Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Ιστορικές Μορφές του Ποντιακού Ελληνισμού

Κωνσταντίνος Γ. Κωνσταντινίδης
1856 - 1940
Αγωνιστής και επικεφαλής της κίνησης για την ανεξαρτησία του Πόντου.
Γεννήθηκε το 1856 στην Τραπεζούντα. Πατέρας του ήταν ο περίφημος καπετάν Γιώρ πασάς, ισόβιος δήμαρχος της Κερασούντας και η μητέρα του ήταν Τραπεζούντια από τη γνωστή

οικογένεια του Χατζηκακούλογλου. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Κερασούντα. Έφηβος έφυγε από εκεί για την Αθήνα να συνεχίσει τις σπουδές του.
Παρέμεινε στην πρωτεύουσα της Ελλάδας μέχρι το 1878. Στα 22 του χρόνια έφυγε για την Μασσαλία όπου ζούσε ο θείος του ο Διονύσιος Κωνσταντινίδης που ασχολούνταν με το εμπόριο. Κοντά του παρέμεινε επί 4 χρόνια.Το 1883 ίδρυσε δικό του εμπορικό οίκο και επιδόθηκε στο εμπόριο με εκπληκτική επιτυχία. Μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε να γίνει ο μεγαλύτερος εισαγωγέας φουντουκιών της Μασσαλίας και ολόκληρης της Δυτικής Ευρώπης, κάνοντας τα φουντούκια γνωστά σε όλα τα Ευρωπαϊκά εμπορικά λιμάνια. Παράλληλα έδωσε μεγάλη ώθηση στην εισαγωγή και εξαγωγή σε όλα τα είδη ξηρών καρπών.

 Από το 1918 και έπειτα, ο Κωνσταντινίδης μπαίνει επικεφαλής της κίνησης για την ανεξαρτησία του Πόντου και προσφέρει σημαντικά ποσά άλλα και τον προσωπικό του μόχθο για τη διεξαγωγή του αγώνα, παρά την εξ αρχής αρνητική στάση του Ελ. Βενιζέλου. Τον Οκτώβριο του 1917 ήδη με την επανάσταση των Μπολσεβίκων στη Ρωσία και την αποχώρηση των Ρώσων από τον Πόντο, ο Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης έστειλε επιστολές (εγκύκλια γράμματα) από τη Μασσαλία παντού όπου ζούσαν Πόντιοι και τους ζητούσε να οργανωθούν και να αγωνιστούν για τον κοινό σκοπό. Ταυτόχρονα έκανε έκκληση στις μεγάλες δυνάμεις της Εγκάρδιας Συνεννόησης (Αντάντ) για τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους του Πόντου, με πολίτευμα δημοκρατικό. Έστειλε και ταχυδρομικά δελτάρια με το χάρτη του Πόντου στην Ελληνική και Γαλλική γλώσσα. Έδωσε και συνεντεύξεις στην Παρισινή εφημερίδα "Ζουρνάλ ντ' Ελλέν" και δημοσίευσε χάρτη του Πόντου στα ελληνικά και στα γαλλικά.
    Ως πρόεδρος του  Α' Παμποντιακού Συνεδρίου που έγινε στη Μασσαλία στις 22 Ιανουαρίου 1918 έστειλε στον επίτροπο (υπουργό) Εξωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης Λέοντα Τρότσκι το ακόλουθο τηλεγράφημα:

"Συνεδρίον, συγκληθέν εν Μασσαλία, πολίτων καταγομένων εκ Πόντου, αποτελούμενον εξ αντιπρώσωπων πολίτων διαμενόντων εις Ηνωμένας Πολιτείας, εις την Ελβετίαν, εις την Αγγλίαν, εις την Ελλάδα, Αίγυπτον και εις όλας τας χώρας της Ευρώπης και της Αμερικής σας παρακαλεί να συμφωνήσετε, αυτή η χώρα να αναλάβει τας τύχας της, ώστε μετά την αποχώρησιν των Ρωσικών στρατευμάτων να μην ξαναπέσει εις την Τουρκικήν κυριαρχίαν. Επιθυμία μας είναι να δημιουργήσωμεν ανεξάρτητον Δημοκρατίαν, απο τα Ρωσικά σύνορα έως πέρα στην Σινώπην, και παρακαλούμε να επεμβήτε δυναμικά εις αυτό το θέμα.

Ελπίζοντες εις την αποτελεσματικήν σας υποστήριξην, σας ευχαριστούμε εκ των προτέρων.

Δια το συνέδριον, ο Πρόεδρος Κωνσταντίνος Γ.Κωνσταντινίδης".

Αυτή η κίνηση με την επιστολή δεν πολύ άρεσε στο Υπουργείο Εξωτερικών της Γαλλίας.

 Την ίδια χρονιά εξέδωσε στο Παρίσι την περίφημη "Πραγματεία Περί Πόντου, Λόγος εκφωνηθείς εις το εν Μασσαλία Παμπόντιον Συνέδριον" με σκοπό την προώθηση της ιδέας για την δημιουργία μιας ανεξάρτητης Ποντιακής Δημοκρατίας. Ακολουθεί ένα δεύτερο συνέδριο στη Μασσαλία που εξουσιοδοτεί τον Κ. Κωνσταντινίδη να βρει λύση στο εθνικό πρόβλημα.




Στις 17 Νοεμβρίου 1918 αποφάσισε να οργανώσει τους Πόντιους που ζούσαν στην περιφέρεια της Μαύρης Θάλασσας και στη Νότια Ρωσία. Στέλνει, επίσης, στις συμμαχικές κυβερνήσεις ένα υπόμνημα ζητώντας την ανεξαρτησία «της χώρας που περιλαμβανόταν άλλοτε στην Αυτοκρατορία των Κομνηνών, εκτάσεως 170.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων περίπου, με ενάμισι εκατομμύριο χριστιανούς ορθοδόξους και 500.000 μουσουλμάνους ελληνικής γλώσσας». Κατά τα τέλη του Δεκέμβρη του 1918, ο μητροπολίτης Αμάσειας, Γερμανός Καραβαγγέλης, που βρισκόταν τότε στην Κωνσταντινούπολη, έγραψε ένα γράμμα στον Γ. Κωνσταντινίδη, στη Μασσαλία, και του ζητούσε να παρακαλέσει τους επιφανείς Ποντίους του εξωτερικού να διαλαλήσουν σ’ ολόκληρο τον κόσμο τα πρωτάκουστα στην ιστορία κακουργήματα των Τούρκων.

Το Φεβρουάριο του 1920 συνοδεύει τον Μητροπολίτη Χρύσανθο που ξαναταξιδεύει στην Ευρώπη μαζί με τους ηγέτες του Ποντιακού κινήματος. Στη διάσκεψη της Ειρήνης, στο Λονδίνο, ο Χρύσανθος υπέβαλε ένα υπόμνημα στις 10 Μαρτίου, με το οποίο ζητούσε τη δημιουργία ελληνικού κράτους στην περιοχή του Πόντου και ανέπτυσσε εκτενώς την επιχειρηματολογία που υποστήριζε τα δίκαια των Ελλήνων της περιοχής. Οι ελπίδες όμως διαψεύστηκαν, τα αιτήματά τους απορρίφτηκαν και ο Πόντος στην ουσία παραχωρήθηκε στην ηττημένη Τουρκία. Τη χαριστική βολή στο αίτημα ανεξαρτησίας του Πόντου επέφερε η επικράτηση του Κεμάλ Ατατούρκ, ο οποίος δεν αναγνώρισε τη συνθήκη των Σεβρών, υπέγραψε συνθήκη φιλίας με τη Σοβιετική Ένωση και γρήγορα κέρδισε και την υποστήριξη της Δύσεως συνάπτοντας συμφωνίες οικονομικής συνεργασίας με τη Γαλλία και Ιταλία. Η ελπίδα για έναν ανεξάρτητο Πόντο είχε οριστικά χαθεί.
Λίγο πριν πεθάνει το 1930, δώρισε στην Εθνική Πινακοθήκη 44 πίνακες του μεγάλης αξίας, ενώ την πλούσια βιβλιοθήκη του δώρισε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

****







Δημοσθένης Οικονομίδης
1858-1938


Φιλόλογος και γλωσσολόγος. Διετέλεσε καθηγητής της Μεγάλης του Γένους Σχολής, συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας της Ακαδημίας Αθηνών (1914) και διευθυντής του Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών.

Γεννήθηκε στην Αργυρούπολη του Πόντου. Τα πρώτα του γράμματα έμαθε στο Φροντιστήριο Αργυρούπολης και στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας απ’ όπου και αποφοίτησε. Με τη χορηγία του Μητροπολίτη Χαλδίας Γερβασίου πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Κατόπιν με την προστασία του Σχολάρχου Γρηγορίου Παλαμά και των ευεργετών του έθνους Ζαννή και Παύλου Στεφάνοβικ σπούδασε στα Πανεπιστήμια της Λειψίας και Μονάχου, όπου ειδικώς μελέτησε την ελληνική και λατινική γλώσσα και ιστορία της Φιλοσοφίας. Η διδακτορική του διατριβή με τον τίτλο Laudlehre des Pontischen (περί της φωνητικής της διαλέκτου του Πόντου) εγκρίθηκε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Λειψίας (1887) αξία παντός επαίνου και βραβεύτηκε από το Ινστιτούτο Γ. Κουρτίου.
Το 1888 εκλέχτηκε καθηγητής των λατινικών στην αρχή και των ελληνικών αργότερα στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, θέση την οποία διατήρησε μέχρι το 1914, δίδαξε παράλληλα στο Ιωακείμειο Παρθεναγωγείο στο Φανάρι και στο Ζωγράφειο Γυμνάσιο τουΠέραν.
Η μεγάλη του αγάπη προς την ιδιαίτερη πατρίδα του τον οδήγησε σε προγραμματισμένη περιοδεία στον Πόντο από το 1885 όπου περισυνέλλεξε και αποθησαύρισε ανεκτίμητο πλούτο γλωσσικού και λαογραφικού υλικού, το οποίο υπήρξε θέμα όλης της μετέπειτα επιστημονικής παραγωγής.
Στην Κωνσταντινούπολη υπήρξε αντιπρόεδρος του Φιλολογικού Συλλόγου  και του Διδασκαλικού Συνδέσμου καθώς και μέλος πολλών εκπαιδευτικών, φιλανθρωπικών και εθνικών οργανώσεων, με σκοπό την πολιτιστική πρόοδο του Ελληνισμού.
Το 1914 κλήθηκε ειδικώς από την Εφορευτική Επιτροπή του Ιστορικού Λεξικού της νέας Ελληνικής γλώσσας να εργαστεί ως συντάκτης. Εκεί εργάστηκε ως 1926 και από το 1931 ανέλαβε τη διεύθυνση του Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, θέση την οποία διατήρησε μέχρι το θάνατό του 22 Φεβρουαρίου 1938.
Υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών,* έγραψε πολλά βιβλία αναφερόμενα στην ποντιακή διάλεκτο, την ιστορία και γενικώς την παιδεία του Ελληνισμού στον Πόντο. Το 1958 η Ακαδημία Αθηνών εξέδωσε την εργασία του «Γραμματική της ελληνικής διαλέκτου του Πόντου». Στο «Αρχείον Πόντου» δημοσίευσε στον τόμ 2 (1929) την πολύ σπουδαία εργασία του για την παραδοσιακή φορεσιά των Ελλήνων του Πόντου με τίτλο «Περί αμφιέσεως», σελ. 1-48, στις οποίες περιλαμβάνονται και σχετικές φωτογραφίες. Ο Οικονομίδης έθεσε τη σφραγίδα της συστηματικής και εξονυχιστικής έρευνας των ποντιακών γραμμάτων, για μια ολόκληρη 60ετία. Στις 16 Μαΐου 1937 εορτάσθηκε στην Αθήνα από την Επιτροπή η επιστημονική πεντηκονταετηρίς του, προεδρεύοντος του Μητροπολίτου Χρυσάνθου, και στη Θεσσαλονίκη οργανώθηκε εκδήλωση από την Εύξεινο Λέσχη προς τιμή του και την προσφορά του στην επιστήμη.

 ****




 Άνθιμος Παπαδόπουλος
1878-1962

Ο αρχιμανδρίτης Άνθιμος Α. Παπαδόπουλος υπήρξε διευθυντής του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών Πρόεδρος της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών (1949-1962).

Ο Άνθιμος Παπαδόπουλος, κατά κόσμον Αλέξανδρος, γεννήθηκε στις 15 Ιανουαρίου του 1878 στο Καρά-Καγιά της Αργυρούπολης του Πόντου. Σε ηλικία 18 ετών χειροτονήθηκε διάκονος στη μονή του Αγίου Γεωργίου Χουτουρά Χαλδίας. Τις γυμνασιακές του σπουδές ολοκλήρωσε στη Ροδακανάκειο ιερατική σχολή Καισαρείας Καππαδοκίας. Το 1903 συνόδευσε τον μητροπολίτη Γερβάσιο Σαρασίτη στη νεοσύστατη μητρόπολη Ροδοπόλεως, όπου έμεινε για τρία χρόνια. Στα 1905 ήλθε στην Ελλάδα, όπου φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Επίσης στη διάρκεια των σπουδών του διετέλεσε μέλος του Μικρασιατικού Στλλόγου Ανατολή.

Το 1911 χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης. Από το 1910 μέχρι το 1912 διετέλεσε διευθυντής στο Ιεροδιδασκαλείο της Σάμου, μετέβη ακολούθως στον Πόντο όπου έγινε διευθυντής του Ιεροδιδασκαλέιου στο Πρασάρι Κερασούντος. Το 1914 γύρισε στην Ελλάδα για θερινές διακοπές και λόγω του Α'Παγκοσμίου Πολέμου που τον εμπόδισε να γυρίσει στον Πόντο, διορίσθηκε τον Δεκέμβριο του 1914 συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Το 1932 εξελέγη διευθυντής του ιδίου Λεξικού μέχρι το 1945, οπότε αποχώρησε λόγω ορίου ηλικίας. Το 1933 αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Το 1950 επεναδιορίσθηκε με σύμβαση για δύο χρόνια μέχρι το 1953 οπότε αποχώρησε οριστικά. Ο Άνθιμος Παπαδόπουλος, υπήρξε εταίρος της Γλωσσικής Εταιρείας των Αθηνών, της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών,της Λαογραφικής Εταιρείας, της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείαςκαι της Επιστημονικής Εταιρείας των Αθηνών. Της τελευταίας διετέλεσε σύμβουλος, αντιπρόεδρος, γενικός γραμματέας, επιμελητής του περιοδικού της Αθηνά. Από το 1927 υπήρξε γενικός γραμματέας της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών και από το 1949 πρόεδρος της και διευθυντής του περιοδικού της Αρχείον Πόντου. Το 1953 η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε το Αργυρό Μετάλλιο για την προσφορά του. Πέθανε την 1η Φεβρουαρίου 1962




Αυτοτελείς μελέτες

  • Ο υπόδουλος Ελληνισμός της Ασιατικής Ελλάδος, εν Αθήναις 1919
  • Το θρησκευτικόν θέατρον των Βυζαντινών, εν Αθήναις 1920
  • Γραμματική των βορρείων ιδιωμάτων της νέας Ελληνικής γλώσσης, εν Αθήναις, 1927
  • Το Αμαλίειον Ορφανοτροφείον επί τη εκατονταετηρίδι του (1855-1954), Αθήναι 1954
  • Ιστορική Γραμματική της Ποντικής διαλέκτου, εν Αθήναις 1955
  • Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής διαλέκτου, τομ.Α, Β. Γ, (1958, 1960, 1961)

΄Αρθρα σε περιοδικά

  • «Παροιμίαι Πόντου», Δελτίο Λαογραφίας, τομ. 6 (1917), σελ.3-17
  • «Οι κρυφοί χριστιανοί του Πόντου», Ημερολόγιο Μεγάλης Ελλάδος, 1922, σελ.169-180
  • «Νεοελληνική μαντεία», Ημερολόγιο Μεγάλης Ελλάδος, 1923, σελ.142-159
  • «Οιωνοί», Ημερολόγιο Μεγάλης Ελλάδος, 1924, σελ.184-192
  • «Περί του παρατατικού εις ουσα», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, τομ.10 (1935), σελ.154-157
  • «Γραπτή και προφορική παράδοσις της γλώσσης», Λεξικογραφικό Δελτίο της Ακαδημίας Αθηνών, τομ.1 (1939), σελ.5-32
  • «Επιρρήματα εις -α», Λεξικογραφικό Δελτίο της Ακαδημίας Αθηνών, τομ.2 (1940), σελ.3-74
  • «Από πότε αρχίζει η δημοτική» Λεξικογραφικό Δελτίο της Ακαδημίας Αθηνών, τομ.3 (1941), σελ.3-56
****





Λεωνίδας Ιασωνίδης
1884 - 1959

 "Αξιωθείς να γεννηθώ Έλλην, ευλογώ τον Θεόν ότι είμαι Πόντιος".

Γεννήθηκε στα Κοτύωρα το 1884, αλλά όπως αναφέρει ο ίδιος σε μία εργασία του, η Πουλαντζάκη είναι η πατρίδα του. Καταγόμενος από πατριαρχική οικογένεια τα πρώτα γράμματα έμαθε στην Πουλαντζάκη και την Κερασούντα, για να συνεχίσει τις σπουδές του στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας από το οποίο και αποφοίτησε το 1902. Συνέχισε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης και πήρε το δίπλωμα το 1912. Κατόπιν πήγε στο Παρίσι όπου το 1914 πήρε πτυχίο στις πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες.
Από νωρίς άρχισε να ασχολείται με τα κοινά. Ήδη από το 1905 συμμετέχει στην «Τετραμελή επί των σχολών Εποπτεία» της
Πουλαντζάκης, γεγονός που μαρτυρεί την άμετρη αγάπη προς την ιδιαίτερη πατρίδα του.

Κατά τη διάρκεια του Α’ παγκοσμίου πολέμου ο Ιασωνίδης έφυγε από τη Γαλλία και διαμέσου της Ρουμανίας έφτασε στο Ροστόβ της Ρωσίας για να εμψυχώσει τις ελληνικές κοινότητες του Καυκάσου. Εκεί ίδρυσε και την «Ευξεινοπόντειον ΄Ενωσιν» το 1917.  Είναι επίσης από τους ιδρυτές της «Κεντρικής Ενώσεως των Ποντίων» στο Αικατερινοντάρ, 1918. 
Από το 1917 τόσο στην περιοχή του Καυκάσου όσο και της Κριμαίας κατέφθαναν Πόντιοι πρόσφυγες προκειμένου να σωθούν από τις σφαγές των Τούρκων, ενώ χιλιάδες έφταναν στο Βατούμ ψηφίσματα Ποντίων από όλη τη Νότια Ρωσία για να διακηρύξουν την πίστη τους στην ανεξαρτησία του Πόντου. Έτσι το 1919 συμμετέχει στην Εθνοσυνέλευση των Ποντίων του Βατούμ, της οποίας εχρημάτισε και τελευταίος πρόεδρος, με σκοπό την αποκατάσταση του Πόντου και τη δημιουργία ανεξάρτητης-αυτόνομης Δημοκρατίας. 
Το 1920 έρχεται στην Αθήνα συμμετέχοντας στις προσπάθειες της κυβέρνησης Βενιζέλου, επισκέπτεται το Παρίσι και το Λονδίνο αργότερα, επικεφαλής της Επιτροπής Εθνικής Αμύνης και αγωνίζεται με κάθε τρόπο για την ανεξαρτησία του Πόντου. Για όλες αυτές τις προσπάθειες καταδικάστηκε ερήμην στον «δι’ αγχόνης» θάνατο από τα δικαστήρια ανεξαρτησίας της Αμάσειας (20-9-1921). Επειδή οι Τούρκοι δεν μπορούσαν να τον συλλάβουν, έπιασαν τον 27χρονο αδερφό του και τον έκαψαν ζωντανό.
Το Σεπτέμβριο του 1922 έρχεται πρόσφυγας στην Ελλάδα όπου γίνεται θερμός προστάτης των προσφύγων που κατέφυγαν εδώ μετά τη μικρασιατική καταστροφή (1922) και τη συνθήκη της Λαζάνης (1923). 
Το 1927 υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, η οποία σύμφωνα με το 1ο άρθρο του καταστατικού της σκοπό είχε  «την περισυλλογή, μελέτη και δημοσίευσις γλωσσικού, λαογραφικού και ιστορικού υλικού του Πόντου». Με την εγκατάσταση του στην Ελλάδα ασχολείται ενεργά με την πολιτική και από το 1923 εκλέγεται συνεχώς Βουλευτής Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε στο Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας όπου για 32 ολόκληρα χρόνια στάθηκε στο πλευρό των προσφύγων, ενώ χρημάτισε και Υπουργός Πρόνοιας επί κυβερνήσεως Φιλελευθέρων από το 1930-1932.
    Το 1936 κατέφυγε στην Αγγλία, αποστρεφόμενος τη δικτατορία που επιβλήθηκε στη χώρα μας, όπου ερευνώντας πολλές βιβλιοθήκες και μάλιστα του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, διαρκώς αρθρογραφούσε σε διάφορες εφημερίδες για τα δίκαια της Ελλάδας εμψυχώνοντας τους Έλληνες στον αγώνα τους εναντίον των δυνάμεων της γερμανικής κατοχής. Μετά το τέλος του πολέμου και την επιστροφή του στην Ελλάδα πολιτεύθηκε και πάλι, επανεκλέγει Βουλευτής και τέλος διετέλεσε Υπουργός Βορείου Ελλάδος.
Υπήρξε απλός και ταπεινός στη ζωή του, αμερόληπτος στις κρίσεις του και δίκαιος, τίμιος στο χαρακτήρα και ευθύς, αλλά πάνω από όλα φλογερός Πόντιος. Παροιμιώδης θα μείνει η φράση του:


«Ξηρανθήτω ημίν ο λάρυγξ, εάν επιλαθώμεθά σου ω πάτριος Ποντία γη»
Να ξεραίνεται η γούλα μ' αν ανασπάλλω σεν πατρίδα' μ, Πόντια γη


***
Χρύσανθος ο από Τραπεζούντος

1881-1949

Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος (Φιλιππίδης) είναι ίσως η σπουδαιότερη προσωπικότητα της νεώτερης ιστορίας του Πόντου. Θρακιώτης στην καταγωγή (γεννήθηκε το 1881 στην Κομοτηνή) αγάπησε τον Πόντο και τους Ποντίους και ταυτίστηκε μ’ αυτούς. Σεβαστή προσωπικότητα και από τους Τούρκους, γι αυτό και όταν επίκειτο η κατάληψη της Τραπεζούντας από τους Ρώσους το 1916, σ’ αυτόν την παρέδωσαν λέγοντας την ιστορική εκείνη φράση: “Από σας την πήραμε αυτή την πόλη σ’ εσάς την παραδίδουμε”.
Με την έλευσή του στην Ελλάδα μετά τον ξεριζωμό, διορίσθηκε αποκρισάριος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Παράλληλα ασχολείται με το Ποντιακό στοιχείο που τόσο αγάπησε αλλά και αγαπήθηκε από αυτό. Με δική του ιδέα και πρωτοβουλία ιδρύθηκε το 1927 η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, η οποία έπαιξε σημαντικότατο ρόλο στη συγγραφή και διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς του Ποντιακού Ελληνισμού. Πρώτος πρόεδρος της Επιτροπής από την ίδρυσή της μέχρι τήν ημέρα που κοιμήθηκε πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες, τόσο συγγράφοντας ο ίδιος όσο και συγκεντρώνοντας το πολύτιμο υλικό που κατέθεταν οι Πόντιοι της πρώτης γενιάς. Πολύτιμος συνεργάτης του ο Γραμματέας της Επιτροπής, αρχιμανδρίτης Άνθιμος Παπαδόπουλος, ο οποίος τον διαδέχθηκε στην προεδρία μετά την κοίμησή του.
Το 1939 γίνεται Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Στον θρόνο του Αρχιεπισκόπου παρέμεινε μέχρι την κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς. Οι λόγοι της απώλειας του Αρχιεπισκοπικού του θρόνου ήταν δύο. Ο πρώτος ότι αρνήθηκε να χοροσταστήσει σε λειτουργία στη Μητρόπολη, παρουσία των Γερμανικών αρχών κατοχής και ο δεύτερος ότι αρνήθηκε να ορκίσει την δοτή κυβέρνηση Τσολάκογλου. Τις ενέργειες αυτές συνόδευαν τα ιστορικά εκείνα λόγια: «Ο αρχηγός της εκκλησίας δεν παραδίδει την πρωτεύουσα της πατρίδος του εις ουδένα ξένον. Ο αρχηγός της εκκλησίας ένα καθήκον έχει: Να φροντίσει δια την απελευθέρωσίν της». Τον διαδέχθηκε ο Δαμασκηνός, του οποίου ο ανδριάντας στήθηκε στον προαύλιο χώρο της Μητρόπολης των Αθηνών. Έζησε το υπόλοιπο της ζωής του σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Κυψέλη. Κοιμήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1949.

 ****



Ευκλείδης Κουρτίδης
1885 - 1937
Καπεταν Ευκλείδης, ο θρυλικός αντάρτης του Ανατολικού Πόντου.

Γεννήθηκε στην Σάντα του Πόντου το 1885. Ήταν ένας απο τους πιο φημισμένους οπλαρχηγούς της περιοχής . Εμφανίστηκε ως οπλαρχηγός κατά τη Ρωσική κατοχή του Πόντου (1916-18). Με την αποχώρηση των Ρώσων πάρθηκε η απόφαση για ένοπλη αντίσταση, σε μιά εποχή που ο αγώνας στα βουνά της Σάντας ήταν δύσκολος. Ανάδειξε μια καινούρια γενιά παλικαριών που έγιναν θρύλος.
     Οι αρχηγοί τών Τούρκων τσετέδων και προπάντων ο φοβερός Σουλεϊμάν Κάλφας της κοντινής Γιομουράς, το είχαν βάλει πείσμα ν' αφανίσουν τήν Σάντα, άλλα σκόνταφταν επά­νω στην ορμή τών ανταρτών της. 

Ο Ευκλείδης μαζί με άλλους τριάντα Σανταίους, ιδιαίτερα με Γαλιανίτες, ήρθαν σε επαφή με το σωματείο "Ένωσις" της Τραπεζούντας κι οπλίστηκαν. Περίμεναν και βοήθεια από το ελληνικό σώμα, που λεγόταν ότι ετοιμαζόταν στον Καύκασο. 
Από την Τραπεζούντα πήγε στη Σάντα ο απεσταλμένος του σωματείου "Ένωσις", Θεοδόσης Χειμωνίδης, μάζεψε τους προεστούς σε γενική συνέλευση και συγκρότησαν κεντρική επιτροπή άμυνας. Πρόεδρος της ορίστηκε ο Χειμωνίδης, Γενικός οπλαρχηγός του αγώνα ορίστηκε ο Γιάννης Σπαθάρος με βοηθούς τους Αβραάμ Καλαϊτζίδη, Χρήστο Σεβαστίδη και Ευκλείδη Κουρτίδη. Ο Ευκλείδης ήταν οπλαρχηγός των Ισχανταίων, με βοηθούς το Γεώργιο Γωνιάδη και τον Περικλή Κουφατσή. Οι Ισχανταίοι του Ευκλείδη έσκαψαν χαρακώματα, που τα φύλαγαν μέρα νύχτα, αλλάζοντας φρουρές. Ήταν πάνω από διακόσιοι άντρες, καλά οπλισμένοι με μάνλιχερ, μάουζερ, γεράδες και με ότι άλλο είχαν, καθώς και με χειροβομβίδες, που τις βρήκαν άδειες και τις γέμισαν με δυναμίτη, προσθέτοντας και καψούλια.
Αρχές του 1918, αέρας πολεμικός φυσούσε στα χωριά της Σάντας κι όλοι οι Σανταίοι βρίσκονταν στα όπλα. Επιταγμένα άπ' την Επιτροπή της άμυνας όλα τά ζώα, νοικιασμένα κι’ άλλα απ’ τήν Γαλίαινα, έτοιμα ολούθε τά παλληκάρια, μέ τους σκοπούς στα χαρακώματα, πού είχαν διαταγή να ρίξουν τρεις τουφεκιές για σύνθημα στην περίπτωση πού θα φαινόταν ο εχθρός.

Η πιο δραματική στιγμή του αντάρτικου της Σάντας, ήταν η μάχη στη σπηλιά της Μαγάρας. Όπως αναφέρει σε αφήγση του στην "Ποντιακή Εστία" (τεύχος 88), ο Κρωμναίος Ζαχαρίας Μουσικίδης, οι αντάρτες στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1921, μαζεύτηκαν στη Μάγαρα (Μεγάλη Σπηλιά) μαζί με 300 γυναικόπαιδα από τη Σάντα. Οι αντάρτες Σανταίοι ήταν εκατο. Εκεί ταμπουρώθηκαν. Οι Τούρκοι του Σουλεϊμάν Κάλφα τους επιτέθηκαν και ζήτησαν να παραδοθούν. Ο Δημήτριος Τσιρίπ, υπαρχηγός του Ευκλείδη, βγήκε και φώναξε πως δεν παραδίδονται. Μιά σφαίρα τον χτύπησε στο κεφάλι και τον σκότωσε. 
Ο Ζαχαρίας Μουσικίδης στην αφήγησή του, συνεχίζει:

"Ο Ευκλείδης τότε, μόλις είδε πως σκοτώθηκε ο συναρχηγός του, μεταχειρίστηκε το παρακάτω τέχνασμα: Δέκα παλικάρια είχαν πιστόλια των 10 φυσιγγίων. Τα πιστόλια αυτά ήσαν αυτόματα, και όταν πυροβολούσε κανείς με αυτά έδινε την εντύπωση πολυβόλου. Διέταξε λοιπόν ο Ευκλείδης στα παλικάρια του να ρίξουν με τα πιστόλια ο ένας κατόπιν του άλλου, για να προκαλέσει στους Τούρκους την εντύπωση που ήθελε. Μόλις βρόντησαν τα πιστόλια, οι Τούρκοι τα πήραν για πολυβόλα και τα'χασαν. Επάνω στη σαστιμάρα τους ακούστηκε και ο τρομερός βρόντος δύο χειροβομβίδων αντάρτικης κατασκευής, και όλα αυτά κλόνισαν το ηθικό των Τούρκων". 

Έτσι τέλειωσε η μάχη της Μάγαρας όπου χάθηκε ο ένας απ' τους δυο γενναίους αρχηγούς των ανταρτών της Σάντας.  Αλλοι αντάρτες ακολούθησαν άλλες γυναίκες και παιδιά για προστασία και τις σιγούρεφαν μέσα στα πυκνά δάση της Παναγίας Σουμελά, απ' όπου πάλι ξέφυγαν αργότερα. Ο στρατός, ευθύς μετά την εκτόπιση του πληθυσμού, έβαλε φωτιά στα περισσότερα σπίτια, έκαψε και τις εκκλησιές τίναξε με δυναμίτες τα κωδωνοστάσια, κατάστρεφε ακόμα και τις βρύσες. Ύστερα έφυγε ο στρατός και μείναν μόνοι οι τσέτες που πέσαν στη λεηλασία, βασάνισαν και σκότωσαν όσους γέρους και γριές βρήκαν κρυμμένους κι έφυγαν κι αυτοί.

Μετά την καταστροφή της Σαντάς είχε ελαττωθεί η πίστη των ανταρτών στον αγώνα τους , που δεν είχε πλέον νόημα και αυτό οδήγησε στη χαλάρωση της συνοχής τους , εκτός του ότι είχαν και προσωπικές διαφορές ανάμεσά τους. Για το λόγο αυτό αλλά και για να δώσουν μικρότερο στόχο χώρισαν σε ομάδες. Οι Σανταίοι αντάρτες είναι οι τελευταίοι Έλληνες που αποχώρησαν από την πατρίδα το 1924,  όταν όλοι οι άλλοι πόντιοι είχαν ήδη εγκατασταθεί στην Ελλάδα σχεδόν δύο χρόνια πριν.
Ο Ευκλείδης Κουρτίδης ήρθε στην Ελλάδα το 1924 και εγκαταστάθηκε στη Νέα Σάντα στο Νομό Κιλκίς. Αρνούμενος να εξαργυρώσει τους αγώνες και τη φήμη του, ασχολήθηκε με την κτηνοτροφία. Απεβίωσε στις 10 Φεβρουαρίου του 1937, όταν έπεσε απο το κάρο του και τον ποδοπάτησαν τα άλογά του. Η αγάπη του για την πατρίδα, το ήθος του και η απαράμιλλη παλικαρία του, έγινε τραγούδι:

"Σαπάν Μούσα, Σειτ αγάς,
Κάλφας ο Γιομουρέτες
Ετρόμαζαν που άκουγαν
Ευκλείδης ο Σαντέτες!!

 ****


Φίλων Κτενίδης
1889 - 1963
Ο αθεράπευτος, νοσταλγός και υμνωδός του Πόντου

Θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος, γιατρός. Ήταν ιδρυτής του σωματείου «Παναγία Σουμελά» και εμπνευ­στής της ιδέας για ανιστόρηση της νέας μονής Παναγίας Σουμελά στην Καστανιά Βερμίου.

Γεννήθηκε το 1889 στην Τραπεζούντα. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Κρώμνη, για αυτό και αναφέρεται συχνά σ' αυτήν. Το 1906 αποφοίτησε αριστούχος από το Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Από τον ίδιο χρόνο έως το 1909 εργάστηκε ως λογιστής. Παράλληλα ήταν φιλολογικός συνεργάτης της εφημερίδας της Τραπεζούντας «Εθνική Δράσις». Το 1910 εκδίδει το δεκαπενθήμερο περιοδικό «Επιθεώρησης». Καταδιώκεται από τους Νεότουρκους και κατεβαίνει στην Αθήνα, όπου γράφεται στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου.

Το 1912-13 τάσσεται εθελοντής στον Ελληνικό στρατό και συμμετέχει στις επιχειρήσεις των μετώπων Ηπείρου και Μακεδονίας. Το 1914-15 καταδιωκόμενος από τους Τούρκους, επειδή υπηρέτησε στον Ελληνικό στρατό, καταφεύγει στα ελληνικά χωριά του εσωτερικού της Τραπεζούντας, όπου προσφέρει δωρεάν τις πολύτιμες υπηρεσίες του ως γιατρός. Με την είσοδο των ρωσικών στρατευμάτων στην Τραπεζούντα πηγαίνει στον Καύκασο και από το 1915 ως το 1917 υπηρετεί ως γιατρός, διευθυντής του μεγαλύτερου ρωσικού στρατιωτικού νοσοκομείου στα Πλάτανα. Αποστρατεύτηκε μετά την επανάσταση του 1917. Το 1918 υπήρξε πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου των Ποντίων στο Κρασνοντάρ της Ρωσίας. Με πρόταση του, απαλλάσσεται από τα καθήκοντα του προέδρου (για να μπορεί να κινείται ελεύθερα) και πηγαίνει στην Αθήνα, για να ενημερώσει την Ελληνική κυβέρνηση πάνω στο ζήτημα της ανεξαρτησίας του Πόντου. Απογοητευμένος από τη δυσάρεστη τροπή του πήρε το εθνικό αυτό θέμα, φεύγει για το Παρίσι, για ιατρική ειδίκευση.

Το 1920 διακόπτει για δεύτερη φορά τις σπουδές του και σπεύδει εθελοντής στο μικρασιατικό μέτωπο, όπου πιστεύει πως κρίνεται η τύχη του Ελληνικού έθνους. Το 1922 πήγε με την οικογένεια του στη Θεσσαλονίκη. Το 1935 εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών με το Λαϊκό Κόμμα του Τσαλδάρη. Από το 1938 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη ασκώντας το επάγγελμα του γιατρού.

Νοσταλγός της αλησμόνητης πατρίδας, γράφει πολλά θεατρικά έργα, και το 1950 εκδίδει το λαογραφικό περιοδικό «Ποντιακή Εστία». Στόχος του περιοδικού, το οποίο βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών, ήταν η συγκέντρωση καν διαφύλαξη των ιστορικών και λαογραφικών θησαυρών του Πόντου. Παράλληλα κάνει σκληρό και επίπονο αγώνα για την ανιστόρηση στην Ελλάδα, της ερειπωθείσας στον Πόντο ιστορικής Σταυροπηγιακής Μονής της Παναγίας Σουμελά.

Το 1951 θεμελιώνει τον πρώτο μικρό ναό στην Καστανιά. Το λογοτεχνικό έργο του Κτενίδη, που περιλαμβάνει κυρίως ποιήματα, με κορυφαίο συνθετικό ποίημα την «Καμπάνα του Πόντου», είναι ένας ύμνος στις αλησμόνητες πατρίδες. Από τα πρώτα του ποιήματα, που δονούνταν από πατριωτισμό, ως την «Καμπάνα» της νοσταλγίας και το «Λάκριμα Ρέρουμ» (Τα δάκρυα των πραγμάτων) του γκρεμισμένου Κάστρου, οι στίχοι του σαν κελάρυσμα των νερών του Πυξίτη της Τραπεζούντας, σαν κελάηδισμα των πουλιών στα ποντιακά παρχάρια, συγκινούν και θα συγκινούν τους Πόντιους πάντοτε. Δυστυχώς, επειδή όλα τα ποιήματα του είναι γραμμένα στην ποντιακή διάλεκτο, δεν μπορούν να απολαύσουν την ομορφιά τους και οι μη Πόντιοι.

Από την «Καμπάνα του Πόντου»

«Έναν πουλίν, μαύρον πουλίν,
μαύρον άμον την νύχταν
ολονυχτίς τριγύριζεν ολόερα 'ς σον Κάστρον
'ς σον Κάστρον, 'ς σα μαντρότοιχα,
τη μαυρο Τραπεζούντας...
Κάποτ' εγέντονε σεισμός
κι η γη όλεν εσείεν κι έναν ημέραν άχαρον,
έναν ημέραν μαύρον,
επάρθαν τα κλειδιά 'θε
κι ο Κάστρεν εκρεμίεν.
Κι ο Κάστρεν, ο θεόρατον
εγέντον κοιμητήριν...».

Τα 17 θεατρικά του έργα, δράματα, ηθογραφίες και κωμωδίες, πολλά από τα οποία δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν από τα θεατρικά έργα άλλων Ελλήνων και ξένων δραματουργών, απαθανάτισαν τα ήθη και έθιμα του Πόντου, θεμελίωσαν και στέριωσαν το ποντιακό θέατρο στην Ελλάδα. Είναι ο μοναδικός Πόντιος θεατρικός συγγραφέας, που τα έργα του έχουν παρουσιαστεί από τους περισσότερους ερασιτεχνικούς θιάσους, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Η Αλεξάνδρα Ιασονΐδου-Αργυροπούλου, σε δημοσίευμα της στο «Αρχείον του Πόντου» με τίτλο «Λαογραφικά στοιχεία μέσα από το θεατρικό έργο του Φίλωνα Κτενίδη», αναφέρει μεταξύ άλλων: «Μέσα στα θεατρικά έργα του Φ. Κτενίδη μπορούμε να παρακολουθήσουμε τη ζωή, όπως κυλούσε στην πατρογονική γη, στον Πόντο. Είναι μια πλούσια πηγή για τα ήθη και τα έθιμα, τις παρα­δόσεις, την κοινοτική ζωή κλπ.».

Ο Ιωακείμ Σαλτσής, στη νεκρολογία για το θάνατο του μεγάλου Πόντιου ποιητή, σημειώνει: «Υπέροχη -ξέχωρα- πνευματική προσφορά του ποιητή της «Καμπάνας του Πόντου» είναι τα θεατρικά του έργα. Η παραγωγή τους αρχίζει μεταπολεμικώς και συνεχίζεται αργότερα, παράλληλα με την έκδοση του περιοδικού του. Ανεβάζονται στη νεοδημιουργημένη «Ποντιακή Σκηνή» στην Αθήνα, Πάτρα και στις επαρχίες της Β. Ελλάδας κατ' επανάληψη. Πάταγο δημιουργεί και συναγερμό προκαλεί παντού το ανέβασμά τους. Είναι αλήθεια ότι η «Ποντιακή Σκηνή» δημιουργείται ήδη από την Κατοχή. Αλλά πάσχει από έλλειψη έργων. Συμπυκνωτής της αντιλήψεως ότι οι ποντιακοί λαογραφικοί θησαυροί και θρύλοι θ' αποδώσουν αν διδαχτούν από Σκηνής σε ιδιώματα ποντιακά είναι ο Φ. Κτενίδης, ο οποίος προχωρεί στο έργο αυτό της δημιουργίας ακαταπόνη­τος και αδάμαστος. Όλα του τα έργα (με κορωνίδα τον «Ξενητέαν») είναι εξαιρετικά και δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε από την σύγχρονη Ελληνική ηθογραφική πα­ραγωγή. Δεκαέξι θεατρικά έργα συνθέτει έως το 1958. Ορυμαγδός γονιμότητας και παραγωγικότητας...».

Ο Ιωάννης Εφραιμίδης έγραψε: «Υπήρξε μία διακεκριμένη προσωπικότητα μεταξύ του πνευματικού κόσμου της Ποντιακής οικογενείας. Συγγραφέας αρίστων θεατρικών ποντιακών έργων, δημιούργησε καινούργια ζωή στο καθυστε­ρημένο Ποντιακό Θέατρο και του έδωσε πνευματική πνοή. Ηθογράφος και ποιητής. Χαρίσματα φυσικά. Ήταν ίσως ο πρώτος μεταξύ των Ποντίων όστις μελέτησε-ερεύνησε τον χαρακτήρα και την ζωή του Ποντίου, τις αναμνήσεις από την ζωή της αλησμόνητης Πατρίδος μας και συνέγραψε τα ωραία θεατρικά του έργα, τις ηθογραφίες και άλλες πολλές πνευματικές εργασίες. Δεν επιθυμώ να θεωρηθώ υπερβολικός στην διαπίστωσή μου, ότι με τον Κτενίδη ανυψώθηκε η στάθμη του πολιτισμού του Ποντιακού λαού στο Πανελλήνιο. Γεγονός το οποίο αναγνωρίζεται και από τον γηγενή κόσμο...».

Τα θεατρικά έργα του Κτενίδη είναι τα εξής: «Ο Ξενιτέας», «Ο Μάραντον», «Το Γιάντες», «Το Μαυροκόρτ'ς», «Ο Γκιαούρτς», «Η Προξενεία», «Ο Χωρέτες», «Ο Τελευταίον ο χορός», «Ο Κλήδονας», «Ο Διγενής Ακρίτας», «Οι Πατρίδες», «Σουμελά», «Η γυναίκα του πρωτομάστορα», «Ο Κλήδονας», «Η Αποθήκη της Στοφορίνας», «Η Ανεψιά τη Βέβαια», «Η Δασκαλίτσα», «Υπουργικά βάσανα», και «Ο Ζουρνάς».

Ως δημοσιογράφος άρχισε να γράφει φιλολογικά θέματα στην εφημερίδα της Τραπεζούντας «Εθνική Δράσις», όταν ήταν 20 χρόνων. Φίλος με τον εθνομάρτυρα δημοσιογράφο Νίκο Καπετανίδη και οι δυο τους «δεν ήξεραν αν έγραφαν παίζοντας ή αν έπαιζαν γράφοντας», όπως σημειώνει ο ίδιος στις αναμνήσεις του, στο περιοδικό «Ποντιακή Εστία». Στα 21 του χρόνια εκδίδει το δεκαπενθήμερο φιλολογικό και λαογραφικό περιοδικό «Επιθεώρησις». Σύντομα το περιοδικό ξεπερνά τα σύνορα του Πόντου και κυκλοφορεί και στη Ρωσία όπου έχει και συνεργάτες. Κτενίδης και Καπετανίδης ο ένας πάντοτε κοντά στον άλλον. Εκτός από τα εθνικά τους ενδιαφέροντα, παρακολουθούν και τα φιλολογικά δρώμενα στην Ελλάδα και στην Κωνσταντινούπολη μέσα από τα έντυπα που φτάνουν φανερά ή κρυφά στον Πόντο. Είναι αναγνώστες του περιοδικού του Γρηγόρη Ξενόπουλου «Η διάπλασις των παίδων» και διαβάζουν Έλληνες, Ρώσους και άλλους Ευρωπαίους συγγραφείς. Οι σπουδές του τον αναγκάζουν να πάει στην Αθήνα. Τότε αφήνει την διεύθυνση του περιοδικού του στο φίλο του Καπετανΐδη, ο οποίος εκδήδει τα τελευταία τεύχη. Ο Κτενίδης σημειώνει ότι τα τεύχη που έβγαλε ο Καπετανίδης ήταν τα καλύτερα. Το 1950 προχώρησε στην έκδοση του περιοδικού «Ποντιακή Εστία».

Ο Σταθης Αθανασιάδης (Γεροστάθης), στον προλογισμό μιας τριετίας (της «Ποντιακής Εστίας» τον Ιανουάριο του 1953), γράφει μεταξύ άλλων: «Εγώ τουλάχιστο, παίρνοντας παράδειγμα τα προηγούμενα ποντιακά περιοδικά, τα οποία ύστερα από ένα χρονικό διάστημα έπαψαν να εκδίδονται ή άλλα φυτοζωούν, νόμιζα πως και η «Ποντιακή Εστία» θα 'σβηνε σύντομα, για να παραχωρήσει τη θέση της σε κάποιο άλλο περιοδικό. Το οικονομικό προπάντων ζήτημα ήταν κατά τη γνώμη μου ο σκόπελος, πάνω στο οποίο η «Ποντιακή Εστία» ήθελε να προσκρούσει και να συντριβεί. Πόσο όμως βγήκα γελασμένος...». Ο ίδιος ο Γεροστάθης. στον επικήδειο του για τον Κτενίδη ανέφερε: «...Ανήσυχος νοσταλγός και οραματιστής, εκδίδει, το 1950 το λαογραφικό περιοδικό της Βόρειας Ελλάδας, την «Ποντιακή Εστία». Συγκεντρώνει γύρω του τους κορυφαίους Ποντίους λαογράφους των Επαρχιών και της Αθήνας και επιτυγχάνει τις συνεργασίες των Πανεπιστημίων μας. Και σύντομα η «Ποντιακή Εστία» ανεβαίνει σε περιωπή.

Στις σελίδες της βρίσκουν θεραπεία του νοσταλγημένου ψυχικού, ηθικού και εθιμικού τους κόσμου, χιλιάδες Πόντιοι πρόσφυγες. Αλλά και ποικίλες ιστορικές πληροφορίες από τη συνολική ζωή των πατέρων τους μέσα στην ιστορική διαδρομή 30 αιώνων καταγράφονται σε αυτή. Εξέχουσα θέση μέσα στο περιοδικό κατέχουν πεζογραφήματα του διευθυντή του: Ιστορικά, κοινωνικά, έργα θεατρικά. Μα καταγράφονται και λαογραφικά θέματα σε μορφή εύθυμου διαλόγου και περιγραφής σε ελληνοποντιακό γλωσσικό ιδίωμα, ό­πως είναι ο «Βεβαίας» και η «Καρτερή». Ποιήματα ολκής και αξίας, όπως είναι «Ο θάνατος τη Δήμο» κ.ά., με κορωνίδα και απαρχή την περιλάλητη ελεγεία «Η Καμπάνα του Πόντου». Λόγος ποιητικός, προορι­σμένος να ζήσει.

Ο Φίλων Κτενίδης είναι ορμητικός πατριώτης και πατριδολάτρης. Δεν πρόκειται καθαυτό για την έκδοση ενός λαογραφικού περιοδικού. Πρόκειται για κάτι άλλο. Με πόνο ο στοχαστής-εκδότης βλέπει ότι και η ποντιακή κοινωνία αργά αλλά σταθερά, παίρνει τη ροπή προς τη γνωστή -ξενική- διαφοροποίηση και σύγχυση και ανασκουμπώνεται αποβλέποντας με πάθος, ν' αναστυλώσει τις αρχαιόπρεπες παραδόσεις του Πόντου. Όσες είναι γόνιμες, βιώσιμες και άξιες ικανές να διδάξουν. Τα ήθη του Πόντου τα οποία είναι πρόσφορα για μια ανόρθωση, ανανέωση και φυσιολογική εξέλιξη και στερέωση των Ποντίων. Με το λόγο. Ναι με το λόγο. Διότι «ο λόγος είναι μαγεία». Μοχθεί. Μεταβάλλεται σε ασκητή του γραφείου του, μακριά από κοινωνικές συντροφιές. Μόνος του για χρόνια, άγρυπνος ερευνητής, κριτής και ρυθμιστής ύλης, διορθωτής τυπογραφικών δοκιμίων και φύλλων. Μεσάνυχτα περνούν. Έως την 2α και 3η πρωινή ώρα αγωνίζεται με την πένα στο χέρι. «Αντλεί εις πίθον Δαναΐδων»; Στάθηκε ανεδαφικός; Όχι.

Δεκατέσσερα χρόνια περνούν και η «Ποντιακή Εστία» -άθλος διάρκειας χρονικής, αποτελεί ένα θησαυρό και ένα κώδικα λαογραφικής, ιστορικής, εθνολογι­κής και γλωσσολογικής ύλης. Συγκίνησε και πότισε χορταστικά το δέντρο του πατρογονικού ήθους. Και επηρέασε τις σύγχρονες ποντιακές γενεές: Έδωσε αυτοεπίγνωση και συνείδηση του «είναι», στον Ελληνοποντιακό κόσμο. Και ενέγραψε υποθήκη αναμετάδοσης στις ερχόμενες γενεές του. Μεθαύριο οι τόμοι του περιοδικού θα κινούν την ευγενική περιέργεια, θα συγκι­νούν, θα οδηγούν, θα επηρεάζουν τους κουρασμένους από την αροθυμία και το ηθικό χρέος επιγόνους...

Η επίσημη αναγνώριση των πνευματικών μόχθων του γιατρού ήρθε πανηγυρική και επίκαιρη. Το 1956 η Ακαδημία Αθηνών βραβεύει την «Ποντιακή Εστία». Χωρίς, ποτέ, να το επιδιώξει ο ίδιος προσωπικά. Το Νοέμβριο του 1950, σε μια διάλεξη του, εμπιστεύεται, εξομολογείται την ορμή της ψυχής του. Ότι τον διαφλέγει ο πόθος να ανιστορήσει το εθνικοθρησκευτικό παλλάδιο του Πόντου, τη μονή της Παναγίας Σουμελά. Η πρόταση ξαφνιάζει, αλλά και επιδοκιμάζεται και ενθουσιάζει. Και το 1951 καταθέτει το θεμέλιο λίθο. Και γίνεται ο κτήτορας της μονής και ο κύριος ρυθμιστής και πρωτομάστορας των παραπέρα δομικών εξελίξεων. Με το τίποτε στην αρχή. Με μόνο βοηθό την πίστη του την ακράδαντη ότι οι Πόντιοι θα σπεύσουν να τον βοηθήσουν υλικά. Και το ένστικτο του δεν τον διαψεύδει. Μια δυο εκκλήσεις του από τις στήλες της «Ποντιακής Εστίας» και οι δωρεές, οι συνδρομές, καταφθάνουν η μια πίσω από την άλλη.

Το 1959 ο Κτενίδης έριξε την ιδέα για σύγκληση παμποντιακού συνεδρίου. Στενό συνεργάτη του στην υπόθεση αυτή έχει το Χρήστο Κουλαουζίδη, δημοσιογράφο, μέλος της διοίκησης της «Παναγίας Σουμελά». Η πρόταση του Κτενίδη δημοσιεύτηκε στην «Ποντιακή Εστία» και έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής. Τα ποντιακά έντυπα άρχισαν να ασχολούνται με το θέμα αυτό. Οι αρθογράφοι επέμεναν στη συμμετοχή στο συνέδριο και των Ελληνοποντίων του εξωτερικού. Έγιναν και πολύ αυστηρές κρίσεις. Η πρώτη επίσημη σύσκεψη για τη σύγκληση του συνεδρίου έγινε στις 16 Αυγούστου 1959 στη μονή της Παναγίας Σουμελά, στο Βέρμιο. Πήραν μέρος 35 εκπρόσωποι 28 ποντιακών σωματείων. Μέλη της Κεντρικής Οργανωτικής Επιτροπής του συνεδρίου εκλέχθηκαν με σειρά επιτυχίας οι Φίλων Κτενίδης, Ελευθέριος Παυλίδης, Χρήστος Κουλαουζίδης, Νικόλαος Γεωργιάδης, Δημήτριος Σεϊτανίδης, Αγαθή Κογκαλίδου και Αντώνιος Σουρμελής. Επι­λαχόντες ήταν οι Ιωάννης Αβραμάντης, Ευστάθιος Αθανασιάδης, Αντώνιος Τερζόπουλος, Παναγιώτης Τανιμανίδης, Γεώργιος Σακκάς, Ηλίας Σπανάκης και Αθανάσιος Ανδρεάδης. Προσύσκεψη είχε γίνει στις 19 Απριλίου 1959. Θεωρήθηκε το σοβαρότερο βήμα για τη σύγκληση του συνεδρίου. Τελικά, αποφασίστηκε η σύγκληση του συνεδρίου στις 25 Σεπτεμβρίου 1959. Το συνέδριο όμως αυτό δεν έγινε ποτέ.

Ο Κτενΐδης γράφει στην «Ποντιακή Εστία» του Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 1959: «...Χωρίς αυτήν την προεργασία, πολύ φοβούμεθα ότι το Παμποντιακόν Συνέδριον, του οποίου η σύγκλησης αποτελεί έκδηλων ανάγκην του συντονισμού των ενεργειών όλων -Σωματείων και ατόμων- που πιστεύουν εις την σκοπιμότητα της καλλιέργειας και διαφυλάξεως της Ποντιακής Ιδέας, θα μείνει ένα από τα πολλά όνειρα που πλάθουν οι ίδιοι... Μόνον όνειρον...».


Καπετανίδης Νικόλαος
1889 - 1921

Γεννήθηκε στη Ριζούντα της Τραπεζούντας το 1889 και τον κρέμασαν στην Αμάσεια το 1921 με απόφαση των Δικαστηρίων Ανεξαρτησίας, που στήθηκαν με αποκλειστικό σκοπό την καταδίκη σε θάνατο όλων όσων αγωνίζονταν για την Ανεξαρτησία του Πόντου.

Το 1905 ολοκλήρωσε τις Γυμνασιακές του σπουδές στο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας και στη συνέχεια προσελήφθη στην Τράπεζα Φωστηροπούλου στην Τραπεζούντα. Ταυτόχρονα ασχολείται με τη δημοσιογραφία και λογοτεχνία και δημοσιεύει χρονογραφήματά του σε Εφημερίδες και Περιοδικά της Τραπεζούντας με το ψευδώνυμο Σίσυφος.
Την ίδια εποχή ο Φίλων Κτενίδης εκδίδει το Περιοδικό «Επιθεώρησις» στην Τραπεζούντα, όπου εργάζεται και ο Καπετανίδης.Το περιοδικό κυκλοφόρησε σε 24 τεύχη, από τα οποία τα 6 τελευταία τα εξέδωσε ο Καπετανίδης, γιατί ο Φίλων Κτενίδης αναχώρησε για σπουδές στην Αθήνα.Ανάμεσα στο Φίλωνα Κτενίδη και στον Νίκο Καπετανίδη αναπτύχθηκε στενή φιλία, για την οποία ο Κτενίδης γράφει στο τεύχος Μαΐου του 1950 της Ποντιακής Εστίας τα εξής.
 «… Όταν έφυγα για σπουδές στην Αθήνα, άφησα τη Διεύθυνση του περιοδικού «ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ», που εξέδιδα από το 1910 - σε ποιόν άλλο στο Νίκο Καπετανίδη. Τα 6 τελευταία τεύχη τα έβγαλε εκείνος, ήσαν τα καλλίτερα από τα 24 της όλης σειράς. Ήταν πολυγραφότατος και μελετηρός όσον ολίγοι. Ενθουσιώδης όσον κανείς…»
Την ίδια περίοδο ο Νίκος Καπετανίδης δημοσιεύει χρονογραφήματά του και στην Εφημερίδα της Τραπεζούντας «Ο Φάρος της Ανατολής». Το 1917 -18 εξέδωσε την εβδομαδιαία Εφημερίδα της Τραπεζούντας «Σάλπιγξ». Μετά την αποχώρηση των Ρώσων το 1918 από την Τραπεζούντα και την ανακατάληψή της από τους Τούρκους εξέδωσε την Εφημερίδα «Εποχή», από τις στήλες της οποίας φανερά έκανε επίθεση εναντίον της Τουρκίας και προέβαλε την Ανεξαρτησία του Πόντου.Για τις δραστηριότητές αυτές συνελήφθη από τις Τουρκικές Αρχές και με συνοπτικές διαδικασίες καταδικάστηκε στον δι’ αγχόνης θάνατο από τα δικαστήρια Ανεξαρτησίας στην Αμάσεια και τον κρέμασαν στις 21 Σεπτεμβρίου του 1921 σε ηλικία 32 χρόνων μαζί με άλλους 68 προύχοντες Έλληνες (δικηγόρους, γιατρούς, καθηγητές, δασκάλους φαρμακοποιούς. εμπόρους κλπ). 
 
«Ο δημοσιογράφος Νίκος Καπετανίδης, εκδότης της τραπεζουντιακής εφημερίδας «Εποχή» δολοφονήθηκε
από τους Τούρκους στα ψευδεπίγραφα κεμαλικά Δικαστήρια Ανεξαρτησίας.
Προσπαθώντας να δικαιολογήσει την τουρκική πράξη ο Ταχματζίδης εφηύρε την ανυπόστατη θεωρία ότι «ήταν πράκτορας της ελληνικής κυβέρνησης»

Η προσφορά του Νίκου Καπετανίδη στην Ποντιακή Ιδέα ήταν τεράστια. Η γραφίδα του εμψύχωνε τον Ελληνισμό του Πόντου. Η διακήρυξη του πιστεύω του τον οδήγησε στην κρεμάλα. Ο Νίκος Καπετανίδης ήταν σοσιαλιστής χωρίς όμως να ανήκει σε συγκεκριμένη πολιτική οργάνωση. Αγωνίστηκε σκληρά στην σύντομη ζωή του με πολύ θάρρος για τα Εθνικά ιδανικά και κύρια για τα δίκαια του Ποντιακού Ελληνισμού, τα οποία έβλεπε καθημερινά να ποδοπατούνται βάναυσα από τους Τούρκους, αλλά και από τους συμμάχους της Ελλάδας. Στα κύρια άρθρα της Εφημερίδας του, τα οποία υπέγραφε με το όνομα του, χτυπούσε τις δολοφονίες και λεηλασίες που έκαναν οι Τούρκοι. Μερικοί από τους τίτλους των άρθρων του. « Η ύπαιθρος κατασφάζεται», «Ρίζε, καημένε Ρίζε» κλπ. 
Στις 28 Μαρτίου του 1920, Μεγάλο Σάββατο, έγραφε στην «Εποχή» με τίτλο «Προς υψηλότερα και ωραιότερα» 
«…Είναι απόψε ο μεγάλος εξιλασμός.’ Όλοι μας έχομε περάσει τον δρόμον της αμαρτίας. Είμεθα οι πεζοπόροι μίας νύχτας αφώτιστης, ταρταρικής. Ενθυμηθείτε τι είδαν τα μάτια μας, χρόνους τώρα, τι εχάσαμεν. τι προσφέραμεν, ποίαν δύναμιν ζωής απωλέσαμεν. και ακόμη. Ποίος βλέπει το τέρμα του δρόμου; Θα δώσω μεν ίσως νέας θυσίας ακόμη, ακόμη υπάρχει η σκάλα του κακού. Ποίος γνωρίζει τι κλώθεται εις τον καθένα αύριον ή μεθαύριον, ποιος γνωρίζει ποία αμαρτία και ποίον έγκλημα ακόμα θα χαράξει κόκκινην γραμμήν εις την ζωήν μας…».
 Ήταν πραγματικά προφητικά τα γραφτά του, γιατί ήταν η τελευταία Λαμπρή της ζωής του, αφού τον επόμενο χρόνο (1921) συνελήφθη και απαγχονίστηκε.Ο Καπετανίδης ένιωθε τον κλοιό να στενεύει γύρω του, αλλά δεν έκανε πίσω ούτε μια στιγμή. Έγραφε στον Κτενίδη το 1921 «…Νιώθω πως εσύ στο μέτωπο διατρέχεις λιγότερους κινδύνους από εμένα. Να ξέρεις πως δεν στέκεται γερά το κεφάλι στους ώμους μου. Μα αυτό δεν σημαίνει τίποτα … κοιτάχτε να κάνετε καλά την δουλειά σας και δεν πειράζει αν λείψουν και μερικά κεφάλια.., σαν το δικό μου. Χαλάλι για την ελευθερία της πατρίδας..,»
Χαρακτηριστικό του κινδύνου που διέτρεχε ο Καπετανίδης είναι και το περιστατικό που περιγράφει στην «Ποντιακή Εστία», Σεπτέμβρης του 1975, ο αδελφός του Κώστας Καπετανίδης με το ψευδώνυμο Κώστας Μορφίδης και με τίτλο « Ο δήμιος του Πότου Τοπάλ Οσμάν». 
«…Με πικρό χαμόγελο δέχτηκε ο Νίκος Καπετανίδης την Παρασκευή 20 Μαρτίου 1920, την ανακοίνωση ότι θα τον επεσκέπτετο στα Γραφεία της «Εποχής» ο Οσμάν Αγάς, που με το ασκέρι του βρισκόταν στην Τραπεζούντα, για να επεκτείνει, ίσως, όπως το επιθυμούσε, και εκεί την απαίσια δράση του. Ως λόγος της επισκέψεως αναφαίρετο στην ειδοποίηση προς τον Νίκο η επιθυμία του Οσμάν Αγά «να τον δει και να τον γνωρίσει προσωπικά». Ο απαίσιος αυτός σφαγέας των Ελλήνων της Κερασούντος, που ήταν βαρκάρης το επάγγελμα και διορισμένος από τον Κεμάλ δήμαρχος Κερασούντος που κατά τον πλέον φρικτό τρόπο, άγριο και απάνθρωπο, είχε κατακρεουργήσει κυριολεκτικά το άνθος της ελληνικής εκείνης πόλεως, την αφρόκρεμα σε μόρφωση, σε πλούτο και σε κοινωνική υπόσταση (δικηγόρους, γιατρούς, φαρμακοποιούς, καθηγητές, κτηματίες, μουσικούς, δασκάλους κλπ) έκαμνε τώρα την εμφάνιση του στην Τραπεζούντα. Το ασκέρι του, βρομεροί φονιάδες, αποβράσματα της κοινωνίας, αγράμματοι και απαίδευτοι, οπλισμένοι με μάνλιχερ, με περίστροφα και κάθε είδους μαχαίρια είχε σπείρει τον τρόμο, την καταστροφή και τον όλεθρο πέρα από την Κερασούντα και περίχωρα της, και στην Ορντού, στην Τρίπολη, Σαμψούντα, Οινόη, Φάτσα, ‘Ερπα, όπου χωρίς καμία αντίσταση, έσφαζε γυναίκες, παιδιά και γέρους, ατίμαζε κορίτσια και έκαιε σπίτια.
Ο Νίκος (Καπετανίδης) με μόλις συγκρατούμενη ψυχραιμία, δήλωσε πρόθυμα πως θα τον δεχτεί και τον περιμένει, και γύρισε στους γύρω του και είπε. «Το κεφάλι μου δε στέκεται καλά στους ώμους μου». Εκείνοι τρομοκρατημένοι, του συνέστησαν να φύγει, να πάει στη Σάντα. Ο Νίκος αρνήθηκε.
Κατά τις 3 το απόγευμα της ίδιας ημέρας ήρθε ο Οσμάν Αγάς, περιστοιχισμένος από τα αιμοβόρα «παλικάρια» του, οπλισμένα με κάθε είδους όπλα. Ο Οσμάν αγάς, ο «άνθρωπος» έκατσε σε ένα κάθισμα απέναντι από το Γραφείο του Νίκου, πολύ κοντά του και οι υποτακτικοί του πήραν επίκαιρες θέσεις. Δύο στο δωμάτιο, όπου το Γραφείο του Νίκου, ανά ένας στα παράθυρα του Γραφείου, άλλοι στον προθάλαμο, όπου ήταν η διεκπεραίωση της Εφημερίδας, άλλοι στην εσωτερική σκάλα του κτηρίου, γιατί τα γραφεία της «Εποχής» ήταν στον πρώτο όροφο, και 4-5 στάθηκαν στην κεντρική είσοδο κάτω στο πεζοδρόμιο.Έτσι κατέλαβαν το άπαρτο κάστρο. Ο αδελφός του Κώστας, που κρατούσε τη διαχείριση της «Εποχής», παρέμενε στην θέση του, που ήτανε στην παράπλευρη γωνία του Γραφείου του Νίκου. Ο Οσμάν Αγάς καταδέχτηκε να χαιρετήσει τον Νίκο. Κάθισε χωρίς να περιμένει να του υποδείξουνε θέση, και αφού έβαλε το ένα πόδι επάνω στο άλλο και το αριστερό χέρι απλωτά πάνω στο Γραφείο του Νίκου, άρχισε να του ομιλεί σε έντονο ύφος. «Γιατί γράφεις στην εφημερίδα σου εναντίον μου; Εγώ αγαπώ τους Έλληνες πατριώτες (Καρντασλάρ-αδέλφια) και φροντίζω για την ησυχία τους. Τιμωρώ μόνον όσους δεν είναι πιστοί στην Οθωμανική πατρίδα.. Η κατάσταση στην Κερασούντα είναι ομαλή. Ποτέ, άλλωστε, δεν ήταν κακή. Λυπούμαι, γιατί μερικοί «γκιαούρ» σπεύδουν πάντα χωρίς καμμία αφορμή να καταγγέλλουν ψέματα στους συμμάχους. «και τα λεγόμενα και τα γραφόμενα, τον ρωτάει ο Νίκος, είναι ψέματα»; « Τα διαλαλούνε και τα γράφουνε. Εγώ γνωρίζω τι γράφουν για μένα τα ελληνικά φύλλα και τα αγγλικά. Ενεργώ πάντοτε υπέρ των εθνικών μας οργανισμών. Είναι καθήκον μου να εργάζομαι υπέρ της πατρίδος μου, για το ‘ντοβλέτι’». 
Στο μεταξύ ένα από τα παλικάρια του τον πλησίασε και του είπε κάτι στο αυτί. Ο Οσμάν αγάς κίνησε το κεφάλι του και συνέχισε τις περιαυτολογίες, με ύφος πολύ πιο μαλακό, και στο τέλος είπε στο Νίκο. «Να δημοσιεύσεις πως οι Τούρκοι και οι «Ουρούμ» (οι Ρωμιοί) της Κερασούντος ζουν πολύ καλά και υπογράφουν πως είμαστε «καρντάς». Να προσέχεις να μη γράφεις ανακριβή γεγονότα στην Εφημερίδα σου». και αμέσως έπειτα σηκώθηκε και έφυγε, αφού του είπε « Θα ξανασυναντηθούμε».
Έτσι έληξε η δημοσιογραφική συνέντευξη με τον Τοπάλ Οσμάν Αγά. Όταν ο δήμιος κατέβηκε τις σκάλες και βγήκε από το κτίριο, ο πάντα πολυσύχναστος εκείνος δρόμος (οδός Ουζούν σοκάκα) ήταν παντέρημος (δίπλα ήτανε τα γραφεία της τράπεζας των αδελφών Τσαϊρίδη). Ψυχή δεν εφαίνετο πουθενά. Μόνον αφού φύγανε και οι τελευταίοι άνθρωποι του Τοπάλ Οσμάν, άρχισε να συρρέει ο κόσμος πάνω στα Γραφεία της «Εποχής». Γέμισαν από φίλους, συγγενείς και γείτονες. Τρομοκρατημένοι όλοι ζητούσαν να μάθουν από το Νίκο τι έγινε. Και ο Νίκος γεμάτος συγκίνηση, μα γελαστός σα να μιλούσε για το πιο απλό πράγμα, απαντούσε. «Κι αυτή τη φορά γλίτωσα το κεφάλι μου». Την επόμενη ο Οσμάν αγάς εγκατέλειψε την Τραπεζούντα. 
Λίγο αργότερα ο Νίκος Καπετανίδης συνελήφθη από τους Τούρκους, γιατί βρέθηκε στο σπίτι του, όταν ερευνήθηκε, μια επιστολή του Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη, του μεγάλου εκείνου πατριώτη από τη Μασσαλία, που αγωνιζόταν να ενώσει τους Ελληνοπόντιους στον αγώνα για έναν ανεξάρτητο Πόντο.Κατηγορήθηκε, μαζί με άλλους 68 Ελληνοποντίους πατριώτες, ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου. Οι 69 οδηγήθηκαν στο δικαστήριο ανεξαρτησίας της Αμάσειας, όπου ο Καπετανίδης για άλλη μια φορά έδειξε τη γενναιότητα της ψυχής του.Όταν ο πρόεδρος του δικαστηρίου του απηύθυνε την κατηγορία ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, ο Καπετανίδης σηκώθηκε και συμπλήρωσε «Όχι μόνον για την ανεξαρτησία, αλλά και για την ένωση του με την Ελλάδα.» Την επόμενη οδηγήθηκε στην αγχόνη και η τελευταία του φράση ήταν: «Ζήτω η Ελλάς».

Οδυσσέας Λαμψίδης
1917 - 2006
Βυζαντινολόγος, ιστορικός και λαογράφος



«Μένει στο νου μου βαθειά χαραγμένη μια εικόνα από τα πρώτα χρόνια, χρόνια της προσφυγιάς στο συνοικισμό της Καλλιθέας. Οι γονείς μας, πρόσφυγες και φτωχοί τόσο πολύ που πιο πολύ δεν παίρνει, κάθε Κυριακή, ξεχνώντας το μόχθο και τα δάκρυα της εβδομάδας, έβαζαν τις φορεσιές της πατρίδας και πιάνονταν στο χορό. Η λύρα άναβε φωτιές και τα τραγούδια έδιναν και έπαιρναν. Τραγούδια για τον ξεριζωμό, για την αγάπη, το θάνατο, τη ζωή. Και χόρευαν ώσπου τ’ αχνάρια τους γινόταν αυλάκια βαθειά μέσα στη λάσπη. Κι’ εγώ μικρό παιδί φοβόμουν πως θα βουλιάξουν και θα χαθούν. Μα εκείνοι χόρευαν και χόρευαν βαθαίνοντας το αυλάκι.Όσοι ξέρουν είπαν πως ήτανε φυγή.
Μα εγώ όσο περνούν τα χρόνια ξαναφέρνω στη μνήμη μου την εικόνα εκείνη και πιστεύω πως οι ξεριζωμένοι γονείς μας, πότιζαν με δάκρυα το χώμα και με το χορό τους άνοιγαν βαθύ για να ριζώσει, να ανθίσει και να καρπίσει το δέντρο της Ρωμανίας επαληθεύοντας τη ρήση την προγονική.«Η Ρωμανία κι’ αν πέρασεν ανθεί και φέρει κι’ άλλο»


Ο Οδυσσέας Λαμψίδης, παιδί του Αχιλλέα Λαμψίδη, προέδρου της ενορίας Υπαπαντής Τραπεζούντας,  γεννήθηκε το 1917 στην Τραπεζούντα του Πόντου, στις 8 Μαΐου 1917. Το 1923 ήρθε στην Ελλάδα μετά από ταλαιπωρίες με την οικογένειά του, τους γονείς, δύο κορίτσια και πέντε αγόρια  και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στον προσφυγικό συνοικισμό Σκοπευτηρίου Καλλιθέας.

Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συμπλήρωσε της σπουδές του στη Γερμανία, όπου ειδικεύθηκε στη Βυζαντινολογία. Ήδη το 1935, στο εγκυρότερο Βυζαντινολογικό Περιοδικό, την Byzantinische Zeitschrift, είχαν δημοσιευθεί οι πρώτες μελέτες του για το εγκώμιο της Τραπεζούντας του Βησσαρίωνα και για τα έγγραφα της μονής Βαζελών. Ήταν τότε νέος φοιτητής. Κατόπιν επιστροφή στην Ελλάδα, πόλεμος, κατοχή, τα μετά την Κατοχή. Περίοδος δύσκολη για όλους κι ακόμη δυσκολότερη για τον μεγάλο αδερφό που κατοικούσε με την πολυμελή του οικογένεια. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες γράφτηκε και η διδακτορική του διατριβή με τίτλο: «Η ποινή της τυφλώσεως παρά τοις Βυζαντινοίς (1949)».
Το 1941 πήρε το πτυχίο του από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1948 ανακηρύχθηκε διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών με το βαθμό «Άριστα» και με θέμα διατριβής του «Η ποινή της τυφλώσεως παρά τοις Βυζαντινοίς».

Δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση από το 1944 έως το 1957 στο Πρότυπο Λύκειο Αθηνών. Το 1948 μάλιστα όταν δίδασκε στη Σχολή Μπερζάν, είχε μαθητή τον 17χρονο τότε Μένη Κουμανταρέα, ο οποίος θα τον μνημονεύσει αργότερα στο βιβλίο του «Η Ξεχασμένη Φρουρά» στο αφιέρωμα για τον Καβάφη, αλλά θα θυμηθεί ότι τον αποκαλούσε χαριτολογώντας "Κουμανταρινέα".
Εργάστηκε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και διετέλεσε καθηγητής στην Γερμανική Σχολή από το 1958 έως το 1979. Παράλληλα δραστηριοποιήθηκε και ως ερευνητής. Συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα ελληνικά και ξένα περιοδικά, στα οποία δημοσίευσε πάνω από 250 μελέτες, με θέματα που αναφέρονται στη βυζαντινή ιστορία και φιλολογία, καθώς και στο δημόσιο και ιδιωτικό βίο και στη διάλεκτο των Ποντίων, ενώ επιμελήθηκε και των άρθρων του κεφαλαίου «Ελληνισμός υπό ξένη κυριαρχία» της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους» (Τόμος ΙΑ).
Παράλληλα ασχολήθηκε και με τη λογοτεχνία γράφοντας διηγήματα, θεατρικά και μεταφράσεις με το ψευδώνυμο Λυσσαίος Φωτεινός.

Ο Πόντος, ο βυζαντινός αλλά και ο νεότερος, απέκτησε κεντρική θέση, όταν ο Οδ. Λαμψίδης έγινε γραμματέας και κατόπι πρόεδρος της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών και επιφορτίσθηκε με την επιμέλεια της έκδοσης του περιοδικού «Αρχείον Πόντου». Και το περιοδικό αναμορφώθηκε κι ανέβηκε σε πραγματικά διεθνές επίπεδο. Απόδειξη αυτής της ακτινοβολίας του είναι ο σημαντικός αριθμός μη Ελλήνων ειδικών που υποβάλλουν τις μελέτες τους για δημοσίευση στο «Αρχείον Πόντου». Απόδειξη είναι και το ότι τα πρακτικά ενός διεθνούς συμποσίου για τον Πόντο «Μαύρη Θάλασσα», που έγινε στο Birmingham της Αγγλίας, δημοσιεύθηκαν στον 35ο τόμο του «Αρχείου Πόντου», Αθήνα 1978.

Ο καθηγητής του Birmingham, Anthony Bryer, που έχτισε ολόκληρη την καριέρα του πάνω στον Βυζαντινό Πόντο, έλεγε πως όταν αυτός άρχισε να μελετά τον μεσαιωνικό Πόντο, οι πηγές της ιστορίας του κράτους των Μεγάλων Κομνηνών ήταν κακοδημοσιευμένες και δύσχρηστες. Και ότι χάρη στο Λαμψίδη, οι ιστορικοί της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας είναι προνομιούχοι, γιατί οι πηγές που θα χρησιμοποιήσουν έγιναν και προσιτές και είναι δημοσιευμένες σύμφωνα με όλες τις απαιτήσεις της σύγχρονης επιστήμης. Ο Bryer σκεφτόταν βέβαια πρώτα απ’ όλα τη νέα έκδοση του Χρονικού του Μιχαήλ Παναρέτου, που είναι πια κλασική και απαραίτητη για όποιον θελήσει να πλησιάσει τους Μεγάλους Κομνηνούς. Σκεφτόταν όμως κι ένα πλήθος άλλες πηγές που εκδόθηκαν ή επανεκδόθηκαν και που μελετήθηκαν πάνω σε νέες βάσεις, όπως τα έργα του Ανδρέα Λιβαδηνού, του Ιωάννη Ξιφιλίνου, του Ιωάννη Ευγενικού. Σκεφτόταν τους βίους και τα θαύματα αγίων, από τους οποίους ήταν Πόντιοι, όπως ο Άγιος Ευγένιος, ο προστάτης της Τραπεζούντας, ο Νίκων ο Μετανοείτε που κατέληξε στη Σπάρτη κι άλλοι συνδέθηκαν με τον Πόντο χάρη στη δράση τους, όπως οι Αθηναίοι ιδρυτές της μονής Σουμελά, οι αδελφοί Διονύσιος και Θεοδόσιος από τα περίχωρα της Καστοριάς. Ο πρώτος ίδρυσε τη μονή Διονυσίου στο Άγιον Όρος με τη βοήθεια του Αλεξίου Γ’ του Μεγάλου Κομνηνού, ενώ ο δεύτερος ήταν την ίδια εποχή μητροπολίτης Τραπεζούντος.

Σχετικά με τις πηγές του μεσαιωνικού Ελληνισμού του Πόντου, ο Οδ. Λαμψίδης ασχολήθηκε και με συγγραφείς Βυζαντινούς που και εκτενείς είναι και σε πολλά χειρόγραφα σώζονται. Όπως το χρονικό του Εφραίμ, που γράφτηκε το 14ο αιώνα, για το οποίο μας έδωσε νέα κριτική έκδοση και λεπτομερή σχολιασμό. Για το έμμετρο χρονικό που ο Κωνσταντίνος Μανασσής έγραψε στα τέλη του 12ου αιώνα και το οποίο γνώρισε τόσο μεγάλη επιτυχία στην εποχή του και αργότερα, που σώζεται σε απειρία χειρογράφων. Ξεχωριστά αναφέρεται μια μελέτη με την οποία ο Οδ. Λαμψίδης απέδειξε για πρώτη φορά πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο χρονογράφος Ιωάννης Ζωναράς του 12ου αιώνα έχει αντλήσει πληροφορίες από τον Μιχαήλ Ψελλό του 11ου αι. Όσοι ασχολούνται με χρονικά του μεσαίωνα ξέρουν πόση διαίσθηση και πόση γνώση χρειάζονται για να αποδείξει κανείς κάτι τέτοιο.

Κι οι καθαρά ιστορικές εργασίες παρουσιάζουν την ίδια ευρύτητα. Η αναγραφή των δημοσιευμάτων του Οδ. Λαμψίδη μάς οδηγεί, από την ποινή της τυφλώσεως και την κυβομαντεία, θέματα σχετικά με τον ιδιωτικό βίο των Βυζαντινών, σε γενικότερα ζητήματα της ιστορίας του Ποντιακού Ελληνισμού, συνθετικές μελέτες για την Βυζαντινή Μαύρη Θάλασσα, για τα προβλήματα που θέτει η ιστορία του κράτους των Μεγάλων Κομνηνών, και για την εμπορική σημασία της Τραπεζούντας, τη σημασία του ονόματος Μέγας Κομνηνός, των συνθηκών με τις οποίες οι Τούρκοι κατέλαβαν την Τραπεζούντα το 1461 και πολλές άλλες μελέτες σχετικά με τον Ελληνισμό του Πόντου κατά την Τουρκοκρατία

Το επιστημονικό ενδιαφέρον του Οδ. Λαμψίδη για τη γλώσσα το μονοπωλεί σχεδόν η ποντιακή διάλεκτος. Βαθιά γνώστης της ελληνικής γλώσσας πραγματεύεται, με ιδιαίτερη ευστοχία, διάφορα θέματα, όπως ετυμολογικά, σημασιολογικά κ.ά. Επιπλέον αισθάνεται την ευθύνη να παρακινήσει νέους ανθρώπους να ασχοληθούν με τη μελέτη και έρευνα της ποντιακής διαλέκτου. Αυτό το κάνει με μια σειρά ενημερωτικών εργασιών που κατατοπίζουν σε θέματα προηγούμενης επιστημονικής έρευνας. Με την ευκαιρία κάποιας μελέτης του, παρέχει τη βασική διαλεκτολογική βιβλιογραφία της ποντιακής(π.χ. ΑΠ 17, 1952, 227-238), ή δίνει, συγκεντρωμένα, οδηγίες για την καταγραφή της ποντιακής, με τις οποίες καθοδηγείται κανείς για την ακριβή και με επιστημονικό τρόπο αποτύπωση της διαλέκτου (ΑΠ 24, 1961, 53-75), ή κάνει σύντομη και περιεκτική ιστόρηση της ποντιακής διαλέκτου (ΑΠ 23, 1959, 199-205, κ.ά.). Ποια ήταν τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας για την παρώθηση των νέων επιστημόνων ; Ο ίδιος δήλωνε : «Πολλάκις παρώτρυνα νέους φιλόλογους Ποντίους όπως ασχοληθώσιν επιστημονικώς εις μίαν τοιαύτην έρευναν, πολλάκις επροθυμοποιήθην να παράσχω αυτοίς πάσαν δυνατήν βοήθειαν. Δυστυχώς όμως ολίγοι επείσθησαν να ακολουθήσωσι την ανάντη και δυσχερή οδόν της επιστημονικής ερεύνης.»

Αρκετές εργασίες του Οδ. Λαμψίδη πραγματεύονται καθαρώς φιλολογικά θέματα: Κριτική έκδοση, κριτική κειμένου, σχολιασμός κειμένου, μετρικά σχόλια. Οι φιλόλογοι καταλαβαίνουν τη σημασία και την αξία τέτοιων ασχολιών που ανάγονται στην πεμπτουσία της φιλολογικής έρευνας και ανήκουν στις «καλές ημέρες» της φιλολογικής επιστήμης.

Μερικοί βυζαντινοί συγγραφείς είναι τυχεροί, γιατί επέσυραν το επιστημονικό ενδιαφέρον του Οδ. Λαμψίδη για το έργο τους, όπως «Ο εις Τραπεζούντα λόγος του Βησσαρίωνος», «Μιχαήλ του Παναρέτου Περί των Μεγάλων Κομνηνών», «Ιστορία της κριτικής του κειμένου και των εκδόσεων της Χρονικής Συνόψεως του Κωνσταντίνου Μανασσή», «Βατικανοί κώδικες περιέχοντες τον βίον αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου», «Εφραίμ του Αινίου Χρονογραφία. Κείμενο-μετάφραση-σχόλια», «Άγιος Ευγένιος ο Τραπεζούντος Α’ Το μαρτύριον του Αγίου Ευγενίου υπό Ιωάννου Ξιφιλίνου, Β’ Κανών εις Άγιον Ευγένιον υπό Ιωάννου του Ευγενικού, Γ’ Ανωνύμου κανών εις Άγιον Ευγένιον εξ αθηναϊκών κωδίκων». Ξεχασμένους όρους της φιλολογικής επιστήμης μάς θυμίζει ο Οδ. Λαμψίδης με το τεράστιο έργο του: εισαγωγή, έκδοση, διορθώσεις, σχόλια, σύμμεικτα, κώδικες, χειρόγραφα, ανάγνωσις κωδίκων, κ.ά. Μέσα σε όλα αυτά ο Οδ. Λαμψίδης κινείται με εκπληκτική άνεση, που προέρχεται βασικά όχι τόσο από τη γνώση της τεχνικής, της μεθοδολογίας, όσο της γλώσσας.

Πραγματικά, η στέρεη γλωσσική κατάρτιση, σε όλες τις περιόδους της ελληνικής, δίνει στον Οδ. Λαμψίδη τη σιγουριά να προτείνει μια διόρθωση, να υποστηρίξει τη διατήρηση μιας γραφής χειρογράφου ή να κάνει τη διασάφηση κάποιου στοιχείου. Όπως : Α’ η μελέτη του «Γλωσσικά σχόλια εις μεσαιωνικά κείμενα του Πόντου» (ΑΠ 17, 1952, 227-238), όπου η άρτια γνώση της ποντιακής οδηγεί τον Οδ. Λαμψίδη να διορθώσει ένα πλήθος σφαλμάτων και εσφαλμένων αναγνώσεων στα περίφημα πια έγγραφα της Μονής Βαζελών, που έχουν εκδοθεί στα 1927 στο Λένινγκραντ. Ο ίδιος παρατηρεί: «Πλείστα γλωσσικά φαινόμενα της νυν Ποντιακής διαλέκτου θα επεξηγούντο ευχερέστερον και καλύτερον, εάν ελαμβάνοντο κατά την έρευναν υπ’ όψιν τα εν λόγω κείμενα. Η ύπαρξις των διαλεκτικών φαινομένων υπήρξεν ακριβώς ανυπέρβλητος δυσκολία δια την έκδοσιν ταύτην, της οποίας πολλά σφάλματα και παραναγνώσεις θα ηδύνατο να προλάβη η γνώσις του Ποντιακού ιδιώματος». Β’ η μελέτη του «Κροτώ – κρατώ – κρατίζω» εν τω Χρονικώ Μιχαήλ του Παναρέτου (ΑΠ 21, 1956, 226-230). Ανάμεσα στα άλλα, ασχολείται με την έκφραση «εκράτεισαν πόλεμον» του χειρογράφου του Χρονικού των Μεγάλων Κομνηνών του Μαρκιανού κώδικα. Την έκφραση αυτή ο εκδότης Σ. Λάμπρος και οι πριν απ’ αυτόν μελετητές τη διόρθωσαν σε «εκρότησαν πόλεμον». Τη γραφή του χειρογράφου αποκαθιστά ο Οδ. Λαμψίδης, πολύ σωστά: «Εν τη Ποντική διαλέκτω δεν ανευρίσκεται το ρήμα «κροτώ» ούτε και η έκρασις «κροτώ πόλεμον», η οποία ευκόλως ηδύνατο, ως προς την έννοιαν, να συμφυρθή και εν τέλει να ταυτισθή προς το «κρατώ πόλεμον». Δια τούτο είτε ο γνώστης της Ποντιακής διαλέκτου χρονικογράφος έγραψεν αυτός ούτος «εκράτησαν πόλεμον» είτε ο αντιγραφεύς του Μαρκιανού κώδικος μετέγραψε το «εκρότησαν πόλεμον» του συγγραφέως εις «εκράτεισαν πόλεμον», παρασυρθείς είτε εκ της τοπικής λαλιάς είτε εκ του πολλάκις εν τω Χρονικώ χρησιμοποιούμενου ρήματος «κρατώ».

Οι «μετρικές» εργασίες του Οδ. Λαμψίδη, που από τον ίδιο χαρακτηρίστηκαν με μετριοφροσύνη «σχόλια», αφορούν τους βυζαντινούς ιαμβογράφους Γεώργιο Πισίδη, Θεοδόσιο Διάκονο, Νικόλαο Μουζάλωνα, Κωνσταντίνο Μανασσή, χρονικογράφο Εφραίμ, Ανδρέα Λιβαδηνό και Ιωσήφ Βρυέννιο και πραγματεύονται ουσιώδη θέματα στη μετρική διαφοροποίηση της βυζαντινής από την αρχαία ποίηση. Πράγματι, διαβάζοντας τα «Σχόλια εις την ακουστικήν μετρικήν βυζαντινών στιχουργών ιαμβικού τριμέτρου» του Οδ. Λαμψίδη (ΑΠ 31, 1971, 235-340), «ο αναγνώστης δύναται να έχη προ οφθαλμών την εξέλιξιν του βυζαντινού ιαμβικού τριμέτρου από του 7ου μέχρι και του 15ου αιώνος»

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του φιλολογικού και του γενικότερου επιστημονικού ενδιαφέροντος του Οδ. Λαμψίδη είναι η συστηματικότητα στην ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης των θεμάτων και η επιμονή του στη διεκπεραίωση της διαπραγμάτευσης αυτής. Παράδειγμα το λεξιλόγιο του Κωνσταντίνου Μανασσή στη Χρονική Σύνοψη. Ο Οδ. Λαμψίδης δίνει το 1971 στον Πλάτωνα (23, σ. 254-277) τις λέξεις της Χρονικής Σύνοψης που δεν αναγράφονται στο Λεξικό της αρχαίας ελληνικής των Liddell – Scott – Jones. Κατόπιν στα 1973, 1974 και 1975 δίνει, στον Πλάτωνα πάλι (τ. 25, σ. 19-70, τ. 26, σ. 209-222 και τ. 27, σ.51-89) τα ονόματα, ουσιαστικά και επίθετα, της Χρονικής Σύνοψης. Παράλληλα, δίνει στα Βυζαντινά το 1973 (5, σ. 186-268) τα ρήματα στο λεξιλόγιο της Χρονικής Σύνοψης. Τέλος, δίνει στην Επετηρίδα Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών το 1976-77 (6, σ. 90-98) και τα επιρρήματα. Πάνω από 200 σελίδες καθαρής φιλολογικής δουλειάς, παράδειγμα για κάθε φιλόλογο, μακροπρόθεσμου και μακρόθυμου επιστημονικού ενδιαφέροντος και συστηματικότητας.

Ο Οδ. Λαμψίδης συμμετέχει σε διάφορα συνέδρια, ελληνικά και διεθνή, κατά κανόνα με επιστημονικές ανακοινώσεις του, και προωθεί την έρευνα σε συλλογικό επίπεδο. Η γλωσσομάθειά του, άλλωστε, του επιτρέπει την άνετη συμμετοχή καθώς και τη δημοσίευση εργασιών του σε ξενόγλωσσα περιοδικά, από τα πιο έγκυρα στον τομέα αυτόν.

Πέρα από αυτά ο Οδ. Λαμψίδης τόλμησε να ξεφύγει από το αυστηρά επιστημονικό πλαίσιο εργασίας. Μπήκε στο χώρο της λογοτεχνίας και του θεάτρου, και σαν μελετητής τους. Και στους τομείς αυτούς το έργο του – δείγμα των ευρύτερων πνευματικών ανησυχιών του – υπήρξε αξιόλογο, και δεν περιορίστηκε φυσικά στο χώρο της ποντιακής. Αντίκρισε και το σημερινό άνθρωπο, με τα προβλήματα, τα ενδιαφέροντα και τις αγωνίες του.

Στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών ο Οδ. Λαμψίδης εργάστηκε από τη δεκαετία του 1950 μαζί με τον Αρχιμανδρίτη Άνθιμο Παπαδόπουλο, ως Γεν. Γραμματέας ο πρώτος και Πρόεδρός της ο δεύτερος, και ανύψωσαν το περιοδικό της «Αρχείον Πόντου» σε επιστημονικό περιοδικό διεθνούς κύρους. Από το 1962 υπήρξε για περισσότερο από 25 χρόνια Πρόεδρος της Ε.Π.Μ. και διευθυντής του «Αρχείου Πόντου». Κύριο μέλημά του ήταν η καταγραφή λαογραφικού και γλωσσικού υλικού καθώς και η έκδοση των πηγών για τη συγγραφή της ιστορίας του Πόντου. Έτσι στους τόμους του «Αρχείου Πόντου» καταγράφηκε πολύτιμο λαογραφικό και γλωσσικό υλικό από τους ξεριζωμένους Έλληνες Ποντίους της πρώτης γενιάς.

Το 1967 οργάνωσε επιστημονική αποστολή του τότε Γεν. Γραμματέα Σίμου Λιανίδη στη Μακεδονία και στη Θράκη για τη συλλογή λαογραφικού και γλωσσικού υλικού. Στις εκεί εγκαταστάσεις των Ποντίων καταγράφηκαν και μαγνητοφωνήθηκαν συζητήσεις και αφηγήσεις ιστορικών γεγονότων, διαλεκτικών κειμένων, εθίμων, δημοτικών τραγουδιών κ.ά.

Το 1981 οργάνωσε το Α’ Συμπόσιο Λαογραφίας, το οποίο σημείωσε απόλυτη επιτυχία. Οι ανακοινώσεις του συμποσίου περιλαμβάνονται στον 38ο τόμο του «Αρχείου Πόντου».

Ιδιαίτερη σημασία έδωσε ο Οδ. Λαμψίδης στην έκδοση ειδικών μονογραφιών περί θεμάτων του Πόντου. Για το σκοπό αυτό και παράλληλα με την έκδοση του περιοδικού «Αρχείον Πόντου» ξεκίνησε η έκδοση των Παραρτημάτων του. Σε αυτή τη σειρά ήδη είχε δημοσιευθεί «Η Ιστορική Γραμματική της Ποντικής Διαλέκτου, Αθήνα 1955» και «Το Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, Αθήνα 1958-1961», έργα και τα δύο του Άνθιμου Παπαδόπουλου. Εργασίες του Οδ. Λαμψίδη δημοσιευμένες στα Παραρτήματα του «Αρχείου Πόντου» είναι : α. Παρ/μα 7, «Ανδρέα Λιβαδηνού, Βίος και Έργα, Αθήνα 1975», β. Παρ/μα 8, «Ευρετήριον απεικονίσεων και φωτογραφιών του Πόντου και των Ελλήνων Ποντίων, Αθήνα 1977», γ. Παρ/μα 9, «Μελωδίαι δημωδών ασμάτων και χορών των Ελλήνων του Πόντου, Αθήνα 1977», δ. Παρ/μα 10, «Γύρω στο Ποντιακό Θέατρο, Υπόσταση και Ιστορία του (1922-1972), Αθήνα 1978», ε. Παρ/μα 13, «Ο εκ Πόντου Όσιος Νίκων ο Μετανοείτε, Αθήνα 1982», και στ. Παρ/μα 14, «Δημοσιεύματα περί τον Ελληνικόν Πόντον και τους Έλληνας Ποντίους, Τόμος Α’, Αθήνα 1982».

Μέγα επίτευγμα για την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών υπήρξε και η απόκτηση ιδιόκτητου χώρου. Όραμα ετών και συνεχείς προσπάθειες του Οδ. Λαμψίδη και των συνεργατών στο Δ.Σ. Το 1989 έγιναν τα εγκαίνια του τριώροφου οικοδομήματος στη Νέα Σμύρνη (Αγνώστων Μαρτύρων 73) με την επωνυμία «Στέγη Κειμηλίων του Ελληνισμού του Πόντου». Σε αυτό το χώρο στεγάζονται ήδη εκτός των γραφείων, το Μουσείο Ποντιακού Ελληνισμού, η Βιβλιοθήκη και το Αναγνωστήριο, το Αρχείο της συλλογής κειμηλίων, αίθουσες διαλέξεων και σεμιναρίων, χώροι έκθεσης και αποθήκευσης του «Αρχείου Πόντου».

Ο Οδυσσέας Λαμψίδης είναι άξιος ευγνωμοσύνης όλων των Ποντίων διότι συντέλεσε όσο κανένας άλλος στην καταγραφή, διάσωση και ανάδειξη του Ποντιακού Ελληνισμού. Έφυγε από κοντά μας στις 12 Ιουλίου 2006.



Το συγγραφικό έργο του Οδυσσέα Λαμψίδη


(2009)     Συμβολή στην οικονομική ζωή της Σμύρνης μετά το 1870, Κανάκη
(1982)     Δημοσιεύματα περί τον ελληνικόν Πόντον και τους Έλληνας Ποντίους, Επιτροπή Ποντιακών Μελετών
(1982)     Ο εκ Πόντου όσιος Νίκων ο μετανοείτε, Επιτροπή Ποντιακών Μελετών
(1978)     Γύρω στο ποντιακό θέατρο, Επιτροπή Ποντιακών Μελετών
(1977)     Μελωδίαι δημωδών ασμάτων και χορών των Ελλήνων Ποντίων, Επιτροπή Ποντιακών Μελετών
(1975)     Ανδρέου Λιβαδηνού βίος και έργα, Επιτροπή Ποντιακών Μελετών

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2004)     Ο μοναχισμός στην Πελοπόνησσο, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε.Ι.Ε.). Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών [εισήγηση]
(2004)     Οι ήρωες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε.Ι.Ε.). Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών [εισήγηση]
(1977)     Ευρετήριον απεικονίσεων και φωτογραφιών του Πόντου και των Ελλήνων Ποντίων, Επιτροπή Ποντιακών Μελετών

Μεταφράσεις
(2003)     Μανασσής, Κωνσταντίνος, Σύνοψις χρονική, Κανάκη
(1985)     Εφραίμ ο Αίνιος, Χρονογραφία, Ακαδημία Αθηνών
(1984)     Εφραίμ ο Αίνιος, Χρονογραφία, Ακαδημία Αθηνών
(1980)     Van Groningen, B. A., Πραγματεία περί της ιστορίας και της κριτικής των ελληνικών κειμένων, Ακαδημία Αθηνών

Λοιποί τίτλοι - Επιμέλειες

(1997)     Λαμτζίδης, Αχιλλέας Ι., Συμβολή στη δημογραφία των Ελλήνων της ενορίας Υπαπαντής της Τραπεζούντας (1920-1923), Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών
(1996)     Μανασσής, Κωνσταντίνος, Constantini Manassis breviarum chronicum, Ακαδημία Αθηνών (1996)     Μανασσής, Κωνσταντίνος, Constantini Manassis breviarum chronicum, Ακαδημία Αθηνών (1989)     Οι οικισμοί των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο το 1920, Επιτροπή Ποντιακών Μελετών



* Σημείωση

Το ιστορικό μιας σπουδαίας προσπάθειας.

«...Το Μάιο του 1927 μια ομάδα Ποντίων διανοουμένων συνήλθε στο σπίτι του τότε μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρυσάνθου (αργότερα Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος) στην οδό Κυψέλης, κοντά στο ιερό των Αγίων Αποστόλων, και, ύστερα από αλλεπάλληλες συσκέψεις υπό την προεδρεία του, αποφάσισε τη σύσταση της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών (Ε.Π.Μ.). Οι Πόντιοι αυτοί αποτελούν τους ιδρυτές της Επιτροπής και ήταν : ο μητροπολίτης Χρύσανθος, ο Άνθιμος Παπαδόπουλος, ο Δημοσθένης Οικονομίδης, ο Χρήστος Καλαντίδης, ο Λεωνίδας Ιασονίδης, ο Αβραάμ Πολυχρονιάδης, ο Χρυσόστομος Μυρίδης, ο Θεμιστοκλής Παστιάδης, ο Σταύρος Νικολαϊδης, ο Κωνσταντίνος Κανσήζ, ο Λάμπρος Λαμπριανίδης και ο Λάζαρος Θεοδωρίδης. Σκοπός της ίδρυσης της Ε.Π.Μ. ορίστηκε (άρθρο 1 του πρώτου Καταστατικού) «η περισυλλογή, μελέτη και δημοσίευσις γλωσσικού, λαογραφικού και ιστορικού υλικού του Πόντου».  Στις αρχές Ιουνίου του ίδιου έτους 1927 αποφασίζεται η έκδοση περιοδικού με τίτλο «Αρχείον Πόντου».

Οι Πόντιοι διανοούμενοι στην Ελλάδα.
Αναμνηστική φωτογραφία από το Παμποντιακό Συνέδριο, Αθήνα 1921



Πηγές

Ελεύθερος Ποντος blog
PontosWorld
Ο Πόντον' μουν εχάθεν blog
Ποντιακά Θέματα.blog
Πόντος εν' άστρον φωτεινόν blog
Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, βιογραφίες
Οδυσσέας Λαμψίδης, ΕΠΜ
ΕΚΕΒΙ, biblionet
Σύλλογος Αποφοίτων Γερμανικής Σχολής

Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού

 

 Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας, εάν αντιγράφουν τα θέματα του ιστολογίου, να αναφέρουν  την πηγή τους.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου