Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Δασκαλογιάννης, Eπανάσταση και αυτοθυσία

Ο ΔΑΣΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ, δηλαδή ο Ιωάννης Δάσκαλος, ήταν μια από τις πλέον ηρωικές μορφές των αγώνων των Ελλήνων κατά των Τούρκων κατακτητών. Και ίσως ο καθαρότερος από όλους. Δεν είχε υπηρετήσει ποτέ στις αυλές των πασάδων, όπως άλλοι πρωτοκαπετάνιοι του 1821, ούτε στρατεύθηκε σαν αρματολός. Ο Κωστής Παλαμάς τον αποκαλεί «κορυφή της κρητικής θυσίας», αλλά το ήθος, η καρτερία, η αυτοθυσία τον ανεβάζουν ψηλά στην κορυφή των αγώνων του Γένους.
Ήταν υπερήφανος, ονειροπόλος, γενναίος, πλούσιος και τολμηρός. Αλλά και εύπιστος! Δεν ανήκε στο είδος των ανθρώπων του πολέμου. Δεν περιεφέρετο σαν «χαΐνης», πάει να πει αντάρτης, στα βουνά, όπως οι σύντροφοί του στην επανάσταση του 1770. Ήταν ναυτικός, με δικά του καράβια και ταξίδευε από τη Μασσαλία ως τα λιμάνια του Εύξεινου και από το βάθος του Αδρία, την Τεργέστη, ως τα αφρικανικά λιμάνια, την Αλεξάνδρεια και την Μπιγκάζα. Είχε, μαζί με τ’ αδέρφια του, ναυτικά «πρακτορεία» στα κυριότερα λιμάνια και σε πολλά ελεύθερα ελληνικά νησιά, όπως στα Κύθηρα. Έμπορος, ταξιδευτής με πείρα του κόσμου και γνωριμίες με πρίγκιπες, μητροπολίτες, πρόκριτους και διπλωμάτες ξένων χωρών. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι συμπατριώτες του, οι Σφακιανοί, σε αντίθεση με τους άλλους Κρητικούς που απεχθάνονταν τότε τη θάλασσα, είχαν δεκάδες καράβια στη Μεσόγειο, με βάση τον όρμο Λουτρό στο Λιβυκό, δυτικά της Χώρας Σφακίων, στα ίχνη του αρχαίου «διλίμενου» Φοίνικα. Αλλά ήταν ο μόνος Σφακιανός της εποχής που τολμούσε να κυκλοφορήσει στην επαρχία με ευρωπαϊκά ρούχα, χωρίς να τον αποκαλούν ψαλιδόκωλο!
Οι περισσότεροι ιστορικοί και η παράδοση θέλουν τον Δασκαλογιάννη από τη γενιά των Βλάχων του χωριού Ανώπολη Σφακίων. Το «Βλάχος» φυσικά δεν μπορεί να ήταν αληθινό επίθετο σφακιανής οικογένειας. Θα ήταν πιθανότατα προσωνύμιο -και προσωνύμια είχαν τότε σχεδόν όλοι οι Σφακιανοί. Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι ο Δασκαλογιάννης «έσερνε» από τη ναυτική γενιά των Ανδρουλακάκηδων, του Λουτρού. Προφανώς έχουν επηρεασθεί από το γεγονός ότι οι Τούρκοι αποκαλούσαν τον Δασκαλογιάννη «Ιωάννη υιόν Ανδρέου» κατά την πρακτική της εποχής. Μια πρακτική που περιέργως έχει αρχαιοελληνική ρίζα. Πράγματι υπάρχει τουρκικό έγγραφο που τον αποκαλεί «Ιωάννη υιόν Ανδρέου». Και πράγματι ο πατέρας του ονομάζετο Ανδρέας, όπως και ο πρώτος του υιός, κατά το συνήθειο που επικρατεί πάντα.
Το αρχοντικό του Δασκαλογιάννη διακρίνεται ακόμη ερειπωμένο στην Ανώπολη, πάνω από το Λουτρό. Και ο θρύλος του ζει στα βουνά και στα φαράγγια και στις άγριες ακρογιαλιές του Λιβυκού.

Η κατάσταση το 1769


Ένας Δασκαλογιάννης βρίσκεται σε τουρκικό έγγραφο του 1765 με τον τίτλο του Κετχουντά (γραμματικού) των Σφακίων. Και αργότερα σε έγγραφο του 1767 ο Νικολός Σγουρομάλλης, αδελφός του Δασκαλογιάννη, επίσης με την ιδιότητα του γραμματικού. Τώρα ο Δασκαλογιάννης του εγγράφου είναι ο ίδιος με τον Δασκαλογιάννη του αγώνα ή είναι ένας από τους πολλούς Ιωάννηδες Δασκάλους και Δασκαλιανούς των Σφακίων; Όσο για την ηλικία του Δασκαλογιάννη, οι ιστορικοί τον θέλουν 40 ετών το 1770.
Αλλά ποια ήταν η κατάσταση το 1769, δηλαδή την εποχή που ο Δασκαλογιάννης προετοίμαζε την επανάστασή του:

Οι Τούρκοι κρατούσαν έναν αιώνα την Κρήτη και τρεις αιώνες τον Μοριά και τη Ρούμελη. Τα Σφακιά, όμως, που δεν ησύχασαν ποτέ σ’ όλο το μάκρος της ενετικής κατοχής, είχαν μια περίεργη τύχη. Το 1648, ενώ είχαν υποταχθεί όλες οι γύρω επαρχίες και τα κάστρα ήταν γκρεμισμένα, δίχως το Μεγάλο, οι Σφακιανοί βοηθούσαν τον Ματθαίο Καλλέργη και τους Ενετούς στις επιχειρήσεις του Αλμυρού. Όπως μας λέει ο Τούρκος ιστορικός Ναϊμά, βασιζόμενοι εις το ορεινόν και δύσβατον της επαρχίας των, δεν διήγον φιλησύχως και επί εποχής των απίστων (Ενετών). Για τον λόγο αυτό -συνεχίζει ο ιστορικός- έστειλαν οι Τούρκοι τον Κετχουντά της Ρούμελης Κουτούζ Αλή Αγά, όστις κατέλαβε το φρούριον, καταδιώξας και διασκορπίσας τους απειθείς τούτους (Σφακιανούς). Ο αρχιστράτηγος προσέφερε διάφορα δώρα και επεδαψίλευσε διαφόρους φιλοφρονήσεις εις τον ρηθέντα Αλή Αγάν. Άλλος, όμως, Τούρκος, ο γνωστός μας από την περιήγησή του, ο Εβλιά Τζελεμπή, αναφέρει ότι τα Σφακιά τα πάτησε ο ίδιος ο θρυλικός για το παράστημα και την ανδρεία του Δελή Χουσεΐν Πασάς, ο Γαζής. Μετά λίγα χρόνια, και συγκεκριμένα το 1658, ύστερα από συνομιλίες με τον Χουσεΐν Πασά, τα Σφακιά που μέχρι τότε ήταν φέουδο του ίδιου του Χουσεΐν, υπάγονται στο βακουφικό σύστημα. Και αφιερώνονται στις ιερές πόλεις Μέκκα και Μεδίνα. Στα Σφακιά φαίνεται ότι έμεινε για λίγο καιρό Τούρκος αξιωματούχος. Αλλά κανένας δεν εγκαταστάθηκε μόνιμα. Τους φόρους τους, που ήταν ένα αστείο ποσό για τα εμπορευόμενα ή πειρατικά έστω, Σφακιά, πότε τους πλήρωναν και πότε όχι, οι Σφακιανοί. Πότε με διαμαρτυρίες στον ίδιο τον σουλτάνο και πότε με ζοριλίκι, κατάφερναν να γλιτώνουν.

Στα τουρκικά αρχεία του Μεγάλου Κάστρου, που μετέφρασε ο Ν. Σταυρινίδης, βρίσκουμε οργισμένα φιρμάνια των σουλτάνων, που ζητούν να λήξει αυτή η κατάσταση με τους Σφακιανούς. Να ένα γραμμένο «τη τριακοστή του μηνός Ρετζέπ, του έτους χίλια εκατόν εβδομήκοντα δύο (18-3-1759)», δέκα χρόνια πριν από τα γεγονότα που εξιστορούμε: «...παρά ταύτα, οι ραγιάδες της εν λόγω επαρχίας (Σφακίων) συνεργαζόμενοι στενώς μετά των απίστων εχθρών κουρσάρων και όντες λίαν πανούργοι και δόλιοι, βασιζόμενοι δε και εις το δύσβατον των οδών των και το απρόσιτον της Επαρχίας των και συμπεριφερόμενοι πάντοτε μετά σκαιότητος, αρνούνται... την καταβολήν των φόρων των, προβάλλοντες άρνησιν και εμμονήν και αντίστασιν, συγκεντρωθέντων ούτω εις χείρας των άνω των 40.000 γροσίων... Οσάκις δε απέστειλε (ο έφορος) ανθρώπους εις την Επαρχίαν των διά να ζητήσουν... την πληρωμήν... όχι μόνον δεν επλήρωσαν τούτους, αλλ’ ούτε απάντησιν τινά έδωσαν...».
Σε παλιότερα φιρμάνια βρίσκουμε τις ίδιες κατηγορίες του σουλτάνου για τους Σφακιανούς, που «περιφέρονται ένοπλοι» και περιφρονούν τον νόμον. Κάπου-κάπου οι διαταγές του σουλτάνου γίνονται φιλικές προς τους Σφακιανούς και ορίζουν να μη τους ενοχλεί κανένας, να μη τους υποβάλλουν σε ταλαιπωρίες, όταν κατεβαίνουν απ’ τα βουνά τους ν’ αγοράσουν στάρι.

Αντιφατικά φιρμάνια

Για τα «δοσίματα» αυτά υπάρχουν αρκετά τούρκικα χαρτιά. Άλλα είναι οργισμένα και άλλα φιλικά. Ο γραμματικός των Σφακιανών Σγουρομάλλης Νικολός αναγνωρίζει σύμφωνα με έγγραφο του 1767 ότι από το χρέος των Σφακιανών «δεν κατεβλήθη ούτε εν άσπρον ή όβολός τις... αλλά παραμένει ολόκληρον το ποσόν τούτο εις χρέος των ραγιάδων της επαρχίας»? και υπόσχεται πληρωμή. Λίγο πριν, σε βασιλικό «Χάττι Χουμαγιούν» της 19ης Ιουνίου 1765 με το περίφημο ιδιόγραφο «μουτζεπίνιζε αμέλ ολουνά» (ενεργήσθω συνωδά) του σουλτάνου οριζόταν ότι: «Άμα τη λήψει, ενεργούντες συμφώνως προς την επί τούτοις εκδοθείσαν διαταγήν μου... φροντίσατε να σέβεσθε την παλαιόθεν εις τα βακούφια ελευθερίαν... Να μην επιτρέψητε εις τους δραγουμάνους ή εις άλλον τινά έξωθεν να προβαίνουν εις ενεργείας αντιβαινούσας τους όρους ανεξαρτησίας αυτών».

Πού σημαίνει ότι δεν ελάμβαναν ειδικά μέτρα κατά των Σφακίων, δεν τα εξαιρούσαν από την ευνοϊκή μεταχείριση των βακουφίων, παρά την άρνηση των Σφακιανών να πληρώνουν φόρους.
Θρύλος αλλά και ιστορία έχουν μια εξήγηση για την αντίφαση: Μια γυναίκα προστάτευε τα Σφακιά μέσα στα σεράγια του Σουλτάνου εκείνο τον καιρό:
«Η εκ των εναρέτων μουσουλμανίδων Φατμά Χατούν, Χανούμ Σουλτάν, είη διαρκής η αγνότης αυτής...», γράφουν τα τεφτέρια.
Όταν τους απειλούσαν οι Τούρκοι, οι μισοί Σφακιανοί έμπαιναν στα καράβια και ανοίγονταν στο πέλαγος και οι άλλοι μισοί ανέβαιναν στα απάτητα βουνά και στα άγρια φαράγγια και δεν μπορούσε κανείς να τους πειράξει. Διαβάζουμε σε φιρμάνι της εποχής:
«Εάν δε, παρ’ ελπίδα, φθάση απεσταλμένος τις εις την επαρχίαν των, οι κατηραμένοι κάτοικοί της και οι υπόλοιποι καπεταναίοι τους διαφεύγουν...».
Στον όρμο του Λουτρού, που ήταν το «κεντρικό λιμάνι» των Σφακίων, υπήρχε πλούτος και μεγαλείο. Στην Ανώπολη της οποίας επίνειο ήταν το Λουτρό, η αρχοντιά ήταν έκδηλη. Και όχι μόνον εκείνη την εποχή. Στα χαρτιά των Ενετών αναφέρεται ένα μεγαλοπρεπές γεύμα του καπετάν Κατσούλη Πατεροζάπα στον γενικό προβλεπτή Κρήτης Γερώνυμο Καπέλο, ο οποίος επιχειρούσε επίσκεψη φιλίας στα Σφακιά το 1608. Στο τραπέζι αυτό, σύμφωνα με τα χαρτιά των Ενετών, ο Ανωπολίτης καπετάνιος άπλωσε τριακόσια αργυρά σκεύη.
Και στη χώρα Σφακίων, στον Ομπρός Γιαλό «με τσ’ εκατόν τις εκκλησιές, τα πλούσια τα σεράγια» κατοικούσαν άρχοντες «καλόσειροι» και ναύτες «παινεμένοι».

Οι πεδινοί αδιαφορούν
Υπάρχουν ακόμη αρκετά πράγματα που πρέπει ν’ αναφέρει κανείς προλογικά:

Οι Σφακιανοί είχαν μια άλλοτε σιωπηρή και άλλοτε αιματηρή αντιδικία με τους πεδινούς Κρητικούς. Ο ιστορικός των Σφακίων Γρ. Παπαδοπετράκης, φανατικός υπέρ των συμπατριωτών του, ομιλεί περί εχθρότητος που οφείλετο στην υπεροχή των Σφακιανών, φυλετική και ψυχολογική. Οι Σφακιανοί ήταν άνδρες ωραίοι, ευσταλείς, γενναίοι και σχετικώς ευκατάστατοι. Ακόμη και οι εγκατεστημένοι στα «κατωμέρια», με την ευφυΐα, την εργατικότητα και την ευελιξία τους, υπερείχαν των άλλων. Δημιουργούσαν περιουσίες και σχέσεις και ξεχώριζαν στις κοινωνίες που ζούσαν σε όλες τις εποχές. Έγγραφα του καιρού εκείνου ομιλούν για δολοφονίες Σφακιανών από άλλους Κρητικούς στην περιοχή του Ηρακλείου.
Επίσης αναφέρεται περιστατικό φορολογικής μορφής: Οι Τούρκοι αφαίρεσαν φορολογικά «δελτία» από τα Σφακιά και τα προσέθεσαν σε άλλες επαρχίες. Προφανώς διότι δεν μπορούσαν να τα εισπράξουν οι φορατζήδες.
Ο Δασκαλογιάννης πρέπει να γνώριζε ότι οι πεδινοί Κρητικοί δεν θα σηκώνονταν μαζί του. Ήταν άλλωστε έναν αιώνα άοπλοι και άμαθοι των όπλων, σε αντίθεση με τους δικούς του που οπλοφορούσαν από νήπια. Ακόμη: Στα Σφακιά υπήρχε μία ή και περισσότερες ομάδες καταδρομέων.
Η Ιστορία διασώζει μία με αρχηγό τον Μάρκο, γιο του καπετάν Γιωργάκη. Η ομάδα του Γιωργακομάρκου ρήμαζε τα υποστατικά των αγάδων, πέρα από τα Σφακιά, στα αποκορωνιώτικα και τα ρεθεμνιώτικα χωριά. Έπεφταν τη νύχτα, εξόντωναν τους αγάδες και τους ανθρώπους τους και γύριζαν στα Σφακιά φορτωμένοι με «κούρσος». Ήταν δεινοί νυχτοπολεμιστές και οδοιπόροι. Οι Τούρκοι τους αποκαλούσαν «Σεϊτάν τακιμί» και τον αρχηγό τους Δαιμονάρχη. Οι Σφακιανοί είχαν και μόνιμη αντιδικία με τον μεγάλο γαιοκτήμονα και κτηνοτρόφο Ιμπραήμ Αληδάκι, έναν απόγονο Ενετών εξωμοτών που κρατούσε όλες τις βορινές πλευρές των Σφακιανών βουνών. Είχε στήσει μιτάτα, πάει να πει στάνες, δεκατέσσερις από τα σύνορα του Ρεθύμνου μέχρι τη Μαλάξα, το βουνό που στέκει πάνω από τη Σούδα.
Ο πύργος του, παλιό ενετικό φρούριο, κτισμένο πάνω στη μοναδική έξοδο των Σφακιών, στέγαζε δεκάδες ενόπλους, μεταξύ των οποίων και χριστιανούς. Και οι ποιμένες του είχαν συνεχείς αντιδικίες με τους Σφακιανούς.
Ο Αληδάκις ήταν ο βασικός επιτηρητής των Σφακιανών και ο πληροφοριοδότης των Τούρκων, γι’ αυτό και δεν τον χώνευαν οι άλλοι αγάδες της περιοχής και δεν αντέδρασαν όταν, λίγα χρόνια αργότερα, τον εξόντωσαν οι Σφακιανοί.

«Ολυμπιακοί»
στο Φραγκοκάστελλο

Παρά τη μυστικότητα, φήμες πως τα Σφακιά ετοιμάζονταν να σηκωθούν διέτρεχαν τις άγριες ακρογιαλιές, κατέβαιναν στα βάθη των επτά μεγάλων φαραγγιών και έφταναν ως τις δεκάδες κορυφές, που υψώνουν το μεγαλείο των Μαδάρων ως δυόμισι χιλιόμετρα ψηλά. Οι Τούρκοι ήταν φοβισμένοι από τις φήμες για τον ρωσικό στόλο που είχε κατακλύσει το Αιγαίο. Και περίμεναν ανήσυχοι την έκρηξη.
Κείνο το καλοκαίρι του 1769 ήταν ευτυχισμένο στα Σφακιά. Κουβαλούσαν τα καράβια από τη θάλασσα. Κουβαλούσαν οι «δαιμόνιοι» από τους κάμπους τα έχη των αγάδων και το πανηγύρι του Άι Νικήτα στο Φραγκοκάστελλο ήταν από τα πιο μεγάλα που είδε ο τόπος.
...Στα παράλια του Λιβυκού, στην ανατολική άκρη των Σφακιών, είναι ένας κάμπος μικρός. Κοντά στο κύμα έχουν σηκώσει ένα μικρό κάστρο οι Ενετοί, που το είπαν οι ντόπιοι Φραγκοκάστελλο. Αυτό το Φραγκοκάστελλο το δόξασε, στα 1828, ο Χατζή Μιχάλης Νταλιάννης με τη θυσία του. Κείνη την εποχή το κάστρο ήταν έρημο, μα κοντά του το ρημοκκλήσι του Άι Νικήτα είχε σπουδαίες δόξες. Το πανηγύρι γινόταν στις 15 του Σεπτέμβρη, με μεγάλη επισημότητα. Έφταναν απ’ όλα τα χωριά των Σφακιών και της Ρίζας πανηγυριώτες, με σφάγια και τυριά και μέλια. Έφτανε ο επίσκοπος, ηγούμενοι και παπάδες. Καπετάνιοι, παλικάρια και κοπελούδες. Παλιό λαϊκό τραγούδι αναφέρεται στο πανηγύρι αυτό:

«Σα θες να δης και να χαρής όμορφα παλληκάρια
άμε στο Φραγκοκάστελλο να ’ναι τ’ Αγιού Νικήτα.
Να κατεβούν τα δυο χωριά η Νίμπρος και τ’ Ασκύφου
και τ’ άλλα τα γυρόχωρα...
Να δης σγουρούς να δης ξανθούς κι όμορφους κοπελλιάρους.
Να δης ψηλούς για το σπαθί, κοντούς για το ντουφέκι...
με τα μακράν τωνε σκουλιά με τσοι πισωκαυκάλες
τ’ αμπέθια των τα μαλλιαρά και τσ’ ανοιχτές κουτάλες...
Μετά τη μεγάλη λειτουργία κάθιζε γύρω στα καζάνια ο λαός, έτρωε, έπινε και τραγουδούσε. Ήταν βρασμένα τα τασιμάρικα σφαχτά, απλωμένα τα τυριά, οι μυζήθρες. Οι Σφακιανοί αγαπούν το βραστό κρέας με το μέλι. Αγαπούν και το κρασί. Το κέφι άναβε ευθύς και χαλούσε ο κόσμος από το ντουφεκίδι. Το απομεσήμερο άρχιζαν τ’ αγωνίσματα. Με τάξη τα παλικάρια, κάτω απ’ τ’ αυστηρά μάτια των γερόντων έτρεχαν, πηδούσαν έριχναν στο σημάδι, πετούσαν το βόλι κατά τον τρόπο τον κρητικό και το λιθάρι. Οι γέροι έβγαζαν κρίση και βράβευαν τους νικητές. Δουλειά δύσκολη κι επικίνδυνη γιατί ξεσπούσαν καβγάδες ανάμεσα στους οπλισμένους νέους. Ήταν οι Ολυμπιακοί αγώνες των Σφακιανών.
Αλλά χειμώνιαζε πια και τα σφακιανά κοπάδια έπρεπε να ετοιμάζονται να κατεβούν στα χειμαδιά. Όσοι βοσκοί είχαν τα χειμαδιά τους κοντά στα Σφακιά δεν είχαν ανησυχία καμιά. Οι άλλοι, που έπρεπε να περάσουν τα πρόβατα στα κατωμέρια, δείλιαζαν. Τους καθησύχασε όμως ο δάσκαλος που πίστευε ότι δεν θα τους χτυπήσουν πρώτοι οι Τούρκοι ειδικά τους Σφακιανούς. Στον Μοριά και στις άλλες ελληνικές περιοχές οι σφαγές είχαν ήδη εκδηλωθεί.

Η επανάσταση αρχίζει.

Ο Δασκαλογιάννης αφού ξεπέρασε τους ενδοιασμούς των καπεταναίων, και αφού τους βεβαίωσε ότι ο Μόσκοβος μάχεται κιόλας στα ελληνικά νερά, έφυγε για την Αδριατική και γύρισε τα Χριστούγεννα του ίδιου χρόνου φορτωμένος όπλα και ελπίδες. «Μεσούντος του μηνός Σιεβάλ», δηλαδή το τέλος Ιανουαρίου 1770, οι Τούρκοι των Χανίων αναφέρουν στον σουλτάνο ότι, όπως αποκαλύπτουν «εξ αλλεπαλλήλων πηγών γραπταί πληροφορίαι», δεκάδες ρούσικα πλοία εισέβαλαν στη Μεσόγειο από το Γιβραλτάρ. Φήμες αλλά και αληθινές ειδήσεις πήγαιναν και ήρχοντο ανάμεσα στα Χανιά και την Κωνσταντινούπολη. Οι πασάδες της Κρήτης πανικόβλητοι απαγόρευσαν στους Χριστιανούς να φορούν ρούχα όμοια με των Τούρκων. Στις πόρτες τους χάραξαν διακριτικά σημάδια...
Μετά τις καθιερωμένες συνελεύσεις στις οποίες όλοι οι «άνδρες των αρμάτων» ψήφιζαν, στις αυλές της Παναγίας της Θυμιανής, πόλεμο ή ειρήνη, οι καπετάνιοι κίνησαν, φανερά πλέον, τις προπαρασκευές. Με πρόσχημα το Πάσχα, έφευγαν από τα Κάστρα και τα πεδινά χωριά οι Σφακιανοί «άποικοι» και μαζεύονταν στα Σφακιά για να αρματωθούν και να καταταχθούν στα επαναστατικά σώματα. Τουρκικό έγγραφο επισημαίνει ότι οι άπιστοι αυτοί «ανεχώρησαν κρυφίως εκ των χωρίων όπου διέμενον και συνεκεντρώθησαν άπαντες εις την επαρχίαν Σφακίων». Αλλά κανένας άλλος «κατωμερίτης» δεν κινήθηκε.
Σύμφωνα με τον λαϊκό ποιητή «Μπάρμπα Μπατζελιό», τον όμηρο του Δασκαλογιάννη, «μια μέρα τ’ Απριλιού, ως το κολατσιδάκι» οι Σφακιανοί οργάνωσαν το στρατόπεδό τους στο μικρό οροπέδιο Κράπη, στην έξοδο του φαραγγιού του Κατρέ, στα σύνορα με τον Αποκόρωνα. Αλλά οι πληροφορίες του Μπατζελιού δεν είναι πάντα ακριβείς. Οι επαναστατικές ενέργειες είχαν αρχίσει από πριν. Ασύδοτοι και ασυγκράτητοι νεαροί επαναστάτες είχαν οργανώσει συστηματικές επιθέσεις κατά των αγάδων. Την 25 Μαρτίου 1770, μια μέρα που αργότερα θα γίνει εθνικό σύμβολο, δεκάδες παπάδες πάνοπλοι και δύο χιλιάδες επαναστάτες με τους καπετάνιους τους, ύστερα από μια πανηγυρική λειτουργία μετά των απαραιτήτων πυροβολισμών, κήρυξαν την επανάσταση. Αρχηγοί των επαναστατών, εκτός από τον Δασκαλογιάννη αναφέρονται ο Μανούσακας, ο Γιωργάκης, ο Βουρδουμπάς, ο Χούρδος, ο Μπουνάτος, ο παπα Σήφης, ο Βολούδης, ο Μωράκης, ο Σκορδίλης και αρκετοί άλλοι -οι Σφακιανοί είχαν από τότε το πάθος για το καπετανιλίκι...

«Μολών Λαβέ»

Ο Δασκαλογιάννης με τους δικούς του κατέβηκε στον Αποκόρωνα, οπλισμένος αυτή τη φορά. Και στο κεφάλι του τύλιξε μαύρο κεφαλομάντιλο στη θέση του ναυτικού καλπακιού. Άλλοι καπετάνιοι πέρασαν στα Ρεθεμνιώτικα. Ο Δασκαλογιάννης έφτασε στη Μαλάξα και με το ναυτικό κανοκιάλι ερευνούσε το κρητικό πέλαγος για να ανακαλύψει τα ρούσικα καράβια που περίμενε. Λίγες μέρες πριν είχε απαντήσει με ένα «Μολών Λαβέ» στους απεσταλμένους των Τούρκων, ιερωμένους, που έφερναν πρόταση συνδιαλλαγής: «Κατ’ ουδένα τρόπον ησυχάζομεν!»
Το τουρκικό κράτος, βαρυκίνητο ως συνήθως, άργησε κάπως να αντιδράσει. Η πληροφορία του Μπατζελιού ότι «Στσ’ είκοσιέξε τ’ Απριλιού, πρίχου σηκώσει η μέρα - μπαίνουν οι Τούρκοι στα Σφακιά με το σπαθί στη χέρα» είναι τελείως ανακριβής. Ο σουλτάνος είχε πληροφορηθεί από τις 10 Απριλίου τις κινητοποιήσεις του Δασκαλογιάννη. Αλλά δεν ήθελε να κινηθεί χωρίς να εξακριβώσει τις πληροφορίες. Στις 7 Μαΐου του 1770 έφτασε στο Μεγάλο Κάστρο αυτοκρατορικό φιρμάνι που όριζε: «Αν εξακριβώσητε ότι πράγματι ούτοι (οι Σφακιανοί) τυγχάνουσι επαναστάτες και στασιαστές, ενισχύουν δε τους εχθρούς της πίστεως και προβαίνουν εις πράξεις ανατρεπτικάς... τότε πάντες υμείς εν ομοφωνία εκστρατεύσατε εναντίον τους και προβήτε εις την σφαγήν και τον αφανισμόν αυτών...».
Στο μεταξύ οι επαναστάτες εξόντωναν τους Κρητότουρκους του κάμπου και τις φρουρές των μικρών πύργων.
Κατά τα τουρκικά αρχεία, στις 28 Μαΐου ο αρχηγός του στρατού που είχε εντολή να χτυπήσει τους επαναστάτες αναφέρει ότι οι προσπάθειές του να ησυχάσει τους Σφακιανούς απέτυχαν. Ο ηγούμενος του Πρέβελη και ο επίσκοπος Αρκαδίας (Μεσαράς) που έστειλε για συμφωνίες εκδιώχθηκαν από τον Δασκαλογιάννη. Οι μάχες με τον στρατό που συγκεντρώθηκε στις Βρύσες άρχισαν τις ύστερες μέρες του Μαΐου. Οι τουρκικές δυνάμεις χτυπούσαν τα Σφακιά από δυο μέρη. Από την ανατολική διάβαση, περιοχή Τσιλίβδικα - Καλλικράτης. Και, κατά μέτωπον, από την Κράπη προς Ξυλόδεμα. Οι συγκρούσεις συνεχίζονταν νύχτα και μέρα και το αίμα πλημμύριζε τα αυχμηρά βουνά και το ιστορικό λαγκάδι του Κατρέ. Οι πρώτοι νεκροί όμως δεν ήταν ούτε Τούρκοι, ούτε επαναστάτες. Ήταν Χριστιανοί άμαχοι που οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν για μεταφορείς, -σακουλιέρηδες- και τους έστηναν μπροστά από τα δικά τους τμήματα για να δεχθούν πρώτοι τα πυρά των επαναστατών.

Οι Τούρκοι εισβάλλουν

Η υπεροχή των Τούρκων σε αριθμό και η απουσία βοήθειας ανάγκασαν τον Δασκαλογιάννη να αναδιπλωθεί στα βουνά και τα περάσματα. Ο αρχηγός, απογοητευμένος από την απατηλή στάση των Ρώσων, συγκέντρωσε όλα τα τμήματα στις πύλες των Σφακιών. Ο Τούρκος σερασκέρης αναφέρει γραπτώς στον πασά του Μεγάλου Κάστρου την 20ή του μηνός Σαφέρ, 1184, δηλαδή την 6η Ιουνίου 1770 ότι «ο στρατός έφθασε εις την επαρχίαν Σφακίων» και επετέθη «κατά των ληστών» με τηλεβόλα, τουφέκια και λοιπά πολεμικά όργανα (;) κατασφάζων και εξολοθρεύων αυτούς».
Ο αγώνας ήταν σκληρός και άνισος. Αλλά ο τόπος ευνοούσε τους επαναστάτες. Οι Τούρκοι έπρεπε να περάσουν από φαράγγια και άνυδρα βουνά. Οι Σφακιανοί τους περίμεναν παντού, τους αιφνιδίαζαν, κυλούσαν ακόμη και βράχους από τις πλαγιές και τους αποδεκάτιζαν. Οι στρατιώτες που προχωρούσαν συντεταγμένοι μαζί με τα υποζύγια δεν μπορούσαν να αμυνθούν σ’ αυτή την πρωτοφανή μορφή πολέμου. Οι μέρες περνούσαν. Δίψα και ζέστη βασάνιζε τους εισβολείς. Οι Σφακιανοί έδιδαν και μάχες «εκ παρατάξεως» στην είσοδο κάθε χωριού. Οι Τούρκοι περνούσαν αφήνοντας εκατοντάδες νεκρούς στα λαγκοπεράματα και στα ποροφάραγγα.
Ιστορικοί μιλούν για χιλιάδες νεκρούς. Οι Σφακιανοί φόρτωσαν τα μισά γυναικόπαιδα στα καράβια και τα άλλα τα κατέβασαν στα φαράγγια. Και αφού υπεράσπισαν με ηρωισμό και τον τελευταίο οικισμό, άρχισαν τον φονικό κλεφτοπόλεμο. Όμως σε μια επιδρομή στο Λουτρό οι Τούρκοι αιχμαλώτισαν την πρώτη κόρη του Δασκαλογιάννη, τη Μαρία, από κακή συνεννόηση με τους ανθρώπους του πατέρα της. Και ο Δάσκαλος πικράθηκε. Οι Τούρκοι μαζεύτηκαν χαμηλά και στρατοπέδευσαν στο Φραγκοκάστελλο όπου υπάρχει νερό γιατί οι Σφακιανοί δηλητηρίασαν όλα τα πηγάδια της περιοχής. Και από κει με επιδρομές και ενέδρες προσπαθούσαν να συλλάβουν τον Δασκαλογιάννη. Η εντολή του πασά ήταν ρητή: Να συλληφθεί ζωντανός ο αρχηγός. Αλλιώς ο στρατός, παρά τις απώλειες και τις δαπάνες, δεν θα έφευγε από τα Σφακιά.
Αλλά και οι Σφακιανοί βρίσκονταν σε τραγική θέση. Όλα τα χωριά καμένα. Τα κοπάδια, τα σπίτια, οι σοδειές λεηλατημένες. Και έφταναν οι ψυχρές μέρες του Φθινοπώρου. Σε λίγο θα κατέβαιναν χιόνια στα βουνά. Οι θάλασσες θα αγρίευαν. Τα γυναικόπαιδα θα αφανίζονταν. Μέσα σ’ αυτό το τρομερό κλίμα, ο Δασκαλογιάννης αποφάσισε να δεχθεί τις επίμονες προτάσεις των πασάδων. Οι κήρυκες κραύγαζαν κάθε μέρα:
- Αν παραδοθεί ο Δασκαλογιάννης, εμείς θα φύγουμε από τα Σφακιά και θα χορηγήσουμε γενική αμνηστία. Ο Δασκαλογιάννης θα κρατηθεί για ένα διάστημα σαν εγγύηση ότι δεν θα συνεχισθεί η επανάσταση!

Ο Δάσκαλος παραδίδεται

Οι προτάσεις των Τούρκων ίσως επηρέασαν και κάποιους αμάχους που βασανίζονταν στα σπήλαια με μύριες στερήσεις. Την ίδια ώρα ο Δασκαλογιάννης μάθαινε τη συντριβή του σηκωμού στον Μοριά. Ελπίδα δεν υπήρχε. Γνώριζε βέβαια ότι οι Τούρκοι θα τον σκότωναν. Αλλά σαν υπεύθυνος ηγέτης σκεπτόταν κατά τον ποιητή:
«Ο ποθαμός μου στα Σφακιά πολύ καλό θα φέρει,
γιατί ο χειμώνας έρχεται, πάει το καλοκαίρι».
Τελικά, παρά τις αντιδράσεις των πρωτοκαπετάνιων του, αποφάσισε να παραδοθεί. Τον συνόδευσαν μάλιστα τιμητικά και αρκετοί από τους συντρόφους του ως τα σύνορα των Σφακιών. Αλλά οι Τούρκοι τους παγίδευσαν όλους και τους οδήγησαν στο Μεγάλο Κάστρο.
Οι Τούρκοι όσον καιρό κρατούσαν τον Δασκαλογιάννη προσπάθησαν χωρίς επιτυχία να παγιδεύσουν και τον τρίτο αδελφό του και να βάλουν στο χέρι τους... θησαυρούς του αρχηγού. Οι σύντροφοι του Δασκάλου που τον συνόδευσαν στην απατηλή συμφωνία βασανίζονταν στον λιμανόπυργο του Κάστρου, αλλά τελικά όσοι επέζησαν δραπέτευσαν.
Ένα έγγραφο του πασά, γραμμένο στις 18 Μαρτίου του 1771 (3 Ζηλκαδέ 1184), μιλεί για πέντε Σφακιανούς που ήρθαν σαν αντιπρόσωποι «των μετά την ήτταν διασωθέντων μικρών και μεγάλων της επαρχίας Σφακίων» και προστάζει τους Τούρκους αξιωματούχους να τους ανακοινώσουν τους παρακάτω όρους, στο Ιεροδικαστικό Συμβούλιο: Να πληρώσουν τους φόρους. Να παραδώσουν τα όπλα τους. Να παραδοθούν οι πρωτεργάτες του σηκωμού. Να μη συνεργάζονται με τους πειρατές και τους χαΐνηδες (αντάρτες) και να συλλάβουν όσους μπορούν απ’ αυτούς, ή να τους διώξουν από τα βουνά τους για να μπορούν να τους εξοντώσουν οι Τούρκοι. Να μην επιδιορθώνουν τις εκκλησίες τους χωρίς άδεια και να μη χτίζουν καινούργιες. Να μη φορούν τούρκικα ρούχα, να μη χτίζουν ψηλά σπίτια, να απέχουν από πολεμικές ενέργειες και θρησκευτικές επιδείξεις. Και «πάντες οι προλαβόντως αιχμάλωτοι και εξανδραποδισθέντες, Μουσουλμάνοι και μη, οι καταφυγόντες εντεύθεν εις τα μέρη εκείνα, να αποδοθούν άνευ ταλαιπωριών εις τους κατόχους των».
Αυτός ο τελευταίος όρος είναι παράξενος και κατά κάποιο τρόπο επιβεβαιώνει μερικές ιστορίες του λαού για τις κοινωνικές πεποιθήσεις του Δασκαλογιάννη: Για ελευθέρωση των σκλάβων όλων, για δικαιοσύνη και ισότητα. Είναι τόσο ισχνές οι ιστορίες αυτές, που δεν μπορούν να αναστηθούν, με όση καλή διάθεση. Ο Δάσκαλος, ωστόσο, ταξίδευε στην Ευρώπη συχνά και τα χρόνια εκείνα όλα τα αστικά κέντρα της φλέγονταν από τις «καινούργιες ιδέες». Δεν είναι απίθανο, λοιπόν...
Η διαταγή του πασά, με τους νέους όρους, δίδει οδηγίες στον μουφτή να ανακοινώσει «πάντα ταύτα εις τους ως είρηται ισχυρογνώμονας και να αποδεχθώσιν υπό τους όρους τούτους την υποτέλειαν... να υποδείξωσι τους εγγυητάς των κλπ.». Τους αποδέχθηκαν, δεν τους αποδέχθηκαν, δεν ξέρουμε. Μα και δεν έχει καμιά σημασία η υπογραφή των πέντε αυτών, αφού τέσσερα χρόνια από την παράδοση του Δασκαλογιάννη, τα Σφακιά είναι «επί ποδός πολέμου» ακόμη και δεν ξέρουμε αν σταμάτησε ποτέ από τότε η ανταρσία.

Τον έγδαραν ζωντανό

Στις 17 Ιουνίου 1771 το πρωί, ο πασάς φώναξε ένα βάρβαρο γιανίτσαρο, ειδικό στους βασανισμούς, και του παράδωσε τον Δάσκαλο.
- Θέλω το θάνατο σκληρό και στη μεγάλη πλατεία.
Ο «ειδικός» κάλεσε σε σύσκεψη την παρέα του και βρήκαν τον τρόπο που θα σκότωναν τον Δάσκαλο. Τον έσυραν στους δρόμους. Μαζεύτηκαν τα μπουλούκια απ’ όλες τις γειτονιές. Άκουσαν οι Χριστιανοί τη βοή να σηκώνεται από τις τέσσερις άκρες της πολιτείας και μαντάλωσαν τα σπίτια τους. Οι φονιάδες ξεκίνησαν για την πλατεία της ανατολικής πύλης του Μεγάλου Κάστρου. Ακ Μεϊτάν την έλεγαν οι Τούρκοι. Μπροστά έσερναν τον μελλοθάνατο και πίσω ακολουθούσαν άγριοι και πολεμικοί, οι ηρωικοί γιανίτσαροι, έτοιμοι να δείξουν την ανδρεία τους πάνω στον δεμένο Δασκαλογιάννη. Ήρθαν μαραγκοί, έμπηξαν τέσσερις πασσάλους στο χώμα, κάρφωσαν σανίδες κι έκαναν ένα κάθισμα ψηλό.
- Γιάε που θα σε κάτσω, Δάσκαλε. Στο θρόνο, σαν το μητροπολίτη, έλεγε ο δήμιος.
Ο Δάσκαλος άκουε και δε μιλούσε. Είχε το κεφάλι ίσιο όσο γινόταν. Κείνη την ώρα, στην πλατεία του Μεγάλου Κάστρου, ένιωθε πως κρινόταν η Κρήτη στο πρόσωπό του κι έκανε κουράγιο κι έσφιγγε τα δόντια του να μην την προσβάλει. Με τον φριχτό θάνατο που του ετοίμαζαν οι Τούρκοι, λογάριαζαν πως θα γελοιοποιούσαν τον πρώτο επαναστάτη της Κρήτης. Αυτό το καταλάβαινε ο Δάσκαλος. Και μάζευε τη δύναμή του να δώσει την ύστερη μάχη.
Όταν τέλειωσε ο «θρόνος» τον σήκωσαν και τον κάθισαν επάνω. Του ’δεσαν χέρια και πόδια. Του ’δεσαν και το κορμί γερά να μη μπορεί να κινηθεί! Και σάλπισαν.
Τότε ήρθε ένας γιανίτσαρος με ξυράφι στο χέρι. Ανέβηκε στον «θρόνο», άρπαξε τον μάρτυρα απ’ τα μαλλιά και άρχισε να τον γδέρνει σιγά-σιγά, μαστορικά, σαν να τον ξύριζε. Έκοβε λουρίδες από το κεφάλι μέχρι το στήθος κι ύστερα άλλες προς την ωμοπλάτη. Φρίκιασε ο όχλος να δει τέτοιο θέαμα. Πήδηξαν τα αίματα και γέμισαν τα χέρια των δημίων. Ο «ειδικός» έπαιρνε τις λουρίδες και τις πετούσε πάνω στο πλήθος:
- Τζάμπα πετσί για τα στιβάνια σας!
Εκείνο, όμως, που περίμεναν οι Τούρκοι αξιωματούχοι, δεν έγινε. Μάταια λογάριαζαν πως ο Δάσκαλος θα ούρλιαζε, θα ’κλαιγε, θα γύρευε έλεος. Εκείνος πάλευε σαν άντρας περήφανος με τους φοβερούς πόνους. Κάθε φορά που το ξυράφι έκοβε το κορμί του, ακουγόταν ένα πνιχτό μουγκρητό. Τίποτε άλλο.

Η εκδίκηση

Ο όχλος εκνευρίστηκε από την αντοχή του. Ένιωθαν πως τούτος ο γκιαούρης περιφρονούσε τον θάνατο και τους δημίους του, κέρδιζε μια κρατερή μάχη μέσα στην καρδιά του Μεγάλου Κάστρου και αποθηριώθηκαν. Ύβρισαν τον Χριστό και τους Κρητικούς και απείλησαν γενική σφαγή για μια στιγμή.
Ένας Τούρκος, ο Χασάν Μαράζης, διηγήθηκε σε βαθιά γεράματα, την εντύπωση που του ’κανε ο ηρωικός θάνατος του Δασκάλου. Ήταν τότε νέος και φανατικός. Έβλεπε τον καπετάνιο να παλεύει συγκρατημένος με τα βασανιστήρια και τρόμαξε: «Αυτός δεν ήταν άνθρωπος, μα την πίστη μου».
Το βράδυ, λέει, όταν γύριζε στο σπίτι του, νόμιζε πως τον ακολουθούσε παντού η σκιά του ήρωα, εκδικητική. Και όχι μόνο αυτός. Όλοι οι Τούρκοι, όταν τέλειωσε το κακούργημα και γύριζαν στα σπίτια τους, ένιωθαν σαν ηττημένοι. Μόλις προχώρησε το ξυράφι στο κορμί του Δασκάλου, η βασανισμένη ψυχή του βγήκε και πορεύτηκε προς τον Θεό της ήρεμη και περήφανη. Οι δήμιοι, όμως, συνέχισαν και μετά τον θάνατό του να κόβουν το δέρμα του νεκρού και να το πετούν στον όχλο.
Για να πιστέψουν πως πέθανε τον άφησαν πάνω στα ξύλα, δυο μέρες, να τον σαπίσει ο καλοκαιρινός ήλιος. Ύστερα έβαλαν δυο ραγιάδες και τον έθαψαν σ’ ένα λάκκο, μια δεκαριά βήματα νοτιοανατολικά από τη γωνία της Ακ-Τάμπιας. Εκεί σκέπασε το λείψανό του το χώμα του Κάστρου κι η λησμονιά.
Η είδηση του μαρτυρικού θανάτου του Δασκαλογιάννη συγκλόνισε τα Σφακιά. Οι καπετάνιοι, που έμειναν με το τουφέκι στα χέρια πάνω στα ερείπια, ορκίστηκαν εκδίκηση.
Συνέχισαν τις επιδρομές κατά των αγάδων και τρία χρόνια αργότερα εξόντωσαν και τον πανίσχυρο Αληδάκι και τις εκατοντάδες των ανθρώπων του πυρπολώντας τον πύργο του και καταστρέφοντας τα υποστατικά του. Από τότε το ηρωικό πνεύμα δεν έπεσε στα Σφακιά. Μερικοί σύντροφοί του έφτασαν γέροντες αλλά σοφοί και γενναίοι ως το δεκάχρονο κρητικό ’21 και πρόσφεραν συμβουλές και αίμα. Η θυσία του Δάσκαλου δεν πήγε χαμένη...

ΠΑΠΥΡΟΣ
ΙΣΤΟΡΙΑ Εικονογραφημένη
Ιούνιος 2001



Ο Δούλος Δασκαλογιάννης, γραμματικός του Καστελιου..


."Μολών Λαβέ" εφώναξε ο Δάσκαλος ο Γιάννης
στ' αποσταλμένους του Ραγιά απ' τση Σούδας το λιμάνι.
"Ελευθεριά ή θάνατος" λεν και τα παλικάρια
και κάνανε επανάσταση σαν άγρια λιοντάρια.
Οι βρύσες γύρω τρίγυρα μαυρίζουν σαν τα δάση
Απο τρεις τόπους ξεκινούν εις τα Σφακιά να πάσι.
Αρχίζει ο πρώτος πόλεμος εις το Βελι τση Κράπης
πέφτουσι Τούρκοι αρίθμητοι κι ο μέγας Τζιρατζάπης.
Πέφτουν και δέκα Σφακιανοί περίσσια λαβωμένοι,
Μα από τσι Τούρκους πούναι εκειά κιανείς δεν απομένει….


Σχεδόν διακόσια πενήντα χρόνια έχουν συμπληρωθεί από τότε που μαρτύρησε, στο Τουρκοκρατούμενο Μεγάλο Κάστρο, ο πρωτομάρτυρας της Κρητικής επανάστασης, που ύστερα από μια εκατονταετία σκλαβιάς τόλμησε να υψώσει το ανάστημα του στον πανίσχυρο δυνάστη. Στις 17 Ιουνίου 1771 ο δήμιος ακονίζει το λεπίδι και αρχίζει το απαίσιο έργο του…

Πότε γεννήθηκε ο Δασκαλογιάννης; Ξέρουμε ακριβή ημερομηνία θανάτου του δεν ξέρουμε όμως ακριβή ημερομηνία της γέννησής του. Άλλοι αναφέρουν ότι γεννήθηκε το 1722 κι άλλοι το 1730. Οι χρονολογίες αυτές συμπερασματικές και κατ΄ εκτίμηση από άλλα γεγονότα αφού καμιά ληξιαρχική πράξη δεν τις βεβαιώνει. Βέβαιο όμως είναι ότι γεννήθηκε στην Ανώπολη Σφακίων, ένα ορεινό χωριό σε ύψος 600μ., περί τα δύο χιλιόμετρα από τη θάλασσα, στη θέση της αρχαίας ομώνυμης πόλης, φέουδο των Σκορδιλών κατά τη Βυζαντινή περίοδο.

Υπήρξε ένας από τους πλέον εγγράμματους, μορφωμένους και πολυταξιδεμένους Σφακιανούς ο Ιωάννης Βλάχος, που πέρασε στην ιστορία ως Δασκαλογιάννης. Τότε αλλά και μέχρι πρόσφατα, προσφωνούσαν δάσκαλο όποιον ήξερε να διαβάζει έστω και μόνο τα γράμματα των εκκλησιαστικών βιβλίών. Το κοινότατο κρητικό επώνυμο Δασκαλάκης προέρχεται από το προσωνύμιο αυτό. Και ο Ιωάννης Βλάχος ήταν γνωστός στα Σφακιά με το όνομα "Δάσκαλος" και με το όνομα επίσης τούτο αναφέρεται και σε τουρκικό έγγραφο του 1750: “Bente Daskalo Vani Vazici Kasteli Mezbur= Ο δούλος Δασκαλογιάνης γραμματικός του Καστελίου».

Ο πατέρας του όμως ήταν ένας πλούσιος καραβοκύρης που τον μόρφωσε στο εξωτερικό, πιθανότατα στην Ιταλία όπου σπούδαζαν τότε κι άλλοι Κρητικοί, αφού μιλούσε την ιταλική γλώσσα.
Στην εμφάνιση ήταν άντρας μετρίου αναστήματος, ανδροπρεπής και εύχαρις σαν χαρακτήρας. Είχε φυσική ευφράδεια και έπειθε εύκολα αφού είχε το σπάνιο χάρισμα της ρητορικής ηγεσίας.

Η οικογένειά του αποτελούνταν από τέσσερα αδέρφια, το Νικόλαο ή Χατζή Σγουρομάλλη, τον Παύλο, το Μανούσο και τον Γεώργιο. Η γυναίκα του λεγόταν Σγουρομαλλίνη ή Ξανθομαλλίνη, με καταγωγή από το Ρέθυμνο και μαζί της είχε αποκτήσει τέσσερις κόρες και δύο γιους. Τη Μαρία, την Ανθούσα, την Ελευθερούσα, το όνομα της τέταρτης δεν αναφέρεται πουθενά, τον Ανδρέα και το Νικολάκη.
Στην κατοχή του ο Δασκαλογιάννης είχε τέσσερα τρικάταρτα καράβια κι ο ίδιος ταξίδευε με αυτά στα λιμάνια της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας.

Με τις συναλλαγές αυτές (στις οποίες δεν τον δυσκόλευε η γλώσσα καθόλου, μια και εκτός από ιταλικά μιλούσε και ρώσικα), που τον είχαν κάνει πλουσιότατο και πρώτο σε μόρφωση Σφακιανό, του δινόταν και η ευκαιρία να μελετά τον τρόπο ζωής των ελεύθερων ανθρώπων και να τον συγκρίνει με τα βασανιστήρια και την τυραννία επί των συμπατριωτών του. Ήταν τέτοια η κατάσταση των υπόδουλων Χριστιανών, που έβλεπε ότι αν συνεχιστεί θα εξαφανιστεί και το παραμικρό ίχνος Χριστιανισμού και Ελληνισμού στο νησί.

Κάτω από τέτοιες σκέψεις δεν άργησε να βρεθεί στις συσκέψεις των Ελλήνων του εξωτερικού που γινόταν στην Τριέστη υπό την υποκίνηση του Ορλόφ για επαναστατικό κίνημα στην σκλαβωμένη Ελλάδα. Αποδέχεται αμέσως την πρόταση για επανάσταση δίνοντας βάση στα μεγάλα λόγια και τις κούφιες υποσχέσεις περί ρωσικής βοήθειας και συμπαράστασης.

Ο Δασκαλογιάννης γυρνά στα Σφακιά γεμάτος όνειρα και ενθουσιασμό για την απελευθέρωση του τόπου του και με τόσα χαρούμενα συναισθήματα δεν δυσκολεύεται καθόλου, μια κι έχει φυσικό ηγετικό χάρισμα, να εμψυχώσει τους συμπατριώτες του. Τους κάνει να πιστέψουν ότι ήρθε η ώρα να ελευθερωθεί το γένος των Ελλήνων από τους Αγαρηνούς με τη βοήθεια του ξανθού γένους, των Ρώσων δηλαδή, όπως προέλεγε ο χρησμός της «Οπτασίας» του Αγαθαγγέλου, ενός περίεργου βιβλίου που κυκλοφορούσε ευρύτατα τον 18ο αιώνα. Το βιβλίο αυτό, όποιος κι αν ήταν ο σκοπός εκείνου που το έγραψε κι ανεξάρτητα της προφητικής του αξίας, είναι γεγονός πως είχε μεγάλη επίδραση στο φρόνημα των Ελλήνων, αναπτέρωσε και ενίσχυσε αναμφισβήτητα τις ελπίδες για την απελευθέρωση και ανάσταση της εθνικής κληρονομιάς.

Ο Αλέξιος Ορλόφ, που βρισκόταν τότε στη Πάρο με το ρώσικο στόλο, στέλνει ξανά επιστολή στον Δασκαλογιάννη και του υπόσχεται για άλλη μια φορά βοήθεια, αφού αρχίσει τον αγώνα. Με τη γραπτή διαβεβαίωση του αρμόδιου εκπροσώπου της Ρωσίας, δεν ήταν δυνατόν να μη πιστέψουν οτι μια ομόδοξη αυτοκρατορία, με τόσες δυνατότητες, μπορούσε να τους εγκαταλείψει στα νύχια του αιμοβόρου θηρίου για να τους κατασπαράξει. Και την ημέρα του Ευαγγελισμού, στις 25 του Μάρτη του 1770, συγκεντρώνονται στην Ανώπολη και με αφάνταστο ενθουσιασμό υψώνουν την σημαία της επανάστασης. Όμως τελευταία στιγμή ο Αλέξιος Ορλόφ με το ρώσικο στόλο, αντί να πλεύσει προς τα Χανιά, όπως είχε υποσχεθεί με την επιστολή προς τον Δασκαλογιάννη, έπλευσε προς τον Τσεσμέ όπου και συμμάχησε με τον τούρκικο στόλο και του δόθηκε ο τίτλος Τσεσμενεσκη, δηλαδή νικητής του Τσεσμέ.

Ο Δασκαλογιάννης βλέπει τα σχέδια του να καταρρέουν μετά την εγκατάλειψη των Ρώσων, εν τούτοις δεν εγκαταλείπει τον αγώνα. Δεν υποκύπτει. Συνεχίζει έστω κι αν αρχίζει να χάνεται κάθε ίχνος ελπίδας. Παρά την τεράστια αριθμητική υπεροχή του εχθρού, δίνει φονικότατη μάχη στα στενά της Νίμπρου που κρατά δύο ολόκληρες μέρες. Ο σκοπός του δεν είναι φυσικά να εμποδίσει τη προέλαση του εχθρού αλλά να την καθυστερήσει, για να δοθεί καιρός στα γυναικόπαιδα να επιβιβασθούν στα καράβια, μια και δεν υπήρχε πια άλλη σωτηρία. Από τους 800 άνδρες του έχουν σκοτωθεί οι 300 όμως και οι Τούρκοι πλήρωσαν με τίμημα 1000 νεκρούς τη μάχη της Νίμπρου.

Οι Τούρκοι πληροφορούνται ότι τα γυναικόπαιδα έχουν σκοπό να επιβιβασθούν στα καράβια για να δραπετεύσουν κι αμέσως 6000 στρατός καταφθάνει στην Ανώπολη για να τα εμποδίσει. Εφτακόσιοι Σφακιανοί που βρίσκονται στην περιοχή τρέχουν για να τα προστατεύσουν. Πάνω από το Λουτρό γίνεται άγρια μάχη στήθος με στήθος, με το μαχαίρι, γιατί με τα όπλα υπήρχε κίνδυνος να κτυπήσουν τα γυναικόπαιδα. Από τους 700 Σφακιανούς οι 300 σκοτώθηκαν και οι Τούρκοι μπαίνουν στο τέλος στην Ανώπολη. Άρχισε άγρια σφαγή. Άνδρες και γυναίκες πολεμούν απεγνωσμένα ώσπου σκοτώθηκαν όλοι και όλες. Μόνο εκατό γυναικόπαιδα που αιχμαλώτισαν οι Τούρκοι επέζησαν από τούτο το άγριο μακελειό. Οι Τούρκοι απο εκεί και μετά συνέχιζαν το εξοντωτικό τους έργο, κόβοντας δέντρα, ξεριζώνοντας αμπέλια. Όσους άνδρες συλλάμβαναν τους έσφαζαν επί τόπου, ενώ τις άσχημες γυναίκες, τα παιδιά και τους γέρους τους έριχναν σε γκρεμούς για να διασκεδάσουν.


"Το Δάσκαλο εγδάρασι κι άλλους πολλούς έπνιξαν
κι όλους τους αποδέλοιπους στη φυλακή τσι ρίξαν"


Στη διάρκεια τούτης της φονικής μάχης ο Δασκαλογιάννης είχε στείλει τη γυναίκα του μαζί με τις δύο μεγάλες του κόρες, τη Μαρία και την Ανθούσα, στο Λουτρό για να μπουν στο καράβι του. Όμως στο δρόμο τραυματίστηκε η Σγουρομαλλίνη και οι κόρες της νομίζοντας ότι σκοτώθηκε τρέχουν απελπισμένες, χωρίς να ξέρουν που πηγαίνουν, με αποτέλεσμα να πέσουν στα χέρια των Τούρκων που όταν έμαθαν ότι είναι κόρες του αρχηγού τις παρέδωσαν στο σερασκέρη.


Ο Δασκαλογιάννης εν τω μεταξύ κατεβαίνει στο Λουτρό, μαθαίνει το χαμό των παιδιών του, βλέπει τη γενική καταστροφή και στη απελπισία του πάνω αποφασίζει να παραδοθεί στον πασά. Οι άλλοι αρχηγοί όμως δεν τον αφήνουν να πραγματοποιήσει τη σκέψη του. Ο πασάς του έστειλε επιστολή παρακαλώντας τον να παραδοθεί και με την υπόσχεση οτι αν κάνει αυτό που του έλεγε όχι μόνο δεν θα βλάψει τα Σφακιά αλλά θα φύγει αμέσως απο εκεί.

Ο Δασκαλογιάννης συγκαλεί γενική συνέλευση στα Κρούσια για να τους ανακοινώσει την πρόταση, όμως η συνέλευση αποφασίζει ομόφωνα ότι θα συνεχίσει τον αγώνα και απαντούν στο πασά οτι δεν θα παραδοθούν ποτέ. Και η τελευταία πράξη του αιματηρού δράματος παίζεται στο φαράγγι της Αράδαινας, ένα από τα πιο ωραία και επιβλητικά φαράγγια των Λευκών Ορέων με κατακόρυφες πλευρές εκατοντάδων μέτρων.

Παρά την φυσική κάλυψη του γνώριμου τόπου, η νίκη ήταν αδύνατη για τους Σφακιανούς. Γρήγορα οι Τούρκοι τους περικυκλώνουν και όσοι επέζησαν αναγκάστηκαν να διασκορπιστούν στα όρη, για να σωθεί ο καθένας όπως μπορούσε. Μερικοί τότε έφυγαν από τη Κρήτη και δεν ξαναγύρισαν ποτέ πια. Όσοι παρέμειναν κατέβαιναν σαν αετοί τη νύκτα, από τις κορυφές των βουνών στα τουρκοχώρια των γύρω επαρχιών, σκοτώνοντας όσους αγάδες συναντούσαν και άρπαζαν ότι έβρισκαν για να θρέψουν τα πεινασμένα παιδιά τους. Οι αγάδες δεν τολμούσαν να βγουν από τα σπίτια τους και παρά τη νίκη τους ήταν τρομοκρατημένοι. Κι ο πασάς δεν ήθελε να αφήσει τα Σφακιά, ρημαγμένα αλλά ακόμη ανυπότακτα, αφού κανένας δεν «εμούτισε», δεν εδήλωσε υποταγή.


Για να ενθαρρύνει το Δασκαλογιάννη να παραδοθεί, του στέλνει κι άλλο γράμμα, σε ήπιο τόνο όμως τούτη τη φορά:

"Σαν έρθεις να μιλήσωμε και σαν ανταμωθούμε,

ούλα θε να συμπαθηστούν και φίλοι θα γενούμε."

Κι εκείνος, κάτω από το βάρος της ευθύνης για τέτοια πρωτοφανή καταστροφή, έστω και αν η πρόθεσή του δεν ήταν καμιά άλλη πέρα από τη επιθυμία να ελευθερώσει τον τόπο του από το ζυγό των τυράννων, θεωρεί τον εαυτό του σαν κύριο υπεύθυνο και αποφασίζει να παραδοθεί, νομίζοντας ότι έτσι θα εξιλεωθεί. Ο πασάς τον δέχεται, του παρουσιάζει τη κόρη του Μαρία για να ευχαριστήσει και μετά άρχισε να τον ανακρίνει. Κάτω από τέτοιες συνθήκες τον αναγκάζει, σαν εκπρόσωπο και αρχηγό της επαρχίας του, να στείλει επιστολή που έλεγε τα εξής:


" Προς τους καπεταναίους των Σφακίων.

Με το γενικό αρχηγό σας τον οποίο θεωρώ φίλο και όχι αιχμάλωτο έδωσα τις ακόλουθες συμφωνίες που πρέπει να παραδεχτείτε όλοι, αλλιώς θα σας καταστρέψομε εντελώς.

Πρώτον: Ο αρχηγός Δασκαλογιάννης δεν θα επιστρέψει στα Σφακιά αλλά θα παραμείνει μαζί μας, για τρία χρόνια, με την περιποίηση φυσικά που απαιτεί η θέση του.

Δεύτερον : Πρέπει να δηλώσουν οι Σφακιανοί εγγράφως ότι αναγνωρίζουν την τούρκικη κυβέρνηση της Κρήτης.


Τρίτον : Οι Σφακιανοί θα εξακολουθούν να έχουν τα όπλα τους, θα διοικούνται σύμφωνα με τα έθιμά τους, και θα πληρώνουν κάθε χρόνο 5000 γρόσια ."

Την επιστολή με τη συμφωνία του Δασκαλογιάννη και του πασά μεταφέρουν δυο χριστιανοί στου Ασκύφου όπου ήταν συγκεντρωμένα τα υπολείμματα των Σφακιανών.


Αφού δεν υπήρχαν περιθώρια επιλογής, γίνεται αποδεκτή από όλους και γράφουν στο πασά: "Δεχόμαστε τη συμφωνία του αρχηγού μας με τον εξοχότατο βεζίρη της Κρήτης, αναγνωρίζουμε την Τούρκικη κυβέρνηση, υποσχόμεθα να πληρώνουμε 5000 γρόσια και εμπιστευόμαστε τη ζωή του αρχηγού μας στην τιμιότητα του εξοχότατου βεζίρη."

Την απάντηση αυτή την έστειλαν την ίδια μέρα στον πασά με 500 πρόβατα δώρο εβδομήντα πέντε οπλαρχηγοί, ο πρωτόπαπας κι άλλοι έξη παπάδες. Βασιζόμενοι στις "συμφωνίες" του Χασάν πασά, νόμισαν πως μπορούσαν ακίνδυνα να παρουσιαστούν σ' αυτόν αφού είχαν δηλώσει την υποταγή τους. Τούτο ακριβώς περίμενε και εκείνος. Αφού διέταξε και τους συνέλαβαν αμέσως, τους παίρνει μαζί του στο Ηράκλειο για να κοσμήσουν το θρίαμβο του. Μετά τους φέρνει στις φυλακές του Κούλε όπου μερικούς κρέμασε αμέσως και μερικοί πέθαναν από τα βασανιστήρια. Όσοι έζησαν δεν κατόρθωσαν να δραπετεύσουν παρά μετά απο χρόνια. Το Δασκαλογιάννη και την κόρη του τους κράτησε στο σεράγιο του ο πασάς γιατί ήθελε να τους χρησιμοποιήσει σαν δόλωμα μήπως και καταφέρει να συλλάβει και τους άλλους τρεις αδελφούς του που είχαν προλάβει να καταφύγουν στα Κύθηρα. Όμως λίγο καιρό μετά αφού είδε ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να καταφέρει τούτη τη σύλληψη, αποφάσισε να προχωρήσει στην εκτέλεση του αρχικού σχεδίου του. Δηλαδή, να παραδώσει το Δασκαλογιάννη στο μαινόμενο πλήθος για να τον εκτελέσουν. Έτσι, 17 Ιουνίου, ημέρα Παρασκευή, αργία των Μουσουλμάνων, για να μπορούν να παραβρεθούν στο μαρτύριο του ήρωα, ο Δασκαλογιάννης παραδόθηκε στους δήμιους του Οι Τούρκοι του Μεγάλου Κάστρου που με ιδιαίτερη ευχαρίστηση παρακολουθούσαν πάντα τις εκτελέσεις των Χριστιανών, είχαν συγκεντρωθεί στον τόπο του μαρτυρίου του.

Όμως, που ακριβώς ήταν ο τόπος αυτός; Οι γνώμες των ιστορικών διχάζονται. Ο Παπαδοπετράκης, ο πλησιέστερος προς τα γεγονότα και πρώτος και κυριότερος ιστορικός της επανάστασης του 1770, ο οποίος γράφει ότι παρέλαβε από τον Ιωαν. Πωλιουδάκη ανέκδοτα έγγραφα σχετικά με την επανάσταση, αναφέρει ότι η εκτέλεση έγινε "εις την πλατείαν, την ούσαν προς την ανατολικής πύλην του Ηρακλείου τουρκιστήν ονομαζόμενην Ατ-Μεινταν."

Η ανατολική πύλη ήταν η πύλη του Αγίου Γεωργίου ή Λαζαρέτο, στη νότια πλευρά της σημερινής πλατείας Ελευθερίας απέναντι στον κινηματογράφο Ηλέκτρα.

Ο Μουρέλλος αναφέρει ότι η εξέδρα στήθηκε κάτω από ένα πλάτανο της πλατείας, ο Ψιλάκης αντιγράφει τον Παπαδοπετράκη και ο Κριαρής δεν αναφέρει καθόλου τον τόπο του μαρτυρίου, Πιθανόν πάντως να υπάρχουν πάνω σε αυτό περισσότερες πληροφορίες στους κώδικες του Τούρκικου Αρχείου Ηρακλείου που η έρευνα τους θα φωτίσει όχι μόνο αυτό το περιστατικό, αλλά και πολλές άλλες σελίδες στην αιματόβρεκτη ιστορία του νησιού κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Το χρονικό πάντως της εκτέλεσης, κατά τον Παπαδοπετράκη έχει ως εξής: “Ο τραγικός πρωτομάρτυρας της Κρητικής ελευθερίας δέθηκε καλά πάνω στο «θρονί» Και ο δήμιος άρχισε το απαίσιο έργο του, γδέρνοντας τον ζωντανό με κοπτερό μαχαίρι, κάτω από τους καγχασμούς του βάρβαρου πλήθους και του ίδιου του πασά. Μπροστά του έβαλαν ένα καθρέπτη για να μεγαλώσουν την οδύνη του. Έπειτα έφεραν δεμένο τον αδερφό του Χατζή Σγουρομάλλη και όταν είδε ο ένας τον άλλο,"εμουγκαλίσθησαν ως βόες δις και τρις" κατά την έκφραση του ιστορικού. Από τη στιγμή αυτή ο Σγουρομάλλης τρελάθηκε

Ο Δασκαλογιάννης υπέστη το φρικτό μαρτύριο με μεγάλη καρτερία, δίχως να εκστομίσει ούτε ύβρεις, ούτε ένα «ωχ»! έως ότου υπέκυψε. Ύστερα από δυο μέρες που έμεινε δεμένος επέτρεψαν σε μερικούς Χριστιανούς να τον θάψουν. Τον έθαψαν σε ένα λάκκο νοτιοανατολικά της Ακ Ταμπιας. Δηλαδή στην περιοχή που βρισκόταν μέχρι πριν λίγο καιρό το μαιευτήριο "Μητέρα". Ο Παπαδοπετράκης αναφέρει οτι ο υπερογδοηκοντούτης Τούρκος Χασάν Μαράζης που παραβρέθηκε στην εκδορά, διηγήθηκε τη σκηνή στον Ιωαν. Πωλιουδάκη το 1838 και του έδειξε τον τόπο που τον έθαψαν.

Είναι πολύ λυπηρό που δεν υπάρχουν περισσότερα στοιχεία για την επανάσταση αυτή του 1770. Δεκαέξι χρόνια όμως αργότερα το τραγικό τέλος της επανάστασης του Δασκαλογιάννη εξιστορεί στο ποίημα που συνέθεσε ο αγράμματος τυροκόμος από το Μουρί Σφακίων Μπάρμπα Μπατζελιός. Εάν δεν υπήρχε το τραγούδι τούτο και το σχετικό κεφάλαιο της ιστορίας του Παπαδοπετράκη που το συνέγραψε συγκεντρώνοντας εκατό χρόνια αργότερα διάσπαρτα στοιχεία από την παράδοση, πιθανόν η επανάσταση του Δασκαλογιάννη να είχε λησμονηθεί εντελώς.

Η επανάσταση του Δασκαλογιάννη υπήρξε το πρώτο σκίρτημα της Κρητικής ψυχής ενάντια στο φοβερό δυνάστη. Η πρώτη απόδειξη ότι το Κρητικό πνεύμα δεν σβήνει, ούτε σιωπά, όποιος κι αν στέκει αντίκρυ του, όποιος κι αν προσπαθεί να μηδενίσει τη λάμψη του. Τόσοι και τόσοι κατακτητές πέρασαν από τα χώματα τούτα, που πάνω τους δεν ρίζωσε ποτέ το δέντρο της τυραννίας.

Ούτε δυο χρόνια δεν είχαν περάσει από τότε που ερήμαξε, στην κυριολεξία, τα Σφακιά ο Χασάν Πασάς και οι Σφακιανοί, όσοι είχαν απομείνει από την καταστροφή, κατέβηκαν στο Μπροσνερο και κάτω από τη μύτη των τουρκικών αρχών των Χανίων και εξολόθρευσαν το τρομερό γενίτσαρο Αληδάκη. Η επανάσταση του Δασκαλογιάννη γέμισε θάρρος τις καρδιές των καταφρονεμένων. Ηρωες, θα γεννιούνται πάντα στην Κρήτη, για να γράφουν με το αίμα τους την ιστορία και να πιστοποιούν για τη λευτεριά πως: Σ'όσους με ξερωτήξανε ποιας μάνας είμαι γέννα είπα 'ντως πως μ' ανάστησε το κρητικό το αίμα"



Ρίκη Ματαλιωτάκη
Περιοδικο ΣΤΙΓΜΕΣ



  Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας, εάν αντιγράφουν τα θέματα του ιστολογίου, να αναφέρουν τις πηγές, οι οποίες παρατίθενται, ως ελάχιστο σεβασμό στους συγγραφείς των θεμάτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου