πολλά χωριά του Εβροου, όπως Μαρασια, Κόμαρα, στο Παλιούρι,αλλά και ως «Βασιλιάς» στα Πετρωτά.

Κάθε χρόνο, τη Δευτέρα πριν την Κυριακή της Αποκριάς , γιορταζόταν στο χωριό, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του `60 , το έθιμο του μπέη, ή κιοπέκ-μπέη

Το έθιμο αυτό έρχεται από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας . Στην πραγματικότητα ξεκινάει από τη Διονυσιακή λατρεία των αρχαίων χρόνων , μια και το κρασί παίζει βασικό ρόλο στη γιορτή . Μπέηδες ήταν οι πλούσιοι Τούρκοι που είχαν μεγάλες περιουσίες και στην ουσία ήταν εξουσία για τον τόπο .

Στο σπίτι του ο Μπέης είχε την καλύτερη κοπέλα του χωριού , γιατρό δικό του , νοσοκόμα , σωματοφύλακες και κάποιον έφορο , για να μαζεύει τους φόρους .
Επειδή την εποχή εκείνη υπήρχε μεγάλη πείνα , πολλοί Χριστιανοί πήγαιναν να δουλέψουν στο σπίτι του μπέη . Δούλευαν για ένα κομμάτι ψωμί . Αντιδρούσαν σ` αυτή την εκμετάλλευση , διαμαρτύρονταν και στο τέλος κατάφεραν να σταματήσει η σκληρή εκμετάλλευση .

Οι Τούρκοι δεν επέτρεπαν στους Έλληνες να συγκεντρώνονται και να μιλάνε ελεύθερα . Μετά από προσπάθειες τους επέτρεπαν να συγκεντρώνονται την
Αποκριά , να μιλούν ελεύθερα και να λύνουν τα προβλήματά τους . Σιγά-σιγά μπορούσαν να σατιρίζουν τους Τούρκους και να τους πειράζουν , μόνο τη μέρα εκείνη . Το έθιμο συνεχίστηκε , και μετά την απελευθέρωση γινόταν σαν γιορτή
για την απελευθέρωση από την εκμετάλλευση των Τούρκων . Κράτησε , και με τα χρόνια αύξησε το σατιρικό και περιπαικτικό χαρακτήρα του .

Ο μπέης , είναι ένας ώριμος άντρας με μουστάκι και φέσι . Φοράει την παραδοσιακή φορεσιά του χωριού , ποτούρια ( παραγεμισμένα συνήθως με άχυρο ) και γιλέκο .

Έχει ραβδί , πιστόλια και ναργιλέ , όπως ένας κανονικός μπέης .

Δεν είναι μόνος του , έχει και συνοδεία : η φιλενάδα του  η καντίνα ( από το τουρκικό kadin = γυναίκα ) , ο έφορος , ο γιατρός , η νοσοκόμα , σωματοφύλακες , και οι απαραίτητες γκάιντες . Ένας από τους συνοδούς κουβαλάει το τσουβάλι που
βάζουν μέσα το φόρο ( σε ανάμνηση του φόρου που πλήρωναν οι υπόδουλοι στην Τουρκοκρατία ) . Ο «φόρος » είναι σιτάρι και χρήματα .


Ο μπέης παίρνει το « φόρο » , εύχεται στους νοικοκυραίους καλή σοδειά και μπερεκέτ ( προκοπή ) . Η νοικοκυρά κερνάει το μπέη και τη συνοδεία του κρασί ή ούζο , μεζέδες και γλυκά και η συνοδεία φεύγει για το επόμενο σπίτι .

Με την πάροδο του χρόνου ο Μπέης και η συνοδεία του ήταν ανεβασμένοι σε ένα τρακτέρ , για να κάνουν το γύρο του χωριού .

Ο κόσμος πείραζε το μπέη , του τραβούσαν τα ποτούρια και τα μουστάκια , προσπαθούσαν να του κλέψουν την καντίνα , οι σωματοφύλακες κυνηγούσαν τους κλέφτες . Το κέφι ήταν αμείωτο όλη τη μέρα .

Όταν γύριζαν όλα τα σπίτια του χωριού , πήγαιναν στην πλατεία . Εκεί γινόταν η αναπαράσταση των εθίμων : ο Μπέης μετράει το χωράφι όπου θα γίνει η σπορά .

Καστανιές

« Ζεύει » δύο άτομα σε ένα ξύλινο αλέτρι , για να οργώσουν το χωράφι . Αυτοί κάνουν κόλπα , λιποθυμούν , ξεφεύγουν , τους φέρνουν πίσω με το ζόρι .

Ακολουθεί η σπορά . Ο Μπέης σπέρνει με το χέρι , μαζί με τον έφορο και τους φρουρούς του . Κάποιος , σύμφωνα με το έθιμο , πρέπει να κλέψει το δοχείο με το σιτάρι και να το πετάξει ψηλά . Αν το δοχείο πέσει ανάποδα , η χρονιά θα είναι ανάποδη . Αν πέσει κανονικά , η σοδειά θα είναι καλή .

Μετά γίνεται ο θέρος . Με τα δρεπάνια , όπως τότε . Οι θεριστές ξαπλώνονται , ο ένας πάνω στον άλλο και σχηματίζουν θημωνιές .

Ύστερα γίνεται το αλώνισμα με τη ντουκάνα ( εργαλείο που χρησιμοποιούσαν στο αλώνι , για να ξεχωρίζει το σιτάρι από τα στάχυα ) . Η ντουκάνα σέρνεται από ζώα , όμως στη γιορτή τη σέρνουν άνθρωποι , για να θυμούνται όλοι τη σκληρή εκμετάλλευση από τους Τούρκους .

Κλείνει έτσι ο κύκλος των γεωργικών εργασιών .

Μετά , στα παλιότερα χρόνια , γινόταν παλαίστρα , άθλημα συνδεδεμένο με τη ζωή των κατοίκων όλης της Θράκης , από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα .

Σε κάποια χωριά της περιοχής μας γίνονταν και γαϊδουροδρομίες .

Μετά την παλαίστρα άρχιζε το γλέντι με παραδοσιακούς χορούς και τραγούδια , με τις γκάιντες και άφθονο κρασί και ούζο .


 ΦΕΡΕΣ,  Το έθιμο της καμήλας

Το έθιμο της καμήλας αλλά και άλλα έθιμα σχετικά με τη λατρεία του Διονύσου, της θεάς Γης, της φύσης και της γονιμότητας αναβιώνουν την Καθαρή Δευτέρα στις Φέρες.
Πηγή πληροφοριών: Δημοτική Επιχείρηση Τοπικής Ανάπτυξης Φερών

Το ιστορικό του εθίμου

Στη Θράκη, τον τόπο όπου λατρεύτηκε με πάθος ο Διόνυσος και αφιερώθηκαν σ’ αυτόν πλήθος τελετών, μεταφέρθηκαν από τα βάθη των αιώνων μέχρι σήμερα έθιμα που έχουν σχέση με τη λατρεία του Διόνυσου, της θεάς Γης - της φύσης - της γονιμότητας.
Οι πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης μαζί με τα λίγα υπάρχοντά τους έφεραν μαζί τους το δικό τους τρόπο ζωής, τα ήθη και τα έθιμα, εκ των οποίων πολλά είχαν Διονυσιακή προέλευση και ήταν αφιερωμένα στο Φθινόπώρο τον καιρό της σποράς και την Άνοιξη, τον καιρό της γονιμότητας. Από τα έθιμα ενδιαφέρον παρουσιάζει αυτό της “καμήλας” που είναι αποκριάτικο έθιμο και ταυτίζεται με την Καθαρή Δευτέρα.

Περιγραφή του εθίμου

Ένας παλιός καμηλιέρης διηγείται:


Την καμήλα έμαθα να την κατασκευάζω από τον πατέρα μου που ήταν και αυτός καμηλιέρης. Πολλές μέρες πιο μπροστά στη γειτονιά που ετοιμάζονταν η καμήλα είχε κίνηση, ζωή. Ψήναμε μεζέδες, πίναμε κρασί, η γκάιντα έπαιζε και εμείς όλοι σκεπτόμασταν και προσπαθούσαμε να κάνουμε την καμήλα καλύτερη από πέρσι. Ετοιμάζαμε τον ξύλινο σκελετό - το κεφάλι το προσέχαμε ιδιαίτερα - και βάζαμε όλη την τέχνη μας ώστε να μοιάζει με της καμήλας.
Την Καθαρή Δευτέρα σκεπάζαμε τον ξύλινο σκελετό της καμήλας με πολύχρωμα κιλίμια - φούντες -χάντρες, έμπαιναν κάτω από δύο άντρες, βάζαμε πάνω τον καρνάβαλο, δύο καμηλιέρηδες ο ένας με τη γυναίκα του, ο γκαϊντατζής και ο οδηγός με το γαϊδουράκι και παίρναμε τους δρόμους.
Στη διαδρομή η καμήλα ζωηρή με το μεγάλο της στόμα άρπαζε ό,τι της άρεσε και ό,τι της κερνούσαν. Πλήθος μεταμφιεσμένων με τολμηρές χειρονομίες, πειράγματα και τραγούδια συμπλήρωναν το σκηνικό.
Ο ένας καμηλιέρης σε κάποια στιγμή σκότωνε τον αντίπαλο του, εκείνος όμως ξαφνικά ξαναζωντάνευε. Η αιώνια αναπαράσταση της ζωής και του θανάτου. Του σπόρου που πέφτει στη γη και βλασταίνει με τρόπο μαγικό.
Στο τέλος κρεμούσαν την καμήλα τιμωρώντας την για τα αγαθά που έκλεψε, εκδικούμενοι μ’ αυτόν τον τρόπο τον Τούρκο κατακτητή για την άγρια φορολογία. Όλοι μαζί κατέληγαν στην πλατεία Δημοκρατίας (Βουλγαρίδη) και γλεντούσαν ως το πρωί. Σ’ όλη αυτή τη διαδικασία με αποκορύφωμα το γλέντι ακούονταν τραγούδια, στίχοι με ποιητικό πλούτο. Όπως σ’ όλα τα έθιμα έτσι και στο έθιμο της καμήλας έχουμε την αναπαράσταση της σποράς, της βλάστησης, της δημιουργίας της ζωής. 







Σκύρος  Γέροι και Κορέλες

Στη Σκύρο, όπως και σ' ολόκληρη σχεδόν την Ελλάδα, οι αποκριές είναι λαϊκές γιορτές ευθυμίας, που παράλληλα με το γενικό ξεφάντωμα, τους χορούς και τα τραγούδια, διατηρούν το κοινό χαρακτηριστικό των μασκαρεμένων γλεντοκόπων.

Ανάμεσα στις εκδηλώσεις αυτές της Σκυριανής αποκριάς, ξεχωρίζει σαν μοναδική στον ελληνικό χώρο, μια τριάδα μεταμφιεσμένων που αποτελείται από τον "γέρο", την "κορέλα" και τον "φράγκο". Οι μεταμφιεσμένοι σχηματίζουν ομίλους που περιέρχονται το χωριό, δίνοντας με την παρουσία τους έναν τόνο χαράς και μυστηριακού μεγαλείου.

Από την αρχή του Τριωδίου, με έξαρση κατά τις εβδομάδες της Κρεοφάγου και της Τυρινής, αυτό το περίεργο θέαμα συναντάται καθημερινά στον κεντρικό δρόμο της αγοράς και στα σοκάκια της χώρας της Σκύρου. Σε κανένα μέρος της Ελλάδας δεν γιορτάζεται με τόση ζωντάνια, τόσο μεγάλη συμμετοχή του λαού και ίσως πουθενά αλλού δεν παρουσιάζει τόσο ξεχωριστό ενδιαφέρον εξαιτίας της μυστηριακής μεταμφίεσης των εορταστών. Οι μεταμφιεσμένοι είναι πάντοτε και οι τρεις άντρες, ενώ οι γυναίκες δεν μετέχουν κατά κανόνα στις μεταμφιέσεις.


Ο "ΓΕΡΟΣ"

Ο "γέρος" που είναι η κυρίαρχη μορφή της μασκαρεμένης συντροφιάς, παριστάνει γέρο-τσοπάνη ζωσμένο με κουδούνια. Κάτω φοράει άσπρο μάλλινο κοντοβράκι ("κοντοβράτσι") των τσοπάνηδων, άσπρες υφαντές κάλτσες χωρίς πέλμα ("τροχαδόκαλτσες") και πέτσινα σανδάλια ("τροχάδια"). Οι "τροχαδόκαλτσες" καλύπτουν μόνο τις κνήμες και στερεώνονται κάτω από το γόνατο με μαύρες καλτσοδέτες ("καρτσδέτες").

Στο πάνω μέρος του σώματος, μέχρι τη μέση, Γέροςφοράει την τσοπάνικη κάπα ("καπότο"), μαύρου χρώματος, γυρισμένη ανάποδα για να είναι απέξω το μαλλιαρό μέρος και να φαίνονται οι μακριές τρίχες. Η κουκούλα του "καπότου" σκεπάζει το κεφάλι και στερεώνεται με τη μακριά υφαντή και κεντημένη ζώνη των βοσκών ("ζουνάρι"), που πέφτει μπροστά στο στήθος. Στη ράχη παραχώνει κουρέλια ή μαξιλάρι για να σχηματιστεί καμπούρα.

Το πρόσωπο το κρύβει με μάσκα ("μτσούνα") από προβιά μικρού γιδιού με δύο τρύπες για τα μάτια. Στη μέση ζώνεται καμιά πενηνταριά τσοπάνικα κουδούνια που στερεώνονται από τους ώμους και στο χέρι κρατάει το τσοπάνικο στραβοράβδι στολισμένο στη λαβή με αγριολούλουδα.

Ο τρόπος που δένονται τα κουδούνια στη ζώνη της μέσης είναι αρκετά έξυπνος, έτσι που να επιτρέπει να φοριούνται πολλά κουδούνια, χωρίς να στομώνουν από την επαφή τους με την κάπα. Οι άκρες του "καπότου" είναι γυρισμένες στη μέση για ν' αφήνουν τελείως ελεύθερη τη μάζα των κουδουνιών. Κάθε κουδούνι κρατιέται από έναν κρίκο με τον οποίο φοριέται στα πρόβατα κι αυτοί οι κρίκοι είναι περασμένοι σ' ένα σχοινί ("λιτάρι") γύρω στη μέση, ώστε να κρέμονται ελεύθερα και να βροντούν καθώς ο "γέρος" χοροπηδάει.

Ο "γέρος" προχωρεί με ρυθμικούς βηματισμούς, κουνώντας τη μέση του, έτσι ώστε τα κουδούνια που είναι περασμένα σ' αυτή, να δίνουν ήχους φοβερούς, αλλά ρυθμικούς κι εναλλασσόμενους. Κατά διαστήματα στέκεται και "σείεται", και τότε το κούνημα του κορμιού του είναι διαφορετικό, όπως και οι ήχοι των κουδουνιών.

Η ονομασία του "γέρου" οφείλεται μάλλον στη γεροντική εμφάνιση γι' αυτό και φοράει ψεύτικη καμπούρα.



Η "ΚΟΡΕΛΑ"

Η "κορέλα" είναι άντρας ντυμένος με Σκυριανά γυναικεία ρούχα. ΚορέλαΚάτω φοράει μια κεντητή φούστα ("σκούτα")? πάνω απ' αυτήν ένα άσπρο πλισεδένιο μεσοφόρι ("κολοβόλι") και μια κεντημένη ποδιά. Στο πάνω μέρος του σώματος φοράει μεταξωτά πουκάμισα κι από πάνω χρυσοΰφαντο "μεντενέ". Στη μέση δένεται μια φαρδιά ζώνη που κλείνει με πόρπες ("κλειδοτήρια"). Η "κορέλα" σκεπάζει το κεφάλι με κίτρινο μαντήλι απ' το οποίο προβάλλουν ψεύτικες πλεξούδες μαλλιών με μεταξωτές κορδέλες και κρύβει το πρόσωπο με χάρτινη γυναικεία μουτσούνα. Στα πόδια φοράει "τροχάδια".

Η "κορέλα" κρατάει στο χέρι ένα μαντήλι, που το κουνά, χορεύοντας γύρω από το "γέρο", όταν αυτός προχωρά, ή στέκεται και τραγουδά τον ιδιαίτερο αποκριάτικο σκοπό, που έχει τ' όνομά της ("της κορέλας"), όταν ο "γέρος" στέκεται, για να ξεκουραστεί, σείοντας πάντα τα κουδούνια του.
Η ονομασία "κορέλα" προέρχεται ίσως από το "κόρη" ή μάλλον από το "κουρέλα" – στη Σκύρο το κουρέλι το λένε "κορέλι" – για την ατημελησιά και την προχειρότητα της αμφίεσης, τουλάχιστον στην αρχική της μορφή. Εξάλλου εμφανίζεται μάλλον σαν γυναίκα και όχι κόρη του "γέρου".Top

Ο "ΦΡΑΓΚΟΣ"

Τέλος, ο "φράγκος" ντύνεται με κοινά "ευρωπαϊκά" παλιόρουχα (παντελόνι, σακάκι, φανέλα ή κάτι ανάλογο). "Ευρωπαϊκά" έλεγαν στη Σκύρο τις σύγχρονες ενδυμασίες σε αντίθεση με τις ντόπιες παραδοσιακές φορεσιές. Στο κεφάλι φοράει ό,τι καπέλο του αρέσει, ενώ το πρόσωπο το κρύβει με μια κοινή αποκριάτικη μουτσούνα. Απαραίτητο στοιχείο της κατά τα άλλα ελεύθερης μεταμφίεσής του, είναι ένα τσοπάνικο κουδούνι που κρεμιέται πίσω στη μέση κι ένα κοχύλι που κρατάει στο χέρι, το γνωστό στους ναυτικούς σαν "μπουρού", όπου φυσά διαρκώς όταν κουνιέται ασταμάτητα πειράζοντας όσους παρακολουθούν το θέαμα.

Ο "φράγκος" ονομάστηκε έτσι γιατί είναι ο μόνος που δεν φοράει Σκυριανά ρούχα, αλλά "φράγκικα" (σακάκι – παντελόνι).




συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου