Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

ΔΙΣΤΟΜΟ 1944

Δίστομο, Σάββατο 10 Ιουνίου 1944...

Τα νέα από το μέτωπο ήταν καλά.
Ξημέρωνε μια ακόμα μέρα εργασίας και ελπίδας. Η μέρα της λευτεριάς και της  ειρήνης κοντοζύγωνε. Τέσσερις μέρες πρίν, στις 6 Ιουνίου, οι σύμμαχοι είχαν αποβιβαστεί στη Νορμανδία.

Η ελληνική Εθνική Αντίσταση μετρά μια σειρά από επιτυχίες σε όλα τα επίπεδα. Η πλειοψηφία του λαού συμμετέχει στο ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ σε όλες σχεδόν τις περιοχές της χώρας σημειώνει νίκες επί των γερμανών ναζί. Από το Μάη του 1944 έχει δημιουργηθεί η ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης), γνωστή και σαν Κυβέρνηση του βουνού, και έχουν αρχίσει να οικοδομούνται και να λειτουργούν οι νέοι θεσμοί λαϊκής εξουσίας στις απελευθερωμένες περιοχές. Είναι φανερό ότι η πολυπόθητη απελευθέρωση δεν θα αργήσει.




Στην Ευρώπη τα πράγματα δεν είναι καλύτερα για τους Γερμανούς. Τα γερμανικά στρατεύματα στη Σοβιετική Ενωση υφίστανται καθημερινά τα ανελέητα χτυπήματα του Κόκκινου Στρατού και φαίνεται ότι το παιχνίδι έχει χαθεί για το γερμανικό φασισμό.

Οι Γερμανοί κατακτητές βλέποντας να φτάνει το τέλος της αυτοκρατορίας τους καταλαμβάνονται από αμόκ καταστροφής. Βγάζουν διαταγές γενοκτονίας.

"Ένας Γερμανός σκοτωμένος - πενήντα Ελληνες, δέκα Γερμανοί - ένα χωριό


Οι ναζί στην Ελλάδα, γνωρίζοντας ότι οι μέρες τους είναι μετρημένες και ότι γρήγορα θα αναγκάζονταν να αποχωρήσουν, είχαν αρχίσει εδώ και μήνες να υλοποιούν σχέδιο μαζικής εξόντωσης άμαχου πληθυσμού. Ηδη από τα τέλη του 1942 υπήρχε διαταγή του στρατάρχη Κάιτελ με την οποία άνοιγε ο δρόμος για μαζικά εγκλήματα εις βάρος του ελληνικού λαού:

«Ο εχθρός έχει ρίξει στο συμμοριτοπόλεμο φανατικούς μαχητές, οι οποίοι έχουν εκπαιδευτεί από τους κομμουνιστές και δεν σταματούν μπροστά σε καμιά πράξη βίας. Αυτό που παίζεται εδώ είναι περισσότερο κι από αγώνας επιβίωσης. Η σύγκρουση αυτή δεν έχει τίποτε να κάνει με τη στρατιωτική τιμή ή με τις αποφάσεις των Συμβάσεων της Γενεύης. Αν αυτός ο αγώνας εναντίον των συμμοριών, στην Ανατολή και στα Βαλκάνια, δεν διεξαχθεί με τα πιο ωμά μέσα, οι δυνάμεις που διαθέτουμε μπορεί στο προσεχές μέλλον να μην αρκούν για να επιβληθούν σ' αυτή τη μάστιγα. Γι' αυτό οι μονάδες έχουν την άδεια και την εντολή σ' αυτό τον αγώνα να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα, χωρίς περιορισμούς ούτε και προς τις γυναίκες και τα παιδιά, αν αυτά τα μέτρα είναι αναγκαία για την επιτυχία. Ανθρωπιστικές επιφυλάξεις οποιουδήποτε είδους αποτελούν έγκλημα εναντίον του γερμανικού έθνους...

Διαταγές του στρατάρχη Κάιτελ
(βάσει εντολών του Χίτλερ)
16 Δεκεμβρίου 1942»
(Mazower, 179).


Ετσι, με τη βοήθεια των Ταγμάτων Ασφαλείας, οι Γερμανοί ξεκίνησαν μια άνευ προηγουμένου επιχείρηση μαζικών εκτελέσεων που η λέξη κτηνωδία θα ήταν λίγη για να τις περιγράψει.

Από τα μέσα του 1943 ως τα μέσα του 1944 οι "επιδόσεις" τους ήταν απίστευτες:

Σφαγή 106 κρατουμένων στο Κούρνοβο

Εκτέλεση 317 κατοίκων στο Κομμένο Αρτας,

Σφαγή 700 γυναικόπαιδων στο Βιάνο της Κρήτης

Πυρπόληση των Καλαβρύτων και θάνατος περισσοτέρων των 1.000 κατοίκων Εκτέλεση 50 κατοίκων του Χαϊδαρίου σε αντίποινα για την εκτέλεση του υπουργού εργασίας Καλύβα

Σφαγή στην Κατράνιτσα (Πύργος) της Δυτικής Μακεδονίας με την πυρπόληση όλων των σπιτιών και τη δολοφονία 640 αμάχων

Εκτέλεση 233 παιδιών και γυναικών στην Κλεισούρα της Καστοριάς

Πυρπόληση του Μεσόβουνου (τρεις φορές) και εκτέλεση 150 αμάχων

Και η αναφορά γίνεται μόνο στον άμαχο πληθυσμό, γιατί οι μαζικές εκτελέσεις αιχμαλώτων ανταρτών ήταν στην ημερήσια διάταξη.


Ήθελαν να τρομοκρατήσουν τους κατοίκους ώστε να πάψουν να ενισχύουν τις οργανωμένες ανταρτικές ομάδες που δρούσαν στην περιοχή.
Έτσι στα πλαίσια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων εκείνο το φοβερό πρωϊνό μια φάλαγγα επτά αυτοκινήτων με γερμανούς στρατιώτες (*2ος λόχος του 2ου τάγματος του 7ου Συντάγματος της 1ης Μεραρχίας των Ες - Ες με έδρα την Λιβαδειά), ξεκίνησε από τη Λιβαδειά με κατεύθυνση προς το Δίστομο. Από αυτά τα δύο πρώτα που προπορεύονταν αρκετά, ήταν Ελληνικά επιταγμένα, γεμάτα με Γερμανούς στρατιώτες ντυμένους μαυραγορίτες. Αυτοί θα πρωτοκτυπούσαν τους αντάρτες που ανύποπτοι θα πλησίαζαν τα αυτοκίνητα και θα ενισχύονταν από τη δύναμη που θα ακολουθούσε.

Από τον Καρακόλιθο και μετά σκορπούν το θάνατο. Σκοτώνουν πέντε και συλλαμβάνουν σαν ομήρους δώδεκα αγρότες ενώ θέριζαν.
Στη διασταύρωση Διστόμου - Αράχωβας συναντιούνται με άλλα 60 αυτοκίνητα  γεμάτα Γερμανους στρατιώτες που έρχονταν από την Άμφισσα με κατεύθυνση προς το Δίστομο.

Μπαίνουν στο Δίστομο.

Οι κάτοικοι είναι ανυποψίαστοι. Βλέποντας όμως τους ομήρους ανησυχούν. Η φάλαγγα ήταν πρωτόφαντα μεγάλη. O επικεφαλής καλεί τον Πρόεδρο και τον παπά τον χωριού από τους οποίους ζητά πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών στην περιοχή. Μη μπορώντας να μάθουν, αφού τοποθέτησαν στα υψώματα γύρω απο το χωριό φυλάκια για τον έλεγχο και εκφοβισμό, επιδίδονται σε λεηλασίες.

Το μεσημέρι τα δύο επιταγμένα Ελληνικά αυτοκίνητα με τους μεταμφιεσμένους Γερμανούς στρατιώτες κατευθύνθηκαν προς τον 'Οσιο Λουκά. Λίγο πριν απο το χωριό Στείρι δέχθηκαν επίθεση από τμήμα ανταρτών του ΕΛΑΣ (11ος λόχος του 3ου τάγματος, του 34ου συντάγματος), που είχε στήσει ενέδρα. Η μάχη ήταν σκληρή και κράτησε δύο ώρες περίπου. Το αντάρτικο τμήμα υποχώρησε μπροστά στον όγκο των Γερμανικών δυνάμεων που μόλις άκουσε πυροβολισμούς έφτασε στο Δίστομο. Οι απώλειες όμως των Γερμανών ήταν μεγάλες. Απο τα δύο πρώτα αυτοκίνητα σώθηκαν ένας στρατιώτης και ένας οδηγός. Σκοτώθηκαν 40 Γερμανοί. στρατιώτες περίπου. Ο επικεφαλής αξιωματικός, τραυματίζεται βαριά και λίγο αργότερα στο Δίστομο ξεψυχά.
'Υστερα απο τη συμπλοκή η Γερμανική φάλαγγα επέστρεψε στο Δίστομο. Αμέσως εκτελεί τους 12 ομήρους μπροστά στο Δημoτικό Σχολείο



Οι Γερμανοί, θεωρώντας ότι για τον αιφνιδιασμό ευθύνονταν κάτοικοι του Διστόμου που ειδοποίησαν τον ΕΛΑΣ, επέστρεψαν στο Δίστομο και επιδόθηκαν  σε μια πρωτοφανή θηριωδία. Εκτέλεσαν περισσότερους από 200 κατοίκους, από τους οποίους 20 ήταν βρέφη, 45 παιδιά και 42 υπερήλικες. Εκτός αυτών, δεκάδες ήταν οι άμαχοι που σκότωσαν στη διαδρομή για το Δίστομο. Στο τέλος σκότωσαν μέχρι και τα ζώα και πυρπόλησαν σημαντικό τμήμα του χωριού. Δεν τους ικανοποίησε όμως ο θάνατος των αμάχων. Τα ανθρωπόμορφα κτήνη κατακρεούργησαν τα ίδια τα πτώματα. Η φρίκη ήταν απίστευτη. Πολλά βρέφη στραγγαλίστηκαν. Ανήμποροι γέροι πυροβολούνταν ξανά και ξανά. Τους μαθητές τούς εκτέλεσαν στην αίθουσα του σχολείου. Ακόμα και τις εγκύους, αφού τις σκότωναν, τις ξεκοίλιαζαν για να διαμελίσουν τα έμβρυα. Οι δρόμοι του Διστόμου είχαν κοκκινίσει από το αίμα των κατοίκων του και στα δέντρα του δρόμου που οδηγούσε στο χωριό κρέμονταν δεκάδες νεκρά κορμιά.

"Οι βιαιότητες συνεχίστηκαν τις επόμενες ημέρες με ιδιαίτερη αγριότητα όπου οι Χιτλερικοί πλιατσικολόγησαν ότι είχε απομείνει όρθιο. Στις 26 Ιουνίου επανέρχονται με αποκορύφωμα τον ομαδικό βιασμό μιάς 50χρονης τυφλής και πνευματικά ανάπηρης γυναίκας αφού την χτυπούν στο πρόσωπο με τον υποκόπανο σπάζοντάς της τα δόντια και αναίσθητη όπως είναι, ξεσπούν επάνω της... ''


Ο Eλβετός George Wehrly ήταν υπεύθυνος της αποστολής του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού που κατέφθασε στο Δίστομο. Η μαρτυρία του είναι αποκαλυπτική:

"…Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων είναι δύσκολο να προσδιοριστεί, διότι πολλά θύματα βρίσκονται ακόμα διασκορπισμένα στα χωράφια και στους δρόμους… Παντού συναντούσα μεγάλες κηλίδες αίματος, ανακατωμένες με γυναικεία μαλλιά, παιδικά παπούτσια, σκισμένα ρούχα και σκεπάσματα. Οι στρατιώτες, σύμφωνα με τους αυτόπτες, κυνηγούσαν ανελέητα τους ανθρώπους από δωμάτιο σε δωμάτιο και δεν λυπήθηκαν ούτε παιδιά, ούτε γυναίκες, ούτε γέρους. Μόνο όσοι κατάφεραν να τραπούν σε φυγή ή κρύφτηκαν διέφυγαν τη σφαγή. (…) Παιδιά ως και πέντε ετών βρέθηκαν με κομμένα τα λαρύγγια ή στραγγαλισμένα. Πολλές νέες γυναίκες βιάστηκαν και εν συνεχεία ξεκοιλιάστηκαν".


Η είδηση της σφαγής μεταδόθηκε αμέσως σε όλο σχεδόν τον κόσμο, προκαλώντας αντιδράσεις και αισθήματα αποτροπιασμού. Ακόμα και ο κατοχικός, δωσίλογος πρωθυπουργός Ι. Ράλλης διαμαρτυρήθηκε στη γερμανική στρατιωτική Διοίκηση. Η Διοίκηση των Γερμανών προσπάθησε να δικαιολογηθεί με το ότι μέσα στο Δίστομο βρίσκονταν κρυμμένοι αντάρτες και δεν μπορούσαν να αποτρέψουν το θάνατο κάποιων αθώων.

Στις εφημερίδες της 9ης Ιούλη 1944 οι γερμανικές αρχές ανακοίνωσαν ότι: "ο θάνατος αριθμού τινός γυναικών και παιδιών υπήρξεν αναπόφευκτος…".
Ο διοικητής του λόχου που διέπραξε τη σφαγή (Φ. Λάουτενμπαχ) ισχυρίστηκε ότι δέχτηκε επίθεση με βαριά όπλα από την κατεύθυνση του Διστόμου, κάτι που γρήγορα διαψεύστηκε.

Στην έρευνα που διεξήχθη από τη γερμανική Διοίκηση ο Λάουτενμπαχ είπε:

"…έχοντας στο μυαλό μου τους σκοτωμένους και τους τραυματίες του λόχου μου, συνειδητά πήρα την απόφαση να ακολουθήσω το πνεύμα και όχι το γράμμα των διαταγών που διέπουν τα αντίποινα. Ηξερα πως οι διαταγές μου μπορούσαν να ερμηνευτούν ως τυπική παράβαση εντολών, αλλά πίστευα ότι θα  εγκρίνονταν εκ των υστέρων με βάση στρατιωτικά και ανθρωπιστικά κριτήρια".

Επίσης ο Λάουτενμπαχ υποστήριζε πως η επίθεση των ανταρτών δεν θα μπορούσε να γίνει αν δεν τους βοηθούσαν οι κάτοικοι της περιοχής.

"…Η παρουσία τους στα γύρω χωράφια σε αγροτικές εργασίες είχε σκοπό να εξαπατήσει τις δυνάμεις μας και να πέσουν στην ενέδρα, και αποδείκνυε την εκ των προτέρων σχεδιασμένη και προβαρισμένη συνεργασία τους με τις συμμορίες... Τα μέτρα μου είχαν επίσης σκοπό να αποτρέψουν ει δυνατόν περαιτέρω απώλειες που ήταν δυνατόν να περιμένει κανείς".

Φυσικά κανείς δεν καταδικάστηκε, αφού το δικαστήριο επικαλέστηκε τη "στρατιωτική αναγκαιότητα" και η στάση του Λάουτενμπαχ δικαιολογήθηκε λόγω του "αισθήματος ευθύνης" που είχε απέναντι στους άνδρες του.

Το πόρισμα ανέφερε:

"Σε μία περίπτωση συγχρωτισμού των αμάχων με τις συμμορίες τόσο χτυπητή όσο αυτή του Διστόμου, ο διοικητής του Λόχου θεώρησε πως όφειλε να λειτουργήσει παραδειγματικά, έτσι ώστε οι αρχές κατοχής να αποδείξουν με την αρμόζουσα αυστηρότητα ότι ξέρουν πώς να αντιμετωπίζουν ακόμα και την πιο δόλια και ποταπή μορφή υποτιθέμενου "πολέμου"


Λίγους μήνες μετά τη σφαγή στο Δίστομο, οι Γερμανοί ηττημένοι έφυγαν από την Ελλάδα. Είναι κανόνας πως, όταν ο κατακτητής στρέφεται εναντίον του άμαχου πληθυσμού, είναι πλέον αδύναμος και εφαρμόζει αυτή τη μέθοδο γιατί είναι η μόνη που του απομένει ώστε να ρίξει το ηθικό των εξεγερμένων.
Και είναι σχεδόν νομοτελειακό πως, όταν ο κατακτητής φτάσει σ' αυτό το σημείο, η ήττα του είναι πολύ κοντά.

Βιβλιογραφία

Mark Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, Αλεξάνδρεια
Ιστορία της Εθνικής Αντίστασης 1940-1945, Σύγχρονη Εποχή
Dominique Eudes, Οι καπετάνιοι, Εξάντας
Φοίβου Γρηγοριάδη, Βρετανοί, το αντάρτικο, απελευθέρωσις, τ. 8
5.Γιάννη Μπασδέκη "ΔΙΣΤΟΜΟ"


Μαρία Παντίσκα,4 μήνες μετά την σφαγή της μάνας της.
Φωτογραφία Dmitri Kessel, περιοδικό Life








Η Μαρία Παντίσκα - Μίχα, απεβίωσε στις 12/3/2009 σε ηλικία 84 ετών. Ετάφη στο Δίστομο σε μια σεμνή τελετή που τίποτα δε μαρτυρούσε τη τεράστια συμβολική σημασία της σεπτής αυτής μορφής που απεικόνισε σε μια φωτογραφία τον απίστευτο πόνο που πέρασε η περιοχή μας, με τον   αινιγματικό λυγμό που δεν έφυγε ποτέ από τα χείλη της.


Αφηγήσεις από τη Σφαγή του Διστόμου - 10 ΙΟΥΝΙΟΥ 1944

Η Παναγούλα Σκούτα (το γένος Μαλάμου) 13 χρονών τότε, αφηγείται :

«Την ημέρα της σφαγής από το πρωί κουβαλούσαμε σανό με τον πατέρα μου. Οι Γερμανοί με μια μεγάλη φάλαγγα αυτοκινήτων έφτασαν πριν το μεσημέρι. Θυμάμαι πως έπιαναν το δρόμο Λιβαδειάς από λεύκες Καραστάμου (σήμερα αλευρόμυλος) ως το δικό μας σπίτι (μπροστά στο μνημείο της Δημαρχίας). Οι στρατιώτες περιφέρονταν γύρω από τα φορτηγά δίχως να χρησιμοποιούν τα όπλα τους. Ο πατέρας μου με έστειλε με την μικρότερη αδελφή μου Λουκία, εφτά χρονών, για κρεμμύδια σ’ ένα χωράφι μας έξω από το χωριό. Στο γυρισμό βλέπω στο φυλάκιο του λόφου Κούλια τρεις Γερμανούς φρουρούς με τα όπλα προτεταμένα Ακούω να πέφτει μια ριπή δίχως να καταλάβω καλά – καλά και αμέσως δίπλα στο χωματόδρομο που βαδίζαμε σηκώθηκε κουρνιαχτός από το ανεμοβολητό των βλημάτων.

Φτάσαμε στο σπίτι μας και βλέπω μπαίνοντας στην αυλόπορτα να κάθονται στο μπαλκόνι ο πατέρας μου και γύρω του κατάχαμα και στα σκαλιά δέκα με δεκαπέντε γυναίκες. Σε κάποια στιγμή ύστερα από το μεσημέρι ακούσαμε πυροβολισμούς από την τοποθεσία αγία Ειρήνη προς το Στείρι όπου είχαν τραβήξει τα μπροστινά αυτοκίνητα της γερμανικής φάλαγγας. Τότε ο πατέρας μου είπε στις γυναίκες : «Φαίνεται πως έχουν πιάσει μάχη οι αντάρτες με τους Γερμανούς. Δεν σηκώνεστε να πάτε στα σπίτια σας μήπως μας δουν πολλούς και μας ενοχοποιήσουν;». Οι γυναίκες απάντησαν όλες μαζί τρομαγμένες : «Μπάρμπα Σπύρο εμείς ήρθαμε δω για να είμαστε πιο ασφαλισμένες. Δεν θέλουμε να πάμε σπίτια μας». Και δεν το κούνησε καμιά. Μόνο η Παναγιού Σκούτα θύμωσε κι έφυγε. Αργότερα μάθαμε πως δεν τη σκότωσαν οι Γερμανοί. Γλίτωσε.

Σε λίγο βλέπουμε ένα τζιπ με τραυματία να φεύγει προς τη Λιβαδειά. Οι Γερμανοί της σταματημένης φάλαγγας που ως εκείνη την ώρα ήταν ήσυχοι, άρχισαν να ανακατεύονται, να αγριεύουν, να δίνουν συνθήματα ο ένας στον άλλον και να κινούνται απειλητικοί. Τότε ο πατέρας μου μας προέτρεψε να κατεβούμε στο κατώι, να κλειστούμε και να περιμένουμε. Κατεβήκαμε κι αμπαρωθήκαμε. Έφταναν ουρλιαχτά, άγριες κραυγές, πυροβολισμοί από τα διπλανά Καλαματέϊκα σπίτια. Η αγωνία άρχισε να γίνεται τρόμος. Μερικές γυναίκες κρύφτηκαν πλάι στα βαρέλια, άλλες στις γωνιές στις λαδίκες. Βάλαμε και τον πρόσθετο σύρτη – μάνταλο στην πόρτα. Έπεσε μια θανατερή ησυχία. Κάποια στιγμή ακούμε στην αυλή τη φωνή, τη στριγκλιά ενός γειτονόπουλου, του Λουκά του Παπανικολάου να ζητάει βοήθεια : «Ωχ μπάρμπα Σπύρο, σώσε με!». Έκλαιγε και φώναζε. Ο πατέρας μου μόλις κατεβήκαμε στο κατώι είχε βάλει τυρί και αυγά σε βαθύ πιάτο και κρασί σε κανάτι για να τα έχει ως φίλεμα για τους Γερμανούς αν τυχόν και έρχονταν. Μόλις άκουσε τη φωνή του Λουκά μου λέει : «Παναγούλα φέρε τα τρόφιμα». Άνοιξε την πόρτα και βλέπουμε τον Λουκά Παπανικολάου να τρέχει κλαίγοντας και κρατώντας τον πληγωμένο του λαιμό και πίσω του ένα κοντό Γερμανό στρατιώτη με όπλο στη μασχάλη να τον κυνηγάει. Εμείς, ο πατέρας μου με το κρασί και τα ποτήρια, εγώ με τα τρόφιμα στα χέρια προχωρήσαμε στην αυλή ως τη μέση που ήταν το πηγάδι. Ο πατέρας μου σηκώνει τα χέρια φιλικά και φωνάζει για να καταπραΰνει τον Γερμανό : «γκουτ μπόϋ» - εννοώντας το τραυματισμένο παιδί. Ο Γερμανός όμως άγριος έκαμε νόημα να μπούμε στο κατώι, γρύλισε ένα «καπούτ» και αρνήθηκε τις προσφορές μας. Εμείς υπακούσαμε. Μόλις πατήσαμε μέσα ορθώθηκε μπροστά στην πόρτα, έφερε καταπάνω μας το όπλο και με μια συνεχόμενη ριπή άρχισε να σκορπίζει το θάνατο πυροβολώντας ολόπαντα. Τα πρώτα βλήματα πήραν κατάστηθα τον πατέρα μου που πέφτοντας και ξεψυχώντας σπάραζε : «Ωχ παιδιά μου! Σώστε με!». Άρχισαν να πέφτουν τα σώματα των γυναικών. Άλλες πάσχιζαν να χωθούν πίσω από τα βαρέλια, άλλες σε λαδίκες και γούρνες. Αφού όλα τα σώματα σωριάστηκαν το ένα πάνω στο άλλο, ο Γερμανός κατεβαίνει και κοιτάει και σκουντάει έναν – έναν γρυλίζοντας για να δει αν είναι σκοτωμένοι και ρίχνει χαριστικές βολές. Το κατώι είχε μια κολώνα στη μέση, Πρώτος έπεσε και σωριάστηκε σ’ αυτήν ο πατέρας μου Σπύρος Μαλάμος 67 χρονών. Ύστερα η Μαρία Λάμπρου 50 χρονών. Η Μαριέττα Φιλίππου, γύρω στα 30. Ήταν έγκυος και μαζί της σφάδαζε και το παιδί στην κοιλιά. Ο ανηψιός μου Στάθης Σταθάς, γιος της αδερφής μου Γιαννούλας, 5 χρονών. Οι γάμπες του ήταν σχισμένες, χαραγμένες όπως σχίζουμε τις μπριζόλες και το κρέας του χυνόταν άσπρο στο χώμα. Η Δήμητρα Μαλάμου, 38 χρονών, με το γιο της Γιάννη, 8 χρονών, καθισμένη σε γούρνα όπου βάζαμε βυτίνα λαδιού με κομμένο σαν με λεπίδα το καύκαλό της και τα μυαλά της χυμένα στους ώμους σαν από μια γεμισμένη κούπα, και στον πανέμορφο λαιμό της. Δεν ξέρω αλλά κρατήσαμε την ανάσα μας τόσο όσο δεν αντέχει ανθρώπινος οργανισμός. Αυτός συνέχιζε να μας κλωτσάει όπως τα σφαχτά γρυλίζοντας «Έϊ, έϊ» για να δει αν έχει μείνει κανένας ζωντανός. Μέσα σ’ αυτή την αβάσταχτη νέκρα πήγε κι έβγαλε τις κάνουλες από τα βαρέλια του κρασιού. Άρχισε με βουή και φουρφουρητό να χύνεται το κρασί. Φυσούσε το κρασί κι ο ήχος του ο φριχτός γέμισε το κατώι. Ενώθηκε το κρασί με το αίμα των σκοτωμένων και έγινε μια θάλασσα αίματος κα, κρασιού, μια πηχτή κρέμα που πάνω της έπλεαν πτώματα και σερνόμαστε μωροζώντανοι.

Ο Γερμανός διασκέλισε κι ανέβηκε στο πάνω σπίτι. Άκουσα ποδοβολητά και ύστερα κατέβηκε και έφυγε φαίνεται. Η μια από τις δυο αδερφάδες μου τις μεγαλύτερες η Γεωργία Αγαπίδου, βρισκόταν τραυματισμένη και καθώς κρύωναν τα τραύματα άρχισε να σκούζει. Είχε σκύψει σ’ ένα καδούλι για να γλιτώσει τις ριπές και την είχε γαζώσει ο Γερμανός στον αγκώνα και στο δεξί γοφό. Σηκώνομαι και με δυσκολία την βγάζω στην αυλή. Βλέπω τη φοράδα μας σκοτωμένη και μια στοίβα κλήματα λαμπαδιασμένα, να βουίζει η φωτιά, να έχει αρπάξει ο φούρνος και οι φλόγες ν’ απειλούν το σπίτι. Η αδερφή μου έσκουζε γιατί τα κρέατά της κρέμονταν από χέρια και γοφούς και δεν μπορούσε να κρατήσει από τους πόνους. Δεν είχα βοήθεια από κανέναν. Μου λέει: «πάρε τον κουβά και σβήσε την φωτιά να μην καεί το σπίτι». Πήρα κι έβγαλα νερό απ’ το πηγάδι μας κι έσβησα τη φωτιά στο φούρνο αλλά όχι και στο παρακάτω χαγιάτι της αυλής. Ανέβηκα στο μπαλκόνι μας και είδα να καίγεται το σπίτι του Χαράλαμπου Σφουντούρη – Πασχούλη. Αργότερα μάθαμε πως κάηκε μέσα το αντρόγυνο. Από το μπαλκόνι βλέπω στην αυλή των Καλαματέων σκοτωμένα τα ζώα και όλη την οικογένεια του Λουκά Σταύρου που ξεκληρίστηκε – πέντε άτομα και δυό συγγενείς τους, εφτά. Η αδερφή μου μού φώναξε να μπω στο σπίτι να πετάξω κάτω τα προικιά μήπως ξαναπιάσει φωτιά και τα κάψει…κι ας καιγόταν μπροστά το χαγιάτι. Μπαίνοντας μέσα διαπίστωσα ότι ο Γερμανός είχε ανακατέψει και ψάξει όλο το σπίτι. Άνω κάτω τα πάντα. Αντιλήφθηκα ότι από το τζάκι έλειπε το ρολόι με τις χρυσές κολώνες και την καμπανούλα που είχε φέρει από την Αμερική ο πατέρας μου. Η αδερφή μου φώναξε να πάρω και τα λεφτά από το παράκλι. Δεν τα βρήκα. Ύστερα μου φώναξε να κατεβάσω τη ραπτομηχανή της να μη χάσει το εργαλείο της δουλειάς της. Εγώ δεκατριών χρονών με μια ψυχραιμία που δεν μπορώ να την καταλάβω σήμερα, κατέβασα τη μηχανή από δεκαεφτά πέτρινα σκαλοπάτια σκαλί – σκαλί με το κεφάλι και τις πλάτες. Φτάνοντας στο κεφαλόσκαλο το σκυλί μας ο παρδάλης ζυγώνει κλαίγοντας. Με πιάνει από το φουστάνι και με τραβάει. Φοβήθηκα μήπως με φάει γιατί ήμουν γεμάτη παγωμένα αίματα. Τον έδιωχνα : «φύγε παρδάλη!». Αυτό πήγε πιο πέρα, κάθισε στα πίσω πόδια και με το ένα μπροστινό μου έκανε νεύμα και με το άλλο σκούπιζε τα δάκρυά του. Τότε η αδερφή μου Γεωργία λέει : «Πού είναι το κορίτσι η Λουκία μας; Πού έχει πάει η μικρή; Τρέξε, ψάξε να τη βρεις…» Το σκυλί μπροστά κι εγώ ακολουθώντας φθάσαμε ως την αυλόπορτα. Εκεί πάλι γύρισε και με κάλεσε με το πόδι του. Φεύγει και πάει στέκεται στα κάτω πηγάδια (εκεί που είναι σήμερα το μνημείο μπροστά στη δημαρχία) και μου γνέφει να πάω. Όταν έφτασα στην αυλόπορτα βλέπω έξω στους δρόμους ξαπλωμένα σκοτωμένα κορμιά. Λίγο πιο κάτω απ’ το σπίτι μας (εκεί που είναι τώρα η αστυνομία) ήταν σκοτωμένος ο Θανάσης Πανουριάς και η Μαρία Νταή. Πιο κει ο Χρήστος Σκούτας. Δεν γνώρισα άλλους γιατί το μυαλό μου ήταν στο σκυλί και στη μικρή αδερφή μου. Έφτασα στο σκυλί. Τι να δω! Η μικρή μας η Λουκία η εφτάχρονη ανάσκελα χτυπημένη στο μάτι με μια τρύπα βαθιά κατακίτρινη σαν το λεμόνι. Προσπαθώ να την πάρω στην αγκαλιά μου. Δεν μπορώ να τη σηκώσω. Την πιάνω από τις πλάτες και τη σέρνω σβαρνώντας την με δυσκολία μέσα από πολλά αγκαθόχορτα. Το σκυλί την πιάνει με το στόμα του απ’ το φουστάνι και με βοηθάει. Την σύραμε ως την αυλόπορτα του σπιτιού και αποκαμωμένη την άφησα εκεί. Δεν την ξαναείδα. Βλέπω στο χάνι της αυλής μας την πιο μεγάλη αδερφή μου Κωστούλα Καρβούνη που την είχε τραυματίσει στις παλάμες ο Γερμανός όπως τις είχε βάλει στο πρόσωπό της να μη δει που εκτελούσε την Πανωραία Μάριου. Οι αδερφές μου Κωστούλα και Γεωργία μου λένε : «Φεύγουμε για τον Άγιο Αθανάσιο. Κάμε τι θα κάμεις και έλα και συ». Ήταν πια σούρουπο. Πήρα κι εγώ να πάω στον Άγιο Αθανάσιο. Φτάνοντας στο διάσελο κόσμος έτρεχε αλαφιασμένος. Άλλοι με άλογα, άλλοι με ρούχα, άλλοι με τρόφιμα να βγουν απ’ το χωριό, ν’ ασφαλιστούν στους λόγγους και στα ρουμάνια. Όλοι έκλαιγαν, μοιρολογούσαν, έσκουζαν, σουρομαδιόντουσαν. Έτρεχα κι εγώ. Πριν φτάσω εκεί που είναι σήμερα το Κέντρο Υγείας με πιάνει ποδάγρα. Όλοι μου έλεγαν : «τρέξε παιδί μου Παναγούλα να μας φτάσεις». Εγώ τους έλεγα «τρέχω» αλλά βάδιζα στον τόπο, σημειωτόν. Και τότε ακούω κάποιον να λέει : «Αυτό το έχει πιάσει ποδάγρα μωρέ, όπως μας πιάνει στο στρατό. Πιάστε το να ξεκολλήσουν τα πόδια του..». Μ’ έπιασαν και βρέθηκα με τους άλλους στον Άγιο Αθανάσιο. Είχαν φανάρι αναμμένο. Ξενυχτήσαμε εκεί. Ύστερα από δυό μέρες ήρθαν και πήραν τους τραυματίες. Βρέθηκα κι εγώ με τις τραυματισμένες αδερφές μου στη Λιβαδειά στην κλινική του Καλή. Κάποια στιγμή μπαίνω στο αποχωρητήριο και βλέπω να σπαρταράει ένα πόδι στο καλαθάκι των σκουπιδιών. Το βάζω στα πόδια. Μου λένε πως είναι το πόδι της Παναγούλας του Μενιδιάτη της εννιάχρονης Διστομοπούλας που της το θέρισαν οι γερμανοί. Μέσα σε πέντε μέρες εμένα και άλλα συνομήλικα και μικρότερα μας πήρε ο Ερυθρός Σταυρός και μας μετέφερε στο Ίδρυμα Αετοφωλιά Α’, στην Κηφισιά.

Ο Παναγιώτης Σφουντούρης, 6 χρονών τότε, θυμάται :

«Την ώρα της σφαγής βρισκόμουνα στο ισόγειο του Αγγελή Πίτσου, εγώ, η αδερφή μου Μαρία, η γιαγιά μου Κατερίνη Πίτσου με την κόρη της Ασήμω. Είμαστε κλεισμένοι μέσα γιατί ακούγαμε να πέφτουν σφαίρες από τη μεριά του Στειριού. Για μια στιγμή βλέπουμε απ’ το γωνιακό παράθυρο να έρχονται γερμανικά αυτοκίνητα από το δρόμο του Στειριού και να σταματούν μπροστά στο Δημοτικό σχολείο προς του Ψημένου. Άρχισαν να κατεβάζουν άντρες από τα αυτοκίνητα. Εγώ, μικρός, δε γνώριζα αλλά η γιαγιά μου είπε πως ήταν τα παιδιά. Αργότερα έμαθα πως ήταν οι δώδεκα Διστομίτες νέοι που αιχμαλώτισαν στις Τσέρες το πρωί της σφαγής, όταν ερχόντουσαν από τη Λιβαδειά, οι Γερμανοί. Αφού τους κατέβασαν τους έστησαν στον τοίχο του σχολείου προς τη μεριά του σπιτιού του Βιτριόλη – Πανουργιά και τους εκτέλεσαν. Μετά από λίγο από το άλλο παράθυρο βλέπουμε να μπαίνουν οι Γερμανοί στο διπλανό μας σπίτι, του Θανάση Καστρίτη. Εκείνη την ώρα η Σταμούλα Καστρίτη με τη μάνα της Θεοφανή Κοκκίνη ήταν στο φούρνο και ρίχνανε το ψωμί. Ο πατέρας της Σταμούλας και σύζυγος της Θεοφανής, ο Αγγελής Καστρίτης καθόταν στο πλατύσκαλο, το πέτρινο, της ξύλινης σκάλας. Οι Γερμανοί εισβάλλοντας σκοτώνουν τη γυναίκα και την κόρη της όπως φούρνιζαν. Ο γέρο Αγγελής έκαμε να σηκωθεί να ορμήσει. Του ρίχνουν και τον σωριάζουν. Βλέποντας η γιαγιά μου να σκοτώνουν τον πατέρα, τη μάνα της και την αδερφή της έβγαλε μια φωνή που έσκισε τον αέρα. Αμέσως για καλή μας τύχη σηκώσανε τον καταρράχτη και μπήκαμε στο υπόγειο. Εγώ, η γιαγιά μου, η αδερφή μου και η ξαδέρφη μου η Ασήμω. Με το κλείσιμο του καταρράχτη έσυραν και μια κουρελού, έφτασαν και μπήκαν από την πόρτα της κουζίνας και βγήκαν από την άλλη της κυρίας εισόδου. Ύστερα από αρκετές ώρες βγήκε πρώτη η ξαδέρφη μου η Ασήμω, γύρω στα 17. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και αφού είδε πως δεν υπήρχαν γερμανικά αυτοκίνητα στο δρόμο και δεν ακούγονταν πυροβολισμοί, βγήκαμε όλοι από τον καταρράχτη. Εμένα με την αδερφή μου μας έστειλαν στο πατρικό μας, 50 μέτρα μακρύτερα. Βγαίνοντας απ’ την αυλόπορτα του Πίτσου πάνω σε στέφλα είδαμε σκοτωμένο το Νίκο Σφουντούρη, ξάδερφό μου. Ήρθαμε στο σπίτι μας και αντικρύζω τη μάνα μου σκοτωμένη, γονατιστή στην αγκωνή στο τζάκι. Μόλις την ακούμπησα σωριάστηκε χάμω. Ο πατέρας μου ήταν σκοτωμένος πάνω στο κρεβάτι. Στο άλλο μικρό κρεβάτι δίπλα στο τζάκι ξεκοιλιασμένος ο αδερφός μου Νίκος, δύο χρονών. Βγήκαμε έξω κλαίγοντας και φωνάζω στη γιαγιά Κατερίνη πως σκοτώσαν τους γονείς μου και μου είπε να πάω στης γιαγιάς μου το σπίτι – στη μάνα της μάνας μου. Ξεκινήσαμε πιασμένοι χέρι- χέρι. Φτάνοντας στην πάνω πλατεία είδαμε ένα σκοτωμένο μπροστά στου Μπουκαλή. Για να πάμε στης γιαγιάς περνούσαμε από το στενό μεταξύ Τζάθα και Κουτριάρη. Εκεί είχαν τραυματίσει τον Ειρηνοδίκη και έναν άλλον. Μέσα από το σπίτι του Τζάθα μούγκριζε τραυματισμένος. Φτάσαμε με την αδερφή μου στο σπίτι της γιαγιάς. Κλεισμένο, έρημο. Μας μάζεψε ο γερο Λουκάς Καϊλης που ζούσε ανήμπορος στο σπίτι του Μιλτιάδη Καϊλη. Μας ρώτησε τι πάθαμε και του είπα πως σκότωσαν τους γονείς και τον αδερφό μου. Ύστερα ήρθε ο αδερφός της μάνας μου Χαράλαμπος Καρούζος που μας πήρε και διανυκτερεύσαμε έξω από το χωριό στη μεγάλη λάκκα. Εκεί άκουγα όλη τη νύχτα τα κλάματα, τα μοιρολόγια των πατριωτών μου. Άκουγα τους λυγμούς της Νίτσας Καϊλη (Νίτσα Σφουντούρη σήμερα) που της είχαν σκοτώσει τους γονείς της. Την άλλη μέρα φύγαμε και πήγαμε στο μαντρί του Θανάση Καστρίτη στο αλωνάκι για αρκετό καιρό. Ύστερα περιπλανιόμαστε και φτάσαμε στην Αντίκυρα και από κει τριγυρνούσαμε στον ελαιώνα της Παραλίας Διστόμου αποφεύγοντας τους Γερμανούς που πολλές φορές κατέβαιναν με άλογα φορτωμένα κανόνια.

Απ’ αυτή την άγρια σφαγή έχασα 14 άτομα άμεσους συγγενείς μου».


Ο Παναγιώτης Αν. Σεχρεμέλης, 11 χρονών τότε αφηγείται :

«Κατά τη σφαγή του Διστόμου βρισκόμουν μέσα στο χωριό, στο πατρικό μου σπίτι, μαζί με τον αδερφό μου Γιάννη, 14 χρονών, τον Λουκά Αν. Ανέστη, 11 χρονών, τη γιαγιά μου, την Ασήμω Σωτηρίου από το Στείρι. Οι γονείς μου έλειπαν στην Αθήνα όπου ο πατέρας μου είχε υποβληθεί σε εγχείρηση στομάχου. Και τα τέσσερα άτομα βρισκόμαστε στο ανατολικό σωμάτιο του σπιτιού μας, απ’ όπου είδαμε την ομαδική εκτέλεση ολοκλήρου της οικογενείας Τσεκούρα ή Καραγιάννη, μαζί με άλλα άτομα, που βρίσκονταν εκεί γιατί ετοίμαζαν το μνημόσυνο (τα σαράντα) του γιου τους Όθωνα, που είχε φονευθεί από τους Γερμανούς στον Καρακόλιθο μαζί με τους 117 στις 24 Απριλίου 1944. Τότε η μακαρίτισσα η γιαγιά μας, Θεός σχωρέστην, μας πήρε και μας έβαλε κάτω από το εικόνισμα του σπιτιού μας και γονατισμένοι κάναμε το σταυρό μας για να σωθούμε. Ξαφνικά χτύπησε η πόρτα και ανοίγοντας βλέπω δυο Γερμανούς με προτεταμένα τα αυτόματα να μας λένε να βγούμε έξω. Βγήκαμε στο μπαλκόνι και κατεβήκαμε στην αυλή όπου μας ανέμεναν άλλοι τρεις Γερμανοί. Τότε μας σπρώχνουνε όλους μπροστά στο φούρνο της αυλής μας. Η γιαγιά κατάλαβε ότι θα μας σκοτώνανε και μας τράβηξε προς το πλυσταριό, όπου βρισκόταν και το αποχωρητήριο. Ο καμπινές ήταν μια απλή γούρνα με δυό χοντρά ξύλα για να πατάμε. Γρήγορα η γιαγιά μου κάθεται στο μέρος και προσποιούμενη τη φυσική της ανάγκη με άρπαξε από το χέρι και με έβαλε μέσα στη γούρνα καλύπτοντας το εξέχον κεφάλι με το σώμα της. Αυτό και με έσωσε! Συγχρόνως ο αδερφός μου έτρεξε και μπήκε στο κατώι και κρύφτηκε κάτω από τα βαρέλια. Τον είδαν οι Γερμανοί, έτρεξαν κοντά του και τον φόνευσαν όπως ήταν κρυμμένος. Ο συνομήλικός μου Λουκάς Αν. Ανέστης, 11 χρονών, που οι γονείς του έλειπαν στον κάμπο, ακολούθησε και αυτός την γιαγιά μου και πριν εισέλθει στο πλυσταριό εδέχθη ριπή στο λαιμό που του έκοψε το κεφάλι. Αμέσως ο ναζιστής στρατιώτης στάθηκε στην είσοδο του πλυσταριού και πυροβόλησε εμένα και τη γιαγιά μου. Όλες τις σφαίρες τις εδέχθη το σώμα της γιαγιάς μου και το χοντρό ξύλο που πατούσε η γιαγιά μου. Εγώ τραυματίστηκα ελαφρώς στο χέρι, όχι από τη ριπή, αλλά από τη σφαίρα της χαριστικής βολής. Ευτυχώς που δεν μίλησα για να με ακούσουν και έμεινα σ’ αυτή τη θέση μέχρις ότου έφυγαν. Τότε εξήλθα και άρχισα να τρέχω μέσα στους δρόμους του χωριού βλέποντας παντού νεκρούς. Άκουσα παντού φωνές και κλάματα και είδα κόσμο πολύ να φεύγει τρέχοντας. Τους ακολούθησα και διανυκτερεύσαμε στα βουνά. Παρέμεινα εκεί έως ότου ήλθε ο Ερυθρός Σταυρός και μάζεψε τα επιζήσαντα παιδιά και μας πήγε σε διάφορα ορφανοτροφεία. Εγώ πήγα στην Κηφισιά. Την γιαγιά μου την έθαψαν την άλλη μέρα της σφαγής, στο Στείρι. Τον αδερφό μου τον βρήκαν μετά από 5 μέρες στο κατώι κάτω από τα βαρέλια και τον έθαψαν μπροστά στο Ιερό της εκκλησίας».

Ο Παναγιώτης Περγαντάς του Θωμά (Κιθάρας), 22 χρονών τότε, αφηγείται :

«Κατά τις δέκα το πρωί στις 10 Ιουνίου 1944 μέρα Σάββατο κατέβηκα από το πατρικό μου και πήγα στο καφενείο του Μαράλιου. Καθόμουνα με δυο – τρεις άλλους. Περνάει από κει το μικρό ανηψάκι μου, ο Γιάννης της αδερφής μου Φρόσως Σταθά, το γένος Περγαντά. Το φώναξα και του έδωσα μια ρουφηξιά ούζο. Ύστερα έφυγε να παίξει. Σε λίγο ακούμε φωνή τρομαγμένη «έρχονται οι Γερμανοί».Πεταχτήκαμε και μέσα από το στενό του Μάριου προς τα Μεσινά ανέβηκα στου Καρσνά το ρέμα, προς τα λακκώματα. Εκεί έμεινα και είχα στραμμένη την προσοχή μου στο χωριό με αγωνία. Είδα [……], ώσπου όταν βασίλεψε ο ήλιος κι έπαιρνε να νυχτώσει οι γερμανικές φάλαγγες τράβηξαν για τη Λιβαδειά.

Τότε κατεβαίνω κι εγώ προς το χωριό. Φτάνω σε απόσταση διακόσια μέτρα από τα πρώτα σπίτια. Το σπίτι της αδερφής μου Φρόσως ήταν στην άκρη. Ακούω μια γυναικεία φωνή να σκούζει, να οδύρεται, να θρηνολογεί. Ήταν η μάνα μου. Φτάνω τρέχοντας και τι να δω! Την αδερφή μου κομματιασμένη, βιασμένη, κατακρεουργημένη. Κατασκισμένα ρούχα και σάρκες είχαν γίνει ένα. Το αίμα έτρεχε από τα σκέλια της. Τα βυζιά της κατασφαγμένα, φέτες. Το πρόσωπό της παραμορφωμένο και σ’ όλο το σώμα σημάδια άγριας πάλης. Δίπλα της σε μια κούνια το μικρό κορίτσι της τη Ζωή, εφτά μηνών, το είχαν ξεκοιλιάσει, του είχαν κόψει το λαιμό και κρέμονταν τα λαρύγγια του στο στήθος μπλεγμένα με τα βγαλμένα έντερα.

Το αγόρι της, αυτό που το πρωί του έδωσα λίγο ούζο στο καφενείο, έτρεξε να κρυφτεί στο διπλανό σπίτι του Νταγιαλή. Οι εγκληματίες το κυνήγησαν και το εκτέλεσαν τινάζοντάς του τα μυαλά στον αέρα κάτω από τη σκάλα. Επίσης και το άλλο κορίτσι της ίδιας αδερφής μου, την Ελένη, εφτά χρονών, το έσφαξαν κι αυτό. Τέλος ο πεθερός της αδερφής μου εκτελέστηκε μπροστά στη Δημαρχία μαζί με τον Θανάση Πανουργιά.

Την επομένη το πρωί τους θάψαμε όλους σε ομαδικό τάφο μπροστά στην αυλή του σπιτιού τους».





 Αργύρης Σφουντούρης

Πρώτα χρόνια της παιδικής ηλικίας


Ο Αργύρης Σφοντούρης γεννιέται το 1940 στο Δίστομο/Ελλάδα. Οι τρεις αδελφές του είχαν ήδη γεννηθεί, και τώρα οι γονείς χαίρονται για την γέννηση του πρώτου τους γιού. Και μαζί τους χαίρεται και ο παππούς, που θα έχει έναν εγγονό, που σύμφωνα με την παράδοση θα πάρει το όνομά του: Αργύρης.

Τον Απρίλιο του 1941 εισβάλλει η Βέρμαχτ στην Ελλάδα. Ως συνέπεια της κατοχής ο πληθυσμός των πόλεων σύντομα αρχίζει να υποφέρει αφάνταστα από τον λοιμό. Αντίθετα από τις πόλεις, η καθημερινότητα του χωριού στην κατοχή, μακριά από τις πόλεις, αντέχεται. Όμως, στις 10 Ιουνίου του 1944 χτυπάει το χωριό μια απρόσμενη συμφορά. Αφού στρατιώτες μιας γερμανικής ειδικής μεραρχίας των Ες-Ες κλείνουν τους δρόμους προς το χωριό, αρχίζει αυτό, που οι Γερμανοί τότε το ονόμασαν «μέτρα εξιλέωσης»: Ως εκδίκηση για το θάνατο μερικών συμπατριωτών τους σε μία μάχη με Έλληνες αντάρτες κοντά στο διπλανό χωριό, οι Γερμανοί στρατιώτες σκοτώνουν πρώτα 12 αγρότες και μετά σφάζουν ολόκληρο τον πληθυσμό του χωριού. Σκοτώνουν πάνω από 200 κατοίκους, βρέφη, παιδιά, εγκύους γυναίκες, ακόμη και τους ηλικιωμένους του χωριού. Ο Αργύρης χάνει τους γονείς του και άλλους 30 συγγενείς. Η σφαγή, που γίνεται μόλις τέσσερις μέρες μετά την εισβολή των συμμάχων στη Νορμανδία (6 Ιουνίου του 1944), θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες θηριωδίες του είδους της. (Βλέπε Παράρτημα A).

Στο ορφανοτροφείο

Το αγόρι, που δεν έχει κλείσει ακόμη τα τέσσερα, το πηγαίνουν σ' ένα ορφανοτροφείο στον Πειραιά, όπου έχουν εισηχθεί πολύ περισσότερα από χίλια ορφανά του πολέμου. Επειδή είναι σκελετωμένος από την πείνα, τον πηγαίνουν σ' ένα πιο μικρό ορφανοτροφείο στην άλλη άκρη της Αθήνας. Εδώ μπορεί να γίνει μία καλύτερη, πιο ατομική περίθαλψη, αλλά κι εκεί, μία και έχει προβλήματα με το στομάχι, δυσκολεύεται να αφομοιώσει την τροφή.

Πέρα από αυτό δεν έχει καταλαγιάσει και ο εξωτερικός κίνδυνος: ενώ ο Παγκόσμιος Πόλεμος κοντεύει να τελειώσει, αρχίζει στην Ελλάδα ένας πικρός, μακρόχρονιος εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στους αντάρτες της αριστεράς και στα παρακρατικά σώματα της δεξιάς, τους κυβερνόφρονες, τα οποία υπόστηρίζουν πρώτα οι Άγγλοι και αργότερα οι Αμερικανοί — γιατί κατά τη γνώμη τους δεν επιτρέπεται οι αριστεροί σε καμία περίπτωση να πάρουν τα ηνία της χώρας στο χέρι. Οι πρώτοι οιωνοί του Ψυχρού Πολέμου.

΄Ομως τότε, ο Αργύρης είναι στο μεταξύ οχτώμισι χρονών, εμφανίζεται μια αποστολή του Ερυθρού Σταυρού στο ορφανοτροφείο και διαλέγει μερικά παιδιά, που προορίζονται να σταλούν σε ταξίδι σε μία μακρινή χώρα: ένα ταξίδι στην Ελβετία, στο παιδικό χωριό Πεσταλότσι του Τρόγκεν. Σ'ένα σπίτι με Έλληνες «κατ΄ οίκον γονείς» και με ελληνόπουλα ορφανά πολέμου, σ'ένα χωριό με παιδιά απ' όλη την Ευρώπη, σε μία «άθικτη» χώρα, σ' ένα καινούριο μέλλον.

Μακριά από την πατρίδα — καινούρια πατρίδα

Για την μεταπολεμική Ελβετία το παιδικό χωριό Πεσταλότσι θεωρείται η προσωποποίηση ενός καθ΄ εαυτού ελβετικού ιδεώδους: Σκοπός είναι εδώ να γίνεται πραγματικότητα η ανθρωπιστική δέσμευση, να προσφέρεται βοήθεια, να επουλωθούν οι πληγές του πολέμου, να γίνεται δυνατή η συμβίωση και η συμφιλίωση διαφορετικών εθνικών ομάδων στην καρδιά της Ευρώπης. Μετά από μία αρχικά πεισματώδη αντίσταση ιδρύεται σύντομα δίπλα στο πολωνικό, ουγγρικό, ελληνικό, ιταλικό, αγγλικό και γαλλικό σπίτι και ένα γερμανικό σπίτι, που όμως την αρχική περίοδο διευθύνεται από τον Ελβετό Διευθυντή Άρθουρ Μπιλ (Arthur Bill) — ανέχονται μεν τα γερμανικά παιδιά, Γερμανούς ενήλικες ωστόσο μόνο χρόνια μετά τους δέχονται στο χωριό.

Σιγά-σιγά ο Αργύρης ξαναβρίσκει τις δυνάμεις του και κερδίζει την προσοχή (των δασκάλων του), και μπορεί στη συνέχεια να επισκεφτεί το λύκειο στο Τρόγκεν. Μετά το απολυτήριο πηγαίνει στη Ζυρίχη, όπου σπουδάζει στο Πολυτεχνείο (ΕΤΗ) μαθηματικά, πυρηνική φυσική και αστροφυσική.

Ο Αργύρης, μικρός ακόμα και καθηγητής της φυσικής, αρχίζει να γράφει ποιήματα και δοκίμια. Εδώ και πολύ καιρό σκέφτεται, μιλάει και γράφει στα γερμανικά — πράγμα για το οποίο τον κατηγορούν στις επισκέψεις του στο πατρικό του χωριό, αν και όχι στα ανοιχτά, ότι τάχα είναι προδότης … Επίσης αρχίζει να μεταφράζει τους ποιητές και συγγραφείς της πατρίδας του (Καζαντζάκη, Καβάφη, Σεφέρη, Ρίτσο και πολλούς άλλους) στη γερμανική γλώσσα. Οι μεταφράσεις του, οι βιβλιοκρισίες και νεκρολογίες δημοσιεύονται πολύ τακτικά στην εφημερίδα «Neue Zürcher Zeitung», στο περιοδικό «du», στην εφημερίδα «Tages Anzeiger» και σε άλλα περιοδικά.

Η Χούντα

Τότε, το 1967, γίνεται το πραξικόπημα των στρατιωτικών στην Ελλάδα. Μία βίαια δικτατορία κυβερνά την Ελλάδα. Πάνω από 100.000 συμπατριώτες — πολιτικά αλλόφρονες, διανοούμενοι, συγγραφείς, μουσικοί όπως π.χ. ο Μίκης Θεοδωράκης, αριστεροί … καταδιώκονται τα επόμενα εφτά χρόνια, ...μπαρκάρουν για ερημονήσια, συλλαμβάνονται, βασανίζονται. Μαζί με φοιτητές από τη Ζυρίχη και πολιτικούς διοργανώνει ο Αργύρης μόλις ένα μήνα μετά την ανάληψη της εξουσίας μία διαδήλωση «Ενάντια στη Χούντα στην Ελλάδα», όπου μιλούν και ο Max Frisch και ο August E. Hohler. Στη Ζυρίχη εκδίδει το πολιτιστικό περιοδικό «Προπύλαια», στο οποίο δημοσιεύει νέα ποιήματα και άλλα έργα, τα οποία απαγορεύονται στην Ελλάδα.

Πιστεύει ότι έτσι μπορεί ο ίδιος να αγωνιστεί , έτσι ώστε να επανεγκατασταθεί η δημοκρατία στην πατρίδα του• το 1970 τιμάται για αυτό με ένα τιμητικό βραβείο από το συμβούλιο της Κυβέρνησης της Ζυρίχης. Ένας ξαδελφός του τον προειδοποιεί τηλεφωνικά και έτσι ακυρώνει τελευταία στιγμή ένα ταξίδι που είχε προγραμματίσει για την Ελλάδα, — και αυτός θα είχε πέσει θύμα των εκκαθαριστικών δράσεων του Στρατού.

Γιατί στην Ελλάδα τον έχουν γραμμένο εδώ και καιρό στη μαύρη λίστα. Για αυτό και δεν του ανανεώνουν το διαβατήριό του στο Ελληνικό Προξενείο της Ζυρίχης. Και δεν κατέχει ελβετικό διαβατήριο, γιατί οι απόφοιτοι του παιδικού χωριού προβλέπεται να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Από αυτήν την στιγμή δεν του επιτρέπουν πλέον να ταξιδέψει• η Ελβετία που τον φιλοξενεί, του γίνεται εξορία. Και έτσι υποβάλλει αίτηση πολιτογράφησης, που διαρκεί 52 μήνες για να γίνει δεκτή — και εδώ στην Ελβετία οι υπηρεσίες διαθέτουν ήδη έναν φάκελο για τον νεαρό …

Ο κοσμοπολίτης

40 χρονών ακολουθεί μία ριζοσπαστική ρήξη: ο Αργύρης αποφασίζει να ασχοληθεί με την αναπτυξιακή βοήθεια, κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην Ανάπτυξη και Συνεργασία (NADEL) στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης (ΕΤΗ), και στη συνέχεια περνάει μερικά χρόνια στη Σομαλία, στο Νεπάλ και στην Ινδονησία, όπου συνεργάζεται σε ένα πρόγραμμα για την ίδρυση Ανώτατων Τεχνικών Σχολών. Αργότερα θα χαρακτηρίσει αυτή την εποχή ως την ωραιότερη της ζωής του: «σαν να έσβηνε εκεί κατά κάποιον τρόπο το παρελθόν μου και όλα τα τραγικά, που είχα ζήσει, χωρίς να το έχω απωθήσει και χωρίς να είναι πλέον ένα θέμα που απαγορεύεται να το θίξει κανείς, σαν ταμπού. Ανήκει και αυτό στη ζωή, χωρίς να πονάει.»

Επανένωση — Αποζημίωση

Στο μεταξύ το 1990, πίσω στην Ευρώπη, έχει πέσει το τείχος του Βερολίνου. Με αυτή την επανένωση της Γερμανίας παρουσιάζεται μία καινούρια, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα νομική κατάσταση. Γιατί για πρώτη φορά, σχεδόν 50 χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου, θα μπορούσε να είναι εφικτό, να ζητήσει κανείς αποζημίωση για τα φρικτά που έχει υποστεί ο κόσμος στον πόλεμο (βλέπε και Παράρτημα B — Νομικό υπόβαθρο για τις ελληνικές απαιτήσεις πολεμικής αποζημίωσης).

«Συνέδριο για την Ειρήνη»

Με αφορμή την 50ή επέτειο της σφαγής του Διστόμου ο Αργύρης διοργανώνει το 1994 σε συνεργασία με την κοινότητα του Διστόμου στο Ευρωπαϊκό κέντρο πολιτισμού στους Δελφούς ένα «Συνέδριο για την Ειρήνη». Σκοπός είναι οι συμμετέχοντες του συνεδρίου να εξετάσουν τα θέματα «Μνήμη — Θρήνος — Ελπίδα» για τις προσπάθειες στην Γερμανία, στην Ελλάδα και αλλού για την αποζημίωση, την υπερνίκηση του μίσους και την συμφιλίωση. Καταφτάνουν συνολικά 19 εισηγήτριες και εισηγητές, ιστορικοί, δημοσιογράφοι, ερευνήτριες του εγκεφάλου, κοινωνιολόγοι, ψυχαναλυτές, αντιστασιακοί, κοινωνικοί λειτουργοί ανηλίκων, νομομαθείς από την Αθήνα, την Ζυρίχη, το Βερολίνο και άλλες πόλεις.

Γίνεται μία ανταλλαγή των αποτελεσμάτων της έρευνας, συζητούνται προϋποθέσεις για την ειρηνική συμβίωση και τη συμφιλίωση των λαών, ψυχολογικά αίτια, που καθιστούν δυνατές τέτοιες απάνθρωπες πράξεις. Μόνο μια ομάδα δεν αντιπροσωπεύεται: παρόλες τις εντατικές προσπάθειες και τα αιτήματα δεν δέχτηκε κανένας Γερμανός πολιτικός, ούτε και ο Γερμανός Πρέσβης της Αθήνας, να συμμετέχει στο συνέδριο. Για τον Αργύρη μία μεγάλη απογοήτευση.

Επειδή γνωρίζει την μεγάλη σημασία του γερμανικού συμβολαίου της επανένωσης, επισκέπτεται τη γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα. Ρωτάει λοιπόν τώρα πώς θα μπορούσε να εγείρει μία αξίωση για αποζημίωση για τις ζημιές των συνεπειών του πολέμου. Τον Ιανουάριο του 1995 λαμβάνει ως απάντηση μία επιστολή της πρεσβείας, η οποία αναφέρει αυτολεξεί ότι η σφαγή πρέπει να θεωρηθεί ως «μέτρο στα πλαίσια της διεξαγωγής του πολέμου», και ότι για το λόγο αυτό δεν υφίσταται δικαίωμα αποζημίωσης. Το γεγονός ότι η βαρύτητα της σφαγής ακόμα και 50 χρόνια μετά δεν αναγνωρίζεται πλήρως, αλλά αντιθέτως υποβιβάζεται, τον πληγώνει βαθιά.

Η Αγωγή

Πολύ γρήγορα- χωρίς να χάσει χρόνο- καταθέτει ο Αργύρης μαζί με τις τρεις του αδελφές στη Γερμανία αγωγή. Παράλληλα με αυτό καταθέτουν αγωγή στην Ελλάδα 290 ζημιωθέντες, συγγενείς και επίγονοι από το Δίστομο .

Για την Γερμανία το θέμα αυτό εξελίσσεται σε ένα πολύ λεπτό θέμα. Εάν η αγωγή του Αργύρη ή η ομαδική αγωγή από το Δίστομο έχει τελικά επιτυχία, θα είχε αυτό ως αποτέλεσμα μία πλημμύρα αξιώσεων αποζημίωσης με συνέπεια η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να αναγκαστεί να αντιμετωπίσει τεράστιες διεθνείς αξιώσεις, τις οποίες μπόρεσε για δεκαετίες μέχρι σήμερα να τις αποκρούσει και να τις αναβάλει.

Στα επόμενα χρόνια απορρίπτουν την αγωγή και το Πρωτοδικείο της Βόννης και το Εφετείο της Κολωνίας αλλά και το Γερμανικό Ακυρωτικό Δικαστήριο της Καρλσρούης, παραδόξως και με εν μέρει αντιφατικές αιτιολογήσεις: ιδιώτες δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις, και σίγουρα όχι αξιώσεις, τις οποίες μπορούν οι ίδιοι να προβάλλουν έναντι του Γερμανικού Κράτους. — Κι όμως, ιδιώτες θα μπορούσαν μεν να προβάλουν αξιώσεις στην περίπτωση των εγκλημάτων του πολέμου, όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση ισχύει ο νόμος του 1944, και εκεί δεν προβλέπεται μία τέτοια αγωγή… Μία συνταγματική προσφυγή υποβάλλεται το 2003 στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης. Τον Μάρτιο του 2006 βγαίνει η απόφαση: είναι αρνητική. Τον Ιούνιο του 2006 υποβάλλεται, ως τελευταίο νομικό μέσο, μία προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο (βλέπε Παράρτημα Γ). Η απάντηση από το Στρασβούργο αναμένεται ακόμη.

Και μετά;

Ο Αργύρης δοκιμάζει ένα κουραστικό στρόβιλο με τις αγωγές, τις δικάσιμες, τις δραστηριότητες, τις εισηγήσεις σε εκδηλώσεις και αντεκδηλώσεις. Ένα καταθλιπτικό συναίσθημα το να αισθάνεται ανήμπορο θύμα για άλλη μία φορά. Αμφιβολίες, εάν όλα αυτά άξιζαν τον κόπο. Μπορεί τάχα η απώλεια των γονέων, η έλλειψη των παιδικών χρόνων, να αναιρεθεί με χρήμα; — Το κενό επιστρέφει. Και μετά;

Κι όμως στις στιγμές της αμφιβολίας αναδύεται για παράδειγμα επίσης η ανάμνηση του «γονατισμού» του Βίλι Μπράντ στη Βαρσοβία. Τι ασυνήθιστη πράξη! Αυτή η στάση, αυτή η βουβή χειρονομία του Γερμανού Καγκελάριου, μία βουβή τελετουργία, που παραμέλησε τον συνήθη πολιτικό κώδικα. Και μετά τα λόγια του: «ντρέπομαι», τα οποία μετέτρεψαν αυτό το προσωπικό, αυτό το πολύ ιδιωτικό συναίσθημα σε πολιτικό μανιφέστο, και που είχαν παγκόσμια φοβερή επήρρεια.

Έναν στόχο του πάντως πέτυχε ο Αργύρης με το παραπάνω: Η σφαγή του Διστόμου είχε μία δημοσιότητα και μία μετέπειτα απήχηση, που δεν την περίμενε ποτέ. Ακόμη και το Γερμανικό Ακυρωτικό Δικαστήριο της Καρλσρούης διαπίστωσε ότι η σφαγή του Διστόμου υπήρξε ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και με τα χρόνια δημιουργήθηκαν άπειρες προσωπικές φιλίες, όπως η σχέση με την ομάδα εργασίας του Διστόμου από το Αμβούργο, στην οποία ο Αργύρης βρήκε τον Γερμανό δικηγόρο του Martin Klingner, ο οποίος τον υπερασπίζεται ενώπιον του δικαστηρίου.

Ο Αργύρης αφοσιώνεται στα δικά του σχέδια. Θέλει να επεξεργαστεί ένα δικό του θεατρικό κομμάτι: «Η υιοθέτηση της ανθρωπιάς» («Die Adoption der Menschlichkeit»). Δουλεύει σε ένα σχέδιο για μία καινούρια έκδοση της Σύμβασης της Γενεύης. Υπό τον όρο «Πρωτοβουλία για την τιμή του στρατιώτη» επιδιώκει να θεμελιώσει στη Σύμβαση της Γενεύης να δημιουργηθούν παγκόσμιοι κανόνες για την εκπαίδευση των στρατιωτών. Σκοπός είναι να ανήκει στα καθήκοντα του στρατιώτη, το να αρνείται να εκτελέσει απάνθρωπες διαταγές και να αντιστέκεται σε προτροπές για εγκληματικές πράξεις.

Ο Αργύρης σκέφτεται να πουλήσει το πατρικό του σπίτι στο Δίστομο. Είναι αμφίβολο όμως, εάν ποτέ κάποιος θελήσει να αγοράσει το σπίτι, σε ένα χωριό, το οποίο δεν συνήλθε ποτέ πραγματικά από εκείνη τη σφαγή, σε ένα μέρος, όπου η ζωή κυλάει με αργό ρυθμό, όπου συνεχίζεται η αστυφιλία. Κι όμως: με αυτό συνδέεται η επιθυμία, που μια έρχεται και μια φεύγει, δηλαδή η επιθυμία του να αποβάλλει το παρελθόν, ελεύθερος, χωρίς το βάρος της μνήμης, βαδίζοντας προς την ελευθερία …

Προς το παρόν ο Αργύρης συνεχίζει να ταξιδεύει ανάμεσα σε Ζυρίχη, Δίστομο και Αθήνα, πέρα-δώθε.


Βρείτε και δέιτε το εξαιρετικό ντοκυμανταίρ ''ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΓΥΡΗ''
 του Στέφαν Χάουπτ

Ενημερωθείτε στη σελίδα: ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΓΥΡΗ του Στέφαν Χάουπτ



Πηγές

Καταγραφή αφηγήσεων από το Στάθη Σταθά
Βοιωτικος Κόσμος
Βιβλιοθήκη Λιβαδειάς

Σχετικές σελίδες

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΓΥΡΗ

Μουσείο Θυμάτων Ναζισμού
Το Βόιον
http://www.tovoion.com
Wikipedia


Βιβλία

Δίστομο: 10 Ιουνίου 1944
Το ολοκαύτωμα
Σημειώσεις: Έρευνα, εισαγωγή,
επιμέλεια: Γιώργος Χ. Θεοχάρης.
Εκδότης: Σύγχρονη Έκφραση
Έκδοση: 2010
Τόπος Έκδοσης: Λιβαδειά
Αριθμός Σελίδων: 536


Η σφαγή του Διστόμου - Τάκης Λάππας - Έκδοση Δήμου Διστόμου 1944
Η σφαγή του Διστόμου - Γεώργιος Δ. Νικολάου Έκδοση ΑΜΦΙΣΣΑ 1978

Δίστομο - Γιάννης Μπασδέκης - Έκδοση Αρχέτυπο 1994
Αναμνήσεις & Μαρτυρίες πενηντάχρονες ή άχρονες - Καίτη Μανωλοπούλου - έκδοση Δήμου Διστόμου - 1994
Να ζεστάνουμε τις πέτρες στις πλαγιές του Διστόμου - Καίτη Μανωλοπούλου - Εκδόσεις Βεργίνα -Χορηγία Δήμου Διστόμου - 2004 (Λαογραφικό - Ειδικό κεφάλαιο Μαρτυριών Σφαγής )
Χαρακτηριστικό επίσης είναι και το ειδικό αφιέρωμα του περιοδικού "ΕΜΒΟΛΙΜΟΝ τεύχος 21-22, Ιούνιος 1995 - Άσπρα Σπίτια, έκτακτη έκδοση (2009) εκτός σειράς, του περιοδικού "ΕΜΒΟΛΙΜΟΝ, με δημοσιεύσεις του τύπου της εποχής

Ενημέρωση
12/3/2012


  Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας, εάν αντιγράφουν τα θέματα του ιστολογίου, να αναφέρουν τις πηγές, οι οποίες παρατίθενται, ως ελάχιστο σεβασμό στους συγγραφείς των θεμάτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου