Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Βυζαντινοί Ναοί και Μονές Παμμεγίστων Ταξιαρχών

Τη μνήμη των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ εορτάζει  η Ορθόδοξος Εκκλησία, στις 8 Νοεμβρίου.
Πραγματοποιούμε ένα  ταξίδι στο πέρασμα των αιώνων, στους  Ναούς και της Μονές των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, οι οποίοι απετέλεσαν τόπους λατρείαςκαι ψυχικής ανάτασης.

«Ιστορική εξέλιξη της χριστιανικής ναοδομίας»



Η Εκκλησία από τις πρώτες ημέρες της ίδρυσής Της αντιμετώπισε την ανάγκη εξευρέσεως καταλλήλου χώρου για τις συνάξεις των πιστών για την κοινή προσευχή και ιδιαίτερα για την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, σύμφωνα με τη ρητή εντολή του Κυρίου (Λουκ.22:19).

Οι χριστιανοί της Ιερουσαλήμ, στην αρχή, μετέβαιναν “ομοθυμαδόν εν τω ιερώ”, δηλαδή στο ναό του Σολομώντος, σε τακτές ώρες για να προσευχηθούν (Πράξ.2:46). Οι ευρύχωρες στοές του ναού εξυπηρετούσαν την ανάγκη της ομαδικής προσευχής των, όμως δεν προσφέρονταν για την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Γι’ αυτό ταυτόχρονα εξηύραν ευρύχωρη οικία, ώστε εκεί “κλώντές τε κατ’ οίκον άρτον, μετελάμβανον τροφής εν αγαλλιάσει και αφελότητι καρδίας, αινούντες τον Θεόν” (Πραξ.2:46). Αναφέρεται ως η πρώτη “κατ’ οίκον εκκλησία” η ευρύχωρη οικία της μητέρας του Μάρκου (Πράξ.12:12). Ίσως να πρόκειται για τον ίδιο χώρο στον οποίο τελέσθηκε ο Μυστικός Δείπνος από τον Κύριο (Λουκ.22:12). Κατ’ οίκον εκκλησίες αναφέρει συχνά ο Παύλος στις επιστολές του (Ρωμ.16:8, Κολ.4:15, Φιλήμ.3).

Μετά τον διωγμό της πρώτης εκκλησίας από του Ιουδαίους και την εκδίωξή τους από το ναό του Σολομώντος (Πράξ.8:1), αναζητήθηκαν άλλες πιο ευρύχωρες οικίες για τις λατρευτικές συνάξεις της κοινότητας της Ιερουσαλήμ. Πλούσιοι χριστιανοί παραχωρούσαν τις ευρύχωρες οικίες τους για να συνάζεται η Εκκλησία. Το ίδιο έκαναν και οι χριστιανικές κοινότητες άλλων περιοχών. Αναφέρεται για παράδειγμα η σχολή κάποιου πλουσίου χριστιανού φιλoσόφου, ονόματι Τυράννου, στην Έφεσο, η οποία στέγαζε στους άνετους χώρους της την πολυπληθή εκκλησία της πόλεως εκείνης, ( Β. Φειδά, Εκκλ. Ιστ. τομ. Ια, Αθήναι 1978, σελ.197). Τους χώρους αυτούς τους ονόμαζαν “αγάπες”, διότι εκεί τελούνταν και οι αγάπες, δηλαδή οι κοινές συνεστιάσεις των πρώτων χριστιανών (Πράξ.6:1, Ιούδα 12).

Κατά την εποχή των διωγμών οι χριστιανικές συνάξεις γινόταν μυστικά τη νύχτα σε απόμερες οικίες, στην ύπαιθρο, σε σπήλαια και κυρίως στις κατακόμβες. Αυτές ήταν υπόγειες βαθιές δαιδαλώδεις στοές, στις οποίες θάπτονταν οι νεκροί την εποχή εκείνη, για εξοικονόμηση χώρου. Συνήθως οι κατακόμβες ήταν ιδιωτικά κοιμητήρια ευπόρων χριστιανών, όπως για παράδειγμα η κατακόμβη της αγίας Δομιτίλης στη Ρώμη στις αρχές του Β΄αιώνα, το ίδιο και οι κατακόμβες του αγίου Καλλίστου, του Πραιτεξτάτου, του αγίου Σεβαστιανού, της Μήλου, κ.α.

Οι κατακόμβες δεν προσφέρονταν βεβαίως για τακτικές λατρευτικές συνάξεις, εξαιτίας της στενότητας του χώρου και της αποπνικτικής ατμόσφαιρας του υπογείου τάφου. Αυτό γινόταν σε έκτακτες περιπτώσεις εξάρσεων των σκληρών διωγμών.

 


Ναός Ταξιαρχών  Προύσσης, 8ος αιών

Ο ναός ανοικοδομήθηκε όταν στα χέρια του Κωνσταντίνου Στ', γιού της φωτισμένης και δυναμικής αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας, βρίσκονταν τα ηνία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Βρίσκεται ανάμεσα στα Μουδανιά και την Τρίγλεια.
Οι αρχαιολόγοι εικάζουν ότι χτίσθηκε στη δεκαετία του 780 και αυτή αποτελεί μια βάσιμη εικασία αφού στις 14 Οκτωβρίου 787 ύστερα από απαίτηση του Πατριάρχου Ταρασίου συγκλήθηκε στη διπλανή επαρχία της Νίκαιας η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος, στον ιερό ναό της Αγίας Σοφίας, για να λήξει το θέμα της Εικονομαχίας.
Σύμφωνα με το θρύλο, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ανοικοδόμησε το ναό προς τιμήν των Ταξιαρχών επειδή οι αρχάγγελοι Γαβριήλ και Μιχαήλ έσωσαν τους χωρικούς ύστερα από μια καταστρεπτική καταιγίδα που είχε πλήξει τα Μουδανιά. Ο ναός επισκευάσθηκε το 1448 όταν η επαρχία της Προύσσης είχε καταληφθεί από τους Οθωμανούς. Αργότερα, το 1819 ο γιος του Αβδούλ Χαμίτ, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β' ενέκρινε την αποκατάσταση του ναού.





 

Ο ο ιερός ναός των Ταξιαρχών στα Μουδανιά, πέρασε στην ιδιοκτησία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης και διασώθηκε από την καταστροφή,ύστερα από αγώνα πέντε ετών.





Ξάνθη

Ναός Παμμεγίστων Ταξιαρχών Καβακίου

Είναι η παλαιότερη εκκλησία της πόλης και ήταν πολύ μικρότερη , σαν κτίσμα , όμως σήμερα είναι η πιο καινούργια και αυτό γιατί το 1700 κάηκε και ξαναχτίστηκε 100 χρόνια μετά. Το ότι κάηκε το διαβεβαιώνουν τα καμένα ξύλα που βρέθηκαν κατά την διάρκεια μιας ανακαίνισης κάτω από τα στασίδια , καθώς επίσης και σε άλλα σημεία του ιερού ναού. Ονομάζεται εκκλησία των Παμμεγίστων Ταξιαρχών και Καβάκι γιατί , όταν κατά την Τουρκοκρατία οι Τούρκοι – Μουσουλμάνοι απαγόρευσαν το χτίσιμο καναμπαριών , τότε ο ιερέας της εκκλησίας στερέωσε μαζί με τους κατοίκους την καμπάνα της εκκλησίας σε μερικά καβάκια που βρίσκονταν δίπλα σε αυτή. Όταν φυσούσε δυνατός άνεμος μάλιστα , η καμπάνα χτυπούσε από μόνη της. Δύο είναι οι ιδιαίτερες εικόνες της εκκλησίας , η μια των Αγίων Ταξιαρχών η οποία είναι κεντητή μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας και η άλλη είναι του Αγίου Θεόδωρου , η οποία είναι αγιογραφημένη πάνω σε μάρμαρο. Μερικά από τα κειμήλια του ναού είναι τα παλιά ρώσικα ποτήρια , το ευαγγέλιο , παλιά βιβλία ρωσικής προέλευσης που εξετάστηκαν από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και είναι σήμερα μουσιακά αποκτήματα , καθώς επίσης και μπρούτζινα λάβαρα ρωσικής προέλευσης και αυτά. Το τέμπλο του ναού είναι σκαλιστό επιχρυσωμένο. Οι εικόνες είναι σε αρκετά καλή κατάσταση. Τέσσερις από αυτές χρονολογούνται από το 1741 ενώ οι υπόλοιπες είναι του 1933 και νεώτερες.



Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών Ξάνθης

Η Μονή  βρίσκεται βορειοδυτικά της πόλεως μέσα σε δάσος απο ακακίες και πεύκα, κάτω ακριβώς απο την βυζαντινή ακρόπολη, με την οποία φαίνεται ότι ήταν ανέκαθεν συνδεδεμένη, σε υψόμετρο 150 περίπου μέτρων.
Πότε πρωτοκτίσθηκε μας είναι άγνωστο μια και δεν σώζεται καμιά ενεπίγραφη πλάκα αλλά ούτε καμιά άλλη μαρτυρία ή ενθύμηση.Μόνο απο το καθολικό (ο Ναός) της μονής με τις τοιχογραφίες που διασώζονται στο εσωτερικό του τρούλου του μπορούμε να συναγάγουμε μερικές έμμεσες πληροφορίες για το μοναστήρι αυτό.
Ό Ναός  της Μονής απο πλευράς ρυθμού είναι βυζαντινός τρίκογχος με τρούλο και  θυμίζει τον τρόπο της κατασκευής πολλών καθολικών των μοναστηριών του Αγίου Όρους. Ο τρόπος δε της κατασκευής του τρούλου, τυφλός με μικρούς φεγγίτες αντί μεγάλων παραθύρων, μαρτυρεί ότι πρόκειται για κτίσμα των μέσων του 16ου αιώνα.

Το καθολικό της μονής Παμμεγίστων Ταξιαρχών

Tης ίδιας εποχής φαίνεται να είναι και οι τοιχογραφίες – αν και αλλοιωμένες και κατεστραμμένες απο την υγρασία και την πολυκαιρία – που υπάρχουν στο εσωτερικό του τρούλου.
Της ίδιας ακόμη εποχής είναι και οι διασωζόμενες στο τέμπλο του ναού φορητές εικόνες, σπάνιας βυζαντινής τέχνης, του Χριστού ως Μεγάλου Αρχιερέως και της Θεοτόκου που φέρνει στην αγκαλιά της τον Χριστό.Η τελευταία μάλιστα εικόνα είναι αμφιπρόσωπη, δηλ. είναι ζωγραφισμένη και απο την άλλη πλευρά του ξύλου.
Ο ναός της Μονής άντεξε ακόμα και στους μεγάλους σεισμούς που συντάραξαν την Ξάνθη κατά το 1829 και είναι το μόνο κτίσμα που φαίνεται ότι διασώθηκαν σε ολόκληρη την περιοχή.
Η υπόλοιπη Μονή φαίνεται ότι γκρεμίστηκε αλλά χάρη στην εργώδη προσπάθεια του τότε μητροπολίτου Ξάνθης Ευγενίου και την πρόθυμη σύμπραξη όλων των Ξανθιωτών ξανακτίσθηκε και ξαναγκάλιασε τον ιστορικό πλέον ναό του.
Αργότερα το ανατολικό μέρος της Μονής είχε υποστεί νέες ζημίες και ο τότε μητροπολίτης Ξάνθης αείμνηστος Ιωακείμ Σγουρός, γύρω στα 1907, με την συμπαράσταση των καπνεμπόρων και καπνεργατών της πόλεως θέλησε να το ανοικοδομήσει μεγαλοπρεπέστερο και πολύ πιο ευρύχωρο, με τρεις ορόφους μπροστά και δύο πίσω με μεγάλους θαλάμους και τραπεζαρία. Προφανώς απέβλεπε στο να το χρησιμοποιήσει ως νοσοκομείο η ορφανοτροφείο των Χριστιανών της επαρχίας του. Ο τούρκος όμως Νομάρχης της Κομοτηνής όταν πληροφορήθηκε το έργο θέλησε να σταματήσει τουλάχιστον την επικεράμωση. Πριν όμως προλάβει να μεταβεί επί τόπου οι Ξανθιώτες μέσα σε μια και μόνο νύκτα δουλεύοντας ασταμάτητα και μεταφέροντας χέρι με χέρι τα υλικά απο την περιοχή του Ακαθίστου Ύμνου κατόρθωσαν να σκεπάσουν την στέγη. Έτσι το πρωί όταν ανέτειλε ο ήλιος τα κεραμίδια της σκεπής μουσκεμένα και νοτισμένα απο τον ιδρώτα των Ξανθιωτών χαμογελούσαν και χαιρετούσαν τις ηλιακτίδες, ο δε Μουτεσαρίφης γύρισε άπρακτος στην έδρα του. Για μια ακόμα φορά η πίστη του λαού θριάμβευσε και νίκησε.
Την ίδια εποχή επεκτάθηκε ο μικρός ναός της Μονής προς τα δυτικά και προστέθηκε η δυτική πτέρυγα, ενώ ταυτόχρονα ανοίχθηκε και ο αμαξητός δρόμος, με εθελοντική εργασία των κατοίκων της πόλεως, που φέρνει απο την δημοσία οδό Ξάνθης – Εχίνου στο μοναστήρι.
Το μοναστήρι αυτό μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και την συσσώρευση των προσφύγων δόθηκε απο την ιερά Μητρόπολη για να στεγάσει ορφανά του ξεριζωμού, και σαν τέτοιο παρέμεινε μέχρι το 1936.Τότε μετατράπηκε σε στρατώνα και χρησιμοποιήθηκε απο τον στρατό μέχρι την είσοδο των Γερμανών στην πόλη, στις 8 Απριλίου 194. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος και απο το 1946 μέχρι και σήμερα η ανδρώα Μονή στεγάζει την εκκλησιαστική Σχολή.



Ιερός Ναός Παμμεγίστων Ταξιαρχών, Άνω Πόλη Θεσσαλονίκης

Βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της Άνω Πόλης της Θεσσαλονίκης και η ανέγερσή του τοποθετείται στο δεύτερο μισό του 14 ου αι. Είναι αφιερωμένος κατά παράδοση  στους Αρχάγγελους και Ταξιάρχες Μιχαήλ και Γαβριήλ.
Πρόκειται για ένα κεντρικό ξυλόστεγο κτίσμα με περίστωο στις τρεις διευθύνσεις (βορράς, νότος, δύση). Κάτω από το δάπεδο του ναού υπάρχει ισόγεια κρύπτη, η οποία πιθανόν να χρησίμευε ως οστεοφυλάκιο ή χώρος ταφής. Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας μετατράπηκε σε τζαμί και προστέθηκε παράπλευρα ένας μιναρές με δύο εξώστες με την ονομασία "Ικί Σεριφέ Τζαμί", δηλαδή τζαμί των δύο εξωστών. Μετά το 1912 δόθηκε πάλι στους χριστιανούς και αναστηλώθηκε με τη σημερινή του μορφή το 1953.
 
 Με βάση τα μορφολογικά του στοιχεία και χαρακτηριστικά, ο ναός των Ταξιαρχών προσδιορίζεται  χρονικά σαν κτίσμα του 14ου αιώνα, περίοδος στην οποία η τέχνη της ναοδομίας γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση στη Θεσσαλονίκη. Ακόμα, η ύπαρξη κρύπτης-οστεοφυλακίου δίνει βάσιμη ένδειξη ότι ο ναός των Ταξιαρχών ίσως ήταν "καθολικό" κάποιου άγνωστου μικρού μοναστηριού που άκμασε την ίδια χρονική περίοδο.

Εξωτερικά ο ναός των Ταξιαρχών, στα ορατά τμήματα της παλιάς τοιχοποιϊας του, παρουσιάζει τη γνωστή πλαστική διαμόρφωση των ναών της Θεσσαλονίκης του 14ου αιώνα (κτιστοί "κιονίσκοι", οδοντωτές ταινίες και διακοσμητικές πλινθόκτιστες ζώνες).
Ποιο ήταν το όνομα του ναού κατά τη βυζαντινή περίοδο δεν είναι γνωστό. Κατά την παράδοση, με το ναό τιμούνταν οι δύο Αρχάγγελοι και Ταξιάρχες Μιχαήλ και Γαβριήλ. Όταν μάλιστα οι Τούρκοι μετέτρεψαν το ναό σε μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί), έκτισαν παράπλευρα ένα μιναρέ με δύο εξώστες που -καθώς λέγεται- συμβόλιζαν τους δύο Αρχαγγέλους. Για το λόγο αυτό ονομάσθηκε και το "Τζαμί" "Ικί Σεριφέ τζαμί", δηλαδή τζαμί των δύο εξωστών.
              

Στο εσωτερικό του ναού σώζονται ελάχιστες τοιχογραφίες: η Ανάληψη στο ανατολικό αέτωμα και η Πεντηκοστή στο αντίστοιχο δυτικό. Οι τοιχογραφίες αυτές χρονολογούνται στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα και θεωρούνται σύγχρονες με το ναό.
Κάτω από το δάπεδο του ναού, που είναι αρκετά υπερυψωμένο σε σχέση με το γύρω χώρο, διαμορφώνεται ισόγεια κρύπτη με διάταξη παρόμοια αυτής του ορόφου. Πιθανά ο χώρος αυτός με τις διάφορες εσοχές να χρησίμευε παλιά για οστεοφυλάκιο ή -ακόμα- και σαν χώρος ταφής.
Ο ναός των Ταξιαρχών βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της Άνω Πόλης Θεσσαλονίκης, νότια της οδού Ακροπόλεως.

Μεταγενέστερες και νεότερες κατασκευές και προσθήκες στο μνημείο έχουν διαφοροποιήσει σε μεγάλο βαθμό το κτίσμα και είναι δύσκολο σήμερα να προσδιορισθεί η αρχική του μορφή. Έτσι, ενώ δίνει την εντύπωση "τρίκλιτης" ξυλόστεγης βασιλικής, θα πρέπει να ήταν αρχικά "μονόκλιτος" ναός με στοά σε σχήμα "Π" κατά τις τρεις διευθύνσεις (νότος, δύση, βορράς). Στη νότια πλευρά, όπου άλλοτε υπήρχε ανοικτή στεγασμένη στοά προστέθηκε μεταγενέστερα ένα νέο "κλίτος", με σκοπό να διευρυνθεί ο εσωτερικός χώρος του ναού. Ίχνη στήριξης των θωρακίων ή των κιγκλιδωμάτων της αρχικής στοάς είναι ορατά και σήμερα στις τρεις μαρμάρινες κολώνες της νότιας πλευράς. Παρόμοια επέμβαση έγινε και στη δυτική πλευρά -όπου και η είσοδος- με την προσθήκη κλειστού νάρθηκα. Κι εδώ πιθανολογείται πως εκτόςαπό την εξωτερική σκάλα που οδηγούυσε με δύο σκέλη στο ναό, υπήρχε ανοικτή στεγασμένη στοά.

Το ανατολικό τμήμα του ναού καταλήγει σε πεντάπλευρη εξωτερικά αψίδα δεξιά και αριστερά της οποίας υπάρχουν δύο τετράγωνα μικρά διαμερίσματα στεγασμένα με ημισφαιρική οροφή, όπου διαμορφώνονται η "πρόθεση" (με κόγχη, βόρεια) και το "διακονικό" (χωρίς κόγχη, νότια). Έτσι, η εξωτερική ανατολική όψη δεν εμφανίζει τη γνωστή συμμετρία, χωρίς όμως αυτό να ζημιώνει την αισθητική σύνθεση του μνημείου.




Οι τοιχογραφίες στο εσωτερικό του ναού, πιθανόν φιλοτεχνημένες από τον περίφημο ζωγράφο της εποχής, Γεώργιο Καλλιέργη, είναι ιστορικής αξίας. Από αυτές ξεχωρίζουν η "Ανάληψη του Χριστού" στο ανατολικό αέτωμα που έχει τη μορφή τριγώνου και απεικονίζεται ο Χριστός καθισμένος σε ουράνιο τόξο, περιβαλλόμενος από φωτεινό δίσκο που κρατούν ιπτάμενοι άγγελοι. Στη βάση διακρίνεται η Θεοτόκος με φωτοστέφανο, προσευχόμενη, ανάμεσα σε δύο δέντρα. Εκατέρωθεν αυτής υπάρχουν φωτοστέφανοι άγγελοι που απευθύνονται σε Αποστόλους. Επίσης, η "Πεντηκοστή" στο δυτικό αέτωμα του ναού απεικονίζει οκτώ φωτοστέφανους αποστόλους.





Η εκκλησία των Παμμέγιστων Ταξιαρχών Μηλεών Πηλίου

Αποτελεί το παλαιότερο και σημαντικότερο κτίσμα του χωριού, και έχει ιδιαίτερη ιστορική σημασία. Η ακριβής χρονολογία κατασκευής της είναι άγνωστη, όπως άγνωστος είναι τόσο ο κατασκευαστής, όσο και ο αγιογράφος. Ωστόσο, μία επιγραφή πάνω από την πλαινή της πύλη μας πληροφορεί ότι ανακαινίστηκε το 1741.
Ο αρχιτεκτονικός της ρυθμός είναι τρίκλιτη βασιλική με 12 εσωτερικούς τρούλους. Είναι αφιερωμένη στους Παμμέγιστους Ταξιάρχες Μιχαήλ και Γαβριήλ, καθώς επίσης και στους Άγιους Πάντες.
Αποτελείται από 2 μέρη - τον πρόναο και τον κυρίως ναό: και οι δύο χώροι χαρακτηρίζονται από τις εντυπωσιακές τους αγιογραφίες, ενώ στον κυρίως ναό δεσπόζει το εκπληκτικό τέμπλο, σκαλισμένο στο χέρι από άγνωστο τεχνίτη, γεμάτο με θρησκευτικές παραστάσεις.

Εξωτερικά, το κτίριο δεν θυμίζει εκκλησία. Δεν υπάρχουν παράθυρα για να μην φαίνεται το εσωτερικό και η στέγη του είναι απλή. Έτσι κατάφερε να περάσει τα χρόνια της τουρκοκρατίας. Όμως, ο ιδιαίτερος σχεδιασμός της, δημιούργησε διάφορα τεχνικά προβλήματα, που ο κατασκευαστής της έλυσε με καταπληκτικές τεχνικές. Στην ιδιαίτερα βαριά σκεπή τοποθετήθηκαν 48 αναποδογυρισμένα πιθάρια, μειώνοντας το βάρος της και δημιουργώντας την ακουστική του χώρου.



Ιερός Ναός  Παμμεγίστων Ταξιαρχών Φαρκαδόνας

Στο χωριό  Ταξιάρχες, που παλαιότερα ονομαζόταν Κριτσίνι, σώζεται ο βυζαντινός ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ
Θρησκευτικό μνημείο, ο Ιερός Ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών του Δήμου Φαρκαδόνας του Νομού Τρικάλων κτίστηκε, σύμφωνα με την  επιγραφή στο εσωτερικό του ναού, ανακαινίσθηκε το 1625 και ιστορήθηκε από τον Τρικαλινό αγιογράφο Δημήτριο το 1635 Ο Ναός είναι θολωτή  βασιλική με τρούλλο και συνδυάζεται με τον σταυροειδή ρυθμό
Ολόκληρος ο ναός είναι γεμάτος αγιογραφίες εσωτερικά και εξωτερικά, εντυπωσιακή είναι η Δευτέρα Παρουσία  καθώς και η εικόνα του Μυστικού Δείπνου όπου οι Απόστολοι στρέφουν το κεφάλι προς το θεατή.  Ο ναός έχει ξυλόγλυπτο τέμπλο με δύο σειρές εικονιδίων και χρυσοκέντητο ρωσικό επιτάφιο.  Από το ναό προέρχεται και μικρό ανάγλυφο που παριστάνει ιππέα και βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου.
 Λίγα μέτρα βορειοανατολικά του ναού και πάνω σε ένα βράχο υψώνεται επιβλητικά το παλιό πέτρινο καμπαναριό.




Κωστάνιανη Δωδώνης Ιωαννίνων

Ο ναός των Ταξιαρχών στο χωριό Κωστάνιανη Ιωαννίνων είναι τρίκλιτη σταυρεπίστεγη βασιλική, που καταλήγει ανατολικά σε τρίπλευρη αψίδα. Χωρίζεται κατά μήκος σε τρεις παράλληλους χώρους,τα κλίτη. Ο ναός είναι κτισμένος με ισοδομικό πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Στη νότια πλευρά της υπάρχει ενσωματωμένο πλινθόκτιστο κωδωνοστάσιο. Το ερειπωμένο σήμερα παρεκκλήσι στη νότια πλευρά αποτελεί νεότερη προσθήκη.

Χρονολογικά ο ναός τοποθετείται στα μέσα, ή κατ' άλλους στα τέλη του 13ου αι. Χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής του είναι οι μεγάλοι πεσσοί στο εσωτερικό του, οι οποίοι δημιουργούν στενά πλευρικά διαμερίσματα. Διάκοσμος που σχηματίζεται με πλίνθους (απλές τεθλασμένες γραμμές, οδοντωτές ταινίες, κόσμημα ιχθυάκανθας) διακοσμούν τα σημαντικότερα μέρη του ναού.

Εσωτερικά ο ναός έχει τοιχογραφίες του τέλους του 13ου αι., οι οποίες δε σώζονται σε καλή κατάσταση. Στο ναό υπήρχαν φορητές εικόνες του 17ου, οι οποίες σήμερα εκτίθενται στο Βυζαντινό Μουσείο Ιωαννίνων.Ζεύγος ισχυρών πεσσών χωρίζει το κεντρικό από τα δύο πλάγια κλίτη ενώ στο ανατολικό τμήμα των τριών κλιτών διαμορφώνεται το ιερό με την πρόθεση στα βόρεια και το κανονικό στα νότια. Μπροστά από το χώρο του ιερού, το εγκάρσιο κλίτος τέμνει τα υπόλοιπα τρία κλίτη του ναού.

Το σχήμα του Σταυρού, που σχηματίζουν σαφώς η ψηλότερα τοποθετημένη στέγη του εγκάρσιου κλίτους και η ενιαία στέγη των τριών κλιτών έδωσε την ονομασία σταυρεπίστεγος στον αρχιτεκτονικό αυτό τύπο, δημιούργημα της βυζαντινής αρχιτεκτονικής του 13 ου αιώνα.

Ο Ναός είναι κτισμένος με αδρά λαξευμένους ασβεστόλιθους της περιοχής σε ακανόνιστες στρώσεις ανάμεσα στις οποίες παρεμβάλλονται σειρές πλίνθων. Στην νότια πλευρά του εγκάρσιου κλίτους υψώνεται το κωδωνοστάσιο, που σχηματίζει υψηλό, τυφλό αψίδωμα, ενώ στο ανώτερο τμήμα του, υπάρχει δίλοβο άνοιγμα. Στις δύο στενές πλευρές του Ναού , στην εγκάρσια καμάρα και στο κωδωνοστάσιο, συναντάται και ο συνηθισμένος στη βυζαντινή αρχιτεκτονική κεραμοπλαστικός διάκοσμος, δηλαδή πλίνθοι τοποθετημένοι έτσι ώστε να σχηματίζουν διάφορα κοσμήματα όπως τεθλασμένες γραμμές, επάλληλες σειρές οδοντωτών ταινιών και ψαροκόκαλο.




Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Ιερού Ναού των Ταξιαρχών της Κωστάνιανης αποτελεί και η γύψινη διακόσμηση των ημικυκλικών φεγγιτών που ανοίγονται πάνω από τη βόρεια αλλά και την νότια θύρα καθώς και στα δίβολα παράθυρα στην τρίπλευρη αψίδα του ιερού και αλλά στην εγκάρσια καμάρα.

Την περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης κτίστηκε στη νότια πλευρά του ιερού Ναού ένα παρεκκλήσιο, από το οποίο σώζεται σήμερα δυστυχώς μόνο η ανατολική πλευρά του και ο νάρθηκας στα δυτικά, ο οποίος δεν σώζεται δυστυχώς σήμερα.



Ο Ναός είναι κατάγραφος με τοιχογραφίες που χρονολογούνται επίσης τον 13ο αιώνα, διατεταγμένος σε ζώνες. Οι ζώνες περιλαμβάνουν σκηνές από το βίο του Χριστού και της Παναγίας ενώ οι κατώτερες αγίους σε προτομή καθώς και ολόσωμους αγίους.

Στο αψίδωμα του κωδωνοστασίου κυριαρχεί η μνημειακή παράσταση του Αρχάγγελου Μιχαήλ, πάτρωνα του ναού ενώ στην εξωτερική πλευρά του δυτικού τοίχου σώζεται η παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας, που κοσμούσε τον κατεδαφισμένο σήμερα νάρθηκα του ναού, ιχνη τοιχογραφιών υπάρχουν και στη κόγχη του κατεστραμμένου παρεκκλησίου στη νότια πλευρά. Για τις τοιχογραφίες του Ναού έχει γίνει αρχιτεκτονική μελέτη από το Υπουργείο Πολιτισμού, Διεύθυνση Συντήρησης Αρχαίων και Νεοτέρων μνημείων, στην οποία αναφέρονται με λεπτομέρειες όλες οι τοιχογραφίες του Ναού.

Στο Ναό σήμερα υπάρχουν ένα υπέροχο ξυλόγλυπτο τέμπλο αλλά και φορητές εικόνες κατασκευασμένες σε μία όμως μεταγενέστερη εποχή. Οι εικόνες του Χριστού και της Παναγίας, του 17ου αιώνα, από το τέμπλο του Ναού, κλάπηκαν από αρχαιοκάπηλους όπως επίσης κλάπηκαν δυστυχώς και τα αξιόλογα ξυλόγλυπτα βημόθυρα από την Ωραία Πύλη. Οι εικόνες που κλάπηκαν όμως βρέθηκαν αργότερα και φυλάσσονται σήμερα στο σημαντικό από πλευράς κειμηλίων, Βυζαντινό Μουσείο Ιωαννίνων.




Ι.Ν. Ταξιαρχών Δράμας

 Παλαιολόγειος μονόχωρος καμαροσκεπής ναός που συνδέεται ανατολικά με κλίμακα ανόδου στο φρούριο με είσοδο στη νότια πλευρά του ναού. Ο ναός έχει υποστεί πολλές ανακατασκευές (1861-1892), παραμένουν όμως άθικτοι οι τοίχοι. Ο τοιχογραφικός διάκοσμος χρονολογείται πριν από τα μέσα του 14ου αιώνα.





Ανασκαφική έρευνα στη νότια και ανατολική πλευρά αποκάλυψε τμήμα του τείχους της πόλης που συνδεόταν με τους Ταξιάρχες και κτιστή κλίμακα ανόδου σε πυργόσχημο τμήμα του τείχους. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο ναός ενσωματώθηκε μεταγενέστερα στο τείχος.
Στα πλαίσια της αναστήλωσης του ναού, ο οποίος σήμερα δεν λειτουργεί, έγινε αποκατάσταση του τέμπλου και συντήρηση των τοιχογραφιών.






Κάτω Τρίτος Λέσβου

Το μοναστήρι χτίστηκε τον 15ο- 17ο και είναι πλούσιο σε τοιχογραφίες.

Tο καθολικό της Μονής Ταξιαρχών σε μικρή απόσταση από το Κάτω Τρίτος του δήμου Γέρας είναι το μοναδικό μοναστηριακό συγκρότημα των βυζαντινών χρόνων που διασώζεται στη Λέσβο. Είναι χτισμένο σε πλάτωμα στην κορυφή ενός ελαιόφυτου λόφου με εξαίρετη θέα προς τον κόλπο της Γέρας. Κεντρικά του χώρου σώζεται το καθολικό της μονής, ενώ γύρω του υπάρχουν τα ερειπωμένα κελιά και οι βοηθητικοί χώροι. Για τη μονή δεν έχουν διασωθεί γραπτές μαρτυρίες. Ο μικρός μονόχωρος ναός ανήκει στο τύπο του συνεπτυγμένου σταυροειδή με τρούλο. Η ανέγερση του ναού τοποθετείται στους ύστερους βυζαντινούς χρόνους. Για την τοιχοδομία του έχουν χρησιμοποιηθεί ντόπιοι ακατέργαστοι λίθοι διαφόρων μεγεθών. Στο εσωτερικό του σώζονται δύο στρώματα τοιχογραφικού διακόσμου. Οι περισσότερες από τις τοιχογραφίες χρονολογούνται στον 17ο αι. Δύο τμήματα του ξυλόγλυπτου τέμπλου του ναού εκτίθενται σήμερα στο Εκκλησιαστικό Μουσείο της Μυτιλήνης. Από αυτά το πρώτο αποτελεί τμήμα επιστυλίου τέμπλου, στο οποίο εικονίζεται η Μεγάλη Δέηση, έργο του τέλους του 16ου αι. Το δεύτερο είναι ένα βημόθυρο, το οποίο χρονολογείται στον 18ο αι.




Τσούκα Νεστορίου Καστοριάς

Ξακουστό βυζαντινό μοναστήρι των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ, Τσούκας, βρίσκεται σε απόσταση 10 χιλιομέτρων, περίπου, ανατολικά του Νεστορίου Καστοριάς. Το Μοναστήρι αυτό ιδρύθηκε κατά το έτος 1254/5, απ’ τους αυταδέλφους...
Νικηφόρο, Ιωάννη και Ανδρόνικο, τους Νετζάδες. Οι κτήτορές του επέλεξαν τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ ως Πάτρωνες Αγίους και ακαταμάχητους Προστάτες του, διότι η εντυπωσιακή και ιδιόμορφη τοποθεσία στην οποία το θεμελίωσαν (: ανάμεσα σε πελώριους βράχους, δίπλα στον μοναδικό καταρράκτη του Αλιάκμονα, κάτω από μία απρόσιτη λατρευτική σπηλιά και ολόγυρα σε μεγάλη πηγή ύδατος), θυμίζει καταπληκτικά την ανάλογη τοποθεσία των Κολοσσών (Χωνών) της Μικράς Ασίας, όπου ο Αρχάγγελος Μιχαήλ τέλεσε το περιφημότερο απ’ τα θαύματά του, το λεγόμενο «εν Χώναις θαύμα».

Η Μονή των Ταξιαρχών Τσούκας Νεστορίου λειτούργησε συνεχώς κι επιτυχώς επί 700 έτη περίπου, απ’ το 1254 κι έως το 1943. Κατ’ αυτό το μακραίωνο χρονικό διάστημα γνώρισε περιόδους μεγάλης ακμής, αλλά πέρασε και πολύ δύσκολες καταστάσεις, όπως φοβερές επιδρομές Τούρκων οπλοφόρων και Αλβανών ληστών. Τις επιδρομές αυτές των αλλόδοξων Τούρκων και Αλβανών, οι γενναιόψυχοι μοναχοί των Ταξιαρχών και οι λαϊκοί υπηρέτες της Μονής αγωνίστηκαν και τις ξεπέρασαν όλες επιτυχώς. Δεν μπόρεσαν όμως, δυστυχώς, ν’ αντιμετωπίσουν τις ανάλογες προσβολές κι ένοπλες εφορμήσεις των ομόδοξών μας Αυστριακών στρατιωτών της Μεραρχίας «Εντελβάις, οι οποίοι το πυρπόλησαν κατά τον Μάρτιο του 1943.


Ταξιάρχες, Ζαχάρω Ηλείας

Στον παραδοσιακό οικισμό Ταξιάρχες (15 χιλιόμετρα από τη Ζαχάρω), βρίσκεται η εκκλησία των Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Πρόκειται για ένα εκπληκτικό βυζαντινό μνημείο, που διατηρείται σε καλή κατάσταση, μόλις λίγες εκατοντάδες μέτρα βορειοανατολικά του χωριού Ταξιάρχες (τ. Μοφκίτσα). Ανήκει στον τύπο του μονόκλιτου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο. Οι όψεις του ναού είναι αδιάρθρωτες, ενώ κεραμοπλαστικός διάκοσμος δεν υπήρχε. Κατόπιν ερευνών των συντηρητών της ΣΤ΄ Εφορείας Αρχαιοτήτων διαπιστώθηκε ότι οι Ταξιάρχες δεν διατηρούν τοιχογραφικό διάκοσμο. Είναι αμιγώς πετρόχτιστος και χτίστηκε στα τέλη του 13ου αιώνα με αρχές του 14ου αιώνα.





Βάχλια Γορτυνίας


Ο Ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, βρίσκεται στο επάνω μέρος του χωριού, στη συνοικία Καλυβέϊκα. Ο ρυθμός του Ναού έως τη δεκαετία 1970-1980 ήταν απλή Βασιλική
Κατά την περίοδο εκείνη, έγιναν κάποιες εργασίες συντηρήσεως του Ναού, όπου μεταξύ των εργασιών ήταν τόσο η κατασκευή – προσθήκη του τρούλου όσο και η αποκατάσταση της στέγης. Τα της ιδρύσεώς του δεν μας είναι γνωστά, ούτε υπάρχει κάποια σχετική επιγραφή που να μας δίνει κάποια στοιχεία για το έτος κατασκευής και τους χτίστες. Αλλά ούτε και από τις τοιχογραφίες προκύπτει κάποια χρονολογία αγιογραφήσεως ή το όνομα του αγιογράφου.



 Ιερός Ναός Παμμεγίστων Ταξιαρχών Αιγίου

Η ιστορία της Μονής αρχίζει με τον Όσιο Λεόντιο, που υπήρξε και ο κτήτορας της Μονής.
Η αρχική αυτή Μονή του Αρχάγγελου Μιχαήλ, καταστράφηκε δύο φορές από τους Τούρκους το 1500 και 1620. Μετά τη δεύτερη αυτή καταστροφή κτίζεται η Μονή των Ταξιαρχών. Καταστρέφεται και πάλι το 1772 από τους Τουρκαλβανούς. Το 1775 κτίζεται η σημερινή μορφή της Μονής. Το καθολικό της είναι Σταυρόσχημο, τετρακίονο, καμαρωτό, με οκταγωνικό τρούλο και μαρμαροσκάλιστα παράθυρα.
Στον αιώνα μετά την απελευθέρωση, η Μονή γνώρισε πολύ καλές ημέρες. Έφτασε να έχει 150 περίπου μοναχούς και μοναχοπαίδια, ενώ σήμερα έχει μικρό αριθμό μοναχών.
Το Μάιο του 1821 η μονή των Ταξιαρχών γίνεται αποθήκη τροφίμων, διαφόρων πολεμοφοδίων και εξακολουθεί να είναι μέχρι το 1827. Μετά την απελευθέρωση, η μοναχική κοινότητα των Ταξιαρχών παρουσιάζει πλούσια δράση στον πνευματικό, στον εκκλησιαστικό και κοινωνικό τομέα της ελληνικής ζωής. Το 1837, ο Ηγούμενος της μονής Μελέτιος Ροβήτος, ίδρυσε ελληνικό σχολείο στη μονή όπου δίδαξαν πολλοί μοναχοί και λαϊκοί με εξαιρετική μόρφωση. Το 1880, ιδρύεται με άδεια του Υπουργείου Παιδείας, Γυμνάσιο που λειτούργησε μέχρι το 1926. Μετά την κατοχή, η μονή Ταξιαρχών διαδραματίζει τον πνευματικό της ρόλο, με την ίδρυση Γυμνασίου - Οικοτροφείου που λειτούργησε δωρεάν μέχρι το 1970 περίπου και προσέφερε πάρα πολλά στα φτωχόπαιδα της υπαίθρου.
Το μοναστήρι διαθέτει πλούσια βιβλιοθήκη, σκευοφυλάκιο με άμφια, καθώς και αργυρά και χρυσά σκεύη.Πνευματικοί θησαυροί Μονής  είναι τα Άγια λείψανα "Τα Άχραντα Πάθη", (τεμάχια Τίμιου Ξύλου, Χλαμύδας, Ακάνθινου Στεφάνου, Λίθοι από τον Πανάγιο Τάφο) που αποτελούν θησαυρό και καύχημα της μονής. Η κάρα του Οσίου Λεοντίου και  λείψανα πολλών αγίων φυλάσσονται στη Μονή. Μεγάλης αξίας είναι τα ιερά άμφια κληρικών όλων των βαθμών που φυλάσσονται στην έκθεση της μονής.Η συλλογή σταυρών της μονής Ταξιαρχών είναι η αρχαιότερη και ιδιαίτερα αξιόλογη.
Οι μοναχοί της μονής καλλιεργούν σε μεγάλη έκταση ροδώνας (ειδικό τριαντάφυλλο) και παρασκευάζουν την φημισμένη σε όλη την Ελλάδα «ροδοζάχαρη» και μικρή ποσότητα ροδελαίου.




Άγιοι Ασώματοι Θησείο Αττικής


Ο μικρός ναός των Αγίων Ασωμάτων χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 11ου αιώνα. Τη δεκαετία του 1960 αναστυλώθηκε, παίρνοντας σχεδόν την αρχική του μορφή λόγω της αφαίρεσης των διάφορων παρεμβάσεων στο πέρας των χρόνων.

Όντας τετρακίονος σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλλο, ο ναός των Αγίων Ασωμάτων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα Αθηναϊκού Βυζαντινού ναού της περιόδου αυτής. Το εξωτερικό είναι κατασκευασμένο από λαξευμένη πέτρα περιστοιχισμένη από οπτόπλινθους. Τυπικά χαρακτηριστικά εκείνης της περιόδου είναι οι μεγάλες πέτρες στα χαμηλότερα τμήματα των πλευρικών τοίχων που είναι τοποθετημένες σε σχήμα σταυρού, καθώς και οι οπτοπλίνθινοι γεισίπους στις πλευρές του κτηρίου.





Ερεσός Λέσβου

Ιερά Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών Ερεσού ή Μονή Πιθαρίου στη Μυτιλήνη

Είναι ανδρώα Mονή και η ονομασία της οφείλεται στη γεωμορφία της περιοχής όπου βρίσκεται, σε ένα κοίλωμα χαράδρας, μεταξύ λόφων που τη στεφανώνουν, σχηματίζοντας γύρω της ένα νοητό πιθάρι. Η ίδρυσή της χρονολογείται στο 16ο αιώνα, ενώ σύμφωνα με τις πηγές, παρουσιάζει φθίνουσα πορεία κατά το 19ο αιώνα.Ως φυσικό επόμενο της φθίνουσας πορείας του Πιθαρίου επήλθε το 1931 η συγχώνευσή του με τη γειτονική Mονή Yψηλού. Eκεί μεταφέρθηκε και τμήμα του αρχείου του μοναστηριού.Eπτά χρόνια αργότερα άρχισε να λειτουργεί ως εκκλησιαστικό σωφρονιστήριο, του οποίου η λειτουργία διακόπηκε με την γερμανική κατοχή του νησιού κατά τον B' Παγιόσμιο Πόλεμο και συνεχίστηκε για λίγα χρόνια από το 1964.Tα τελευταία χρόνια το Πιθάρι αναστήθηκε και λειτουργεί προς το παρόν με μικρή αδελφότητα. Tο καθολικό, τα κελλιά και ο περίβολος αναπαλαιώθηκαν, ξαναχτίστηκαν όπου χρειαζόταν και διακοσμήθηκαν, με απόλυτο σεβασμό στο περιβάλλον και στην παλαιά εικόνα της μονής, ενώ οικοδομήθηκε και οχυρωματικός πύργος στην ανατολική πλευρά του περιβόλου.Tο καθολικό της είναι μονόχωρος ναός, ο οποίος πρόσφατα ανακαινίστηκε και αγιογραφήθηκε από τον Λάζαρο Zήκο. Tο πλέον ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του είναι ότι ο κίονας της Aγίας Tράπεζας επιστέφεται από αντεστραμμένη βάση αρχαίου κίονα, πάνω στην οποία έχει τεθεί η μαρμάρινα πλάκα της. Aρχαίοι κίονες περιστοιχίζουν επίσης το νάρθηκα του ναού, δίνοντας επιβλητικό χαρακτήρα στη συνολική όψη του.



http://4.bp.blogspot.com/_pJrCazVe4BI/S_HXQX2vdUI/AAAAAAAAFpw/t_VcD-j_EQk/s1600/IMG_0497_1.JPG

Μελιγαλάς Μεσσηνίας

Ένα αδίκως παραμελημένο βυζαντινό θρησκευτικό μνημείο, ο ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, βρίσκεται στις παρυφές της βορειοανατολικής πλευράς της πόλης του Μελιγαλά. Το βυζαντινό αυτό μνημείο, δυστυχώς δεν έτυχε μέχρι σήμερα την φροντίδα και συντήρηση που απαιτεί η μακραίωνη ιστορία του, πλην της αντικατάστασης της στέγης του που βρίσκεται σε εξέλιξη και που έχει καταντήσει η ολοκλήρωσή της κάτι σαν το γεφύρι της Άρτας.
Παράλληλα, δεν έτυχε ούτε της ανάδειξης της ιστορίας του μέχρι σήμερα. Χαρακτηριστική είναι γι' αυτό η αναφορά που γίνεται από το επίσημο site του δήμου Μελιγαλά (meligalas.gov.gr) και που περιορίζεται όλη κι όλη στο: "Άγιοι Ταξιάρχες του 13ου αιώνα, βυζαντινού ρυθμού".
Είναι μάλλον φανερό πως ο ναός ξεκίνησε σαν απλή μονόχωρη εκκλησία με τρούλο στην υστεροβυζαντινή εποχή (και όχι μεταβυζαντινή, έτσι θα λεγόταν αν είχε χτιστεί επί Τουρκοκρατίας) και στη συνέχεια επεκτάθηκε με τα δύο παράπλευρα κτίσματα.
Κατά τη προσωπική μας εκτίμηση, ο ρυθμός του είναι μονόκλιτη βασιλική με θόλο.


Πάνω Βίτσα Ζαγορίου

Ο σταυρεπίστεγος ναός των Ταξιαρχών, άλλοτε κοιμητηριακός ναός της Πάνω Βίτσας, υψώνεται βόρεια του Αγίου Νικολάου, σε απόσταση 20 μέτρων. Κτίστηκε στα 1606, αλλά το 1885 «επηυξήθη και εκοσμήθει εκ νέου», όπως χαρακτηριστι­κά αναφέρεται στην κτητορική επιγραφή της κυρίας εισόδου. Περιλαμβάνει τον κυρίως ναό, τον νάρθηκα, το γυναικωνίτη, τα χαγιάτια και το παρεκκλήσι του Α­γίου Γεωργίου. Η σωζόμενη εσωτερική ζωγραφική διακόσμηση του ναού είναι έρ­γο λαϊκών ζωγράφων «διά χειρός Αποστόλου Μιλτιαδου και Σωκράτους εκ Κώμης Χιονάδες 1885», ενώ, το επιχρυσωμένο άνω μέρος του τέμπλου αποτελεί αντι­προσωπευτικό τύπο τέμπλου στην Ήπειρο των μέσων του 17ου αιώνα.




Ναός Παμμεγίστων Ταξιαρχών Λαγκαδίων Αρκαδίας

Ο ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών αποτελεί τη μητρόπολη των Λαγκαδίων. Χτίστηκε το 1808 πάνω σε προϋπάρχοντα μικρότερο ναό. Ο παλαιότερος αυτός ναός πιθανότατα χτίστηκε στα τέλη του 17ου αιώνα και τα μόνα μέρη του που είναι ορατά από έξω, είναι η κεντρική και η νότια αψίδα του ιερού που έχουν και διαφορετική λιθοδομή και τεχνοτροπία από το υπόλοιπο κτήριο.

Το σημερινό κτίσμα κατασκευάστηκε το 1808 από τον κοτζαμπάση των Λαγκαδίων Ιωάννη Παπαγιαννόπουλο (Δεληγιάννη). Μαζί με τον ναό του Προδρόμου κατασκευάστηκαν σε διάστημα 40 ημερών λόγω χρονικού περιορισμού που έθεσε η Οθωμανική διοίκηση. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ο Δεληγιάννης διαπραγματευόταν αρκετό καιρό νωρίτερα την κατασκευή των δύο ναών με τον Πασά της Τρίπολης, ενώ ταυτόχρονα οι Λαγκαδινοί μάζευαν μυστικά τα υλικά για το χτίσιμο. Ο Πασάς έδωσε τελικά την άδεια τον χειμώνα του 1808 και περιθώριο 40 μέρες ώστε να δυσκολέψει την κατασκευή των ναών. Οι Λαγκαδινοί έχοντας τα υλικά και την πείρα δεν δυσκολεύτηκαν να ολοκληρώσουν και τους δύο ναούς μέσα στην προθεσμία.
Χαρακτηριστικό είναι ότι, όπως και σε πολλούς ναούς σε άλλα μέρη της Ελλάδας, οι τοίχοι φέρουν πλήθος διακοσμητικών στοιχείων, μοτίβων και επιγραφών.Τα στοιχεία αυτά, μπορούν να διαχωριστούν σε σε δύο γενικές κατηγορίες: α) στις επιγραφές και β) στα διακοσμητικά.

Επιγραφές

Εντοπίζονται εντοιχισμένες διάφορες επιγραφές και στις 3 πλευρές του ναού δεδομένου ότι η 4η, η βόρεια, σχεδόν ακουμπά στον φυσικό βράχο και η πέτρα είναι καλυμμένη με ασβεστοκονίαμα. Πολλές από τις επιγραφές είναι αρκετά δυσανάγνωστες ή κατεστραμμένες σε μεγάλο βαθμό. Κάποιες από αυτές είναι πιθανόν να βρίσκονται σε δεύτερη χρήση από τον παλαιότερο ναό. Με εξαίρεση τη μαρμάρινη επιγραφή στο υπέρθυρο της νότιας εισόδου, που τοποθετήθηκε σχετικά πρόσφατα, οι υπόλοιπες διαπιστωμένες επιγραφές είναι 9. Η βασικότερη από αυτές βρίσκεται στη δυτική όψη του ναού, πλάι στην κεντρική είσοδο και είναι η κτητορική. Είναι λαξευμένη σε έναν λίθο, το αριστερό μέρος του οποίου καταλαμβάνει μία ανάγλυφη παράσταση με έναν μεγάλο σταυρό και δύο διακοσμητικούς ρόδακες εκατέρωθεν της βάσης του. Στο δεξί μέρος βρίσκεται η επιγραφή που έχει αλλοιωθεί σοβαρά λόγω της φθοράς του λίθου πιθανότατα εξαιτίας της φωτιάς που έπληξε το κτήριο στα χρόνια της επανάστασης. Διακρίνεται καθαρά όμως η χρονολογία ανέγερσης (1808) καθώς και μερικοί ακόμη δυσανάγνωστοι χαρακτήρες.

Μία ακόμη επιγραφή με τη χρονολογία 1808 βρίσκεται στα αριστερά της νότιας εισόδου. Κάτω από τη χρονολογία υπάρχει δυσανάγνωστη επιγραφή.

Οι υπόλοιπες επιγραφές που βρίσκονται στον ναό είναι κυρίως αφιερώσεις. Περιλαμβάνουν κατά κύριο λόγο μάλλον ονόματα, αυτόνομα ή συνοδευόμενα από σταυρούς ή ρόδακες. Τα ονόματα αυτά ανήκαν είτε σε κάποιους από τους χτίστες του ναού ή σε ιερείς που θέλησαν να κάνουν μία αφιέρωση. Σε μία πρώτη προσπάθεια ανάγνωσης αυτών των δυσανάγνωστων επιγραφών μπορούμε ίσως να διακρίνουμε ονόματα όπως "Δημήτριος Πάνου(ή Φανού;)", "Γιωργάκης Δημητ(ρίου)(;)", "Παναγιωτάκης Γιάννη" καθώς και μερικά αρχικά. Τα ονόματα ακολουθούν το συνηθισμένο για την εποχή πατρωνυμικό σύστημα κατά το οποίο αντί επιθέτου αναφέρεται το όνομα του πατρός.


Η κτητορική επίγραφή της δυτικής πλευράς με τον σταυρό αριστερά και
δεξιά τη χρονολογία (1808) και μερικούς ακόμα δυσανάγνωστους χαρακτήρες.
  

Μία από τις επιγραφές στη κόγχη του ιερού. Πρόκειται για αφιέρωση
στον Λαγκαδινό Παναγιωτάκη του Γιάννη (ΠΑИΑ / ΓΙωΤΑ / ΚИC ΓΙ / ΑИΗ)


Διακοσμητικά

Στη δεύτερη αυτή κατηγορία συναντάμε τα διακοσμητικά στοιχεία διαφόρων ειδών. Καταρχάς υπάρχουν τα αρχιτεκτονικά διακοσμητικά στοιχεία όπως οι δύο ταινίες που διατρέχουν τους τοίχους, κυρίως τη νότια όψη (η μία στο κάτω μέρος του τοίχου και η άλλη στο ύψος των παραθύρων) και αποτελούνται από ειδικά επεξεργασμένους λίθους που προεξέχουν της υπόλοιπης τοιχοδομής. Σε πολλά σημεία αυτής της ταινίας διακρίνονται διακοσμητικές εγχάρακτες γραμμές.

Στην ανατολική όψη, κάτω ακριβώς από την κορυφή της στέγης, υπάρχει μεγάλου μεγέθους ψευδοκουφική διακόσμηση που αποτελείται από 21 πήλινες πλάκες, τοποθετημένες έτσι ώστε να δημιουργούν ανάμεσά τους τρίγωνα. Σε αυτά τοποθετήθηκαν τριγωνικά λαξευμένοι λίθοι που λειτουργούν και ως μετόπες. Στον μεσαίο λίθο της κάτω σειράς υπάρχει χαραγμένος σταυρός.

Η περίτεχνη διακόσμηση της κορυφής της κεντρικής αψίδας
του ιερού που είναι μέρος του παλαιότερου ναού.



Η νότια και κεντρική αψίδα του ιερού, που είναι και το μόνο σωζόμενο μέρος του αρκετά παλαιότερου ναού, έχουν πλούσια διακόσμηση. Η χρήση των λίθων γίνεται με τέτοιον τρόπο ώστε το χρώμα τους και η υφή τους να δημιουργούν διακοσμητικές ταινίες και επιφάνειες. Υπάρχουν επίσης και περίτεχνα λαξευμένες οριζόντιες ταινίες καθώς και κάθετες που λειτουργούν ως διακοσμητικοί κιονίσκοι.
Σε ειδικά διαμορφωμένα πλαίσια στις αψίδες, βρίσκονται εντοιχισμένες οι επιγραφές και τα διάφορα σύμβολα. Συνήθως οι πλάκες αυτές περιτριγυρίζονται από κεραμικά στοιχεία ή από ανάγλυφες ταινίες και κιονίσκους. Στο πάνω μέρος αυτών των δύο αψίδων υπάρχει πλούσιος κουφικός διάκοσμος από τριγωνικούς λίθους και τριγωνικές κεραμικές πλάκες σε επίπεδα, χαρακτηριστικό που τονίζει την ιδιαίτερη παλαιότητα αυτού του τμήματος του ναού.   


Ο μαρμάρινος εσταυρωμένος της νότιας εισόδου.


Άλλου είδους διακοσμητικά είναι τα ανάγλυφα και τα χαράγματα. Το πιο χαρακτηριστικό από τα ανάγλυφα είναι ο μαρμάρινος εσταυρωμένος που βρίσκεται πάνω από τη νότια είσοδο σε ειδικά διαμορφωμένη κόγχη του τοίχου και ίσως χρονολογείται στην περίοδο επισκευής του ναού στο δεύτερο τέταρτο του 19ου αιώνα.

Στα ανάγλυφα σημαντική θέση κατέχουν αυτά της ανατολικής όψης, στον τοίχο πάνω από τις αψίδες του ιερού. Διακρίνονται -σε τουλάχιστον 15 λίθους- ανάγλυφοι γυναικείοι μαστοί που αποτελούν τυπικό αντιβασκανικό σχέδιο της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και που συμβολίζει την αφθονία των αγαθών. Σε έναν λίθο πάνω από τη βόρεια αψίδα διακρίνεται ένα ανάγλυφο κεφάλι σωζόμενο σε μέτρια κατάσταση, ένα επίσης παραδοσιακό αντιβασκανικό σύμβολο.

 Το εσωτερικό του ναού είναι σχετικά λιτό χωρίς πολλές τοιχογραφίες. Οι τοίχοι καλύπτονται ως επί το πλείστον με διακοσμητικά μάρμαρα. Στην ανατολική πλευρά δεσπόζει το περίτεχνο, ξύλινο τέμπλο.

Οι δύο φουστανελοφόρες μορφές τις νότιας εισόδου.
Απεικονίζουν πιθανότατα τους Ταξιάρχες Μιχαήλ και Γαβριήλ.


Υπάρχουν ακόμη και αρκετά διακοσμητικά σχέδια και μοτίβα. Από τα πιο σημαντικά είναι οι δύο μορφές που βρίσκονται χαραγμένες σε λίθο κοντά στη νότια είσοδο του ναού. Είναι χαραγμένες αρκετά άτεχνα και απεικονίζουν πιθανότατα τους Ταξιάρχες Μιχαήλ και Γαβριήλ, στους οποίους είναι αφιερωμένος ο ναός και οι οποίοι έχουν απεικονιστεί από τον λαϊκό τεχνίτη ως φουστανελοφόροι.Επίσης, εκατέρωθεν της νότιας εισόδου υπάρχουν ανάγλυφα φίδια που απαντώνται συχνά στη λαϊκή τέχνη ως σύμβολο προστατευτικό. Τα υπόλοιπα σχέδια είναι κυρίως σταυροί, ρόδακες ή συνδυασμοί αυτών των δύο. Σε λίθο της ανατολικής πλευράς που δεν βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση, απεικονίζεται με απλές γραμμές ένα τετράποδο ζώο. Τέλος υπάρχουν αρκετά φυτικά μοτίβα (φύλλα, κλαδιά) που είναι και αυτά αποδοσμένα γραμμικά.




Το ρολόι του ναού των Ταξιαρχών.

Το εσωτερικό του ναού είναι σχετικά λιτό χωρίς πολλές τοιχογραφίες. Οι τοίχοι καλύπτονται ως επί το πλείστον με διακοσμητικά μάρμαρα. Στην ανατολική πλευρά δεσπόζει το περίτεχνο, ξύλινο τέμπλο.
Το ρολόι των Ταξιαρχών χτίστηκε το 1910 με αρκετά έντονο το νεοκλασικό στοιχείο το οποίο φαίνεται ιδιαίτερα στους πεσσούς και τα προεξέχοντα γείσα.




**Σταυρεπίστεγος τύπος ναών

Αρχιτεκτονικός τύπος ναών που εμφανίζεται στο δεύτερο μισό του 13ου αιώνα και που επιχωριάζει στην κυρίως Ελλάδα. Πρόκειται –συνήθως- για μικρής κλίμακας θολοσκεπείς ναούς, μονόκλιτους ή τρίκλιτους, των οποίων η κατά μήκος καμάρα διακόπτεται από μία δεύτερη εγκάρσια και ψηλά τοποθετημένη καμάρα, έτσι ώστε στη στέγη σχηματίζεται με σαφήνεια το σχήμα του σταυρού, στο οποίο άλλωστε οφείλει ο τύπος το όνομά του. Απαντά με πολλές παραλλαγές και παλαιότερο παράδειγμα του είδους αποτελεί ο ναός της Αγίας Τριάδος στο Κρανίδι Αργολίδος (1245).


Πηγές
Επίσημες ιστοσελίδες Μονών και Ναών
Επίσημες ιστοσελίδες Δήμων και Κοινοτήτων
Οικουμενικόν Πατρειαρχείον
Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος
Ιερές Μητροπόλεις
Σύνδεσμος εν Αττική Λαγκαδινών
Βυζαντινών Ιστορικά
Υπουργείο Παιδείας,ΟΔΥΣΣΕΥΣ
Ερύμανθος,Κοινωφελής Εργασία Αίγιο




 Ανανεώθηκε 8/11/2015 και συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου