Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Μακεδόνες Μακεδονομάχοι

Το βουλγαρικό κίνημα του 1903 σήμανε συναγερμό στην Αθήνα και αφύπνισε την κοινή γνώμη στην Ελλάδα, που αντιλήφθηκε  ότι τα πολλά σχολεία δεν ήταν ο πιο κατάλληλος τρόπος για να εξισορροπήσει το δυναμισμό των βουλγαρικών κομιτάτων.
Πολυάριθμοι, κυρίως νεαροί, Έλληνες αξιωματικοί προσφέρθηκαν να παραιτηθούν από τον Ελληνικό στρατό και να τεθούν επικεφαλής των ανταρτικών ομάδων και των επαναστατικών σωμάτων για την προστασία του ελληνικού πληθυσμού. Η εκκίνηση του ελληνικού ένοπλου αμυντικού αγώνα αποδίδεται στις πρωτοβουλίες του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, του διπλωμάτη Ίωνα Δραγούμη από το προξενείο

της Ελλάδας στο Μοναστήρι, του Λάμπρου Κορομηλά από το προξενείο της Θεσσαλονίκης και του Μακεδονικού Κομιτάτου, υπό τη διεύθυνση του Δημήτριου Καλαποθάκη, οργάνωσης τυπικά ιδιωτικής αλλά με ουσιαστική κρατική υποστήριξη, που έδρευε στην Αθήνα.
Την άνοιξη του 1903 σχηματίζεται η πρώτη επιτροπή, η Μακεδονική Φιλική Εταιρεία από τον Αργύριο Ζάχο, τον Θεόδωρο Μόδη και τον Θεόδωρο Καπετανόπουλο. Σκοπός ήταν να πειστεί η Ελληνική κυβέρνηση να ενισχύσει την ένοπλη άμυνα των ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας. Έτσι, την άνοιξη του 1904 έρχονται στη Μακεδονία για να εξετάσουν την κατάσταση και να υποδείξουν πρακτικά μέτρα οι λοχαγοί Αναστάσιος Παπούλας και Αλέξανδρος Κοντούλης και οι ανθυπολοχαγοί Γ. Κολοκοτρώνης και Π. Μελάς.
Από το Σεπτέμβριο του 1904, με την ανάληψη της αρχηγίας των ελληνικών σωμάτων από τον Παύλο Μελά, και ακόμα περισσότερο μετά το θάνατό του, οι Έλληνες άρχισαν να επικρατούν σε όλη σχεδόν τη Μακεδονία ακόμα και στις περιοχές όπου η βουλγαρική επιρροή προηγουμένως ήταν τόσο έντονη ώστε να έχει εξελιχθεί σε κράτος εν κράτει (Καστοριά, Φλώρινα και Έδεσσα-Γιαννιτσά). Η επάνδρωση ελληνικών ομάδων με Μακεδόνες αρματολούς και εθελοντές από την Ελλάδα και την Κρήτη οδήγησε σε έναν 4ετή ακήρυκτο κι ανορθόδοξο πόλεμο που ανέτρεψε την ισορροπία δυνάμεων προς όφελος της Ελλάδας, αλλά προκάλεσε και πολλές ευρωπαϊκές επεμβάσεις. Στις μνήμες των περισσότερων ο Μακεδονικός Αγώνας συνδέεται με τον αγώνα του Τέλλου Άγρα στην Λίμνη των Γιαννιτσών μέσα από τις συγκλονιστικές αφηγήσεις της Πηνελόπης Δέλτα στο βιβλίο της «Στα Μυστικά του Βάλτου».
Ο αγώνας των Μακεδονομάχων κράτησε μέχρι το 1908, οδηγώντας σε αποτυχία τα βουλγαρικά σχέδια για το βίαιο εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας. Οι συγκρούσεις στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία έληξαν τυπικά με την επικράτηση του κινήματος των Νεότουρκων, αξιωματικών του τουρκικού στρατού, οι οποίοι πραξικοπηματικά πέτυχαν την παραχώρηση συντάγματος για τη διακυβέρνηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και συγχρόνως απέτρεψαν με αυστηρότητα το αντάρτικο μεταξύ Βουλγάρων και Ελλήνων.


Ο Μακεδονικός Αγώνας και η λίμνη των Γιαννιτσών

Ολοι οι δρόμοι που συνέδεαν τη Θεσσαλονίκη με τα μεγάλα αστικά κέντρα : Γιαννιτσά, Βέροια, Νάουσα, Εδεσσα, Μοναστήρι καθώς και την Δυτ.Μακεδονία περνούσαν δίπλα από την λίμνη. Από πολύ νωρίς οι Βούλγαροι Κομιτατζήδες επισήμαναν τον στρατηγικό χαρακτήρα της περιοχής. Μετά την αποτυχία της εξέγερσης του Ιλιντεν (20 Ιουλίου 1903) πολλά βουλγαρικά σώματα κατέφυγαν σ'αυτήν κι αφού κατέλαβαν καίρια σημεία της, έθεσαν υπό τον έλεγχό τους τα κυριότερα περάσματά της. Ο Τουρκικός στρατός της περιοχής, η δύναμη του οποίου υπολογιζόταν σε 160 περίπου τάγματα και είχε στην απόλυτη εξουσία και διοίκησή του τρία βιλαέτια (Θεσ/νίκης, Μοναστηρίου, Κοσσόβου), δεν μπόρεσε να θέσει υπό τον έλεγχό του την περιοχή της λίμνης. Απέφευγε τα ύπουλα νερά της, όπου παραμόνευαν ο βούρκος, η ελονοσία και οι κομιτατζήδες.

«…η Λίμνη ήταν αρκετά κατοικημένη ,όχι μόνιμα ,αλλά από χωρικούς που από τα περίχωρα έμπαιναν στα νερά της για ψάρι, κυνήγι ή για να κόψουν καλάμια και ιδίως ραγάζι, ένα χόρτο που φύτρωνε στο Βάλτο και με το οποίο σκέπαζαν τις στέγες των σπιτιών, γέμιζαν τα σαμάρια ,έπλεκαν ψάθες για το πάτωμα και άλλα. Επίσης η λίμνη έβριθε από βδέλλες και οι χωρικοί τις πουλούσαν στο εξωτερικό…»
Π. Δέλτα, Στα μυστικά του Βάλτου

«..Βαδίζομεν ήδη εις έδαφος υλώδες , τούτο δε επαυξάνει ακόμη περισσότερον την απελπισίαν ημων , σκεπτομένων ότι, εις τον απέραντον εκείνον Βάλτον παρουσιαζόμενον την ώραν εκείνην , της σωματικής εξαντλήσεως και των πρώτων εντυπώσεων , ως απέραντον έκτασιν ερημίας και θανάτου , επρόκειτο να εισέλθωμεν και εγκατασταθώμεν επί μακρόν και ίσως δια παντός».»

« αι δηλητηριώδεις και υγραί απόπνοιαι του Βάλτου , αισθητότεροι και διαπεράστικότεροι την ώραν εκείνην , μας έκαναν να αντιληφθώμεν καλύτερα εις ποιον κόσμον κολάσεως και θανάτου έζωμεν από επτά ετών και πλέον μηνών»

Ναύαρχος Δεμέστιχας

Χάρτης της περιοχής του βάλτου των Γιαννιτσών, όπου διεξήχθησαν επιχειρήσεις
ιδιαίτερης σημασίας για την εξέλιξη του Μακεδονικού Αγώνα, 1905-1908



Οι κάτοικοι των γύρω χωριών ασχολούνταν κυρίως με το ψάρεμα και κατασκεύαζαν καλύβες, στα αβαθή, απαραίτητες για την δουλειά τους. Οι καλύβες αποτελούνταν από πάτωμα φτιαγμένο από δοκάρια, καλάμια και χώμα τοποθετημένο πανω σε πασσάλους που ήταν μπηγμένοι στο βυθό, τοίχο από πλεγμένα καλάμια, σκεπή χαμηλή καλαμένια και πρστατευτικό περιτοίχισμα από κλαδιά, πέτρες και λάσπη. Ηταν σωστά οχυρά.
Το κύριο επιχειρησιακό μέσο ήταν η «πλάβα» ,βάρκα χωρίς καρίνα που είχε ένα κουπί που το έλεγαν πλακίδι. Οι άνδρες ζούσαν στις καλύβες που ήταν κατασκευασμένες στα αβαθή. Ένα πάτωμα από καλάμια και χώμα πάνω σε πασσάλους με μια χαμηλή καλαμένια σκεπή για να μην φαίνεται από μακριά και ένα προστατευτικό περιτείχισμα από λάσπη σχημάτιζαν το οχυρό

Η κύρια δύναμή τους ήταν συγκεντρωμένη στο Ν.Δ. τμήμα της λίμνης κοντά στο Ζερβοχώρι και το Γκόλο-Σέλο (Ακρολίμνη) όπου διατηρούσαν και έξι από τις σημαντικότερες καλύβες τους, καθώς και το αρχηγείο τους, με επικεφαλής τον Βοεβόδα Αποστόλ Πέτκοφ, αρχιτρομοκράτη της περιοχής. Η συνολική δύναμή του έφτανε του 250 άντρες. Οσο καιρό δρούσαν ανενόχλητα τα βουλγαρικά σώματα, μπορούσαν να ελέγχουν αποτελεσματικά και τις περιοχές της Νάουσας, της Βέροιας και των Βοδενών (Εδεσσα).

Η στρατηγική σημασία της λίμνης εντοπίστηκε έγκαιρα και από τις Ελληνικές δυνάμεις. Το Γενικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης ήταν το πραγματικό αρχηγείο του Μακεδονικού αγώνα και το κέντρο λήψης όλων των αποφάσεων. Επικεφαλής των υπηρεσιών του σ'ολη την διάρκεια του αγώνα ήταν, ο Λάμπρος Κορομηλάς, άνθρωπος προικισμένος με σημαντικές διοικητικές, πολιτικές και διπλωματικές ικανότητες. Πλαισιωμένος από ένα εκλεκτό επιτελείο συμβούλων (Εξαδάκτυλος, Μαζανάκης, Ταβουλάρης) κατέστρωνε σχέδια, έδινε εντολές σε οπλαρχηγούς, ανεφοδίαζε με οπλισμό τα ανταρτικά σώματα, έστελνε εκπαιδευτικούς στα Ελληνικά σχολεία και γενικά επόπτευε και συντόνιζε τα πάντα.
Το αρχηγείο του αγώνα, μετέφερε σταδιακά από το φθινόπωρο του 1904 τον αγώνα στην λίμνη, στέλνοντας κρυφά πολλούς νέους και ικανούς αξιωματικούς μεταμφιεσμένους σε χωρικούς, εμπόρους και κληρικούς, με σκοπό την οργάνωσή του, καθώς και την ισχυροποίηση των Ελληνικών θέσεων. Η ιδιαιτερότητα των συνθηκών του βάλτου και το βαρύ ανθυγιεινό κλίμα, υποχρέωναν το Προξενείο να αλλάζει πολύ συχνά τους αρχηγούς  των σωμάτων.

Κατά την διάρκεια των τεσσάρων χρόνων  πέρασαν από την περιοχή οι αξιωματικοί. Ο πρώτος οπλαρχηγός που μπήκε στο βάλτο για να προστατέψει τους ψαράδες από την τρομοκρατία των κομιτατζήδων ήταν ο Τζόλας Περήφανος από το Γιδά με ολιγομελές σώμα από ντόπιους. Μετά ακολούθησε ο Θεοχάρης Κούγκας από το Γιδά κι αυτός. Γιδιώτες και Ρουμλουκιώτες ήταν τα παλικάρια του. Ο καπετάν Αποστόλης Ματόπουλος , ο Παπαντώνης Μοσχόπουλος ,ο Κουκουλούδης ο Τολιόπουλος , ο Πρόιος, ο Μπαντής , ο Βασίλης Κουζιώρτης , τα δυό ετεροθαλή αδέρφια Καπετάν Σκοτίδας και Δημήτρης Κατσάμπας, ο Ευθ.Ντελλος, ο Κ. Τσαμπουρλιάνος παλικάρια από το Γιδά από το Νησί από  το Ρουμλόυκι στρατεύτηκαν σ’αυτόν τον σκληρό αγώνα που κρίνονταν η επιβίωση του Ελληνισμού στη Μακεδονία.
Ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που μπαίνει στο βάλτο είναι ο Κωνσταντίνος Μπουκουβάλας και ακολουθούν ο Δεμέστιχας , ο Παπατζανετέας ο Σάρρος και φυσικά ο ιδανικός ήρωας καπετάν Άγρας (Τέλλος Αγαπηνός). Σημαντικότατη είναι η προσφορά του καπετάν Γκόνου σλαβόφωνου από τα Γιαννιτσά που λόγω της οικειότητας που είχε με το βάλτο αποκαλούνταν «το στοιχειό του Βάλτου» και που σκοτώθηκε από τους Τούρκους στη σκάλα του Νησιού λίγο πριν ξαναμπεί στον βάλτο.Κ.Μπουκουβάλας (Πετρίλος), Μιχ. Αναγνωστάκος (Ματαπάς), Τέλλος Απαπηνός (Τέλλος Αγρας), Γ.Δεμέστιχας (Νικηφόρος) και πολλοί άλλοι, που όλοι τους συνεργάστηκαν πολύ στενά με ντόπιους αρχηγούς, με πιο σημαντικό από αυτούς τον Γκόνο Γιώτα.

«Την 12ην Φεβρουαρίου 1906 οδηγήσας τον αρχηγόν μεθ’ ολοκλήρου του σώματος εις Γκόλο – Σέλο, όπως συλλάβωμεν τον τόσας ζημίας ημίν προσενεγκόντα Διονύσιον Τσέκρελην, επετέθημεν κατά του χωριού. ……Προς κατάπαυσιν του πανικού συνάμα δε και αντεκδίκησιν του πανικού συνεννοηθέντες οι δύο βούλγαροι αρχηγοί Λούκας και Αποστόλ την επομένην της πραξεώς μας επικεφαλής 110 ανδρών επετέθησαν εναντίον του ημετέρου χωρίου Νησί και προέλαβον να κατακαύσωσιν 27 οικίας εν αυτώ, οπότε καταφθάσας ο Ματαπάς (Αναγνωστάκος) συνεπλάκη μετ’ αυτών φονεύσας δύο».
Γκόνου Γιώτα: Περιληπτική έκθεσις των ενεργειών μου.


Μακεδονομάχοι από την Μακεδονία


 Ο Καπετάν Κώττας

Κωνσταντίνος,  Χρήστου 1860 – 1905
Έλληνας Μακεδονομάχος οπλαρχηγός, ο πρωτεργάτης του Μακεδονικού αγώνα, από τη Ρούλια των Πρεσπών, της περιφερειακής ενότητας Φλώρινας.
Ο Κωνσταντίνος Χρήστου γεννήθηκε το 1860 στη Ρούλια* και βαπτίστηκε την ίδια χρονιά, που συνέπεσε με τη θεμελίωση της εκκλησίας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Ρούλιας, με το όνομα Κωνσταντίνος. Τελικά επικράτησε ο παρεφθαρμένος τύπος Ντίνος, Κώστας ή Κώττας. Ο πατέρας** του ονομάζονταν Χρήστος και η μητέρα του Δέσποινα. Στα εξαπτέρυγα της εκκλησίας του χωριού του, δωρεά του ίδιου του Κώττα, αναγράφεται η αφιέρωση: Ο Κωνσταντίνος Χρήστου και η μητέρα του Δέσποινα. Η οικογένεια του καπετάν Κώττα ήταν από τις παλαιότερες της Ρούλιας  και ζούσε στο χωριό, πριν ακόμα μεταφερθεί στη σημερινή του θέση

''... Ό Κώττας κατάγονταν άπ’ το χωριό Ρούλια (σήμερα φέρει το ονομά του), στο δρόμο Φλώρινας Κορυτσάς και στή μεγάλη ρεματιά άπ’ το Πισοδέρι στα Αλβανικά σύνορα.Γεννήθηκε το 1863.Τον είδα πολλές φορές στή φυλακή Μοναστηριού.

Μέτριο άνάστημα, όλος κόκκαλα, νεύρα, τένοντες, με άσκητική μορφή, όπου ξεχώριζαν η μεγάλη φαλάκρα, τα μικρά μάτια, και τα μακρυά πεσμένα πρός τα κάτω μουστάκια. Μικρός στο κορμί έκρυβε ψυχική και σωματική ρώμη γίγαντα....''
 Γ. Μόδης


Ο Κώττας πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Ρούλια και χαρακτηρίζονταν από τότε ως τολμηρός, επαναστατικός και ριψοκίνδυνος. Δεν αγαπούσε ιδιαίτερα τα γράμματα, αλλά αναγκάστηκε για λόγους βιοποριστικούς να μάθει με μεγάλη επιμονή, ανάγνωση και γραφή. Μετά το θάνατο του πατέρα του Χρήστου, κρατούσε μόνος του τα βιβλία του οικογενειακού παντοπωλείου. Αργότερα άσκησε το επάγγελμα του αγωγιάτη και εξ αιτίας αυτού ταξίδευε για αρκετά χρόνια στη Θράκη, την Κωνσταντινούπολη φθάνωντας ως τη Σερβία. Το 1886 επέστρεψε στη Ρούλια και άσκησε εκεί τα επαγγέλματα του παντοπώλη, του υποδηματοποιού, του κηροπλάστη και του ξενοδόχου. Απέκτησε αρκετά χρήματα και μέρος αυτών διέθετε για την αρωγή των φτωχών συμπατριωτών του. Ανέγειρε ξενώνα στη Ρούλια, όπου παρέχονταν δωρεάν τροφή και στέγη στους άπορους και με δική του δωρεά ανεγέρθηκε οίκημα στη μονή της Αγίας Τριάδας Πισοδερίου. Νυμφεύτηκε την Ζωή Σφέτκου, από παλιά οικογένεια, μία από τις πρώτες που μετοίκησαν στον νέο οικισμό. Μαζί της ο Κώττας απέκτησε 8 παιδιά, τη Σοφία, το Δημήτριο, το Σωτήριο, τη Βασιλική, το Χρήστο, το Λάζαρο, την Πασχαλινή και τον Ευάγγελο. Η Βασιλική, η Πασχαλινή και ο Λάζαρος πέθαναν σε νεαρή ηλικία. Ο Ευάγγελος πέθανε το 1958 στην Αθήνα.

Στην ιδιωτική του ζωή επιδίδονταν με ζήλο στο κυνήγι που ήταν άφθονο στην περιοχή των Κορεστίων. Στα τέλη της δεκαετίας του 1880 κατατάχτηκε στα σώματα του φαχρήδων, μια πολιτοφυλακή που συγκροτούνταν από χριστιανούς με σκοπό την πάταξη της ληστείας. Το σώμα αυτό οργάνωσε ο βαλής του Μοναστηρίου Ριφαάτ πασάς. Από το 1893 έως το 1896 ο Κώττας διατέλεσε πρόεδρος της Ρούλιας. Τότε ήρθε σε ρήξη με τον Τουρκαλβανό Κασήμ αγά, μπέη της Καπεστίτσας. Ο Κασήμ αγάς ήταν κύριος του ενός από τα δύο πανδοχεία της Ρούλιας. Το άλλο ανήκε στην κοινότητα. Ο Κασήμ αγάς δεν επέτρεπε σε κανέναν να επινοικιάσει και να λειτουργήσει το κοινοτικό πανδοχείο προκειμένου να μη χάσει τα κέρδη του. Οι κάτοικοι του χωριού διαμαρτύρονταν γιατί το πανδοχείο αποτελούσε ένα έσοδο γι αυτούς. Ο Κώττας τότε επινοικίασε ο ίδιος το κοινοτικό πανδοχείο, γεγονός που προκάλεσε τον Κασήμ αγά και τον οδήγησε στην απόπειρα δολοφονίας του Κώττα. Ο Κώττας σώθηκε, καθώς κρύβονταν σε οικίες συγχωριανών του.

Η αρχή της ένοπλης δράσης

Στις αρχές του 1897 ο Κώττας εγκατέλειψε τη Ρούλια και βγήκε στο βουνό ως αντάρτης. Η κατάσταση ήταν έκρυθμη λόγω της Μακεδονικής Επανάστασης του 1896 που ήταν ακόμα σε εξέλιξη αλλά και του επικείμενου Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Ο Κώττας άρχισε να καταδιώκει Οθωμανούς άρχοντες και έδωσε αρκετές μάχες με Οθωμανικά στρατεύματα. Την άνοιξη του 1897, η φήμη της δράσης του Κώττα ήταν τέτοια, που 28 νέοι των καλύτερων οικογενειών του Μοναστηρίου, μεταξύ των οποίων και ο βιομήχανος Νικόλαος Καζάζης, είχαν προετοιμαστεί και εξοπλιστεί, προκειμένου να τεθούν υπό τη ηγεσία του Κώττα. Επίσης, ανάλογες προθέσεις είχαν και αρκετοί νεόι της Φλώρινας και της Καστοριάς. Τα σχέδια αυτά του Ελληνισμού της περιοχής ματαίωσε η ατυχής κατάληξη του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το πρώτο σώμα του Κώττα αποτελούσαν οι Λάζαρος Τσολάκης και Αθανάσιος Γιόρλης από τον Απόσκεπο Καστοριάς, ο Νάκος από το Σίστεβο (Σιδηροχώρι) Καστοριάς, ο Αλέξανδρος Νάστος από το Τσέροβο (Κλειδί) Φλώρινας, ο Βασίλειος Μπεκιάρης από το Ζέλοβο (Αντάρτικο) Φλώρινας και ο Σπύρος Παρασκευαΐδης. Αργότερα στο σώμα του προσήλθαν και άλλοι μαχητές, όπως ο Γρηγόριος Βαϊνάς. Η δράση του σώματος του Κώττα ήταν ανεξάρτητη και στρέφονταν κατά των Οθωμανών δυναστών.

Η δράση του κατά το 1898 και οι επαφές με την ΕΜΕΟ

Ο Κώττας με το σώμα του περιφέρονταν στις περιοχές Πρεσπών και Φλώρινας καταδιώκοντας Τούρκους και Τουρκαλβανούς μπέηδες που καταδυνάστευαν τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Την εποχή εκείνη ήρθε σε επαφή με τον κομιτατζή της ΕΜΕΟ Λάζαρ Ποπτράικωφ, ο οποίος επίσης δρούσε τότε κατά Οθωμανικών στόχων. Έτσι παρόλο που διατήρησε την αυτονομία των κινήσεών του, εντάχθηκε στην ΕΜΕΟ και συνεργάστηκε σε πολλές επιχειρήσεις με αρκετά στελέχη της. Για τον Κώττα, είχε μεγαλύτερη σημασία η συσπείρωση όλων των χριστιανών κατά του Οθωμανικού ζυγού. Συνήθιζε να λέει ’’ας σκοτώσουμε πρώτα την αρκούδα και για το τομάρι, είναι εύκολο να το μοιράσουμε’’. Το 1898 ο Κώττας με την ομάδα του, κατόρθωσε να συλλάβει και να εξοντώσει τον Τούρκο εισπράκτορα Ταχήρ, ο οποίος καταδυνάστευε τα χωριά της τότε υποδιοίκησης (καζά) Φλώρινας. Στις 29 Ιουλίου του ίδιου έτους εξόντωσε στην Τύρσια (Τρίβουνο) τον Νουρή μπέη, που ήταν ιδιαίτερα σκληρός με τους χριστιανούς της υποδιοίκησης (καζά) Φλώρινας

Η δράση του το 1899 και οι πρώτες επαφές με τη μητρόπολη Καστοριάς

Το Πάσχα του 1899, ο Κώττας με το σώμα του κατάφερε να εξοντώσει τους Τουρκαλβανούς μπέηδες Τσαούς Σιαμπάν και Τζέλιο, σε ενέδρα στο Μπούφι (Ακρίτας). Οι μπέηδες Τζέλιο και Τσαούς Σιαμπάν δρούσαν στην υποδιοίκηση (καζά) Φλώρινας και λυμαίνονταν πολλά χριστιανικά χωριά. Ο Κωνσταντίνος Χρήστου και το σώμα του συνέχισε καθ’ όλο το 1899 την καταδίωξη Οθωμανών αρχόντων που καταδυνάστευαν τους χριστιανούς, όπως ο Ομέρ αγάς που λυμαίνονταν τη Δρανοβαίνη (Κρανιώνας), το Μαυροχώρι, το Κονομπλάτι (Μακροχώρι), τη Στάτιστα (Μελάς), την Μπόμπιστα (Βέργα), την Ντύμπενη (Δενδροχώρι) και τη Ζουπάνιστα (Άνω Λεύκη).Την ίδια χρονιά, και καθώς η ΕΜΕΟ είχε αρχίσει να γίνεται εχθρική προς το Ελληνικό στοιχείο της Μακεδονίας, προσπάθησε να έρθει σε επαφή με το Μητροπολίτη Καστοριάς, Φιλάρετο Βαφείδη.Ο μητροπολίτης Καστοριάς Φιλάρετος ήταν ιδιαίτερα εγωιστής και αλαζόνας και επέδειξε αδιαφορία για τη θέση του Μακεδονικού Ελληνισμού, αρνούμενος κάθε ανάμειξη.

Η δράση του το 1900 και η ρήξη με την ΕΜΕΟ


Το Πάσχα του 1900, ο Κώττας με το σώμα του εξόντωσε τον Κασήμ αγά, ο οποίος ήταν ο ισχυρότερος μπέης της περιοχής και εξανάγκαζε σε εξαθλίωση τους κατοίκους του Σμαρδεσίου (Κρυσταλλοπηγής), της Μπρέσνιτσας (Βατοχωρίου), της Ρούλιας, της Τύρσιας (Τρίβουνου), της Όστιμας (Τριγώνου), του Ζελόβου (Αντάρτικου), της Ποζίβιστας (Χαλάρων), του Κονομπλατίου (Μακροχωρίου) και της Στάτιστας (Μελά), επιβάλλοντας βαρείς φόρους και χρησιμοποιώντας βίαια μέσα. Την ίδια εποχή (άνοιξη του 1900) αναδιοργάνωσε το σώμα του, το οποίο τώρα περιελάμβανε το Σωτήριο Βέλλιο από την Κραπέστινα (Ατραπό), το Μήτρο Βλάχο, το Χρήστο Σφέτκο, τον Ιωάννη Μπούτζωφ, τον Νάκο, το Δεμίρη και τον Αλέξανδρο Νάστο. Την περίοδο εκείνη, ο Βούλγαρος κομιτατζής Μοσκώφ απαίτησε από την ΕΜΕΟ την αρχηγία στην περιοχή Καστοριάς, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, καθώς αφενός οι Βούλγαροι δεν μπορούσαν να επιβάλουν κάποιον αρχηγό στον Κώττα, και αφετέρου, η ΕΜΕΟ, σύμφωνα με τον Πάντο Κλιάσεφ, είχε ανάγκη την ουσιαστικά αναντικατάστατη ηγετική φυσιογνωμία του Κώττα. Έτσι, η ΕΜΕΟ αποφάσισε, την προσωρινή παραμονή του Κώττα, ως στέλεχός της. Τον Ιούλιο του 1900 ο Κώττας με το νέο σώμα του εξόντωσε τον Αμπεντίν αγά της Καστοριάς που καταπίεζε τους κατοίκους της περιοχής. Οι επιτυχίες αυτές εδραίωσαν την ηγετική παρουσία του Κώττα στην περιοχή Πρεσπών και Κορεστίων καθώς ανακούφισαν τους κατοίκους από την εκμετάλλευση των επίσημων και ανεπίσημων Οθωμανών δυναστών. Η μορφή του Κώττα έγινε θρύλος και αποτέλεσε την ελπίδα για τους κατοίκους της Βορειοδυτικής Μακεδονίας.

Τον Ιούλιο του 1900 κατέφτασε στην περιοχή Καστοριάς – Φλώρινας, ο κομιτατζής Γκεόργκι Ιβάνωφ, γνωστός ως Μάρκο. Έκτοτε, το Βουλγαρικό κομιτάτο εκδήλωσε την αντιπάθειά του προς τον Κώττα. Ο Ιβάνωφ ανέλαβε τη γενική αρχηγία στις περιφέρειες Καστοριάς – Φλώρινας και ο Κώττας διατάχθηκε να τον υπακούει. Πολλοί ήταν τότε που εκδήλωσαν ανοιχτά τις διαφωνίες τους με τη νέα ηγεσία, όπως ο Σωτήριος Βέλλιος από την Κραπέστινα (Ατραπό), ο οποίος επέστρεψε στον Κώττα. Ο Κώττας τότε αποσύρθηκε στο Κονομπλάτι (Μακροχώρι) και αρνήθηκε να συμμετάσχει σε επιχειρήσεις υπό τον Ιβάνωφ που είχαν σκοπό την τρομοκράτηση του Μακεδονικού Ελληνισμού. Οι επιχειρήσεις αυτές αποφασίστηκαν από την ΕΜΕΟ, καθώς έως τότε η Βουλγαρική κίνηση δεν είχε μεγάλη απήχηση στους πληθυσμούς. Τον Αύγουστο του 1900 ήρθε η οριστική ρήξη του Κώττα με την ΕΜΕΟ, καθώς ο Ιβάνωφ του ζήτησε να μεσολαβήσει ώστε να μπορέσει να κινηθεί ελεύθερα στον κάμπο της Φλώρινας προκειμένου να καταδιώξει τον επίσης αντιρρησία Χρήστο Ποπόφσκι, εκμεταλλευόμενος την επιρροή του Κώττα στους Ελληνικούς πληθυσμούς της περιοχής.
Ο Κώττας ύστερα από πιέσεις αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να παράσχει στον Ιβάνωφ ασφαλή πορεία, όταν όμως επέστρεψε αργότερα στα Κορέστια με τον Σωτήριο Βέλλιο, πληροφορήθηκε ότι ο Ιβάνωφ είχε σκοπό να δολοφονήσει τον Έλληνα προύχοντα του Αγίου Παντελεήμονα. Ακολούθησε η οριστική ρήξη του Κώττα με την ΕΜΕΟ και πολλά μέλη έως τότε της Βουλγαρικής οργάνωσης που διέβλεπαν την επικείμενη στροφή του κομιτάτου εναντίον των Ελλήνων αποχώρησαν. Ο Κώττας τότε ανασυγκρότησε το σώμα του, το οποίο αποτελούσαν τότε ο Σωτήριος Βέλλιος, ο Ιβάντσος και ο Νάκος και διέφυγε το φθιόπωρο του 1900 στην περιοχή της Καστοριάς, όπου τους παρείχε ασφαλές καταφύγιο ο Λάζαρος Τσολάκης από τον Απόσκεπο. Έτσι, το Βουλγαρικό κομιτάτο προσπάθησε να απαλλαγεί διά παντός από τον Κώττα Χρήστου, που αποτελούσε πλέον ένα πολύ σοβαρό κίνδυνο για την επίτευξη των στόχων του. Ο κομιτατζής Παύλε Χρήστο κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1900 προσπάθησε να εντοπίσει τον Κώττα προκειμένου να τον απομονώσει αλλά χωρίς επιτυχία. Το Βουλγαρικό κομιτάτο μάλιστα, διά των Γκεόργκι Ιβάνωφ (Μαρκώφ) και τον Πάβελ Χρήστωφ, προσπάθησε να πείσει τον Κώττα να μεταβεί στη Σόφια για συζητήσεις και όταν αυτό δεν έφερε αποτέλεσμα, προσπάθησε να εξαγοράσει τους συντρόφους του, αλλά και πάλι δίχως αποτέλεσμα. Τον Οκτώβριο ο Κώττας με το σώμα του εγκαταστάθηκε στο Κονομπλάτι (Μακροχώρι), όπου είχε ισχυρά ερείσματα ανάμεσα στους ντόπιους Έλληνες κατοίκους και στην προσπάθειά του για στρατολόγηση νέων μαχητών στο σώμα του, δέχθηκε επίθεση από το σώμα του κομιτατζή Τάνε Κλιάντσεφ ανάμεσα στην Μπάνιτσα (Βεύη) και το Γκορνίτσοβο (Κέλλη). Κατά τη συμπλοκή ο Κώττας τραυματίστηκε στην ομωπλάτη και νοσηλεύτηκε στην οικία του φίλου του Τραϊανού Κεσίνη, στη Ρούλια από τους Καστοριανούς γιατρούς Μενέλαο Μπατρίνο και Κύρο Καραμπίνα

Το Φθινόπωρο εκείνο του 1900 ο Κωνσταντίνος Χρήστου προσπάθησε εκ νέου να επικοινωνήσει με το μητροπολίτη Καστοριάς που τώρα ήταν ο Αθανάσιος Καπουράλης (1899 – 1900). Ο μητροπολίτης Αθανάσιος όμως, όντας γέρος και ασθενικός δεν μπορούσε να βοηθήσει και ουσιαστικά δεν αναμείχθηκε στα γεγονότα Τα Χριστούγεννα του 1900 η ΕΜΕΟ επικοινώνησε με τον Κώττα, που είχε αναρρώσει από τα τραύματά του και γνώριζε πλέον τους σκοπούς της ΕΜΕΟ για τον ίδιο, αλλά και για τους Ελληνικούς πληθυσμούς. Τότε ο Παύλε Χρήστο του δήλωσε ότι η δολοφονική απόπειρα σε βάρος του έγινε χωρίς να το γνωρίζει. Ο Κώττας τότε, φοβούμενος για τη ζωή του, προσπάθησε να κερδίσει χρόνο προτείνοντας να συμμετάσχει ο ίδιος στο σώμα του Αθανάς Πετρώφ. Ο Πετρώφ εκείνη την περίοδο στρατολογούσε πολλούς Έλληνες της περιοχής με το πρόσχημα της κοινής Ελληνοβουλγαρικής συμμαχίας κατά των Οθωμανών εν όψει της επικείμενης εξέγερσης το 1901 (όπως ήταν σχεδιασμένο τότε), καθώς η προσέλκυση χριστιανών στην εξαρχία ήταν πολύ περιορισμένη.

Η κατάσταση το 1901 και η γνωριμία του Κώττα με τον Καραβαγγέλη

Τον Ιανουάριο του 1901 ο Κώττας βρήκε ευκαιρία να αποκηρύξει τη φαινομενική συνεργασία του με τον Αθανάς Πετρώφ και όταν πληροφορήθηκε ότι το σώμα του τελευταίου βρίσκονταν στο Νεστράμι (Νεστόριο), επιτέθηκε με τους λιγοστούς άντρες του. Δεν κατάφερε όμως να εξοντώσει τον Αθ. Πετρώφ, καθώς Οθωμανική φρουρά έφτασε στο χωριό και έτρεψε τους αντάρτες σε φυγή. Μετά απ’ αυτό το επεισόδιο και αφού είχε πλέον και επίσημα συγκρουστεί με την ΕΜΕΟ, ανασυγκρότησε το σώμα του, εντάσσωντας πλέον σε αυτό, τον Σωτήριο Βέλλιο από την Κραπέστινα (Ατραπό), τον Ιβάντσο, το Γεώργιο Γκέκα από την Άνω Μπεάλα (Άνω Μπελίτσα) της Αχρίδας και το Σπύρο Παρασκευαΐδη. Ο Αθ. Πετρώφ μετά από αυτές τις εξελίξεις περιέπεσε σε δυσμένεια από την ΕΜΕΟ. Ο Κωνσταντίνος Χρήστου με το νέο σώμα του κινήθηκε στα Κορέστια, τη Ζουπάνιστα (Άνω Λεύκη) και τελικά κατευθύνθηκε στη Ρούλια (Κώτα Φλώρινας). Ο κομιτατζής Πάβελ Χρήστο ανέθεσε στον εξαρχικό ιερέα της Ντύμπενης (Δενδροχωρίου), Φίλιππο, να μεσολαβήσει στον Κώττα, ώστε να συμφιλιωθεί και να επιστρέψει στη Βουλγαρική οργάνωση, αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε κάθε συνομιλία. Τότε, το Βουλγαρικό κομιτάτο ανέθεσε στον Πάντο Κλιάσεφ να εξοντώσει τον Κώττα, ως επιβλαβές στοιχείο, και ο τελευταίος προφασίστηκε διαπραγματεύσεις επιδιώκοντας συνάντηση με τον Έλληνα οπλαρχηγό. Ο Κώττας όμως αντιλήφθηκε την παγίδα και δεν εμφανίστηκε.

Εν τω μεταξύ είχε αφιχθεί στην Καστοριά (αρχές του 1901), νέος μητροπλίτης, ο Γερμανός Καραβαγγέλης και μάλιστα σε μια περίοδο που η ΕΜΕΟ είχε εξαπολύσει βία κατά των Ελληνικών πληθυσμών της Βορειοδυτικής Μακεδονίας με αθρόες δολοφονίες ιερέων, προκρίτων και δασκάλων. Η δολοφονία του δάσκαλου Βασίλειου Μαλεγγάνου από τη Σέτομα (Κεφαλάρι), την εποχή εκείνη, είχε τρομοκρατήσει τους Ελληνικούς πληθυσμούς και άρχισαν να εγκαταλείπουν μαζικά τα χωριά της υπαίθρου και να συσσωρεύονται ως πρόσφυγες στην πόλη της Καστοριάς. Οι Έλληνες μετά τις προτροπές του Κώττα που περιόδευε στα χωριά της υπαίθρου άρχισαν σταδιακά να δηλώνουν φανερά τα εθνικά τους αισθήματα και αυτό, είχε από τη μία τονώσει το Ελληνικό φρόνημα, αλλά από την άλλη, είχε προκαλέσει τη μίνι των Βουλγάρων. Ο Κώττας την εποχή εκείνη θεωρούνταν, όπως διαπίστωσε και ο Γερμανός Καραβαγγέλης, "προστάτης των Ορθοδόξων και το φόβητρο των Βουλγάρων" και είχε καλλιεργήσει το κλίμα ώστε να δημιουργηθούν οι πρώτοι αντιστασιακοί πυρήνες.
Στα μέσα Ιουλίου του 1901 και ενώ ο Κώττας βρίσκονταν στη Ρούλια, οι δύο συμπολεμιστές του, Γεώργιος Γκέκας και Σπύρος Παρασκευαΐδης δολοφόνησαν εν αγνοία του Κώττα, το γιο του μπέη Τζεμάλ της Κορυτσάς, κοντά στο Τύρνοβο (Πράσινο) με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν βίαια Οθωμανικά αντίποινα σε βάρος των Ελληνικών πληθυσμών και να συληφθούν 16 χωρικοί από το Κονομπλάτι (Μακροχώρι), την Μπρέσνιτσα (Βατοχώρι) και την Μπεσφήνα (Σφηκιά). Ο Κώττας εξοργισμένος, έδιωξε από το σώμα του, τους δυο αντάρτες και διέταξε τους χωρικούς να μην τους παράσχουν άσυλο. Εκείνοι τότε, συνέλαβαν τον δεκαπεντάχρονο γιο του Κώττα, Δημήτριο και απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν αν δεν γίνονταν δεκτοί, πίσω. Ο Κώττας δεν κάμφθηκε από την απειλή και έτσι οι δύο αντάρτες ελευθέρωσαν το γιο του και κατατάχθηκαν στο σώμα του Αθανάς Πετρώφ που τότε βρίσκονταν στο Σμάρδεσι (Κρυσταλλοπηγή). Την εποχή εκείνη, επέστρεψε από την Αθήνα ο Βασίλ Τσακαλάρωφ, όπου είχε οργανώσει εκτεταμένο δίκτυο προμήθειας και μεταφοράς όπλων για λογαριασμό της ΕΜΕΟ, και προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τα συμβάντα, χρησιμοποιώντας τους δύο Έλληνες αντάρτες προκειμένου να συλλάβει και να εξοντώσει τον Κώττα. Ο Σπύρος Παρασκευαΐδης και ο Γεώργιος Γκέκας, αντιλαμβανόμενοι ότι η ζωή η δική τους, αλλά και του Κώττα, κινδυνεύουν από την ΕΜΕΟ, επέστρεψαν μετανοιωμένοι και έγιναν δεκτοί από τον Κώττα

Τον Αύγουστο του 1901 συνελήφθη από τους Οθωμανούς ο Ιβάντσος, άλλοτε συνεργάτης του Κώττα και τυπικά μέλος της ΕΜΕΟ. Ο Ιβάντσος αποκάλυψε στους Οθωμανούς όλα όσα γνώριζε για τη Βουλγαρική δράση στην περιοχή, με αποτέλεσμα, τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1901, να συλληφθούν πολλοί κομιτατζήδες και να εξαρθρωθεί ένα μεγάλο μέρος του δικτύου της ΕΜΕΟ. Κάποιες από τις πληροφορίες όμως, ενοχοποίησαν τον Κώττα και τότε οι Οθωμανικές αρχές εξαπέλυσαν ανθρωποκυνηγητό κατά του Κώττα, αλλά ο τελευταίος διέφυγε τη σύλληψη. Μετά τη σύλληψη όμως, του έμπιστου φίλου του, Τραϊανού Κεσίνη, ο Κώττας για να εκδικηθεί, προσπάθησε ανεπιτυχώς να ληστέψει χρηματαποστολή στη δημόσια οδό Μοναστηρίου – Ρέσνας – Κορυτσάς. Τον Οκτώβριο του 1901, η ΕΜΕΟ προσπάθησε εκ νέου να εξοντώσει τον Κώττα. Η αποστολή ανατέθηκε στον Αθανάς Πετρώφ, ο οποίος αρνήθηκε να εκτελέσει τη διαταγή και κατέφυγε στο σώμα του Κώττα. Τότε, η ΕΜΕΟ διέγραψε και τυπικά τον Κώττα από μέλος της. Στη συνέχεια ο Κώττας επιχείρησε να συναντηθεί με τον μητροπολίτη Καστοριάς, Γερμανό Καραβαγγέλη. Εξουσιοδότησε τον έμπιστο φίλο του Νικόλαο Σιδέρη, δάσκαλο στο Ζέλοβο (Ανταρτικό), να βολιδοσκοπήσει την κατάσταση. Ο μητροπολίτης δέχτηκε και η συνάντηση έγινε στο Τύρνοβο (Πράσινο). Η συνάντηση είχε σκοπό το συντονισμό των ενεργειών των δύο ανδρών κατά της Βουλγαρικής οργάνωσης ΕΜΕΟ και όχι τη μεταστροφή του Κώττα, όπως επιχείρησε να τονίσει ο Καραβαγγέλης στα απομνημονεύματά του. Λίγο μετά τη συνάντηση, στις 2 Δεκεμβρίου, ο μητροπολίτης Καστοριάς ανέθεσε στον οπλαρχηγό Ναούμ Σπανό από τη Χρούπιστα (Άργος Ορεστικό), να συνοδεύσει τους γιους του Κώττα, Δημήτριο (15 ετών) και Σωτήριο (12 ετών), στην Αθήνα. Ο Ναούμ Σπανός αναχώρησε με τους δυο γιους του Κώττα στις 21 Δεκεμβρίου του 1901 και παρουσιάστηκε στον υπουργό εξωτερικών Στέφανο Δραγούμη στις 25 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Ο Ναούμ Σπανός συντηρούσε τα τέκνα του Κώττα για πέντε μήνες έως ότου με τη μεσολάβηση του Στέφανου Δραγούμη, ο Παύλος Μελάς και ο Αθανάσιος Κοντούλης, με την οικονομική ενίσχυση της κόμησας Λουίζας Ριανκούρ ανέλαβαν να εγγράψουν τα δυο αγόρια στο λύκειο του Ιωάννη Δέλλιου.

Στο μεταξύ, στην περιοχή είχε αφιχθεί (ήδη από το Νοέμβριο του 1901) ο κομιτατζής Γκότσε Ντέλτσεφ, ο οποίος ενημερώθηκε για τον “κακό δαίμονα” του Βουλγαρικού κομιτάτου, Κωνσταντίνο Χρήστου. Στο Κονομπλάτι (Μακροχώρι), οι Βούλγαροι αρχηγοί εισηγήθηκαν στον Γ. Ντέλτσεφ την εξόντωση του Κώττα, που βρίσκονταν στο ίδιο χωριό με τον συμπολεμιστή του, Ευάγγελο (Γκέλη) Πλιάσκο και τον Αθανάς Πετρώφ που είχε καταφύγει στο σώμα του. Η Βουλγαρική επιχείρηση αναβλήθηκε, καθώς αφενός ο Μήτρο Βλάχο ολιγώρησε εσκεμμένα, και αφετέρου στο χωριό βρίσκονταν ισχυρή Οθωμανική φρουρά. Λίγο αργότερα όμως ο Γ. Ντέλτσεφ συνέλαβε τον Κώττα, αιφνιδιάζοντάς τον. Παρά τις εισηγήσεις των Τσακαλάρωφ, Αθ. Πετρώφ (ο οποίος επέστρεψε στην ΕΜΕΟ), Γ. Ιβάνωφ (Μαρκώφ) και Σιλιάνωφ περί εξόντωσης του Κώττα, ο Γ. Ντέλτσεφ αποφάσισε να εκβιάσει την επιστροφή του στο Βουλγαρικό κομιτάτο, γιατί τον θεωρούσε ιδιαίτερα ικανό και χρήσιμο. Έτσι, ο Κώττας συνοδευόμενος από τους Μήτρο Βλάχο, Βασίλ Τσακαλάρωφ και άλλους κομιτατζήδες, υποχρεώθηκε δέσμιος να τους ακολουθήσει στη Ρούλια και να παρακολουθήσει ιδίοις όμμασι τη φρικτή δολοφονία του Στογιάννη Κεσίνη, πατέρα του φίλου του, Τραϊανού Κεσίνη. Με τον τρόπο αυτό ο Γ. Ντέλτσεφ απέσπασε τη μεταμέλεια του Κώττα και όταν ο τελευταίος του ζήτησε άδεια για να επισκεφτεί τους γονείς του στη Ρούλια, ο Γ. Ντέλτσεφ δέχτηκε. Μη έχοντάς του όμως εμπιστοσύνη, ανέθεσε στο Μήτρο Βλάχο και άλλους κομιτατζήδες να τον συνοδεύσουν στη γενέτειρά του. Εκεί ο Κώττας, μόλις βρέθηκε ανάμεσα σε συμπατριώτες του, δήλωσε στους άντρες του Γ. Ντέλτσεφ ότι απαρνείται την ΕΜΕΟ. Μετά από αυτά τα γεγονότα, οι εξοργισμένοι Βούλγαροι κομιτατζήδες δολοφόνησαν τον επιστήθιο φίλο του Κώττα, Τραϊανό Κεσίνη, στα τέλη Δεκεμβρίου του 1901.

Η δράση του Κώττα κατά το 1902

Στις αρχές του 1902 ο Κώττας ανέλαβε, με τη συνδρομή του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού καραβαγγέλη να συγκροτήσει ένοπλα σώματα Ελλήνων σε διάφορα χωριά των Κορεστίων και των Πρεσπών, όπου η δράση των Βουλγάρων ήταν ακόμα δύσκολη. Με τον τρόπο αυτό, και υπό τη συνεχή καθοδήγηση του Κώττα, οι κάτοικοι των χωριών ένιωθαν πλέον ασφαλείς από τις επιθέσεις των Βουλγαρικών σωμάτων, ενώ οι ιερείς και δάσκαλοι μπόρεσαν ξανά να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, χωρίς προβλήματα. Ήδη από το Φεβρουάριο του 1902, ο Αθανάσιος Πετρώφ διαφώνησε εκ νέου με την ΕΜΕΟ και εντάχθηκε ξανά στο σώμα του Κώττα. Οι Βασίλ Τσακαλάρωφ και Πάντο Κλιάσεφ μόλις επέστρεψαν από την Αθήνα το Μάιο του 1902, όπου βρίσκονταν πάλι για την αγορά όπλων, συναντήθηκαν στην Τύρσια (Τρίβουνο) με τον Γ. Ιβάνωφ (Μάρκο), προκειμένου να καταστρώσουν σχέδιο για την εξόντωση του Κώττα Χρήστου. Την περίοδο εκείνη σκοτώθηκε και ο Αθανάσιος Πετρώφ, πιθανόν από ενέργεια του Κώττα, ο οποίος τον υποπτεύονταν για διπλό ρόλο.
Στα τέλη Μαΐου ο καπετάν Κώττας κινήθηκε από τις Πρέσπες όπου έδρευε, στα Κορέστια, όπου διαπίστωσε ότι το σώμα του Β. Τσακαλάρωφ προέβαινε σε βιαιότητες και δολοφονίες κατά Ελλήνων. Τότε, ο Κώττας προειδοποίησε τον Τσακαλάρωφ να τηρήσει τον όρκο που είχαν δώσει στην ΕΜΕΟ, ότι Έλληνες και Βούλγαροι θα συνεργαστούν κατά των Οθωμανών και να σταματήσει τις καταπιέσεις των Ελληνικών πληθυσμών. Του πρότεινε μάλιστα να συναντηθούν στο Σμάρδεσι (Κρυσταλλοπηγή), πιστεύοντας ότι μπορεί να τον μεταπείσει. Ο Β. Τσακαλάρωφ δέχτηκε να συναντηθεί στις 26 Μαΐου του 1902, αλλά έδωσε εντολή στον κομιτατζή Αθανάσιο Καρσάκωφ να στήσει ενέδρα στο σώμα του Κώττα. Στη συμπλοκή που ακολούθησε το σώμα του Κώττα διέφυγε αφήνοντας 2 νεκρούς για την πλευρά των Βουλγάρων.

Τον Ιούνιο του 1902 το σώμα του Κώττα Χρήστου δέχτηκε σφοδρή επίθεση από ισχυρό Οθωμανικό σταρτιωτικό απόσπασμα στη Ρούλια . Ο Κώττας οχυρώθηκε στο βορειοδυτικό άκρο του χωριού, στη θέση “Μαύρη Πέτρα” και ακολούθησε πολυήμερη σύγκρουση με τις Οθωμανικές δυνάμεις που υπέστησαν σημαντικές απώλειες. Τις ημέρες των συγκρούσεων οι Ρουλιώτες εγκατέλειψαν το χωριό τους και εγκαταστάθηκαν στη γειτονική Μπρέσνιτσα (Βατοχώρι) για λόγους ασφαλείας. Οι Οθωμανοί βλέποντας ότι δεν μπορούν να κάμψουν την αντίσταση του Κώττα λεηλάτησαν τη Ρούλια.

Στα τέλη Ιουλίου του 1902, οι Π. Κλιάσεφ και Β. Τσακαλάρωφ εισέβαλαν στο Κονομπλάτι (Μακροχώρι), και συνέλαβαν τον Ευάγγελο (ή Γκέλη) Α. Πλιάσκο, πρόκριτο του Αγίου Γερμανού και μυστικό πληροφοριοδότη του Ελληνικού προξενείου Μοναστηρίου ήδη από τις αρχές του 1901.
 Με απειλή θανάτου, του ιδίου και της οικογενείας του, ανέθεσαν στον Γκέλη Πλιάσκο να εξοντώσει τον Κώττα. Ο Γκέλης συναντήθηκε με τον Κώττα και το Σπύρο Παρασκευαΐδη στη Στάτιστα (Μελάς) και τους εξιστόρισε τα γεγονότα. Έτσι στα μέσα Αυγούστου του 1902 οι Κώττας, Σπύρος Παρασκευαΐδης και Ευάγγελος (Γκέλης) Πλιάσκος, εισέβαλαν κρυφά στο Κονομπλάτι (Μακροχώρι) και απελευθέρωσαν την οικογένεια του Γκέλη. Τότε τα ενωμένα σώματα των Κλιάσεφ και Τσακαλάρωφ συγκρούστηκαν με το σώμα του Κώττα για τέσσερις ημέρες (έως τις 19 Αυγούστου) σε διάφορες τοποθεσίες μεταξύ Ζελόβου (Ανταρτικού) και Κονομπλατίου (Μακροχωρίου). Ο Σπύρος Παρασκευαΐδης με το σώμα του και τον Γκέλη κατέφυγαν στην Όστιμα (Τρίγωνο). Εκεί, στις 19 Αυγούστου, επιτέθηκαν τα ενωμένα σώματα των Τσακαλάρωφ, Κλιάσεφ, Ρίζωφ και Μήτρο Βλάχο. Οι Έλληνες με τον Σπύρο Παρασκευαΐδη, τον Γκέλη και τους Πισοδερίτες υπό τον παπα-Σταύρο Τσάμη, αμύνθηκαν σθεναρά και εξανάγκασαν τα Βουλγαρικά σώματα σε υποχώρηση.

Στις 30 Αυγούστου του 1902 έφτασε στην περιοχή Καστοριάς με 50 άνδρες, ο συνταγματάρχης του Βουλγαρικού στρατού, Α. Γιάγκωφ, στενός συνεργάτης του Βούλγαρου στρατηγού της ΕΜΕΟ, Ι. Τσόντσεφ. Ο σκοπός του Α. Γιάγκωφ ήταν να προετοιμάσει την επιχειρούμενη Βουλγαρική εξέγερση μικρής κλίμακας, έτσι ώστε να αποκοπούν τα περάσματα του Οθωμανικού στρατού προς τα σύνορα με Βουλγαρία ή να δημιουργήσει κάποιον αντιπερισπασμό, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η προετοιμαζόμενη εξέγερση του Ράζλογκ.
Οι Βούλγαροι αρχηγοί της περιοχής εξέθεσαν στον Γιάγκωφ τη δυσμενή για τα Βουλγαρικά συμφέροντα, κατάσταση στην περιοχή και ιδιαίτερα ο Β. Τσακαλάρωφ τόνισε την ισχύ του Ελληνισμού λόγω της δράσης του Κώττα Χρήστου. Ο Γιάγκωφ γνώριζε τη δράση και την προσωπικότητα του Κώττα και επιδίωξε να τον συναντήσει, προκειμένου να τον πείσει σε συνεργασία. Έτσι, στις αρχές Σεπτεμβρίου ο Κώττας δέχτηκε να συναντήσει αντιπροσωπεία της ΕΜΕΟ υπό τον Α. Γιάγκωφ, τον Β. Τσακαλάρωφ και τον Λ. Ποπτράικωφ στην οικία του Λάζαρου Κώττα, στη Ρούλια (Κώτας). Στη συζήτηση ο Λ. Ποπτράικωφ προσπάθησε να εκθέσει τον Κώττα, κατηγορώντας τον ως ληστή, αλλά ο Κώττας παρέθεσε όλες τις δολοφονίες, τους βασανισμούς και τις ληστείες που είχε διαπράξει το Βουλγαρικό κομιτάτο στην περιοχή. Κατόπιν αυτών, ο Ποπτράικωφ αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Ο Κώττας έπεισε τον Γιάγκωφ ότι θα συνεργαστεί με την ΕΜΕΟ και μάλιστα θα φροντίσει ώστε η Βουλγαρική εξέγερση να έχει τη συνδρομή του Ελληνικού κράτους. Τον έπεισε μάλιστα ότι θα έπρεπε να εξοντωθεί ο Β. Τσακαλάρωφ. Η προσπάθεια του Κώττα Χρήστου ήταν αφενός να αναστείλει τη δράση των κομιτατζήδων και να ματαιώσει τα σχέδια για μια αμιγώς Βουλγαρική εξέγερση, και αφετέρου να εκθέσει τους Βούλγαρους κομιτατζήδες της περιοχής στην ηγεσία της ΕΜΕΟ και να προκαλέσει έτσι τη διάσπασή της.

Μετά από τη συνάντηση αυτή ο Κώττας προχώρησε σε στενή συνεργασία με τον Γιάγκωφ, τον οποίο κατάφερε να προσεταιριστεί και να τον απομονώσει από τους λοιπούς κομιτατζήδες της ΕΜΕΟ στην περιοχή. Η κοινή δράση Κώττα – Γιάγκωφ προκάλεσε την έντονη ανησυχία των Ελλήνων χωρικών που θεωρούσαν τον Γιάγκωφ, μισητό εχθρό αλλά και την αποστροφή των εκπροσώπων του Βουλγαρικού κομιτάτου. Έτσι, όταν ο Κώττας σχεδίασε με τον Γιάγκωφ και τους άντρες του, την επίθεση στη Φλώρινα στα τέλη του πρώτου δεκαπενθήμερου του Σεπτεμβρίου του 1902, πολλοί ήταν εκείνοι, και από τις δυο πλευρές που ήταν καχύποπτοι ως προς το εγχείρημα. Ο Κώττας έστειλε τότε, επιστολή στον Έλληνα ιατρό Κύρο Καραμπίνα, προκειμένου να καθησυχάσει τους Έλληνες της Φλώρινας και να προετοιμάσει προμήθειες σε τρόφιμα, λόγω της επικείμενης επίθεσης στην πόλη. Η επιχείρηση τελικά απέτυχε γιατί αφενός, η επιστολή δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη, καθώς έπεσε στα χέρια κομιτατζήδων οι οποίοι την κατέστρεψαν και αφετέρου το σχέδιο προδόθηκε στις Οθωμανικές αρχές από τον Έλληνα πρόκριτο της Τύρσιας, Τρίβουνο, που δεν έβλεπε με καλό μάτι την εμπλοκή του Γιάγκωφ στις Ελληνικές ενέργειες. Επίσης, και ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης φαίνεται να είχε ειδοποιήσει τις Οθωμανικές αρχές.

Στις αρχές Οκτωβρίου του ίδιου έτους ο Κώττας με τη συνεργασία του Γιάγκωφ, επιχείρησαν επίθεση στην πόλη της Καστοριάς, αφού προηγουμένως είχαν ενημερώσει σχετικά τον Μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη. Στις 5 Οκτωβρίου κατέλαβαν τα υψώματα της Μπόμπιστας, Βέργας, όπου συγκρούστηκαν με Οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η μάχη ήταν σφοδρή και προκάλεσε σημαντικές απώλειες στην πλευρά του Κώττα. Μετά, από αυτή τη μάχη, αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν. Στη συνέχεια πολλοί άνδρες του καπετάν Κώττα κατέφυγαν στο Ελληνικό κράτος προκειμένου να αποφύγουν τη σύλληψη. Μεταξύ αυτών, ο Γεώργιος Πέτρου από τη Νεγόβανη (Φλάμπουρο), ο Νικόλαος Νεδέλκος από το Λάζετς Πελαγονίας, ο Τόσης από τη Λάγκα, ο Νάκος από το Σίστεβο (Σιδηροχώρι), Αλέξανδρος Νάστος από το Τσέροβο (Κλειδί) και ο Ευθύμιος από τις Πρέσπες. Την ίδια στιγμή, ο Α. Γιάγκωφ λόγω της διάστασής του με τους εκπροσώπους της ΕΜΕΟ στην περιοχή αλλά και λόγω της φιλικής στάσης που επέδειξε προς τον Ελληνικό πληθυσμό κατά την παραμονή του εκεί, εκδήλωσε την επιθυμία του να καταφύγει και αυτός στο Ελληνικό κράτος. Τότε ο Κώττας μεσολάβησε στον Έλληνα πρόξενο του Μοναστηρίου, Σταμάτιο Κιουζέ Πεζά και έτσι χορηγήθηκε η σχετική άδεια στο Γιάγκωφ.

Μετά από αυτά τα γεγονότα, σκλήρυνε η αντίδραση των Οθωμανικών αρχών κατά των χριστιανών κατοίκων. Η δράση της ΕΜΕΟ στην περιοχή περιορίστηκε, καθώς έχασε τα λαϊκά ερείσματα και ιδιαίτερα στην περιοχή Πρεσπών, οι κομιτατζήδες δεν τολμούσαν να πιέσουν τους Ελληνικούς πληθυσμούς, λόγω της ισχυρής παρουσίας του Κώττα.

Η δράση του Κώττα κατά το 1903 και η στάση του στην εξέγερση του Ίλιντεν

Στις αρχές του 1903 ο Κώττας Χρήστου βρίσκονταν στην περιοχή Καστοριάς προκειμένου να αναζητήσει πόρους για τη συντήρηση των πολυάριθμων σωμάτων. Το Ελληνικό κράτος και η Μητρόπολη Καστοριάς ήταν τότε ιδιαίτερα φειδωλοί στις οικονομικές ενισχύσεις και γι αυτό το λόγο ο Κώττας ήλθε σε επαφή με τους Αλβανούς μπέηδες της Καστοριάς που τον συνέδραμαν οικονομικά με αντάλλαγμα την προστασία των Αλβανικών οικογενειών της περιοχής. Στη συνέχεια μετέβη στις Πρέσπες, όπου προχώρησε σε αναδιοργάνωση του σώματός του. Στα τέλη Φεβρουαρίου του 1903, ο Κώττας συγκρούστηκε με τμήμα Οθωμανικού στρατού κοντά στο Λουμπόινο  των Πρεσπών, με αποτέλεσμα να μπορέσει να διαφύγει ο περικυκλωμένος κομιτατζής Σ. Αρσώφ (στο σώμα του Αρσώφ είχε ενταχθεί ο σύντροφος του Κώττα, Νικόλαος Νεδέλκος με σκοπό να ενημερώνει τον Έλληνα πρόξενο Μοναστηρίου Σταμάτιο Κιιουζέ Πεζά).

Την ίδια περίοδο (Απρίλιος του 1903) πραγματοποιούνταν συνέδριο της ΕΜΕΟ στο Σμίλεβο  προκειμένου να προετοιμαστεί η επικείμενη εξέγερση. Στο συνέδριο αυτό τέθηκε εκ νέου το ζήτημα του Κώττα και η ανάγκη εξόντωσής του. Κρυπτογραφημένο μήνυμα του Β. Τσακαλάρωφ που ζητούσε από τους σύνεδρους, την άμεση εξόντωση του Κώττα, έφτασε στα χέρια του τελευταίου κι έτσι οχυρώθηκε στη Ρούλια (Κώτα). Στις 12 Απριλίου του 1903 ισχυρό σώμα 300 Βουλγάρων κομιτατζήδων επιτέθηκαν στη Ρούλια (Κώτα), αλλά μπροστά στην οργανωμένη αντίδραση του καπετάν Κώττα, αποχώρησαν. Στα τέλη Μαΐου του ίδιου έτους, τα ενωμένα σώματα των Β. Τσακαλάρωφ, Π. Κλιάσεφ και Λ. Ποπτράικωφ, έστησαν ενέδρα στον σύντροφο του Κώττα, Νάκο στην Ντύμπενη (Δενδροχώρι). Ο Νάκος επέστρεφε τότε από τη Θεσσαλία, όπου είχε μεταβεί με 30 άντρες για να προμηθευτεί όπλα. Οι κομιτατζήδες κατάφεραν να τον συλλάβουν και να τον θανατώσουν.

Στα τέλη Ιουνίου του 1903, οι Ντ. Γρούεφ και Μπ. Σαράφωφ επισκέφτηκαν τα Κορέστια ώστε να προετοιμάσουν την εξέγερση του Ιουλίου. Το ζήτημα της εξόντωσης του Κώττα, ήταν πλέον επιτακτικό καθώς ο καπετάν Κώττας ασκούσε ηγεμονική επιρροή σε μεγάλο μέρος των πληθυσμών της Βορειοδυτικής Μακεδονίας και αποτελούσε το μεγαλύτερο εμπόδιο στην κάμψη των Ελληνικών πληθυσμών. Εντούτοις, ο Ντ. Γρούεφ δεν ήταν θετικός στη δίωξη του Κώττα. Στα τέλη Ιουλίου, ο Α. Καρσάκωφ επιτέθηκε στο Ζέλοβο (Αντάρτικο), έκαψε τρεις Ελληνικές οικίες αλλά αναγκάστηκε σε υποχώρηση λόγω της ισχυρής αντίστασης της Ελληνικής πλευράς. Λίγο αργότερα, ο Κώττας επιτέθηκε στο σώμα του Καρσάκωφ στο Σμάρδεσι (Κρυσταλλοπηγή) και κατά την συμπλοκή, ο Καρσάκωφ τραυματίστηκε βαριά.

Στις αρχές Ιουλίου του 1903, αντιπροσωπεία της ΕΜΕΟ επισκέφτηκε τον Κώττα Χρήστου, προκειμένου να τον ενημερώσει για την ημερομηνία της επικείμενης εξέγερσης και να του ζητήσει συμμετοχή. Ο Κώττας δέχτηκε να συμμετάσχει αλλά ζήτησε να αναβληθεί χρονικά η εξέγερση καθώς θεωρούσε ότι θα οδηγούσε σε καταστροφή των χριστιανικών πληθυσμών. Γι αυτό το λόγο, η συμμετοχή του περιορίστηκε στην προστασία των Πρεσπών και Κορεστίων από ενδεχόμενα Οθωμανικά αντίποινα. Αμέσως μετά περιόδευσε στα χωριά των Πρεσπών και των Κορεστίων, όπου ασκούσε μεγάλη επιρροή και παρότρεινε τους κατοίκους να μη συμμετάσχουν. Στα μέσα Ιουλίου συγκέντρωσε το σώμα του στη Μπεσφήνα (Σφήκα) και από 'κεί κατευθύνθηκε στη Ρούλια, όπου συγκρούστηκε επιτυχώς με Οθωμανικό λόχο πεζικού. Από τη Ρούλια φρόντισε να κρατήσει ανοικτές τις διόδους προς Κορέστια στο Νότο και Κορυτσά στα Δυτικά. Στη συνέχεια ανέλαβε στην περιοχή Πρεσπών τη φύλαξη των διαβάσεων Πισοδερίου από τα Ανατολικά και Ρέσνας από Βορρά, ώστε να αποτρέψει ενδεχόμενη Οθωμανική επίθεση. Κατάφερε μάλιστα να αναχαιτίσει Οθωμανική επίθεση από Βορρά στο Στέρκοβο (Πλατύ).
Μετά όμως από τις αρχικές επιτυχίες των επαναστατών, ισχυρές Οθωμανικές δυνάμεις επιτέθηκαν ταυτόχρονα από Φλώρινα και Καστοριά. Οι δυνάμεις από Φλώρινα υποχρεώθηκαν σε οπισθοχώρηση αφού κατέκαψαν το Αρμένσκο (Άλωνα), ενώ οι δυνάμεις από την Καστοριά διέσπασαν τα σώματα των Τσακαλάρωφ και Ποπτράικωφ στα Κορέστια και προέλασαν στην περιοχή Κορεστίων – Πρεσπών, όπου λεηλάτησαν τα χωριά και ανάγκασαν τους κατοίκους να καταφύγουν στα γύρω βουνά. Ο Κώττας Χρήστου τότε, σε μια προσπάθεια ανακατάληψης της περιοχής, αφού πρώτα ήλθε σε συμφωνία με τον Ποπτράικωφ για να εξασφαλίσει τα νώτα του, κινήθηκε στις 25 Ιουλίου προς τις Πρέσπες και πολιόρκησε ανεπιτυχώς στην Πόπλη (Λευκώνας) με Οθωμανικές δυνάμεις. Στη συνέχεια με τους οπλαρχηγούς Σπύρο Παρασκευαΐδη και Σίμο Ιωαννίδη επιτέθηκε σε Οθωμανικά αποσπάσματα στον Άγιο Γερμανό και στο Στέρκοβο (Πλατύ), όπου μετά από πολύωρη και πολύνεκρη μάχη, αναγκάστηκε σε οπισθοχώρηση. Στη μάχη του Στερκόβου (Πλατέος) σκοτώθηκε και ο οπλαρχηγός Σπύρος Παρασκευαΐδης. Κατά την οπισθοχώρησή του προς τον Άγιο Γερμανό, πληροφορήθηκε ότι οι κομιτατζήδες της ΕΜΕΟ Κοκάρεφ και Ηλίεφ του έστησαν ενέδρα. Τότε, διέταξε τη λύση της πολιορκίας της Πόπλης (Λευκώνα) και συγκέντωσε τους άνδρες του για να τους αναλύσει τους πραγματικούς στόχους του Βουλγαρικού κομιτάτου και της εξέγερσης. Κατόπιν, συμφώνησε ανακωχή με τους Οθωμανούς, οι οποίοι του επέτρεψαν να κινείται ελεύθερα στην περιοχή με το πολυμελές σώμα του, των 600 ανδρών. Μόνος του στόχος εν τέλει, απέμεινε η εξόντωση του Τσακαλάρωφ, ο οποίος είχε συγκεντρώσει 1.000 άνδρες.

Μετά την αποτυχία της Εξέγερσης του Ίλιντεν, οι Βούλγαροι κομητατζήδες στράφηκαν κατά των Ελλήνων και αφού επιτέθηκαν στο Πισοδέρι σφάζοντας τους 4 πρόκριτους, εισέβαλαν με επικεφαλής των Β. Τσακαλάρωφ και 400 άνδρες, στη Μπρέσνιτσα (Βατοχώρι), συνέλαβαν τον πρόεδρο της κοινότητας Γεώργιο Καραολάνο και αφού τον βασάνισαν, τον θανάτωσαν. Στη συνέχεια έκαψαν την οικία του στενού φίλου του Κώττα, Ιωάννη Ζάικου, θανάτωσαν τον τελευταίο, τον αδελφό του, καθώς και τον Αντώνιο Σφέτκο. Ο Κώττας λίγες μέρες μετά, εκδικήθηκε το χαμό του φίλου του, σκοτώνοντας τον κομιτατζή Ντίνε Γιάννεφ, ενώ κατόπιν συνέλαβε τον Λάζαρ Ποπτράικωφ και τον καταδίκασε σε θάνατο στη θέση Λισίτσα. Στην ίδια θέση, είχε στήσει ενέδρα παλαιότερα ο Β. Τσακαλάρωφ προκειμένου να εξοντώσει τον Κώττα, αλλά ο τελευταίος σώθηκε μετά από ειδοποίηση του Ναούμ Γιάμου.

Η καθοριστική συμβολή του Κώττα στην έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα το 1904

Στις αρχές του 1904, ο Κώττας Χρήστου με τους οπλαρχηγούς Νικόλαο Πύρζα, Παύλο Κύρου, Γεώργιο Κολίτση, Σίμο Ιωαννίδη, τους συντρόφους του Βασίλειο Ράμμο από την Όστιμα (Τρίγωνο) και Ηλία Γκαδούτση από το Ζέλοβο (Αντάρτικο) και το μεγαλέμπορο του Μοναστηρίου και ιδρυτή της Εσωτερικής Οργάνωσης Μοναστηρίου Σπυρίδωνα Δούμα, μετέβησαν στην Αθήνα για να καταστρώσουν από κοινού με τους αξιωματικούς, την επίσημη έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα. Εκεί, ο Στέφανος Δραγούμης μεσολάβησε, ώστε ο διάδοχος Κωνσταντίνος να συναντήσει τον Κώττα Χρήστου. Ο Κωνσταντίνος Χρήστου εξέθεσε στον διάδοχο Κωνσταντίνο την κρίσιμη κατάσταση του Ελληνισμού της Βορειοδυτικής Μακεδονίας και ζήτησε την αρωγή του Ελληνικού κράτους. Η συνάντηση αυτή, τον Ιανουάριο του 1904 έμελε να αποτελέσει την επίσημη εμπλοκή του Ελληνικού κράτους, στην υπόθεση της Μακεδονίας.

Πράγματι, στα τέλη Φεβρουαρίου του 1904, πραγματοποίησε την πρώτη του περιοδεία στη Μακεδονία, ο αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού Παύλος Μελάς με τους Αλ. Κοντούλη, Αν. Παπούλα και Γ. Κολοκοτρώνη. Την περίοδο εκείνη (Μάιος) ο Κώττας είχε συμπεριλάβει στο σώμα του, τους παλιούς συντρόφους του Ευάγγελου Νάτση Γεωργίου, ο οποίος βρίσκονταν στο Μοναστήρι, Δημήτριο Ντάλιπη, Σίμο Ιωαννίδη, Παύλο Κύρου, Χρήστο Παναγιωτίδη, Γρηγόριο Βαϊνά, Γεώργιο Κολίτση, Στέφανο Γρηγορίου, Νικόλαο Νταηλάκη και Φώτιο Παππά, καθώς και τους πρώτους Κρητικούς μαχητές που είχαν καταφτάσει μερικούς μήνες νωρίτερα και αγωνίζονταν επίσης, στο πλευρό του Στρεμπενιώτη οπλαρχηγού, Ευθ. Καούδη, Γ. Δικώνυμο Μακρή και Γ. Περάκη. Ο Παύλος Μελάς αναγνώρισε αμέσως την ηγετική μορφή του Κώττα Χρήστου στη Δυτική Μακεδονία, που τότε επιχειρούσε εναντίον Βουλγαρικών στόχων στην Όστιμα (Τρίγωνο). Η Βουλγαρική πλευρά αμέσως αντιλήφθηκε ότι ο Κώττας είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον της Ελληνικής κυβέρνησης που έως τότε ήταν αμέτοχη, και τον απειλούσαν συνεχώς με επιστολές. Τον παγίδευσαν μάλιστα με πλαστή επιστολή του Ελληνικού προξενείου Μοναστηρίου, γράφοντάς του ότι πράκτορας του προξενείου επιθυμούσε να τον συναντήσει στην Όστιμα (Τρίγωνο). Όταν ο Κώττας με τον Ευθ. Καούδη και τους άνδρες τους έφτασαν εκεί, ειδοποιήθηκε ο Οθωμανικός στρατός, αλλά οι Έλληνες κατάφεραν να διαφύγουν.

Έως το Μάιο του 1904 τα ενωμένα σώματα των Μακεδόνων και Κρητικών οπλαρχηγών, υπό τις γενικές οδηγίες του Κώττα Χρήστου έδρασαν στη Βορειοδυτική Μακεδονία, προσπαθώντας να εξοντώσουν τους Βούλγαρους κομιτατζήδες. Στο διάστημα αυτό ο Κώττας Χρήστου συνδέθηκε με όρκο φιλίας με τον Ευθ. Καούδη.

Η σύλληψη του Κώττα

Στα μέσα Μαΐου ο Κώττας με τους άνδρες του στρατοπέδευσαν στην Όστιμα (Τρίγωνο). Ο Κώττας με αρκετούς άνδρες μετέβη στη γενέτειρά του Ρούλια προκειμένου να επισκεπτεί την οικογένειά του. Το ίδιο βράδυ, η ομάδα του Μήτρο Βλάχο εισέβαλε στην Όστιμα (Τρίγωνο) και εξανάγκασε τους κατοίκους να υπογράψουν ότι προσέρχονται στην εξαρχία και δεν επιθυμούν πλέον Έλληνα δάσκαλο. Η μικρή ομάδα που είχε αφεθεί εκεί από τον Κώττα δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην πολυπληθή ομάδα του Μήτρο Βλάχο. Ο Κώττας πληροφορούμενος την κατάσταση, προσήλθε στην Όστιμα (Τρίγωνο) αλλά εκτιμώντας την κατάσταση προτίμησε να μην συγκρουστεί με τη ομάδα του Μήτρο Βλάχο και τον προσκάλεσε σε διαπραγμάτευση. Απέφυγε όμως, να ενημερώσει τους συντρόφους του σχετικά με τις πρωτοβουλίες του. Ο ίδιος με τον Σίμο Ιωαννίδη εισήλθαν στο χωριό και ακολούθησε πολύωρη συνομιλία με το Μήτρο Βλάχο. Ο Μήτρο Βλάχο του πρότεινε να επανέλθει στην ΕΜΕΟ και ο Κώττας Χρήστου του αντιπρότεινε να προσέλθει στην Ελληνική πλευρά με την υπόσχεση ότι θα υπάρξει επίσημη Ελληνική συμπαράσταση για τη Μακεδονία. Του υποσχέθηκε μάλιστα ότι θα φροντίσει να πάει η οικογένειά του στην Αθήνα, ώστε να μην εκβιάζεται από την ΕΜΕΟ. Συμφώνησαν τελικά να ξανασυναντηθούν το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους για να προβούν σε τελική συμφωνία.

Το επόμενο βράδυ, ο Κώττας και οι λοιποί οπλαρχηγοί στρατοπέδευσαν στη Ρούλια (Κώτας) και εκεί οι Κρητικοί μαχητές Γ. Δικώνυμος Μακρής και Γ. Περάκης αλλά και οι Μακεδόνες Χρήστος Παναγιωτίδης, Γρηγόριος Βαϊνάς, Γεώργιος Κολίτσης και Νικόλαος Νταηλάκης, ήλθαν σε διαφωνία με τον Κώττα, κατηγορώντας τον ότι ενώ είχε την ευκαιρία να σκοτώσει τον Μήτρο Βλάχο, αυτός αδρανούσε. Ο Κώττας είχε δώσει όρκο φιλίας με το Μήτρο Βλάχο από το 1900 (ήταν και ξάδελφός του), όταν τον είχε στο σώμα του και του ήταν δύσκολο να αθετήσει τον όρκο του. Ο Ευθ. Καούδης κατανόησε τον Κώττα και γι αυτό, όταν οι άλλοι δύο Κρητικοί αποφάσισαν να αποχωρήσουν, αυτός προτίμησε να μείνει. Έτσι οι διαφωνούντες οπλαρχηγοί αποχώρησαν με σκοπό να συναντήσουν τον Ευάγγελο Νάτση, ενώ με τον Κώττα έμειναν μόνο ο ψυχογιός του Βασίλειος Τσίλης, ο Ευθ. Καούδης, ο Σίμος Ιωαννίδης και ο Δημήτριος Νταλίπης.

Οι αποχωρήσαντες οπλαρχηγοί στρατοπέδευσαν το επόμενο βράδυ στο Ζέλοβο (Αντάρτικο) και διηγήθηκαν στον Παύλο Κύρου, τα σχετικά. Στη συνέχεια πέρασαν μέσω Βέρνου στην Μονή Αγίου Νικολάου Τσιριλόβου όπου έμαθαν για το χαμό του οπλαρχηγού Ευάγγελου Νάτση Γεωργίου. Ο Κώττας Χρήστου την περίοδο εκείνη προσπάθησε να έλθει σε συνεννόηση με τους πρόκριτους της Καστοριάς. Η πρωτοβουλία του αυτή προκάλεσε τη μήνη του Γερμανού Καραβαγγέλη, από το φόβο να μην αποκαλυφθεί η δράση του στις Οθωμανικές αρχές. Στα τέλη Μαΐου, οι αποχωρήσαντες οπλαρχηγοί, έστειλαν μήνυμα μέσω του μεγαλύτερου γιου του Νταλίπη, στον Ευθ. Καούδη να αποχωρήσει με το πρόσχημα ότι ο Βασίλειος Τσίλης προτίθεται να τον δολοφονήσει. Ο Ευθ. Καούδης έτσι, αποχώρησε και συνάντησε το Γ. Δικώνυμο Μακρή, τον Παύλο Κύρου και τον Γ. Περάκη στη Μονή Αγίου Νικολάου Τσιριλόβου, όπου λίγο αργότερα ήλθαν και οι Σίμος Ιωαννίδης και Δημήτριος Νταλίπης. Εκεί ο Σίμος Ιωαννίδης τους ενημέρωσε για τη συνομιλία του Κώττα με το Μήτρο Βλάχο και τα όσα ειπώθηκαν σ' αυτή. Ο Παύλος Κύρου που είχε μεγάλη αφοσίωση στον Γερμανό Καραβαγγέλη, έσπευσε να τον ενημερώσει σχετικά. Στις 9 Ιουνίου του 1904, Οθωμανικό απόσπασμα εντόπισε το κρησφύγετο του καπετάν Κώττα Χρήστου στη Ρούλια (Κώτα) όπου είχε απομείνει με τρεις στενούς συνεργάτες του και τον συνέλαβε. Αργότερα κατηγορήθηκε ο Παύλος Κύρου ως αυτός που υπέδειξε το κρησφύγετο του Κώττα στους Οθωμανούς, ενώ η σχετική απόφαση χρεώθηκε στο Γερμανό Καραβαγγέλη.

Το τέλος του Κώττα

Μετά τη σύλληψή του ο Κώττας Χρήστου, μεταφέρθηκε αρχικά στις φυλακές Καστοριάς, στη συνέχεια στις φυλακές Κορυτσάς και τελικά στις φυλακές Μοναστηρίου. Η σύζυγός του, Ζωή, για λόγους ασφαλείας εγκαταστάθηκε με τα παιδιά της στην Καστοριά και επανήλθε στη Ρούλια (Κώτας) το φθινόπωρο του 1904. Τον Αύγουστο του 1905 ο Μήτρο Βλάχο εισέβαλε με το πολυπληθές σώμα του στη Ρούλια (Κώτας), πότισε με πετρέλαιο την οικία του Κώττα και έβαλε φωτιά. Με τη συμπαράσταση των κατοίκων του χωριού, η Ζωή με τα τέκνα της κατάφεραν να σωθούν

Κατά την κράτησή του στην φυλακή, ο Έλληνας πρόξενος του Μοναστηρίου Σταμάτιος Κιουζές Πεζάς και ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, προσπάθησαν να τον αποφυλακίσουν αλλά οι Οθωμανικές αρχές ήταν ανένδοτες, καθώς εκκρεμούσαν σε βάρος του πολλές καταδίκες. Ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης πέτυχε συμφωνία με τους Οθωμανούς, ώστε να αποφυλακιστεί ο Κώττας με αντάλλαγμα την υπηρεσία του στον Οθωμανικό στρατό, κάτι που ο ίδιος φυσικά αρνήθηκε.
Ο απαγχονισμός του αποφασίστηκε για το πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου του 1905. Απαίτησε να του φέρουν Έλληνα ορθόδοξο ιερέα που τον μετάλαβε και στη συνέχεια οδηγήθηκε στην πλατεία Ατ Παζάρ της πόλης του Μοναστηρίου. Κατά τη διαδρομή έως την πλατεία ο Κώττας Χρήστου σε μια απέλπιδα προσπάθεια ξέφυγε από τους φρουρούς του και διέφυγε στα στενά σοκάκια της πόλης. Ακολούθησε τεράστια κινητοποίηση των Οθωμανικών δυνάμεων και ανθρωποκυνηγητό στους δρόμους της πόλης και τελικά συνελήφθηκε. Οδηγήθηκε τελικά στην πλατεία Ατ Παζάρ και εκεί ο Κώττας απαίτησε να του λύσουν τα χέρια. Ανέβηκε μόνος του στο ικρίωμα και αποφασισμένος, αφού φώναξε για τελευταία φορά ''Ντα ζίβι Γκ(ά)ρτσια!, Ζήτω η Ελλάς '',κλώτσησε μόνος του το υποπόδιο.

''..Όταν τον πήγαιναν στην κρεμάλα, 27 ’Οκτωβρίου 1905, χτύπησε με τις χειροπέδες δυο δεσμοφύλακες, τούς έριξε κάτω, έσπασε τή ζώνη των λογχοφόρων στρατιωτών και τοβαλε στά πόδια.
 ’Άν ήξερε τούς δρόμους και δέν έπεφτε σέ άδιέξοδο (τσικμάκι) και μιά περίπολο, θά είχε ξεφύγει. το πρόσωπό του στην κρεμάλα ήταν μαύρο άπ’ τα χτυπήματα και τα ρούχα του έσταζαν αίμα είχε παλαίψει ως την τελευταία στιγμή...''

Γ. Μόδης


Αποτίμηση

Ο Κώτας ενσάρκωσε για την περίοδο 1901 – 1904 τον πρωτοπόρο Έλληνα μαχητή που κυριάρχησε στο προσκήνιο της νεώτερης Ελληνικής ιστορίας στο μεταίχμιο δύο κρίσιμων αιώνων. Ξεκίνησε ήδη τη δράση του από τη Μακεδονική Επανάσταση του 1896 και μετά την αποτυχία της, ελλείψει οποιασδήποτε βοήθειας από τις επίσημες Ελληνικές αρχές (κράτος, εκκλησία) ακολούθησε ανεξάρτητη δράση. Ειλικρινής υποστηρικτής της Ελληνοβουλγαρικής συνεργασίας για τη Μακεδονία, (συνήθιζε να λέει: ας σκοτώσουμε πρώτα την αρκούδα και για το τομάρι είναι εύκολο να το μοιράσουμε.), συμμετείχε αρχικά σε πολλαπλές κοινές επιχειρήσεις με την ΕΜΕΟ, αλλά διαχώρισε τη θέση του όταν η Βουλγαρική οργάνωση έθεσε ως προτεραιότητα την εκκαθάριση των Ελλήνων. Στη συνέχεια αποδύθηκε σε σκληρό αγώνα κατά του Βουλγαρικού κομιτάτου και ιδιαίτερα κατά κομιτατζήδων που επιδίδονταν σε αγριότητες σε βάρος Ελλήνων αλλά και άλλων χριστιανών.
Ήδη από το 1901 αποτελούσε τον κυριότερο εχθρό των Βουλγάρων στη Βορειοδυτική Μακεδονία. Η ηγετική του παρουσία στην περιοχή και η μεγάλη επιρροή που ασκούσε σε μεγάλους πληθυσμούς, τον κατέστησαν το βασικό εκφραστή της Ελληνικής ιδέας στην περιοχή και διατήρησε άσβεστη την ελπίδα των Ελλήνων κατοίκων ανυψώνοντας το ηθικό τους σε περιόδους που η Βουλγαρική τρομοκρατία ήταν ολοκληρωτική. Έτσι, όταν το 1901 μπόρεσε να εδραιωθεί εξασφαλίζοντας την υποστήριξη της Μητρόπολης Καστοριάς, αλλά και του Ελληνικού κράτους, μέσω του προξενείου του Μοναστηρίου, αντιμετώπισε το Βουλγαρικό κομιτάτο επί ίσοις όροις και μπόρεσε να ασκήσει την προσωπική του πολιτική επιλογή που ήταν η εξεύρεση κοινού πλαισίου δράσης μεταξύ όλων των χριστιανών.
Ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης τον χαρακτήριζε προστάτη των χριστιανών και φόβητρο των Βουλγάρων. Η επικράτηση των ακραίων στοιχείων στην ΕΜΕΟ που ακολούθησε τη Βουλγαρική διαμάχη μεταξύ Σεντραλιστών (αυτονομιστών) και Βερχοβιστών (της Ανώτατης Επιτροπής), οδήγησε σε σκλήρυνση της στάσης κατά των Ελλήνων με αποκορύφωμα την Εξέγερση του Ίλιντεν, κάτι που ο Κώττας προσπάθησε να αποτρέψει. Για αντιστάθμιση των ακραίων Βουλγαρικών κινήσεων προκάλεσε την επίσημη εμπλοκή του Ελληνικού κράτους με την επίσκεψή του στην Αθήνα και τη συνάντησή του με το διάδοχο Κωνσταντίνο. Ήταν σαφές όμως, ότι η συσσωρευμένη κατάσταση ήταν μοιραίο να οδηγήσει στα άκρα, κάτι που ο Κώττας δεν μπορούσε να παρακολουθήσει. Έως και την ύστατη στιγμή (1904) προσπάθησε να βρει τρόπους συνεννόησης με τοπικούς αρχηγούς της ΕΜΕΟ, κάτι που δεν έγινε αποδεκτό από καμία πλευρά.
 Η προδοσία του ήταν το φυσικό αποτέλεσμα της προσωπικής πολιτικής στρατηγικής του, που προσπάθησε να επιβάλει, μέσα σε ιδιαίτερα κρίσιμες συνθήκες. Όταν ο Ευθύμιος Καούδης πληροφορήθηκε τη σύλληψή του, σημείωσε: ''  Ελέχθη ότι τον Κώττα τον επρόδωσε ο δεσπότης, πράγμα που δυσκολεύομαι να πιστέψω.'' Αλλά λάθη έγιναν τόσα πολλά.. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, έγινε αντιληπτό το αναπλήρωτο κενό που άφηνε πίσω του, γι αυτό και ο μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης ουδέποτε παραδέχτηκε την προδοσία. Προσπάθησε μάλιστα έως το τέλος να τον αποφυλακίσει. Η θυσία του συγκίνησε τους Μακεδόνες και αποτέλεσε την έναρξη της Ελληνικής αντεπίθεσης στη Μακεδονία. Για τη συνολική του δράση και το τέλος του, υμνήθηκε από τη λαϊκή μούσα.


 Οι Μακεδονομάχοι που πολέμησαν στο Ρουμλούκι

Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα στην περιοχή του Ρουμλουκιού διαδραματίστηκαν ορισμένα από τα σημαντικότερα γεγονότα που έκριναν τελικά την έκβαση αυτού του ιδιότυπου αγώνα Πρωταγωνιστές αναδείχτηκαν ντόπιοι οπλαρχηγοί και στρατιώτες αλλά και Έλληνες αξιωματικοί που κατέφθασαν από την ελεύθερη Ελλάδα και από την Κρήτη.

Πριν από την οργάνωση των ελληνικών σωμάτων , στο βάλτο των Γιαννιτσών δρα ολιγάριθμοι αντάρτικο σώμα με αρχηγό τον Τζόλα Περήφανο τον οποίο διαδέχθηκε ο Θεοχάρης Κούγκας με σκοπό την προστασία των Ελλήνων ψαράδων από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες .

Και οι δύο οπλαρχηγοί κατάγονταν από τον Γιδά ( παλιά ονομασία της Αλεξάνδρειας ). Ο πρώτος Έλληνες αξιωματικός που μπήκε επικεφαλής σώματος στο βάλτο ήταν ο Κωνσταντίνος Μπουκουβάλας ( καπετάν Πετρίλος ) και ακολούθησαν οι : Μιχαήλ Αναγνωστάκος ( καπετάν Ματαπάς ), Παναγιώτης Παπαντζανετέας ( καπετάν Παναγιώτης ), ο Ιωάννης Δεμέστιχας ( καπετάν Νικηφόρος ), ο Βασίλειος Σταυρόπουλος ( καπετάν Κόρακας ), ο Τέλλος Αγαπηνός ( καπετάν Άγρας ). επίσης σημαντική είναι η δράση των ντόπιων οπλαρχηγών Αποστόλη Ματόπουλου από την Αλεξάνδρεια ( Γιδά ) και Δημήτρη Κατσάμπα από το Ραψομανίκι και Πρόδρομου Σκοτίδη από τους Ποζιαρίτες ( σημερινό Κεφαλοχώρι ). σημαντικότατη ήταν και η προσφορά του καπετάν Γκόνου Γιώτα από τα Γιαννιτσά ο οποίος έδρασε στο Βάλτο των Γιαννιτσών αλλά και στο Ρουμλούκι .


ΚΟΡΥΦΗ  Κουζιωρτης Βασίλειος, Παναγιωτόπουλος Ευάγγελος (Βελέντζας)
ΚΛΕΙΔΙ  Βασιλείου Ευάγγελος, Καραγιάννης Γεώργιος, Καραγιάννης Σπυρίδων
ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ( ΓΗΔΑ )  Κούγκας Θεοχάρης, Κουκουλούδης Θωμάς, Ματόπουλος Απόστολος, Μοσχόπουλος Αντώνιος, Περήφανος Γεώργιος (Τζόλας)

ΚΑΒΑΣΙΛΑ  Θεοδωρόπουλος Σωτήριος, Τσαμπάζης Γεώργιος
ΚΑΜΠΟΧΩΡΙ  Μπαντής Στέφανος, Σαμαράς Εμμανουήλ, Τολιόπουλος Θωμάς
ΝΕΟΧΩΡΙ  Τρικαλινός Δημήτριος
ΝΗΣΙ  Ντέλλος Ευθύμιος, Τσιαμπουρλιανος Κωνσταντίνος
ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ  Κατσιάμπας Δημήτριος, Σκοτίδας Πρόδρομος
ΜΑΚΡΟΧΩΡΙ  Παπακωνσταντίνου Γρηγόριος
ΑΓΚΑΘΙΑ  Γκιζαλιώτης Νικόλαος
ΔΙΑΒΑΤΟΣ  Θεοχαρόπουλος Γεώργιος, Θεοχαρόπουλος Στέφανος, Μαλιόπουλος Γεώργιος, Μανιόπουλος Γεώργιος, Ακριβόπουλος Αθανάσιος

ΣΧΟΙΝΑΣ Πρόϊος Δημήτριος
ΠΑΛΑΤΙΤΣΙΑ Τσιρογιάννης Τριαντάφυλλος, Τσαντήλας Κωνσταντίνος, Τσιλουρδάτος Τριαντάφυλλος
ΣΤΑΥΡΟΣ 
Χήρας Πέτρος
ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙ  Γερόπουλος Βασίλειος
ΝΗΣΕΛΟΥΔΙ  Αναγνωστάκης Π






Θεοχάρης Κούγκας 1870 - 1917

  Καπετάν Γηδιώτης

Ο Θεοχάρης Κούγκας  ήταν Μακεδονομάχος οπλαρχηγός από την Αλεξάνδρεια Ημαθίας, γεννήθηκε στο Γηδά το 1870. Ήταν γιος του Πέτρου και της Ελισσάβετ. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς της Κεντρικής Μακεδονίας με επιβλητικό ανάστημα και σπουδαίες στρατιωτικές ικανότητες. Διακρίνονταν για το θάρρος και την αυτοθυσία του.

Κατά τη διάρκεια του αγώνα τραυματίστηκε 7 φορές χωρίς ποτέ να καταβληθεί ή να εγκαταλήψει την προσφορά του στην πατρίδα. Ήταν ζωέμπορος και μετέφερε ζώα από την ελεύθερη Ελλάδα στη Μακεδονία. Η δράση του ξεκίνησε το 1897 όταν του ανατέθηκε στη Λάρισα από τον τότε πρόεδρο της κοινότητας Πετρωτού Νικόλαο η μεταφορά πολεμοφοδίων στην Ημαθία.

Μετέφερε τα πυρομαχικά από το Περιβόλι Φθιώτιδας σε κοφίνια με λεμόνια και τα πήγαινε στο Κλειδί στο σπίτι του Ράκου. Δραστηριοποιήθηκε στη λίμνη των Γιαννιτσών μαζί με τον συντοπίτη του Γεώργιο (Τζόλα) Περήφανο όπου εγκατέστησε τη θρυλική καλύβα Κούγκα (στη ΝΔ πλευρά). Στην καλύβα Κούγκα έδρασε μετέπειτα ο καπετάν Νικηφόρος (Ιωάννης Δεμέστιχας).

Μαζί με τον Τζόλα Περήφανο προστάτευαν τους Έλληνες αλιείς από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες. Το σώμα του αποτελούνταν από Ρουμλουκιώτες. Το 1903 κατέφθασε για βοήθεια ο υπολοχαγός Κ. Μπουκουβάλας (καπετάν Πετρίλος). Το Νοέμβριο του 1904 ήρθε επίσης, ο Κρητικός Εμ. Κατσίγαρης, με τον οποίο πήρε μέρος σε πολλές συμπλοκές με Βουλγάρους.

Στη συνέχεια ο Θεοχάρης Κούγκας με το σώμα του μετέβη στον Άγρα (Βλάδοβο) και στην Καρυδιά (Τέχοβο) προκειμένου να εξοντώσει όργανα του Βουλγαρικού κομιτάτου. Στις 27 Νοεμβρίου του 1904 το σώμα του Θεοχάρη Κούγκα συγκρούστηκε με εκατονταμελή ομάδα κομιτατζήδων στους Σαρακηνούς Αλμωπίας.

Μετά από τετράωρη μάχη οι Βούλγαροι τράπηκαν σε φυγή. Στη συνέχεια επέστρεψε στη λίμνη των Γιαννιτσών, όπου με τον καπετάν Πετρίλο και τον Γεώργιο Γιώτα βοήθησαν να εξοντωθούν οι Βούλγαροι που δρούσαν στα γύρω χωριά: Άδενδρο (Κιρτζαλάρ), Παραλίμνη (Τσέκρι), Βραχιά (Καϊλί), Μικρό Μοναστήρι (Ζορμπάς) και Βαλτοχώρι (Σαρίτσα).

Έτσι τα χωριά αυτά, καθώς επίσης και η Πέλλα, απαλλαγμένα από τη Βουλγαρική πίεση επανήλθαν στο Πατριαρχείο. Η δράση του μαζί με τον Γεώργιο (Γκόνο) Γιώτα στην περιοχή της λίμνης των Γιαννιτσών του απέδωσε (από κοινού με τον Γ. Γιώτα) το προσωνύμιο "Βουλγαροφάγοι" και έδωσε στην Ελληνική πλευρά το συγκρητικό πλεονέκτημα της άριστης γνώσης όλων των μυστικών περασμάτων της λίμνης.

Ο Θεοχάρης Κούγκας ήταν αυτός που έπεισε τον Νικόλαο Πετρούση από το Μοναστηράκι Αλμωπίας να επανέλθει στην Ελληνική πλευρά. Το σώμα του συνεργάστηκε επίσης, με τον καπετάν Μωρογιάννη για την εξόντωση του κομιτατζή Μάρκωφ. Το 1908 το σώμα του Θεοχάρη Κούγκα συμμετείχε στη μάχη της Πόλτσιστας Μοριχόβου εναντίον του Βούλγαρου Στόικο, όπου τραυματίστηκε από το σώμα του ο οπλίτης Μάρκου.

Στη συνέχεια το Ελληνικό Αρχηγείο ανέθεσε στον καπετάν Γηδιώτη τις πιο επικίνδυνες αποστολές στο Μορίχοβο για την εξόντωση Βουλγάρων κομιτατζήδων που δρούσαν εκεί. Εκεί σε μάχη τραυματίστηκε ο ίδιος για πέμπτη φορά, σκοτώθηκαν 5 Έλληνες από το σώμα του και 6 Βούλγαροι κομιτατζήδες. Στην ομάδα του συμμετείχαν οι ακόλουθοι Γηδιώτες:    Γεώργιος Οικονομόπουλος
Δημήτριος Οικονομόπουλος, Γεώργιος Κούγκας, Θωμάς Ματόπουλος, Γρηγόριος Ματόπουλος,
Πέτρος Γλίτζιος, Γεώργιος Παρανομόπουλος, Α. Μπάνης και  Αντώνιος Τσιτσάνας

Κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο και ενώ ο Ελληνικός στρατός βρίσκονταν στη Βέροια προσέτρεξε προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Έτσι οδήγησε το τμήμα του αξιωματικού Μαυρομιχάλη προς την Αλεξάνδρεια και πήρε μέρος στη μάχη για την κατάληψη των γεφυρών του Λουδία στις 20 Οκτωβρίου του 1912, όπου τραυματίστηκε για έκτη φορά.
Κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο συμμετέχει στη μάχη του Κιλκίς και τη μάχη του Λαχανά, όπου τραυματίζεται για έβδομη φορά.
Τιμήθηκε από τον τότε υπουργό Στρατιωτικών Ελευθέριο Βενιζέλο κατόπιν διαταγής του βασιλιά Κωνσταντίνου με δίπλωμα και μετάλλειο (25 Μαΐου 1914) για τον ηρωισμό και την αυτοθυσία που επέδειξε στη μάχη των Γιαννιτσών κατά των Τούρκων, καθώς και στις μάχες Κιλκίς και Λαχανά.



 Πρόδρομος Σκοτίδας

Ο Πρόδρομος Σκοτίδας γεννήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα στο Ραψομανίκι (Ξεχασμένη) Ημαθίας. Ήταν ο μεγάλος, από τον πρώτο γάμο, ετεροθαλής αδερφός του Δημήτριου Κατσιάμπα. Η μητέρα τους Κυραάννα ήταν εγγονή του οπλαρχηγού Πολυζωγόπουλου από την Νάουσα της Επανάστασης του 1821. Δυο αδέρφια που η καταγωγή τους είναι από το Ρουμλούκι και συγκεκριμένα από τους Ποζαρίτες (Κεφαλοχώρι) Ημαθίας αντιστάθηκαν στον κατακτητή, τον ταλαιπώρησαν και έδωσαν δείγματα πατριωτισμού στην περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα κοντά στους Β. Σταυρόπουλο (Κόρακα), τον Μ. Αναγνωστάκο (Ματαπά), τον Κ. Μπουκουβάλα, τον Π. Παπατζανετέα, το Λ. Κορομηλά, τον Τ. Άγρα και τον φίλο τους βέβαια, τον καπετάν Σημανίκα που τους είχαν κοντά τους στο βάλτο των Γιαννιτσών. Ο Πρόδρομος Σκοτίδας έδρασε ως κλέφτης στο Βέρμιο από το 1887. Ήταν όργανο πράκτορα τάξεως Γ΄ και αυτός και ο αδερφό του Δημήτριο Κατσάμπα αναλαμβάνανε ριψοκίνδυνεs αποστολέs μεταμφιεσμένοι πότε σε παπάδες, πότε σε χωρικούς, έμπαιναν το βράδυ και σκότωναν κάθε τύραννο ή Τούρκο ή Βούλγαρο κομιτατζή που ταλαιπωρούσαν και σκότωναν τον Ελληνικό πληθυσμό του Ρουμλουκίου Ημαθίας και μετά απο πολλές αιματηρές μάχες κατάφεραν υπό τις διαταγές του καπετάν Ματαπά και του καπετάν Κόρακα να εγκαταστήσουν την πρώτη Ελληνική καλύβα μέσα στην λίμνη των Γιαννιτσών και να εκδιώξουν τους Βούλγαρους που τόσα χρόνια ταλαιπωρούσαν την περιοχή. Μία από τις πιο σημαντικές ενέργειες του Πρόδρομου Σκοτίδα, του Δημήτριου Κατσάμπα και των Μ. Αναγνωστάκη (Ματαπά) και Μπουκουβάλα, ήταν η επίθεσή τους στο δυτικό τμήμα της λίμνης, όπου οι Βούλγαροι κυριαρχούσαν με δίκτυο αλληλοϋποστηριζομένων οχυρωμάτων, κατά τα οποία κατέλαβε την καλύβα, που ήταν απέναντι από την Ακρολίμνη. Στην επιχείρηση εκείνη οι Βούλγαροι απώλεσαν περί τους 20 κομιτατζήδες.

Το 1903 μπήκαν πρώτοι στη λίμνη των Γιαννιτσών και κατέλαβαν την πρώτη Ελληνική καλύβα, την οποία οργάνωσε ο Θεοχάρης Κούγκας με τον Τζόλα Περήφανο μαζί με τους Παντελή Παπαϊωάννου (Γραικό) και Ιωάννη Ράμναλη.

Το 1905, ο Μ. Αναγνωστάκος, ο Κ. Μπουκουβάλας, ο Π. Παπατζανετέας, ο Ι. Δεμέστιχας και ο Β. Σταυρόπουλος οργάνωσαν τα ένοπλα σώματα μαζί με τους Πρόδρομο Σκοτίδα και Δημήτριο Κατσάμπα, που υπηρξαν οι πρώτοι πράκτορες στην περιοχή.

Σύμφωνα με την περιγραφή του Β. Σταυρόπουλου (καπετάν Κόρακα), για τον Πρόδρομο Σκοτίδα:
Η θρυλική Κυράννα, μητέρα του Πρόδρομου Σκοτίδα και του Δημήτριου Κατσάμπα

Ο Σκοτίδας ήταν ένας φοβερός άνθρωπος, ως τη στιγμή που ήλθε στο σώμα μου ήταν ληστής και μαζί με δυο τρεις άλλους γυρνούσε, σκότωνε Τούρκους και πλιατσικολογούσε. Ήταν πάρα πολύ καλός ελεύθερος σκοπευτής και είχε μεγάλη αρετή την καρτερία. Μπορούσε και περίμενε και 2 και 3 μέρες στο ίδιο μέρος τα θύματά του, μέχρι που περνάγανε και τα σκότωνε. 18 χρόνια ληστής είχε κάτι γένια ως το γόνατο, δεν έβγαλε ποτέ το μαύρο του πουκάμισο, ούτε τα γένια του έκοψε που ήταν, όπως έλεγε η λεβεντιά του, αλλά βοήθησε πάρα πολύ και πολέμησε σαν λιοντάρι.

Στην ζωτική, στρατιωτικά, περιοχή της Βέροιας, τον Ιανουάριο του 1908 δρούσε το σώμα υπό τον επιλοχία του Πυροβολικού Σταυρόπουλο Βασίλειο, καπετάν Κόρακα, μαζί με τον οπλαρχηγό Πρόδρομο Σκοτίδα και τον οπλαρχηγο Δημήτριο Κατσάμπα και είχαν πετύχει να την ελέγχουν πλήρως.
Την 18η Ιανουαρίου τα σώματα είχαν καταφύγει, εξ αιτίας του δριμύτατου ψύχους, στο Τσέρνοβο (Φυτιά), βορειοανατολικά της Βέροιας. Περί τα μεσάνυκτα της ίδιας μέρας το σώμα βρέθηκε κυκλωμένο από ισχυρό Τουρκικό απόσπασμα, προφανώς κατόπιν προδοσίας. Ο επιλοχίας Σταυρόπουλος όταν κατάλαβε την κύκλωση συγκέντρωσε τους άνδρες του και πέτυχε να τους βγάλει από τον κλοιό, εφαρμόζοντας ένα παλιό τέχνασμα, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι κλέφτες. Άφησε ελεύθερο προς τις θέσεις του Τουρκικού αποσπάσματος ένα μεγάλο κριάρι, το οποίο συντηρούσε το σώμα ως τυχερό.
Κατά τα έθιμα των Τούρκων, το ελεύθερο κριάρι έπρεπε να πιαστεί και να προσφερθεί σαν θυσία στον Αλλάχ. Ενώ οι Τούρκοι προσπαθούσαν να πιάσουν το κριάρι, οι Έλληνες αντάρτες βρήκαν την ευκαιρία να περάσουν μέσα από τις Τουρκικές θέσεις και να σωθούν το πρωί της 3η Φεβρουαρίου 1908, από τα σώματα Ν. Τσίπουρα και Γ. Φραγκάκου. Οι υπόψη οπαδοί αντιστάθηκαν με πείσμα, τελικά όμως η αντίσταση τους κάμφθηκε, αφού σκοτώθηκαν 16 απ' αυτούς και θανατώθηκαν 3.000 αιγοπρόβατα. Μετά το τέλος της επιχείρησης κατάφθασε στον τόπο της συμπλοκής Τουρκικός στρατός από τη Χάδοβα (Πολύμυλος). Τα Ελληνικά όμως σώματα αν και καταδιώχθηκαν από τους Τούρκους, τελικά πέτυχαν να περάσουν τον Αλιάκμονα και να κατευθυνθούν προς Κόκοβα (Πολύδενδρο) και Σπουρλίτα (Ελαφίνα) της περιοχής των Πιερίων, η οποία ήταν υπό την ευθύνη του σώματος του Ολύμπου.
Μετά τριήμερη παραμονή στην περιοχή των Πιερίων, τα σώματα επανήλθαν στις περιοχές τους, το δευτερο μπήκε στη λίμνη των Γιαννιτσών, και παρέμεινε λίγες μέρες σε μια καλύβα (πάτωμα) της λίμνης για ανάπαυση.
Στις αρχές Μαρτίου του 1908 ο Σταυρόπουλος πληροφορήθηκε ότι συμμορία από Ρουμανίζοντες, με αρχηγό τον Χατζηγώγο, διέτρεχε την περιοχή της Βέροιας ανενόχλητη. Συγχρόνως, διατάχθηκε από το Προξενείο Θεσσαλονίκης να αποκόψει τις επικοινωνίες μεταξύ Βέροιας και γειτονικών χωριών. Την 8η Μαρτίου 1908 ο Πρόδρομος Σκοτίδας, ο Σταυρόπουλος και ο Δημήτριος Κατσάμπας προσέβαλαν τους Ρουμανίζοντες της Δόλιανης (Κουμαριάς), όταν αυτοί βρίσκονταν στα χωράφια τους. Σε αντίποινα της προσβολής αυτής, μικροσυμμορία Ρουμανιζόντων προσέβαλε το μοναστήρι της Παναγίας Δοβράς (Καλή Παναγιά) και σκότωσε τους μοναχούς Παπασταύρο και Μάρκο Σαφάρη.
Ο Πρόδρομος Σκοτίδας με το Σταυρόπουλο και το Δημήτριο Κατσάμπα, για να τρομοκρατήσει τους οπαδούς της Ρουμανικής προπαγάνδας, αποφάσισε να δράσει και μέσα στη Βέροια. Αφού εγκατέστησε το σώμα του στη λίμνη, ο Πρόδρομος Σκοτίδας μπήκε μεταμφιεσμένος στην πόλη της Βέροιας με τον Σταυρόπουλο, τον πολυμηχανο Δημήτριο Κατσάμπα και ακόμη έναν άνδρα. Σκοπός τους ήταν να σκοτώσουν τον φανατικό Ρουμανίζοντα ιερέα Παπαγιώργη, ο οποίος τρομοκρατούσε κατά ποικίλους τρόπους τους Πατριαρχικούς και απειλούσε ότι θα καταλάβει τις Ελληνικές εκκλησίες μέσα στη Βέροια. Η απόπειρα πέτυχε και ο Παπαγιώργης πυροβολήθηκε, μέσα από ένα ερειπωμένο σπίτι, απο τον κρυμμένο Σκοτίδα, ενώ πήγαινε με πολλούς οπαδούς του προκειμένου να λειτουργήσει, κατά τους Ρουμανικούς κανόνες, την εκκλησία της Κάτω Παναγιάς.
Μετά το επεισόδιο οι Τούρκοι πραγματοποίησαν εκτεταμένες έρευνες, Ο Πρόδρομος Σκοτιδας, ο Δημήτριος Κατσάμπας και ο Σταυρόπουλος όμως κατόρθωσαν να βγουν από την πόλη και να καταφύγουν στη λίμνη των Γιαννιτσών.
Στις αρχές Μαΐου 1908 το σώμα Σταυρόπουλου με τον Πρόδρομο Σκοτιδα και τον Δημήτριο Κατσαμπα κατευθύνθηκε στο Βέρμιο, όπου συναντήθηκε με το σώμα του Ν. Τσίπουρα. Στην περιοχή του Βερμίου ενήργησαν από κοινού επιχειρήσεις καθ' όλη τη διάρκεια του Μαΐου και στις αρχές του Ιουνίου επέστρεψαν στη λίμνη των Γιαννιτσών. Μετά από λίγο όμως οι Τούρκοι άρχισαν και πάλι να ερευνούν την λίμνη με ισχυρές δυνάμεις και οι Έλληνες εξαναγκάσθηκαν να διαφύγουν. Στη συνέχεια πέρασαν τον Αλιάκμονα και κατευθύνθηκαν στην περιοχή του Ολύμπου. Εκεί τους βρήκε η Νεοτουρκική επανάσταση. Όταν κηρύχθηκε το Τουρκικό συνταγμα, ο Σταυρόπουλος δεν είχε εμπιστοσύνη στο κίνημα των Νεότουρκων και έχρισε στρατηγό των καπετάν Σκοτίδα, ενώ ο Σταυρόπουλος παρακολουθούσε μεταμφιεσμένος έως το 1912.

Ο καπετάν Σκοτίδας, κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους,  ήταν από τους πρώτους που μπήκαν στη Θεσσαλονίκη και διακρίθηκε στην Μάχη του Λαχανά εναντίον των Βουλγάρων. Ο Πρόδρομος Σκοτίδας με τον Μ. Αναγνωστάκο μπήκαν πρώτοι στη Θεσσαλονίκη με σκοπό να καταλάβουν την πόλη πριν το Βουλγαρικό στρατό. Απωθώντας τους έσωσαν την Θεσσαλονίκη καθώς και την Ελληνική μεραρχία που θα δεχόταν ξαφνική επίθεση. Στη μάχη του Λαχανά σκοτώθηκε και ο Μ. Αναγνωστάκος, τη στιγμή μάλιστα που οι Βούλγαροι υποχωρούσαν.
Μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας, ο Πρόδρομος Σκοτίδας εγαταστάθηκε στο Νεόκαστρο Ημαθίας όπου απέκτησε δυο γιους, τον Ιωάννη και τον Δημήτριο (που έβγαλε το όνομα προς τιμή του αδικοχαμένου του αδερφού Δημήτριου Κατσιάμπα). Απόγονοί τους, ζουν σήμερα στην Αλεξάνδρεια της Μακεδονίας, στην Κορυφή Ημαθίας και στην Αθήνα.



Τα σώματα των αδελφών Δ.Κατσάμπα και Π.Σκοτίδα

 
 Δημήτριος Κατσάμπας

Ο Δημήτριος Κατσάμπας γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στο Ραψομανίκι Ημαθίας. Ήταν ετεροθαλής αδελφός του οπλαρχηγού Πρόδρομου Σκοτίδα (μητέρα τους ήταν η Κυράννα από τους Ποζαρίτες). Σε έναν αγώνα πάλης νίκησε το γιο του τοπικού μπέη και προκάλεσε έτσι τη μήνη των Οθωμανών. Μετά απ' αυτό, κατέφυγε στα Πιέρια όρη και επιδόθηκε στην κλέφτικη δράση. Έδρασε για πολλά χρόνια εναντίον των τοπικών Οθωμανών αρχόντων εξοντώνοντας αρκετούς μπέηδες στην περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας. Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, συγκρότησε ένοπλη ομάδα, της οποίας τέθηκε επικεφαλής και δραστηριοποιήθηκε στο βάλτο των Γιαννιτσών, προσπαθώντας να απωθήσει τις Βουλγαρικές ομάδες που τρομοκρατούσαν τους Ελληνικούς πληθυσμούς. Συνεργάστηκε με τους αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού, που είχαν αποσταλεί στην περιοχή, όπως ο Κ. Μπουκουβάλας (Πετρίλος), Μ. Αναγνωστάκος (Ματαπάς), Π. Παπατζανετέας, Ι. Δεμέστιχας (Νικηφόρος), Τέλλος Άγρας και ο Β. Σταυρόπουλος (Κόρακας). Συνεργάστηκε επίσης, με τους ντόπιους οπλαρχηγούς Απόστολο Ματόπουλο και Γεώργιο Γιώτα, καθώς και με το σώμα του αδελφού του, Πρόδρομου Σκοτίδα. Αναλάμβανε να φέρει εις πέρας επικίνδυνες αποστολές κατά Οθωμανικών και Βουλγαρικών στόχων.

Συμμετείχε στην Επιχείρηση της Δόλιανης (Κουμαριάς) κατά Ρουμανιζόντων πρακτόρων. Μία από τις πιο σημαντικές ενέργειες του Δημήτριου Κατσάμπα, του Πρόδρομου Σκοτίδα και των Μ. Αναγνωστάκη (Ματαπά) και Μπουκουβάλα ήταν η επίθεσή τους στο δυτικὸ τμήμα της λίμνης, όπου οι Βούλγαροι κυριαρχούσαν με δίκτυο αλληλοϋποστηριζομένων οχυρωμάτων, κατὰ τα οποία κατέλαβε την καλύβα, που ήταν απέναντι από την Ακρολίμνη. Στην επιχείρηση εκείνη οι Βούλγαροι απώλεσαν περὶ τους 20 κομιτατζήδες. Την 8η Μαρτίου του 1908 ο Δημήτριος Κατσάμπας, ο Πρόδρομος Σκοτίδας και ο Σταυρόπουλος προσέβαλαν τους Ρουμανίζοντες της Δόλιανης (Κουμαριάς), όταν αυτοί βρίσκονταν στα χωράφια τους. Σε αντίποινα της προσβολής αυτής, μικροσυμμορία Ρουμανιζόντων προσέβαλε το μοναστήρι της Παναγίας Δοβράς (Καλή Παναγιά) και σκότωσε τους μοναχούς Παπασταύρο και Μάρκο Σαφάρη. Ο Δημήτριος Κατσάμπας με το Σταυρόπουλο και τον Πρόδρομο Σκοτίδα, για να τρομοκρατήσει τους οπαδούς της Ρουμανικής προπαγάνδας αποφάσισε να δράσει και μέσα στη Βέροια. Αφού εγκατέστησε το σώμα του στη λίμνη, ο πολυμήχανος Δημήτριος Κατσάμπας μπήκε μεταμφιεσμένος στην πόλη της Βέροιας με τον Σταυρόπουλο, τον Πρόδρομο Σκοτίδα και ακόμη έναν άνδρα. Σκοπός τους ήταν να σκοτώσουν τον φανατικό Ρουμανίζοντα ιερέα Παπαγιώργη, ο οποίος τρομοκρατούσε κατά ποικίλους τρόπους τους Πατριαρχικούς και απειλούσε ότι θα καταλάβει τις Ελληνικές εκκλησίες μέσα στη Βέροια. Η απόπειρα πέτυχε και ο Παπαγιώργης πυροβολήθηκε από ένα ερειπωμένο σπίτι απο τον κρυμμένο Πρόδρομο Σκοτίδα, ενώ πήγαινε με πολλούς οπαδούς του προκειμένου να λειτουργήσει, κατά τους Ρουμανικούς κανόνες, την εκκλησία της Κάτω Παναγιάς. Μετά το επεισόδιο οι Τούρκοι πραγματοποίησαν εκτεταμένες έρευνες, ο Δημήτριος Κατσάμπας, ο Πρόδρομος Σκοτίδας και ο Σταυρόπουλος όμως κατόρθωσαν να βγουν από την πόλη και να καταφύγουν στη λίμνη των Γιαννιτσών.
Στις αρχές Μαΐου 1908 το σώμα Σταυρόπουλου με το Δημήτριο Κατσάμπα και τον Πρόδρομο Σκοτίδα κατευθύνθηκε στο Βέρμιο, όπου συναντήθηκε με το σώμα του Ν. Τσίπουρα. Στην περιοχή του Βερμίου ενήργησαν από κοινού επιχειρήσεις καθ' όλη τη διάρκεια του Μαΐου και στις αρχές του Ιουνίου επέστρεψαν στη λίμνη των Γιαννιτσών. Μετά από λίγο όμως οι Τούρκοι άρχισαν και πάλι να ερευνούν την λίμνη με ισχυρές δυνάμεις και οι Έλληνες εξαναγκάσθηκαν να διαφύγουν. Στη συνέχεια πέρασαν τον Αλιάκμονα και κατευθύνθηκαν στην περιοχή του Ολύμπου. Εκεί τους βρήκε η Νεοτουρκική επανάσταση.

Μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων, ο Δημήτριος Κατσάμπας συνέχισε την ένοπλη δράση. Την εποχή εκείνη (1911) ο σουλτάνος Μεχμέτ Ε' Ρεσάτ θα ταξίδευε σιδηροδρομικώς στο Μοναστήρι και ο Δημήτριος Κατσάμπας βρήκε την ευκαιρία να τον δολοφονήσει. Ντύθηκε ιερέας και μετέβη στο Γηδά (Αλεξάνδρεια), όπου ο σουλτάνος είχε προγραμματίσει στάση για να χαιρετήσει τον κόσμο. Τελικά πείστηκε την τελευταία στιγμή από τοπικούς παράγοντες να να μην επιχειρήσει τη δολοφονία γιατί θα προκαλούσε φοβερά αντίποινα. Οι Νεότουρκοι, αργότερα τον επικήρυξαν λόγω της συνολικής του δράσης και μετά από προδοσία δηλητηριάστηκε. Την προδοσία διέπραξε η σύζυγος του ιατρού Αντωνάκη (από το Πήλιο) που συμμετείχε στην διακυβέρνηση τον Νεοτούρκων. Το πτώμα του εκτέθηκε στα τρία πλατάνια (Πλατεία Πλατάνων) στη Βέροια σε δημόσια θέα.

Δημήτριος Νταλίπης. Από το Γαύρο Κορεστίων
συμπολεμιστής του Κώττα. Σκοτώθηκε το 1906

Δημήτριος Νταλίπης



 Δημήτριος Νταλίπης γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στο Γάβρο Καστοριάς από οικογένεια κτηνοτρόφων. Το πραγματικό επίθετο της οικογενείας ήταν Κωνσταντινίδης. Αποτέλεσε έναν από τους ισχυρότερους οπλαρχηγούς στα Κορέστια που αγωνίστηκαν για την υποστήριξη της Ελληνικής πλευράς. Αρχικά πήρε μέρος το 1903 στην εξέγερση του Ίλιντεν. Στη συνέχεια όμως διαχώρησε τη θέση του από την ΕΜΕΟ, όταν αυτή στράφηκε εναντίον των Ελληνικών συμφερόντων. Συνεργάστηκε τότε, με τον Κώττα Χρήστου. Στη συνέχεια συμμετείχε στον αγώνα στο πλευρό του Παύλου Μελά. Μετά το θάνατο του τελευταίου το 1904, συνεργάστηκε διαδοχικά με τους Γεώργιο Κατεχάκη (Ρούβα), Ευθύμιο Καούδη και Ιωάννη Καραβίτη. Έλαβε μέρος στη μάχη του Ζελόβου (Αντάρτικο) με τους Παύλο Κύρου και Γ. Κατεχάκη, το 1905. Το Νοέμβριο του 1905, συνεργάστηκε με τον Γεώργιο Τσόντο (Βάρδα). Σκοτώθηκε σε συμπλοκή με τον Οθωμανικό στρατό στο Ζέλοβο (Αντάρτικο) Φλώρινας στη θέση Ασβού Ράχη, στις 19 Νοεμρίου του 1906.

Τα παλιότερα χρόνια ό μπέης του Ζέλοβου, Ανταρτικό Φλώρινας σήμερα, είχε εκδώσει φιρμάνι ή ουκάζιο να περνούν απ’ τον  πύργο (κουλά) του και να του φιλούν το χέρι, πριν πάν στο σπίτι του γαμβρού, οι νεόνυμφες, όταν τιμούσε με την παρουσία του το χωριό. Δεν ξέρουμε αν τα τιμαριωτικά του δικαιώματα προχωρούσαν και παραπέρα. Πέντε νεαροί Ζελοβίτες και υποψήφιοι γαμβροί ντύθηκαν μιά μέρα γυναικεία και πήγαν να παίξουν σ’ ένα απόμερο νερόμυλο αντίκρυ απ’ τον κουλά. Τα παιγνίδια τους, φαίνεται, ήσαν αρκετά σκανδαλιάρικα. Είδε απ’ τα παραθύρια του τα προκλητικά κορίτσια ό μπέης και έτρεξε κοντά τους με την πρόθεσι βέβαια να μη περιορισθή τώρα στ’ απλά χειροφιλήματα. Βρέθηκε όμως ευθύς θαμμένος κάτω απ’ το μύλο. Το ίδιο έπαθαν ό ένας πίσω απ’ τον άλλο και ο πέντε σεϊμένηδες ή σωματοφύλακές του, Τουρκαλβανοί όπως αυτός. Οι δράστες του εγκλήματος καθοσιώσεως κατά του ιερού προσώπου του μπέη και τής σωματοφυλακής του πήραν τις οικογένειές των και έφυγαν μακρυά, αφού ελεηλάτησαν τον κουλά. Έμεινε μόνος ό Ναούμ Κύρου, που πήρε τα βουνά. Έγινε τουρκομάχος κλέφτης. Δεν άργησε να βρή και συντρόφους του τον Ζούρκα, τον Τσολάκη και άλλους.

Έρχονταν εκείνη την εποχή οπλοφόροι και απ’ την Παλαιά Ελλάδα, άλλοτε αντάρτες, άλλοτε ληστές και συχνότερα και τα δυό. Ο Ναούμης διατηρούσε στενές και εγκάρδιες σχέσεις μαζί τους είτε πήγαινε μ’ αυτούς είτε δρούσε χωριστά. Οι ξένοι οπωσδήποτε έφευγαν τον χειμώνα, όπως οι Σαρακατσαναίοι και τα χελιδόνια. Ο Ναούμης ήταν ριζωμένος στον τόπο του. Αργότερα πήρε κοντά του και ένα νεαρό τσομπανόπουλο απ’ τη Σφήκα, που δούλευε στον Νταλίπη, ένα αγά απ’ τη Λευκώνα. Επειδή κάποια μέρα το αφεντικό του τον μπάτσισε, ό τσομπανάκος του είπε: «Γρήγορα θα μ’ ακούσης και μένα να με λεν Νταλίπη και να με τρέμης». Πήγε ευθύς και βρήκε τον Κύρου. Έγινε σύντροφος και ψυχογυιός του, γνωστός πια με τ’ όνομα Νταλίπης. Ζούσε ακόμα το 1907 ωραίος ογδονταπεντάρης γέρος στην Αθήνα.
Απ’ την Ιεροπηγή (Κωστενέτσι) ήταν ό άλλος Ναούμης, που πήρε αιχμάλωτο τον καϊμακάμη, έπαρχο Φλώρινας και τραγουδιέται ακόμη το τραγούδι του «Ναούμης πάει στη Φλώρινα».
Ο Ναούμης Κύρου εξακολούθησε αρκετά χρόνια να γυρίζη τα βουνά και να πολεμάη τους Τούρκους. Ο Αμπεντίν μπέης, για να τον εκδικηθή, έπιασε δύο συγγενείς του, τον Μαύρο και τον Βέϊνο, και τούς κάρφωσε σ’ ένα δένδρο στις Καρυές της Πρέσπας.
Σε μιά συμπλοκή στη Σέλτσα, κοντά στο Ανταρτικό, σκοτώθηκε ό σύντροφός του Τσολάκης και σ’ ένα μοναστήρι κοντά στην Καστοριά ό Ζούρκας.
Κάποτε ήλθε και ή δική του σειρά, ή μοιραία στιγμή για όλους τούς κλέφτες και αντάρτες. Κάποιος προδότης στο Τρίγωνο έβαλε αφιόνι ή άλλο ναρκωτικό στο κρασί του. Έτρεξαν οι μπέηδες και αγάδες απ’ την Λευκώνα και τον αποτελείωσαν. Το κεφάλι του το γύρισαν μ’ ένα παλούκι θριαμβευτικά στα χωριά και την Καστοριά, όπου και έμεινε πολλές μέρες εκτεθειμένο στο παζάρι, για να ιδούν οι άπιστοι ραγιάδες πώς τιμωρούνται εκείνοι, πού τολμούσαν να σηκώσουν κεφάλι στην Τουρκία.
Εγγονός του ήταν ό Παύλος Κύρου, απ’ το Ανταρτικό επίσης, πού εβάδισε στα ίχνη του. Άρχισε ενωρίς κι αυτός να κλαδεύη με τον Κώττα μπέηδες. Πήρε μέρος σ’ όλες σχεδόν τις εκστρατείες και επιχειρήσεις του, ακόμα και σ’ εκείνην, πού είχε γίνει για την χρηματαποστολή της Κορυτσάς και των Ιωαννίνων και είχε αποτέλεσμα να πιάσουν το αμάξι και να χάσουν τα χρήματα.
Στο μεταξύ εύρισκε καιρό να μαζεύη κτίστες απ’ τα χωριά των Κορεστίων και να τούς πηγαίνη για δουλειές στη Παλαιά Ελλάδα χωρίς, εννοείται, διαβατήρια και χαρτιά. Δεν είχε πολλούς λόγους να πλησιάζη τις τουρκικές αρχές. Μάζευε επίσης από Τούρκους και τουρκοχώρια κυνηγετικά σκυλλιά (γκέγκικα) και τα δώριζε σε δημάρχους, αστυνόμους, εργολάβους κ.λπ. Έκαμνε την είσοδό του στο ελεύθερο ελληνικό έδαφος μ’ ένα πλήθος πίσω του ανθρώπων και σκύλλων.
Την άνοιξι τού 1903 ό Δημ. Νταλίπης, βλαστός μιάς οικογενείας τσελιγκάδων απ’ το Γάβρο (Γαβρέσι), πού κατέβαιναν κάθε φθινόπωρο με τα γιδοπρόβατά τους στη Χαλκιδική, πιάστηκε μ’ ένα Βούλγαρο και «υπεύθυνο» τού κομιτάτου στο χωριό τους, πού ήθελε να τούς αρπάξη ένα χωράφι με το δικαίωμα, πού έχουν οι τύραννοι και κάποτε οι εκπρόσωποι και σατράπες των τυραννομάχων ενικοαπελευθερωτών να τα θέλουν όλα δικά τους. Επλήγωσε τον οικοπεδοφάγο «υπεύθυνο» και την γυναίκα του και κατέφυγε στον Κώττα. Πού αλλού μπορούσε να πάη; Οι Τούρκοι θα τον φυλάκιζαν, οι κομιτατζήδες θα τον κομμάτιαζαν. Ο Κώττας τού κόλλησε τ’ όνομα «Νταλίπης», για να τού υποδείξη πρότυπο τον ομώνυμο πρώην «κλέφτη» απ’ την Σφήκα.

Ο Νταλίπης εκήρυττε πάντοτε ότι σύμφωνα με κάποια προφητεία, πού αυτός μονάχα ήξερε, τα ελληνικά σύνορα θα έφθαναν οπωσδήποτε μια μέρα ως εκεί, που φυτρώνει η συκιά. Εννοούσε το Τίφκες πάνω απ’ την Γευγελή και το Ντεμίρ-Καπού.



Παύλος Κύρου

 Ο Παύλος Κύρου γεννήθηκε στο Ανταρτικό Φλώρινας και τελείωσε το Ελληνικό δημοτικό σχολείο με δάσκαλους τους Ανταρτικιώτες Νικόλαο Σιδέρη και Συμεών Σίμου. Ήταν εγγονός του ξακουστού κλεφταρματολού Ναούμ Κύρου. Από μικρός ακολούθησε τον κλεφταρματολό καπετάν Ναούμ από την Ιεροπηγή Καστοριάς και γνώρισε καλά την περιοχή των Κορεστίων. Το 1881 συμμετείχε στην απαγωγή του Τούρκου καϊμακάμη (έπαρχου) στη Φλώρινα μαζί με τον καπετάν Ναούμ και τον Γεώργιο Δούκα (καπετάν Νταβέλη) από τη Γαλατινή. Το διάστημα 1881-1897 βρέθηκε στην Αθήνα, όπου γνωρίστηκε με Μακεδόνες πολιτικούς, όπως ο Στέφανος Δραγούμης. Κατόπιν επέστρεψε στη Μακεδονία και συνέχισε την αντάρτικη δράση. Συνεργάστηκε με τον Κώττα Χρήστου και με τους Βούλγαρους που προετοίμαζαν την εξέγερση του Ίλιντεν και προέτρεπαν σε ξεσηκωμό όλους τους χριστιανούς με το σύνθημα "Η Μακεδονία στους Μακεδόνες". Διαπίστωσε από πολύ νωρίς τις πραγματικές προθέσεις των Βουλγάρων και αφού διαχώρισε τη θέση του, συνεργάστηκε με το μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη στην οργάνωση και συντονισμό των εθελοντών αξιωματικών που κατεύθαναν στην περιοχή από το ελεύθερο Ελληνικό κράτος μετά το 1904. Συνεργάστηκε με τον Παύλο Μελά στις τελευταίες του επιχειρήσεις.

Μετά τη σύλληψη του καπετάν Κώττα, το 1905, κατέφυγε στην Αθήνα προκειμένου να συγκεντρώσει οπλίτες για τη δημιουργία ένοπλου σώματος. Η προσπάθειά του δεν απέδωσε καρπούς και επέστρεψε στη Μακεδονία. Συνεργάστηκε με πολλούς αξιωματικούς που έδρασαν στην περιοχή, όπως ο Ιωάννης Καραβίτης, ο Γεώργιος Τσόντος, ο Εμμανουήλ Σκουντρής, ο Νικόλαος Καλομενόπουλος και ο Γεώργιος Κατεχάκης. Οργάνωσε δικό του σώμα που έδρασε στην περιοχή Πρεσπών. Μετά την πανωλεθρία (100 νεκροί και 20 αιχμάλωτοι) των ενωμένων Ελληνικών σωμάτων στις 25 Νοεμβρίου του 1905, υπό τον ανθυπίλαρχο Βασίλειο Πανουσόπουλο από τον Οθωμανικό στρατό, στους Ψαράδες Φλώρινας στη Μεγάλη Πρέσπα, ο Παύλος Κύρου διέφυγε εκ νέου στην Αθήνα. Επανέκαμψε λίγο αργότερα και συγκροτώντας δικό του σώμα, συνέχισε την ένοπλη δράση στην περιοχή.
Στις 19 Νοεμβρίου του 1906 στο Τρίγωνο Φλώρινας, έπεσε σε ενέδρα Οθωμανικού αποσπάσματος. Ακολούθησε συμπλοκή στην πλατεία του χωριού. Στη διάρκεια της συμπλοκής πυροβολήθηκε από ντόπιο Βουλγαρίζοντα κοντά στη βρύση της πλατείας, όπου και εξέπνευσε.
Γιος του ήταν ο επίσης οπλαρχηγός Λάζαρος Κύρου που συνέχισε τη δράση του στην περιοχή.
 

Ο Κύρου είχε την ιδιότητα να ξέρη πιθαμή με πιθαμή όλη την Δυτική Μακεδονία με όλα το μονοπάτια της. Είχε και φίλους καλούς σ’ όλα τα χωριά της.

Τον χειμώνα τού 1903 -1904 κατέβηκε με τον Κώττα στην Αθήνα, για να εκθέσουν στους πολύ λίγους, πού ενδιαφέρονταν τότε για τη Μακεδονία, ότι ή κατάστασις είχε φθάσει σε κρίσιμο σημείο και δεν έπαιρνε πια άλλη αναβολή ή δράσις μας, αν δεν θέλαμε να την πάθουμε, όπως «αί μωραί παρθένοι» τού Ευαγγελίου. Ο Κώττας ήθελε να ιδή και τα παιδιά του, καθώς και την πρωτεύουσα, αφού δεν είχε απομακρυνθή ποτέ άλλοτε απ’ τα χωριά και τα βουνά του. Μαζί ξεκίνησαν για την περιφέρειά τους την άνοιξι τού 1904 με την επιτροπή των αξιωματικών (Κοντούλη, Μελά, Παπούλα, Κολοκοτρώνη), πού την έστελνε ή κυβέρνησις να μελετήση καί αναγνωρίση το έδαφος, «όπως κοσκινίζουν όλη μέρα καί οι γυναίκες, πού δεν θέλουν να ζυμώσουν».
Ο Π. Μελάς σ’ ένα γράμμα του απ’ το Κονσκό (Γαλατερή) της Σιάτιστας στις 12 Μαρτίου γράφει για τον Κύρου: «Δεν φαντάζεσαι τί περίεργος τύπος είναι ό Παύλος. Η αγαθότης του είναι μοναδική. Οι Κρήτες μας (Καούδης, Δικώνυμος Μακρής καί Περάκης), οι οποίοι τον λατρεύουν, τον πειράζουν (με καλοσύνην εννοείται) καί τότε βλέπεις τον Παύλον ευχαριστημένον καί ακούοντα καλοκάγαθα το πειράγματά των. Το σιγαρέττο δεν βγαίνει από το στόμα του καί μιά από τις ευχαριστήσεις του είναι να μας διηγήται χωρίς να γελά τα παιγνίδια, πού έπαιζε εις τούς Βουλγάρους. Έχει μοναδικήν επιτηδειότητα εις όλα, αλλ’ ιδίως εις το να συνδέεται με τους καλυτέρους, αλλά καί καταλληλοτέρους ανθρώπους διά την εργασίαν του. Εις όλα τι χωριά έχει τοιούτους καλούς καί πιστούς φίλους».
Τον έστειλαν στην Γαλατερή να βρη τρόφιμα καί κανένα οδηγό με άλογα, για να φορτώσουν τα πράγματά τους. Δεν είχε κανένα φίλο στο άγνωστο, απόκεντρο καί ορεινό αυτό χωριό. Σε λίγο όμως γύρισε με ψωμί καί τυρί, καρύδια, σύκα, κρασί, δυό άλογα καί τον καινούργιο φίλο του τον Γούλαν, «πού έκλαιεν από χαράν καί ενθουσιασμόν», γράφει ό Μελάς. «Ο Παύλος ό μυστηριώδης τον είχε φανατίσει» συνεχίζει ό Μελάς. Στον άγνωστον αυτό Γούλα έδωσε ό Μελάς ένα μετζίτι (ένα πέμπτο σχεδόν τού χρυσού εικοσοφράγκου), «διά να πίη υπέρ τις ελευθερίας». «Όχι κρασί, αποκρίθηκε ο Γούλας, θα το κάμω λαμπάδα».
Το χαρακτηριστικό είναι ότι τη προηγούμενη ημέρα είχαν άλλον οδηγό από το Παλιόκαστρο, Γεώργιον, «ευφυέστατον καί προθυμότατον», πού τους ωμολόγησε ότι πριν λίγες μέρες είχε περάσει προς τα πάνω αρκετά όπλα για τούς Βουλγάρους, «πού αγωνίζονται για την λευτεριά», και όπως τούς έλεγαν, «ημείς πολεμάμε καί οι Έλληνες θα τα χαρούν». Τότε δηλ. ακόμα το ελληνικό κράτος επέτρεπε ή τουλάχιστον δεν είχε την ικανότητα να εμποδίζη την εξαγωγή όπλων για το βουλγαρικό κομιτάτο, πού εστρέφονταν πια μόνον κατά τού Ελληνισμού καί ιδικούς μας μόνο τώρα εσκότωνε.
Η αξία τού Παύλου αποδείχτηκε τότε σ’ όλη της την έκτασι. Το ετερόκλητο εκείνο άθροισμα από αξιωματικούς, Κρητικούς καί άλλους πρωτοπόρους καί πρωτοπόρους αντάρτες, πού έκαμνε το πρώτο καί παρθενικό πέρασμα στη Μακεδονία, έφθασε γρήγορα, αναπαυτικά καί ασφαλέστατα στο Βογατσικό, ενώ τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, όταν ό Μελάς ξαναβγήκε με τακτικό σώμα χωρίς να έχη τον Παύλον, ταλαιπωρήθηκε πολλές μέρες (12), παραπλανήθηκε πολλές φορές καί εκινδύνεψε περισσότερες, για να διανύση την ίδια μικρή απόστασι.

Για το μοναστήρι τού Τσιρολόβου ξεκίνησαν μέσα απ’ το εξωκκλήσι τού Αγίου Αθανασίου πάνω στο απότομο βουνό τού Βογατσικού, όπου με πολύ δύσκολη καί εξαιρετικά κοπιαστική πορεία ήλε παρά τα χρόνια καί τα πάχη του ό διδάσκαλος Αθ. Ιατρού να τούς χαιρετήση καί να τούς μιλήση «μ’ ένα ταγάρι λουκούμια, ούζα καί παξιμάδια» στον ώμο. Αλλ’ απ’ τη συγκίνησι κόπηκε ή γλώσσα του καί μίλησαν τα δάκρυά του. Τον φίλησαν δακρυσμένοι καί οι αξιωματικοί. Ευθύς έπειτα έκαμαν την εξαντλητική ανάβασι στο ερημικό εξωκκλήσι καί δύο παπάδες με δύο δημογέροντες τού Βογατσικού, πού, «φοβερά επίσης συγκινημένοι», τούς ανεκοίνωσαν ότι το Βογατσικό είχε έτοιμα 50 παιδιά να πάρουν τα όπλα. Μόλις ξεκίνησε το σώμα απ’ το εξωκκλήσι, ή πυκνή ομίχλη, πού τα σκέπαζε έως τότε όλα, διαλύθηκε ξαφνικά καί πρόβαλαν μπροστά τους κοπάδια πρόβατα. Ο Κώττας τότε καί ό «πολύς», όπως γράφει ό Μελάς, Κύρου, πού φορούσαν τουρκικές στολές καί μιλούσαν τούρκικα, σίμωσαν τούς τσομπάνους καί τούς μίλησαν τουρκικά, για να τούς δώσουν την εντύπωσι, ότι ήσαν Τούρκοι στρατιώτες, ενώ άλλοι ξέκοβαν μακρύτερα.

Ο Νταλίπης είχε μείνει όλο αυτό το διάστημα με τ’ άλλα παιδιά τού Κώττα πάνω στα χωριά των Κορεστίων. Το σπίτι του ήταν το πρώτο, όπου σταμάτησε το σώμα της επιτροπής των αξιωματικών καί τού Κώττα στην πορεία του απ’ το μοναστήρι τού Τσιρολόβου για «τα βασίλεια» τού Κώττα. Γράφει ό Μελάς: «Εισερχόμεθα κατ’ αρχάς εις το σπίτι της οικογενείας ενός των παλληκαριών τού Κώττα. Μάς ανοίγει την αυλόθυρα μιά νέα χωρική, η οποία μάς φωτίζει με δάδα.
Η αυλή είναι αρκετά μεγάλη• μέσα της τρέχουν σαν τρελλά πλήθος μικρών γουρουνιών, κατσικιών καί αρνιών, πού εξύπνησαν καί ετρόμαξαν. Εις τον εξώστην τού χαγιατιού προβάλλουν λογιών λογιών τρομαγμένα γυναικόπαιδα, γέροντες, γρηές, νέες, νέοι, παιδιά καμμιά δεκαπενταριά. Μόλις αναγνωρίζουν τόν Κώττα αμέσως γέλοια καί χαρά διαδέχονται την ανησυχίαν!» Ανάμεσα στα «δεκαπενταριά» αυτά παιδιά ήταν ασφαλώς καί ό τώρα βουλευτής καί συνταγματάρχης Αναστ. Νταλίπης, υιός το καπετάνιου, καθώς καί ό εξάδελφός του, μηχανικός, πού είχαν φωτισθή από μικροί με δαδί.
Ο Νταλίπης ήταν ένας απ’ τα 10 παλληκάρια τού Κώττα, πού υποδέχθηκαν στην Ρούλια τόν αρχηγό τους καί τούς αξιωματικούς, πού τούς έκαμε τόσο «λαμπράν εντύπωσιν το παράστημά των». «Είναι όλοι ομοιόμορφα ενδεδυμένοι», γράφει ό Μελάς, «με στολάς τουρκικάς, βλαχόκαλτσες καί ωραίες άσπρες κάπες. Όλοι τους μάλλον υψηλού αναστήματος, τα δε σώματά των είναι καθ’ αυτό αθλητικά». Είχε ό Νταλίπης καί μιά μακρυνή συγγένεια με τόν Μητροβλάχο.
Το καλοκαίρι ό Παύλος, ό Νταλίπης καί ό Σίμος (ό Αρμεντσκιώτης) βρέθηκαν στην Αθήνα. Έφυγαν πρώτοι ό Δικώνυμος Μακρής, ό Περάκης καί ό Κύρου καί έπειτα ό Καούδης, πού υπωπτεύθηκε ότι κάποιος απ’ τα παιδιά τού Κώττα (Τσίλος) ήθελε να τόν δολοφονήση, πράγμα πού προκαλούσε τα γέλοια τού Κώττα. Ο καλός Θύμιος Καούδης έμεινε τρείς μέρες στο Γάβρο, στο πατριαρχικό σπίτι τού Νταλίπη, γιατί κανένας δεν αναλάμβανε να τόν οδηγήση στην Καστοριά χωρίς ρητή άδεια τού Κώττα. Δέχθηκε τέλος ό αρχηγός με πόνο ψυχής να χωρισθή τόν αγαπητότερο σύντροφο καί να τού θεωρήση το διαβατήριο. Την προηγουμένη όμως ό σημερινός βουλευτής καί μικρό τότε παιδί Αν. Νταλίπης εκτύπησε μ’ ένα σουγιά τόν Κρητικό καπετάνιο, πού τόν πείραζε. Έφυγαν τελευταίοι καί οι Νταλίπης καί Σίμος. Επίμονες συστάσεις καί θερμές παρακλήσεις απ’ όλες τις μεριές να αποσυρθή προσωρινά καί ό Κώττας στην Ελλάδα έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, σαν να τόν κρατούσε μιά ακαταμάχητη δύναμις, όπως ή μοίρα, καρφωμένον στο μοιραίο χώμα.

Ο Παύλος Κύρου τούς ωδήγησε όλους, Κρητικούς καί Μακεδόνες, στα θεσσαλικά σύνορα. Στην Αθήνα έπαιρναν οι τρείς απ’ το γραφείο του αειμνήστου Στεφ. Δραγούμη για λογαριασμόν της «Επικούρου των Μακεδόνων επιτροπής» ανά πέντε (αρ. 5) δραχμάς την εβδομάδα! Το ταλλαράκι δεν έφθανε ούτε για τα τσιγάρα τού Παύλου, πού το κρατούσε αδιάκοπα στο στόμα. Τούς συντηρούσε ό Θύμιος Καούδης, πού άρχισε να δουλεύη υπεργολάβος σε κάποιο πατριώτη του. Ο Νταλίπης προτίμησε να πάη σε κάποια επαρχία καί να δουλέψη με κτίστες χωριανούς του.
Μέσα τού Ιουλίου 1904 εκάλεσε μιά μέρα στο γραφείο του τόν Καούδη ό διευθυντής της εφημερίδας «Εμπρός» μακαρίτης Δημ. Καλαποθάκης, πού είχε αναλάβει τότε την προεδρία τού ελληνικού κομιτάτου για το βιλαέτι Μοναστηρίου. Ήσαν εκεί καί οι επίσης νεκροί τώρα Γεώργ. Μπαλτατζής καί Ιωάννης Δημ. Ράλλης.

—Τί είδες, καπετάνιε, τόν ρώτησαν, στη Μακεδονία, πού πήγες δύο φορές;
— Είδα πώς ο Βούλγαροι σκοτώνουνε αράδα τούς δικούς μας κ’ εμείς καθόμαστε με χέρια σταυρωμένα. Χάσαμε τώρα τόν καπετάν Κώττα καί τον καπετάν Βαγγέλη. Κ’ εγώ μονάχα κατέω τι άντρες ήσαν. Αν πάη έτσι...
Οι τρεις αντιπρόσωποι της νεοσύστατης τότε ελληνικής οργανώσεως αλληλοκοιτάχτηκαν. Η απάντησις ήταν μάθημα.
— Θέλεις να ξαναπάς στη Μακεδονία, ρώτησε ό Καλαποθάκης, και είσαι έτοιμος;
— Φεύγω ουδέ αύριο.
— Τί θέλεις, καπετάνιε;
— Σαράντα ή τουλάχιστον τριάντα άνδρες, τουφέκια μάνλιχερ καί κιάλια.
Άρχισε ένα ατέλειωτο παζάρευμα. Δέχθηκε τέλος ό Καούδης να εκστρατεύση εναντίον Βουλγάρων καί Τούρκων με 12 μονάχα άνδρες, όσοι ήσαν
καί οι απόστολοι του Χριστού, καί με όπλα γκρά, όταν οι Τούρκοι ήσαν ωπλισμένοι με μάουζερ καί οι περισσότεροι κομιτατζήδες με μάνλιχερ. Για
τα κιάλια όμως έμεινε ανένδοτος.
— Χωρίς κιάλια, είπε με το δίκιό του καθαρά καί ξάστερα, δεν το κουνώ.
Κόντευε να ματαιωθή όλη η προσπάθεια. Πετάχθηκε τότε ένας αμούστακος καί νεόβγαλτος αξιωματικός, πού παρέστεκε έως τότε σιωπηλός σε
μίαν άκρη.
— Στάσου, καπετάνιε, είπε ξαφνικά. Ο πατέρας μου, πού είναι στρατηγός απόστρατος, έχει καλά κιάλια. Θα τα κλέψω καί θα στα φέρω το βράδυ.

Καί κράτησε την υπόσχεσί του. Ο Καούδης δεν έμαθε τ’ όνομα του νεαρού αυτού αξιωματικού, πού έγινε αιτία να ξεκινήση το πρώτο σώμα και ν’ ανάψη ό αγώνας. Ένας πρώην ληστής, ό Μπολάς, είχε σταλή με άλλο μικρό σώμα λίγες μέρες πρωτύτερα, μα πήγε ως τα σύνορα καί γύρισε ευθύς πίσω.
Ο καπετάν Θύμιος έτρεξε να βρή τούς φίλους του Κύρου καί Σίμον καί να τούς μεταδώση το μεγάλο άγγελμα. Ο Νταλίπης έλειπε στην επαρχία καί δεν ήξεραν την διεύθυνσί του. Πήρε τούς δυό, τόν Ιωάννην Σιμανίκα απ’ τη Νάουσα, πού εξελίχθηκε σε λαμπρό καπετάνιο, καί τους Κρητικούς Καλογεράκη, Νεστάρη, Σεϊμένη, Λευκαρουδάκη, τόν Ζουλή, ένα στρατιώτην, πού ελιποτάκτησε απ’ το λόχο του, για να πολεμήση στη Μακεδονία. Αναχώρησαν χωρίς αναβολή. Στη Λάρισσα ό Σίμος έπαθε κήλη και γύρισε στην Αθήνα να εγχειρισθή. Στην Καλαμπάκα βρήκαν τα τουφέκια (γκρά), μα όχι καί τις κάπες. Οι απλοϊκοί όμως καί αμόρφωτοι εκείνοι άνδρες προτίμησαν να ξεκινήσουν για τα μακεδονικά βουνά χωρίς κάπες παρά να χασομερήσουν καί λίγες μέρες.
Ο Παύλος, ιδανικός οδηγός, τούς πέρασε γρήγορα καί σίγουρα απ’ την δύσκολη συνοριακή ζώνη. Μα ό Αγακίδης, πού ήταν μαζί, τούς έπεισε παρά τις αντιρρήσεις του Παύλου να τραβήξουν ίσα στο Τσοτύλι, όπου ό πατέρας του ήταν γυμνασιάρχης ή καθηγητής, καί να διανυκτερεύσουν. Αλλά δεν τούς δέχθηκαν. Πήγαν καί στο γειτονικό Μαρτίστι, όπου ό Αγακίδης είχε, όπως έλεγε, συγγενείς. Βρήκαν κ’ εκεί τις πόρτες κλειστές καί ξημερώθηκαν κάτω στον κάμπο, στο δημόσιο δρόμο, κοντά στην έδρα τουρκικής μεραρχίας!

— Το έλεγα, τζάνημ, εγώ, είπε ό Παύλος, βρίζοντας καί τόν πτωχό Αγακίδη.
Τούς πήρε τότε, ανέβηκαν γρήγορα σ’ ένα παρακείμενο βουνό (Ντέμπλα), πέρασαν βιαστικά τη γέφυρα τού Σμίξι στον Αλιάκμονα καί έφθασαν στ’ αμπέλια τού Κωσταράζι, όπου καί τρύπωσαν.
Είδαν τότε εκεί ένα λόχο στρατού να ψάχνη τα υψώματα γύρω απ’ τη γέφυρα. Κατά τύχη τούς είδε στ’ αμπέλια ό Τουρκαλβανός αγροφύλακας τού χωριού Γιασάρ. Ο Παύλος πήγε κοντά του καί τού μίλησε. Κι όταν σε λίγη ώρα πρόβαλε ένας άλλος λόχος στρατού, διαβεβαίωσε ό Γιασάρ τόν διοικητή του ότι στην περιοχή του δεν είχε φύλλο κουνηθή ούτε ένας καν ξένος εμφανισθή.
Στο Βογατσικό καί το Λέχοβο προμηθεύθηκαν από βοσκούς παλιές ξεφτισμένες κάπες. Κι απ’ το Λέχοβο τράβηξαν μέσον Μπελκαμένης (Δροσοπηγής) για το Ζέλοβο (Ανταρτικό). Βιάζονταν ό Καούδης να ξαναϊδή τα λημέρια καί βασίλεια τού Κώττα.
Τούς δέχθηκαν με ανοικτές ολόθερμες αγκάλες. Ήσαν το Ανταρτικό καί το Πισοδέρι τα μόνα χωριά, πού κρατούσαν ακόμα στην καταθλιπτική βουλγαρική πίεσι ύστερα απ’ την εξουδετέρωσι τού Κώττα. Τόν Μάϊο, ημέρα τού Αγίου Αθανασίου τού καλοκαιρινού καί την ώρα, πού ήταν μαζωμένος όλος ό κόσμος στην εκκλησία, πρόβαλαν ξαφνικά οι κομιτατζήδες. Πρόλαβαν όμως πολλοί άνδρες ν’ αρπάξουν τα τουφέκια καί εκινητοποιήθηκαν με τσεκούρια καί πέτρες οι γυναίκες με την παπαδιά τού Παπαηλία επί κεφαλής, πού είχε, όπως γράψει ό Μελάς, ωραιότατα ολόξανθα παιδάκια. Οι κομιτατζήδες έκαμαν μεταβολή.
Αλλά τώρα είχαν αναφανή τα πρώτα βουλγαρικά ζιζάνια στο χωριό. Ο Κώττας ήταν φυλακή. Ελεύθεροι οι κομιτατζήδες μπορούσαν να σφάζουν ανενόχλητα. Ο πρόεδρος Ανταρτικού Λάμπρος Νικολάου, ενώ πήγαινε στην Καστοριά, βρέθηκε σφαγμένος με 19 μαχαιριές. Την ίδια τύχη είχαν καί οι πρόκριτοι Βασίλειος Λαντζάκης πρώτα καί Ναούμ Μήρτσος έπειτα την ώρα, πού πήγαιναν στο Πισοδέρι. Καί ό Χατζηπαύλος, πού με τόση χριστιανική μεγαλοψυχία τού είχε δώσει τόν Μάρτιο ό Μελάς άφεσι αμαρτιών, ξεσπάθωσε καί ωργίαζε. Είχε πάρει, έλεγαν, 200 λίρες απ’ το κομιτάτο, για να σπάση την αντίστασι το αδάμαστου χωριού.

Είχαν κλείσει στα περισσότερα χωριά και τα ελληνικά σχολεία, όσο θαμπό καί σκοτεινό κι αν ήταν το φώς, πού έδιναν. Άλλο κεφάλαιο είναι τα τότε σχολικά μας χάλια. Ο Μελάς βρήκε δάσκαλο στο Γάβρο ένα παιδί, πού είχε μάθει τα γράμματα στη νυκτερινή σχολή τού Παρνασσού στην Αθήνα, όπου κουβαλούσε την ημέρα λάσπες. Στο ίδιο το χωριό του Κώττα τα παιδιά τού σχολείου έλεγαν, όπως γράφει ό Μελάς τόν Μάρτιο του 1904, μερικά τραγούδια, πού δεν ξεχώριζε κανείς αν ήσαν ελληνικά, τουρκικά ή κινέζικα. Απ’ όλα δύο μόνον καταλάβαιναν οπωσδήποτε τα ελληνικά. Στο Τρίγωνο (Όστιμα) υποδέχθηκε τόν Μελά ένας καμπούρης 16 χρονών, πού έπαιρνε μισθό 7 εικοσόφραγκα το χρόνο. Οι ανάπηροι και σημαδεμένοι απολάμβαναν, φαίνεται, εκείνη την εποχή ιδιαίτερη προτίμησι για τη μεταλαμπάδευσι των σχολικών φώτων. Καμπούρα ήταν και ή δασκάλα τού Ανταρτικού, εκπαιδευτικής μητροπόλεως για όλη την περιφέρεια, κουτσός απ’ το ένα πόδι ο ένας δάσκαλος καί κουτσός απ’ τα δύο, καμπούρης καί κοντορεβυθούλης ό άλλος καί διευθυντής τού σχολείου Νικόλαος Τραϊνού ή Σιδέρης, πού ήταν καί κουρέας, τσαγκάρης, σαμαράς, αναφορογράφος, διαθηκογράφος, ομολογογράφος κ.λπ. Είχε όμως ό Κουασιμόδος αυτός ψυχή και φωτιά. Παρ’ όλους τούς θησαυρούς, πού τού έταξαν οι Βούλγαροι, καί τις απειλές, πού του εξετόξευσαν, έμεινε πιστός καί ασάλευτος στο καθήκον του διδασκάλου καί το μωσαϊκόν των επαγγελμάτων του. Το 1873 ίδρυσε το πρώτο σχολείο στο νάρθηκα της εκκλησίας. Αργότερα το προβίβασε καί το μετακόμισε στην αποθήκη της εκκλησίας. Έκτισε έπειτα καινούργιο σχολείο με 5 λίρες, πού επρόσφερε ή εκκλησία.

Το 1911 τέλος άρχισε την ανέγερσιν καινούργιου, μεγάλου καί ωραίου σχολείου με χρήματα των ξενητεμένων στον Καναδά καί την Αμερική Ζελοβιτών. Μα ό,τι έφτιαναν την ημέρα οι μαστόροι το χαλούσαν την νύχτα οι Βούλγαροι. Αναγκάσθηκαν να τούς παραμονέψουν κρυμμένοι μιά βραδειά οι δικοί μας. Άρχισε ευθύς άγριος πόλεμος με τα τούβλα καί τις πέτρες τού σχολείου καί με το αποτέλεσμα να σπάσουν πολλά κεφάλια. Έτρεξε ό αστυνομικός σταθμάρχης καί έπιασε πολλούς, για να τούς στείλη δεμένους στην Καστοριά. Οι περισσότεροι ήσαν δικοί μας. Παίρνει τότε ό γεροδάσκαλος ένα απ’ τα σφυριά του, τρυπάει το κεφάλι του καί παρουσιάζεται καταματωμένος στον τσιαούση, πού τού είχε πολύ σεβασμό. Όλοι οι δικοί μας απολύθηκαν καί οι Βούλγαροι εσύρθηκαν στη φυλακή της Καστοριάς. Αλλ’ όπως τα καλά παλληκάρια, πού ξέρουν κι άλλα μονοπάτια, κατάφεραν να εκδοθή εκεί διαταγή των αρχών, για να κατεδαφισθή το αυθαίρετο (χωρίς ειδικήν άδεια) καί ασκέπαστο σχολείο. Ειδοποιείται απ’ τόν μητροπολίτη ό γεροδάσκαλος καί ρίχνονται ευθύς όλοι, άνδρες καί γυναίκες, μεγάλοι καί μικροί, με τα μούτρα στη δουλειά. Χάλασαν ακόμα καί δικά τους σπίτια, για να εξοικονομήσουν υλικά. Κι όταν έφθασαν την άλλη μέρα οι αντιπρόσωποι της αρχής, βρήκαν το σχολείο στεγασμένο. Ή κατεδάφισίς του πια δεν ήταν δυνατή. Τόν δάσκαλο αυτόν, όπως καί άλλους, απέλυσε το 1913 χωρίς καμμιά σύνταξι ή αποζημίωσι το ελληνικό κράτος «ελλείψει προσόντων».
Ο Καούδης δεν έκαμνε βήμα χωρίς τόν Παύλο, πού ήταν σύμβουλος, οδηγός καί ανεκτίμητος γνώστης προσώπων καί πραγμάτων καί όλων γενικά των μονοπατιών καί περασμάτων.
Έτρεξαν να τούς καλωσορίσουν καί να τούς καλέσουν να πάν στα χωριά τους επιτροπές καί από τα μακρυνότερα, όπως ή Ρούλια, ό Γάβρος καί άλλα. Μα δεν τούς άφηναν οι Ζελοβίτες. Απειλούσαν οι κομιτατζήδες ότι απ’ τη μιά μέρα στην άλλη θα πιαναν τούς δέκα αυτούς ψωριάρηδες καί ωπλισμένους με παλιογκράδες Έλληνες καί θα τούς έρριχναν στη λίμνη της Πρέσπας να τούς φαν τα ψάρια καί οι βατράχοι. Πραγματικά μιά νύχτα, πού ήσαν στο δάσος της Αγίας Τριάδας, έφθασε η είδησι, ότι εκείνη την βραδειά θα πήγαιναν πολλοί κομιτατζήδες στο Τρίγωνο. Έτρεξαν αμέσως οι δικοί μας να πιάσουν θέσεις έξω απ’ το χωριό καί να τούς στήσουν καρτέρι. Άργησε όμως ό Παύλος στο Ανταρτικό, όπου πήγε να ειδοποιήση καί το χωριό του καί να διαπιστώση την πληροφορία, καί όταν έφθασαν οι 12 αντάρτες στο Τρίγωνο, βρήκαν θρονιασμένους μέσα στα σπίτια του τούς φίλους. Έπιασαν τότε τα υψώματα πάνω απ’ το χωριό με την ελπίδα, ότι θα έβγαιναν την αυγή οι κομιτατζήδες στο βουνό. Μα εκείνοι δεν το κούνησαν. Όπως ό Μωάμεθ, πού πήγε στο βουνό, αφήκαν καί αυτοί, όταν καλοξημέρωσε, το βουνό καί κατέβηκαν στο χωριό. Τούς υποδέχτηκαν πυκνότατα από παντού πυρά. Ήσαν 80—90 Βούλγαροι. Με πολλή δυσκολία κατώρθωσαν ευτυχώς να πιάσουν ένα βουναλάκι καί πολεμούσαν απ’ εκεί όλη την ημέρα. Μα τρείς άνδρες του Καούδη αποκλείστηκαν στο χωριό, οι Σκουντρής, Ντίνες καί Ζιουλής. Ο Ντίνες τα κατάφερε καί τρύπωσε σ’ ένα συγγενικό του σπίτι. Τόν Ζιουλή έκρυψε καί τόν έσωσε μιά αξιοθαύμαστη χωριατοπούλα, ή Λένα. Ο Σκουντρής πολέμησε μόνος από ένα σπίτι καί αφού το ανατίναξαν με δυναμίτι καί πλήγωσαν τόν ίδιο, ξεγλύστρησε σ’ ένα κήπο με φασόλια καί καλαμπόκια, όπου καί τρύπωσε.
Την ίδια μέρα άλλοι κομιτατζήδες κτύπησαν το Ανταρτικό. Πολέμησαν παλληκαρίσια οι χωρικοί, ενώ ή βαρειά φωνή του Τράϊκου Λαντζάκη ύβριζε καί προκαλούσε τούς Βουλγάρους και ό Γιάγκος, ένας εξάδελφος του Μητροβλάχου, του φώναζε ελληνικά, βλάχικα καί βουλγαρικά: «Δεν ντρέπεσαι, εξάδελφε, να πας με τους αρκουδαραίους; Ντρόπιασες όλο το σόϊ μας». Έφθασε μ’ ενίσχυσι απ’ το Πισοδέρι καί ό Παπασταύρος χωρίς καλυμαύχι, ζωσμένος άρματα καί φυσεκλίκια. Η σύγκρουσις αυτή κατέβασε γενικά το ηθικό των Βουλγάρων και ανύψωσε των Ελλήνων. Σκοτώθηκαν αρκετοί κομιτατζήδες και ένας πρώτος εξάδελφος του αρχικομιτατζή Καρσάκιωφ.

Ο «μπίμπασης», στρατιωτικός διοικητής της Φλώρινας, έσπευσε να στείλη στο Ανταρτικό και στο Τρίγωνο κουτιά με τα καλύτερα μυρωδάτα τσιγάρα, πού δεν προωρίζονταν βέβαια για μόνους τους χωριάτες. Ως τόσο έπρεπε να φοβούνται τούς Τούρκους «καί δώρα φέροντας». Γράφει ή από 21ης Δεκεμβρίου 1901 αναφορά του Ελληνικού προξενείου Θεσσαλονίκης: «Οι Τούρκοι ευρίσκονται εις πολύ δύσκολον ψυχολογικήν κατάστασιν. Καί θέλουσι τα ελληνικά σώματα, φρονούντες αφ’ ενός ότι είναι αναγκαία κατά των Βουλγάρων, φοβούμενοι αφ’ ετέρου μη τυχόν ή δι’ αυτών επικράτησις του Ελληνισμού επιφέρει μείζονα δι’ αυτούς κακά!» Ο Μητροβλάχος έστειλε ένα γέρο, τόν Ναούμη απ’ το Μακροχώρι καί εζήτησε να προσχωρήση στις τάξεις μας με μοναδικό όρο να διατηρηθή αρχηγός καί να μορφωθούν τα δύο παιδιά του στην Αθήνα. Ο Καούδης καί ό Παύλος δέχθηκαν μ’ ενθουσιασμό την πρότασι καί αναφέρθηκαν στο Μοναστήρι.
Καί ο Καρσάκωφ σε μιά σύσκεψι κομιτατζήδων, πού μελετούσαν να κάψουν το Λέχοβο, όπου ήσαν πολύ λίγοι οι αντάρτες, τούς είπε ν’ αναβάλουν την επιχείρησι για τις ελληνικές καλέντες, γιατί, αν οι λίγοι αυτοί αντάρτες είναι Κρητικοί ή άλλοι, όπως εκείνοι του Τριγώνου, κτυπούν στο σταυρό από χίλια μέτρα. Ήσαν πραγματικά όλοι οι άνδρες του Καούδη, όπως καί ό Νταλίπης, εξαίρετοι σκοπευτές.
Είχαν όμως το παράπονο, ιδία ό Σκουντρής, ότι δεν ήσαν «εν τάξει» με τη θρησκεία καί δεν μεταλάμβαναν την Θεία Κοινωνία. «Ντα μπορούμε, μωρές παιδιά, τούς έλεγε ό Καούδης, καλός καί άγιος επίσης χριστιανός, να κάνουμε εμείς αυτά τα πράγματα, πού τρώμε ό,τι βρούμε καί όταν το βρούμε;» Τ’ άκουσε ό Παπασταύρος.

— Γι’ αυτό χολοσκάνετε, μπρέ παιδιά; τούς είπε. Ελάτε μεθαύριο την Κυριακή το πρωί στην Αγία Τριάδα• θα έρθω καί εγώ με το δισκοπότηρο. Νηστέψετε τρεις ή δύο μέρες, αν μπορέσετε. Ελάτε στην Αγία Τριάδα και μη σάς νοιάζη.

Αλλά την πρώτη απ’ τις τρεις μέρες τις νηστείας καί προσευχής έστειλαν τόν Ντίνε να φέρη απ’ το Τρίγωνο ένα συγγενί του Στόϊκου, πού ήταν πράκτορας του κομιτάτου. Τον Ντίνε δεν τόν χώνευε καθόλου καί δεν του είχε εμπιστοσύνη ό Παύλος. Τόν έστειλαν, για να τόν δοκιμάσουν και να τόν εκθέσουν. Ο Ντίνες έκαμε καλά την δουλειά καί έφερε δεμένο στο λημέρι τόν θειο του, πού δεν ξαναγύρισε πια στο χωριό του. Την δεύτερη μέρα ξέκαμαν ένα μπακάλη απ’ την Λευκώνα, πού τόν είχε προγράψει ό ίδιος ό Παπασταύρος. Την ημέρα του Σαββάτου έμαθαν ξαφνικά ότι θα περνούσε για το σπίτι του ό περίφημος Χατζηπαύλος, πού ερχόταν απ’ το Μοναστήρι. Του έστησαν καρτέρι ανάμεσα Ανταρτικό καί Πισοδέρι και τον σκότωσαν καί αυτόν στην ίδια θέσι, πού είχαν σφαγιασθή καί οι Βασίλειος Λαντζάκης καί Ναούμ Μήρτσος. Ενόμισαν πια ότι δεν είχαν ένδυμα γάμου για την Θεία Κοινωνία καί ούτε τόλμησαν να πάν στην Αγία Τριάδα.
Κοντά το μεσημέρι όμως της Κυριακής καί τούς βρήκε αγριεμένος ό Παπασταύρος.

— Τί γενήκατε, αμπρέ; Κοροϊδεύετε με μένα καί την Θείαν Μετάληψιν;
— Το καί το, παππούλη.
Άμπρε, μπουνταλάδες είσθε σεις; Δεν ξέρετε ότι μ’ αυτό, που κάματε, ξεπλύνατε όλες τις αμαρτίες σας; Πάμε στην Αγία Τριάδα. Έχω εκεί το άγιο δισκοπότηρο.

Τη νύχτα, πού έπεσε στην Στάτιστα (Μελά) ό Παύλος Μελάς, πήραν αργά είδησι απ’ τις τουφεκιές. Ξεκίνησαν αμέσως. Μα στη μέση του δρόμου σταμάτησε απότομα ό Κύρου καί παρ’ όλα τα παρακάλια το Καούδη δεν δέχθηκε να προχωρήση. Χωρίς αυτόν οι άλλοι δεν μπορούσαν να κάμουν βήμα ανάμεσα στους δασωμένους γκρεμούς καί στο βαρύ σκοτάδι.
Ξημερώνει, επαναλάμβανε ό Παύλος, και μπορούμε να πέσουμε ανάμεσα στους Τούρκους καί κομιτατζήδες.
Δεν φάνηκε κανένας απ’ τούς άνδρες του Μελά, πού είχαν διασωθή. Αν είχαν προχωρήσει, θα μπορούσαν ίσως να σώσουν τόν Γιώργη Βολάνη καί εξ άλλους, πού παραδόθηκαν το πρωί στον τουρκικό στρατό, αφού πολέμησαν όλη την νύχτα, κυκλωμένοι σ’ ένα σπίτι. Ο Π. Μελάς είχε πέσει πριν πολλές ώρες, απ’ την αρχή.
Ο Καούδης υπωπτεύθηκε αργότερα ότι ή απροθυμία καί το πείσμα του Παύλου δεν ήσαν άσχετα με το τάλληρο, πού έπαιρνε στην Αθήνα απ’ το γραφείο του πενθερού του Μελά για τροφή, κατοικία καί τσιγάρα μιάς βδομάδας.
Ο Καούδης καί ό Κύρου περιμάζωξαν τούς σκορπισμένους άνδρες του σώματος Μελά με τούς Καραλίβανο καί Πίρζα καί σύμφωνα με την επιθυμίαν των τούς ωδήγησαν στη Μπελκαμένη (Δροσοπηγή). Εκεί ό Καούδης επήρε επείγον σημείωμα του Κέντρου Καστοριάς νά πεταχτή αμέσως στο Βογατσικό, όπου είχε φθάσει καινούργιο σώμα με αρχηγό αξιωματικό τόν καπετάν Ρούβαν (Κατεχάκην) καί νά τόν καθοδηγήση. Δεν έπρεπε νά την πάθη καί ό δεύτερος αξιωματικός, όπως καί ό Μελάς, έγραφε ό μητροπολίτης, οπότε θα εκινδύνευε νά ματαιωθή όλος ό αγώνας. Μέσα στους 35 άνδρες του Κατεχάκη (έπειτα στρατηγού καί υπουργού) ήσαν καί ο Νταλίπης καί Σίμος απ’ τα πρωτοπαλλήκαρα του Κώττα.
Στο Λέχοβο ό Καούδης σκέφθηκε ότι ήταν καιρός πια νά εκδικηθή καί την δολοφονία του καπετάνιου του, το Βαγγέλη του Στρεμπενιώτη. Εκείνη την ημέραν ακριβώς, 13)26 Νοεμβρίου, ήλθε νά τούς βρή καί ό Γραμμενόπουλος απ’ το Ζέλενιτς, για νά τούς ανακοινώση ότι την άλλη νύχτα θα γίνονταν στο χωριό του μεγάλος γάμος, όπου θα παραβρίσκονταν και οι σημαντικώτεροι Βούλγαροι απ’ τ’ άλλα χωριά καί ακόμα καί απ’ τη Φλώρινα καί το Μοναστήρι. Άλλο, πού δεν ήθελαν. Ένας Τούρκος απ’ το Ζέλενιτς, ό Σούλιος, τούς ωδήγησε και τούς τοποθέτησε χωρίς κανείς να πάρα είδησι. Μόνη παράκλησι διατύπωσε νά περιμένουν λίγη ώρα, έως ότου θα πήγαινε σπίτι του καί θα εξασφάλιζε το άλλοθι. Ο μεγάλος γάμος βουτήχτηκε στο αίμα. Πρωτοστάτησαν ό Νταλίπης, ό Κιουτσούκης απ’ την Κοζάνη, πού ύστερα από δύο χρόνια αυτοκτόνησε σε μιά υπόγεια κρύπτη κοντά στο Μοναστήρι, για νά μη αιχμαλωτισθή. Κάθησε χρόνια στη φυλακή του Μοναστηρίου καί ό Σούλιος παρά τα προφυλακτικά μέτρα του καί το άλλοθι.
Χαρακτηριστικό είναι ότι στις 8 Δεκεμβρίου 1904 οι πρεσβευτές Ρωσίας καί Αυστροουγγαρίας επέδωσαν διακοίνωσι στην Υψηλή πύλη, πού την δημοσίευσε ή Γαλλική Κιτρίνη Βίβλος, για το έγκλημα του Ζέλενιτς. Καταλογίζουν ευθύνες στην τουρκική κυβέρνησι, γιατί δεν κινήθηκε εκείνη τη νύχτα ή φρουρά της Νέβεσκας (Νυμφαίου) καί γενικά δεν εσυγκινούνταν οι τοπικές αρχές, όταν χριστιανοί αλληλοσφάζονταν. Απ’ τη νότα αυτή βγαίνει ότι ό Ρώσος καί ό Αυστριακός πρόξενος Μοναστηρίου έτρεξαν ευθύς την επομένη επί τόπου, ενώ δεν ξεκόλλησαν απ’ τις πολυθρόνες των για σφαγές Ελλήνων, πού έγιναν πολύ πλησιέστερα στο Μοναστήρι. Η ίδια ή διακοίνωσις ομολογεί ότι οι κομιτατζήδες κατακρεούργησαν ύστερα από 5 ημέρες οκτώ «αθώους» Έλληνες αγωγιάτες —ήταν απ’ την Κοζάνη χωρίς όμως καί νά πληροφορή, εάν μετακινήθηκαν αυτή την φορά οι δύο πρόξενοι.
Στιγματίζει την πράξι καί ό Ντραγκάνωφ (La Macedoine et les reformes σελ. 249 καί 250), πού δεν αφιερώνει ούτε μιά λέξι για τις σφαγές καί τα εγκλήματα των κομιτατζήδων. Στον κατάλογο των θυμάτων, πού δημοσιεύει, υπάρχει καί ένας Τούρκος νεκρός καί ένας «φιλοβούλγαρος» μπέης πληγωμένος. Ενώ ό Ρώσος καί ό Αυστριακός πρόξενος διαπίστωσαν, λέγει, ότι με τούς αντάρτες ήσαν καί «ελληνίζοντες» χωρικοί απ’ τ’ Ασπρόγεια καί την Δροσοπηγή, ή τουρκική αρχή δεν τούς ενώχλησεν, αλλά φυλάκισεν ως υπόπτους μόνον τέσσαρες «ελληνίζοντες» κατοίκους του ιδίου τού Ζέλενιτς.
Μόλις οι Κατεχάκης καί Καούδης έφθασαν στο Ανταρτικό, προσκάλεσε ό Μητροβλάχος σε μάχη τόν «γαλονά» από μιά δασωμένη ράχη. Οι δικοί μας του ρίχθηκαν παρευθύς. Μα ό Μητροβλάχος ύστερα από μιά δυό ώρες υποχώρησε καί εξαφανίστηκε στο δάσος. Τό σχέδιό του ήταν να προκαλέση τους Έλληνες, ορμητικούς καί ζωηρούς πάντοτε, νά τρέξουν στις τουφεκιές οι Τούρκοι καί νά βρεθούν οι πρώτοι ανάμεσα από δύο πυρά. Η κλασσική τακτική του αυτή τη φορά δεν τελεσφόρησε.
Ο χειμώνας 1904 —5 ήταν βαρύτατος. Ο Κατεχάκης έπαθε κήλη. Θα ήταν πολύ δύσκολο καί περισσότερο επικίνδυνο νά περάσουν τόσους μήνες και με τόσα χιόνια στο Ανταρτικό. Οι Τούρκοι ύστερα απ’ το ματωμένο γάμο του Ζέλενιτς είχαν αγριέψει. Πήραν καί σχετική διαταγή απ’ το Μοναστήρι. Έφυγαν λοιπόν όλοι, Κατεχάκης, Καούδης, Κύρου, Νταλίπης καί λοιποί για τα ασφαλή λημέρια τού Βογατσικού, Εράτειρας, Κωσταραζιού, Γέρμας κ.λπ.
Την άνοιξι τού 1905 ετοιμαζόταν ό Καούδης νά ξαναγυρίση στο Ανταρτικό με τούς Κύρου, Νταλίπην καί Σίμον. Περίμενε καί καινούργια δύναμι απ’ την Αθήνα, πού θα ενίσχυε το σώμα του. Μα εκείνος, πού ανάλαβε νά την οδηγήση, την κράτησε για τόν εαυτό του. Προχώρησε για τα βουνά της Φλώρινας σαν ανεξάρτητος οπλαρχηγός, χωρίς νά ρωτήση για τόν Καούδη, πού ανυπομονούσε στο Βογατσικό. Ο καλός καί σεμνός Θύμιος αναγκάστηκε νά φύγη για τα σύνορα. Ματαιώθηκε καί η πολύτιμος προσχώρησις τού Μητροβλάχου, πού σ’ αυτόν μονάχα είχε εμπιστοσύνην.
Ο Κατεχάκης εργάσθηκε έπειτα μέσα στη Νάουσα, μεταμορφωμένος σε μηχανικό εργοστασίων, με το ψευδώνυμο Αποστόλου. Με τη σεμνότητα καί τη σοβαρότητά του κατώρθωσε νά μη γεννήση καμμιά υποψία στις τουρκικές αρχές, έως ότου τόν Δεκέμβριο 1906 πληγώθηκε σε μιά συμπλοκή με τόν Τουρκικό στρατό έξω απ’ το Κοροπάνι.
Ο Παύλος καί ό Νταλίπης πήγαν με τόν Βάρδα στα βουνά καί τα χωριά τους. Δεν τα πήγαιναν, φαίνεται, καί πολύ καλά μαζί του. Κάποιο διάστημα έμειναν μόνοι καί αποχωρισμένοι οι δυό τους στο Ανταρτικό.
Ο Νταλίπης είχε κατεβή με τόν Γύπαρη, τόν Στέφο καί τόν Λαμπίρη στο χωριό του, το Γάβρο, νά ετοιμάση ψωμιά καί κριάρια, πού τα βρήκε ό Γύπαρης τα παχύτερα απ’ όσα είχε ιδεί, για το σώμα, πού λημέριαζε με τόν Βάρδα επάνω απ’ το χωριό. Μα ξαφνικά τούς ρίχθηκαν πολλοί κομιτατζήδες καί στην τετράδα κάτω καί στους πολλούς επάνω. Ύστερα από ολοήμερη μάχη κατώρθωσαν νά ξεγλυτώσουν προς το Ανταρτικό, αφού αφήκαν σ’ ένα σπίτι δύο βαρειά πληγωμένους, πού τόν ένα εκομμάτιασαν οι Βούλγαροι και επρόλαβε ό άλλος ν’ αυτοκτονήση.
Τόν χειμώνα, επίσης βαρύτατο όπως τού 1904, έφυγαν στην Ελλάδα. Την άνοιξι του 1906 ξαναγύρισαν πάλιν στα Κορέστια μ’ ένα κοινό δικό τους σώμα, ενωμένοι καί αχώριστοι πια καπεταναίοι. Είχαν καί ένα ιδιαίτερο σύνδεσμο. Ο Καούδης είχε βαπτίσει ανά ένα κοριτσάκι τού καθενός καί τούς είχε δώσει. τ’ όνομά του, Ευθυμία.
Ή γυναίκα τού Νταλίπη, όταν έμαθε ότι θα ξαναέβγαινε στα βουνά, τού έγραψε να ησυχάση πια καί νά κοιτάξη τα παιδιά του, πού είχαν μείνει στους πέντε δρόμους. Η φτωχή γυναίκα, μόλις είδε νά περνά φορτωμένος αλυσίδες για τη φυλακή ό Κώττας, πήρε τα μικρά παιδιά της καί έφυγε στην Καστοριά. Βολόδερνε εκεί με τη φτώχεια. Το πλούσιο άλλοτε σπίτι της είχε τώρα σκορπίσει. Καί αν ήθελε κανείς συγγενής να την βοηθήση, δεν το επέτρεπαν οι κομιτατζήδες. Μα έξυπνη και ενεργητική γύριζε στην αγορά τις μέρες τού παζαριού καί έπιανε ψιλή κουβέντα με τις χωρικές. Συγκέντρωνε έτσι πληροφορίες, πού έγιναν αιτία αρκετοί κομιτατζήδες να ξεπατωθούν.
Ο Νταλίπης αποκρίθηκε στη σύστασί της ότι, εάν του ξανάγραφε για τέτοιο πράγμα, θα την χώριζε παρευθύς καί παραχρήμα. Πώς μπορούσε νά σκέπτεται αυτός τα παιδιά του, όταν ξένοι έρχονταν νά σκοτωθούν στα μακεδονικά βουνά;
Η κατάστασις στα Κορέστια ήταν το 1906 πολύ δύσκολη. Οι κομιτατζήδες είχαν πληθυνθή και τα δικά μας στελέχη στα χωριά εξοντωθή ήαπομακρυνθή. Οι δυο εντόπιοι καπεταναίοι κατώρθωσαν να κρατηθούν μονάχα με την πείρα καί την γνώσι του τόπου καί κάθε πτυχής του.
Για νά εξουδετερώσουν τουλάχιστον τόν κίνδυνο απ’ τη στρατιωτική φρουρά του Πισοδερίου, ό Νταλίπης πλήρωνε κάθε μήνα τρείς λίρες στον διοικητή της. Πήγαινε καί άφηνε τα χρήματα σε μιά γωνιά της Αγίας Τριάδας, πού την είχαν κάψει ήδη οι Βούλγαροι. Ερχόταν καί ό αξιωματικός καί ταπαιρνε, κάμνοντας πώς δεν έβλεπε τόν Νταλίπη, πού ήταν λίγο παραπέρα ανάμεσα στα δένδρα. Έτσι ήταν εν τάξει ό Τούρκος βαθμοφόρος απέναντι στον σουλτάνο καί τη συνείδησί του, αφού δεν έπαιρνε τις λίρες απ’ το χέρι ενός «λησταντάρτη».
Την 19ην Νοεμβρίου 1906 έπεσε ό Νταλίπης σε μιά βουλγαρική ενέδρα στο Πρέβαλι, στον δρόμο προς την Πρέσπα. Τόν αφήκαν παραπεταμένο καί παραμορφωμένο σε μιά ρεματιά. Ήρθαν την άλλη μέρα γυναίκες απ’ το Ανταρτικό, της οικογενείας Κύρου, νά τόν νεκροκομίσουν. Τόν αναγνώρισαν από κάποια πληγή στο πόδι του. Την άλλη νύχτα έπεσε σ’ άλλη ενέδρα κοντά στο Τρίγωνο καί ό Παύλος.


Παύλος Νεράντζης
Καπετάν Περδίκας ή Κόκκινος
19ος αι. - 1911

Ο Παύλος Νεράντζης ή Μέρμυγκας γεννήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα στη Σιάτιστα της περιφερειακής ενότητας Κοζάνης. Ονομάζονταν και "Κόκκινος" λόγω του χρώματος της κόμης και της γενειάδας του. Εγκαταστάθηκε σε νεαρή ηλικία, στη Θεσσαλονίκη, όπου ασχολήθηκε με το επάγγελμα του δερματέμπορου, αρχικά στο κατάστημα του Γεώργιου Μπόμπουρα. Την περίοδο εκείνη στη Θεσσαλονίκη ήταν έντονη η ιεραποστολική δράση των προτεσταντών μισιονάριων που προσηλύτιζαν τους Έλληνες της πόλης. Ο Παύλος Νεράντζης οργάνωσε μια όμάδα νέων και επιχείρησε επίθεση στο οίκημα των προτεσταντών, προκαλώντας υλικές ζημιές. Οι προτεστάντες ιεραπόστολοι διαμαρτυρήθηκαν στις Οθωμανικές αρχές και με την πίεση του Αμερικανικού και του Αυστρουγγρικού προξενείου, ασκήθηκε δίωξη κατά του Παύλου Νεράντζη. Ο καταζητούμενος πλέον Παύλος, κατέφυγε στα Τρίκαλα, όπου εργάστηκε επίσης ως δερματέμπορος. Με το ξέσπασμα του Ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897, κατατάχθηκε ως εθελοντής και πολέμησε στην Ήπειρο υπό τις διαταγές του Μωραϊτόπουλου
Πελώριος στο ανάστημα και την ψυχή. Πριν καταταγεί στον Μακεδονικό αγώνα, όπου διέπρεψε, ήταν δερματέμπορος στη Θεσ/νίκη και στα Τρίκαλα και έφερε το όνομα Παύλος Νεράντζης. Δερματέμπορος της Θεσσαλίας και καλός νοικοκύρης ο άνθρωπος αυτός, άφησε τα κέρδη και άνεση και καλοπέραση για να γίνει αρχηγός στα βουνά της Μακεδονίας.
Οταν άρχισε τον αγώνα απέβαλε τον παλιό  του εαυτό και το όνομά του και πήρε το πολεμικό Παύλος Περδίκας. Με το όνομα αυτό στα Τρίκαλα κατάρτισε σώμα απο 10 Σιατιστινούς και την άνοιξη του 1905 εμφανίστηκε στα Κορέστια και στα Καστανοχώρια.
Απο κεί στις αρχές του Αυγούστου 1905 το σώμα του Καπετάν Περδίκα προσώρησε προς την Περιφέρεια Καστοριάς και απο την Κλεισούρα της Μακεδονίας πήγε στη Βλάστη, όπου έδωσε μάχη στις 6 Αυγούστου με τουρκικό απόσπασμα .
Στη μάχη αυτή έλαβαν μέρος και άλλα ελληνικά ανταρτικά σώματα με αρχηγούς τον Μανώλη Σωτηριάδη ή Καπετάν Τρομάρα και τον Ηλία  Κούντουρα ή Καπεταν Φαρμάκη στο βουνό Μουρίκι  της Βλάστης. Στη συνέχεια τα σώματα ενωμένα πια επιτέθηκαν κατα πολυάριθμης βουλγαρικής συμμορίας, η οποία κρυβόταν στο δάσος της Βουλγαροβλάστης. Κατα τη μάχη εκείνη τα ηρωικά παλικάρια πολέμησαν με γεναιότητα εναντίον των Βουλγάρων, απ’ τους οποίους φονεύτηκαν πολλοί.
Κατα την πανωλεθρία αυτή οι βούλγαροι αναγκάστηκαν να ειδοποιήσουν τον τουρκικό στρατό, για να σπεύσει σε ενίσχυσή τους. Κατα την συμπλοκή τουρκικών και ελληνικών σωμάτων σκοτώθηκαν 8-10 άνδρες  των ελληνικών σωμάτων. Μετά την μάχη, τα σώματα του Καπετάν Περδίκα και των συναδέλφων του κατέφυγαν στο Μορίχοβο και ο Κ. Ντόγρας κατευθύνθηκε στη Σιάτιστα, όπου έξω απ’ αυτήν παρέλαβε όλα τα πολεμοφόδια και τα μετέφερε στην περιφέρεια Φλώρινας, στο χωριό Μπελκαμένη (που μετονομάστηκε  Δροσοπηγή). Εκεί βρισκόταν σώμα βουλγάρων, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τα γύρω χωριά σαν ορμητήρια κατά της επιθέσεώς τους εναντίον των Ελλήνων και των Ελληνικών σωμάτων.
Τα Ελληνικά σώματα που βρίσκονταν εκεί εδιναν θάρρος στους Ελληνες κατοίκους μέχρι της ανακηρύξεώς του Τουρκικού συντάγματος που έδωσε αμνηστεία  στα ένοπλα σώματα, αλλά απο τον Ιούλιο του 1908 άρχισαν μυστικά την εξόντωση των πρωταγωνιστών για να απαλλαγούν απο τις μετέπειτα ενοχλήσεις τους. Ετσι τα αντάρτικα τμήματα άρχισαν σιγά σιγά να διαλύονται και να καταθέτουν τα όπλα. Μετά την αμνηστεία αυτήν ο Καπετάν Περδίκας πήγε στο Μοναστήρι , όπου οι Τούρκοι τον υποδέχθηκαν θερμά, όπως όλους τους αγωνιστές. Απο το Μοναστήρι ο Περδίκας ήρθε στο Αργος Ορεστικό (Χρούπιστα) και άνοιξε κατάστημα δερμάτων. Οι Τούρκοι όμως τον υποψιάζονταν και με τελεσίγραφο τον αναγκασαν να ξαναγυρίσει στη Σιάτιστα χωρίς καμία αποζημίωση.
Οι ενέργειες και τα παράπονα που έκαναν στο Νομάρχη δεν τελεσφόρησαν. Ηρθε λοιπόν στη Σιάτιστα και παρακολουθούσε με άγρυπνο βλέμμα τις κινήσεις των νεοτούρκων, ενίσχυε με την παληκαριά του τη Μητρόπολη και υπηρετούσε το κέντρο μεχρι το θάνατό του.
Στις 13 Ιουλίου 1910 ο Μητροπολιτικός Ιερός Ναός του Αγίου Δημητρίου Σιάτιστας έγινε παρανάλωμα  πυρός. Ολόκληρη η Σιάτιστα ετρεξε να σώσει το ναό. Ο Μητροπολίτης Ιερόθεος, ο Δήμαρχος Μηνάς Θεοδώρου, ο Τούρκος Μουδίρης, αστυνομία, χιλιάδες λαού προσπαθούσαν να σβήσουν τη φωτιά.
Ο Καπετάν Περδίκας όπως αναφέρει η εφημερίδα «ΝΕΑ ΑΛΗΘΕΙΑ» φ 341,342 20ης Ιουλίου 1910, με την αντλία του στα χέρια ορμά μέσα στο φλεγόμενο σα λαμπάδα ναό. Οι υπεράνθρωπες προσπάθειες δεν τελεσφόρησαν. Η εκκλησια καταστράφηκε ολοσχερώς. Ο Μεγαλοπρεπής ναός έγινε σωρός ερειπίων.
Μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων και τη χορήγηση γενικής αμνηστίας στους αντάρτες, παρέδωσε τα όπλα στο Μοναστήρι και εγκαταστάθηκε στο Άργος Ορεστικό, όπου άνοιξε κατάστημα δερμάτων. Οι Οθωμανικές αρχές όμως, τον ανάγκασαν να κλείσει το κατάστημα και να επιστρέψει στη Σιάτιστα. Εκεί το βράδυ της 1ης Οκτωβρίου του 1911 δύο Τούρκοι αστυνομικοί, δολοφόνησαν τον Καπετάν Περδίκα**** καθώς επέστρεφε στην οικία του



Αρμεν Κούπτσιος  
1885 - 1905


Γεννήθηκε στον Βώλακα της Δράμας το 1885. Γνωρίστηκε με τον Έλληνα Μακεδονομάχο Καπετάν-Νταή, όταν εκείνος ως δάσκαλος στην Προσοτσάνη Δράμας, μυστικά οργάνωνε τον αγώνα στη Δράμα. Σε αυτόν αποκάλυψε ο Άρμεν τη θέλησή του να αγωνιστεί έως θανάτου για την πατρίδα.
Ο Αρχιδιάκονος του Μητροπολίτη Δράμας και αργότερα Σμύρνης Χρυσοστόμου, Θεμιστοκλής Χατζησταύρου, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, στο «Μακεδονικόν Ήμερολόγιον» του 1965, καταθέτει την εξής μαρτυρία: «Ή Οργάνωσις πού εμυούσε τούς Έλληνας ήταν εντελώς μυστική. Τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο προσπαθούσαμε να τον κρατούμε μακρυά από τον κίνδυνο. Αποφεύγαμε να τον ανακατεύωμε φαινομενικά στην Οργάνωση. Θέλαμε να τον προφυλάξωμε από τον κίνδυνο, πού τον οδηγούσεν ό ορμητικός χαρακτήρας του και ό φλογερός πατριωτισμός του. Γενικός αρχηγός στην Οργάνωση ήταν ό Ίων Δραγούμης. Την πρωτοβουλία στην ορκωμοσία των μυουμένων στη Δράμα την είχα εγώ. Εγώ ήμουν πού ώρκισα τον Άρμεν και τον πατέρα του από τον Βώλακα, καθώς και τον Βαλαβάνη από την Πλεύνα. Τούς δίναμε και όπλα».
Ο Άρμεν έγινε ένας από τούς πλέον έμπιστους ανθρώπους του Χρυσοστόμου και εντάχθηκε στα ανταρτικά σώματα που επιχειρούσαν στην περιοχή τής Δράμας. Με τις αντάρτικες ομάδες τους οι μακεδονομάχοι της Δράμας ήρθαν πολλές φορές σε σύγκρουση με τις πολυμελείς και καλά εξοπλισμένες ομάδες των κομιτατζήδων, στις όποιες επέφεραν σημαντικές απώλειες.
Ό θάνατος του Άρμεν συνδέεται με τον ερχομό τού Βούλγαρου αρχικομιτατζή Πλάτσεφ στη Δράμα, τον Ιούνιο του 1905. Τον απέστειλε το Βουλγαρικό κομιτάτο για να οργανώσει την εκτέλεση Ελλήνων προκρίτων και αγωνιστών πού δημιουργούσαν προβλήματα στο βουλγαρικό καθεστώς. Δόθηκε εντολή στον Άρμεν και την ομάδα του να τον εξοντώσει.
Ό Άρμεν με τον Νάκο Βογιατζή και τον Πέτρο Μάντζα του έστησαν ενέδρα στη θέση Τσομπάνκα, στη σημερινή Λαυρεντιανή Μονή. Ό Πλάτσεφ έπεσε στή παγίδα και ό Άρμεν τού ζήτησε να αφήσει το όπλο του και να παραδοθεί. Εκείνος όμως τον πυροβόλησε και ό Άρμεν ανταπέδωσε την επίθεση. Πυροβολώντας ό Άρμεν, άφησε τον Πλάτσεφ νεκρό. Στους πυροβολισμούς έσπευσαν έφιπποι Τούρκοι αστυνομικοί και ό τουρκαλβανός επιστάτης από τον Καλό Αγρό Δράμας. Ό Άρμεν φρόντισε πυροβολώντας να αποσπάσει την προσοχή των Τούρκων, ώστε να μπορέσουν να ξεφύγουν οι σύντροφοι του, οι όποιοι και τελικά κατάφεραν να διαφύγουν. Και βλέπουμε και εδώ ξεκάθαρα την παλικαριά και το μεγαλείο αυτού τού παιδιού, πού προτίμησε να θυσιαστεί ό ίδιος για να σωθούν οι σύντροφοι του. Ό Άρμεν θα μπορούσε να συγκρουστεί με τους Τούρκους πού τον κατεδίωκαν. Δεν πυροβόλησε όμως κανέναν από αυτούς, για να μη δημιουργήσει προβλήματα στον Μητροπολίτη Χρυσόστομο, τον όποιο οι Τούρκοι θεωρούσαν υπεύθυνο και ταλαιπωρούσαν αφάνταστα για το θάνατο κάθε στρατιώτη τους.
Η Δράμα συγκλονίστηκε, όταν μαθεύτηκε το νέο, γιατί ό Άρμεν ήταν παντού γνωστός και ιδιαίτερα αγαπητός. Έγιναν πολλές ενέργειες για την απελευθέρωση του από τον Χρυσόστομο και από άλλους πολλούς Δραμινούς, άλλα μάταια. Στην ανάκριση ό Άρμεν βασανίστηκε για να αποκαλύψει πρόσωπα και πράγματα. Καθώς δεν αποκάλυπτε τίποτα Οι Τούρκοι τον μετέφεραν στη Θεσσαλονίκη, για να δικαστεί. Το ειδικό τουρκικό Στρατοδικείο της Θεσσαλονίκης τον καταδίκασε σε θάνατο δια απαγχονισμού. Ο Άρμεν επέστρεψε και πάλι στη Δράμα για να επισφραγίσει την μικρή αλλά ένδοξη και τίμια ζωή του με τον μαρτυρικό του θάνατο.
Ο Χρυσόστομος και το Ελληνικό Κέντρο, σε μία ύστατη προσπάθεια, οργάνωσαν σχέδιο αποδράσεως του Άρμεν. Το σχέδιο προέβλεπε άνδρες της Οργανώσεως, ένοπλοι και κρυμμένοι μέσα στο πλήθος, να επιτεθούν εναντίον της φρουράς πού θα μετέφερε τον Άρμεν στον τόπο του απαγχονισμού και να τον ελευθερώσουν. Ωστόσο το προδόθηκε σχέδιο στους Τούρκους, οι οποίοι άλλαξαν το δρομολόγιο και την ώρα της εκτέλεσης.
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1905 ο Άρμεν Κούπτσιος οδηγήθηκε από τούς Τούρκους στον πλάτανο της πλατείας της Δράμας, όπου και εκτελέστηκε.
Ό πατέρας τού Άρμεν παρακολούθησε τη σκηνή της εκτέλεσης. Βρήκε παρηγοριά στον μαρτυρικό Μητροπολίτη Χρυσόστομο, πού με δάκρυα τον υποδέχθηκε στή Μητρόπολη. Εκεί πατέρας φέρεται να λέει στον Δεσπότη: «Λεν κλαίω πού έχασα το παιδί μου, κλαίω πού εσύ έχασες το πρωτοπαλίκαρο σου». Ήταν και ό πατέρας τού "Αρμεν δοσμένος στον αγώνα. Όταν το 1916 οι Βούλγαροι ξανάρθαν στη Δράμα, τον συνέλαβαν και αφού τον βασάνισαν για μήνες, αν και ήταν ήδη μεγάλος στην ηλικία, τον έριξαν μέσα σε ένα ξεροπήγαδο έξω από την Δράμα, οπού και πέθανε. Τότε κόψανε και τον μεγάλο πλάτανο της πλατείας, για να μην υπάρχει τίποτα πού να θυμίζει στους Δραμινούς την θυσία τού νεώτερου, ίσως, στην ηλικία Έλληνα Μακεδονομάχου.
Το 1967 η Ελληνική Πολιτεία τίμησε τον Άρμεν Κούπτσιο στήνοντας την προτομή του στον τόπο τής θυσίας του, στην πλατεία της πόλης, άλλα και στον τόπο καταγωγής του στο Βώλακα. Ή ομώνυμη οδός τής Δράμας φέρει το όνομα του. Κάθε χρόνο οργανώνονται εκδηλώσεις προς τιμήν του στή Κοινότητα τού Βώλακα, ενώ διεξάγεται και αγώνας δρόμου, με την επωνυμία «Δρόμος Θυσίας», πού αφετηρία έχει την Δράμα και τερματισμό τον Βώλακα.


Κοσμάς Καραμάτσος.

Ο Κοσμάς Καραμάτσος ή Καρμάτσος ήταν Μακεδονομάχος, οπλαρχηγός, γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στη Βασιλειάδα Καστοριάς. Συνεργάστηκε με διάφορα Ελληνικά ένοπλα σώματα ως οπλαρχηγός δικής του ομάδας στις βόρειες περιοχές του νομού Καστοριάς και στα Κορέστια κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα.

Χρήστος Καραμάρκος.

Ο Χρήστος Καραμάρκος ήταν Μακεδονομάχος οπλαρχηγός, γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στα Ρύζια Κιλκίς. Συγκρότησε ένοπλη ομάδα προκειμένου να αντιμετωπίσει τη δράση των Βουλγάρων κομιτατζήδων στη περιοχή των Ρυζίων. Έδρασε με το σώμα του στην Παιονία, την κοιλάδα του Αξιού, καθώς και στη λίμνη των Γιαννιτσών, προσπαθώντας να απωθήσει τα Βουλγαρικά σώματα.


Κωνσταντίνος Ρίζος
Κωνσταντίνος Ρίζος

Ο Κωνσταντίνος Ρίζος γεννήθηκε το 1887 στη Δράμα. Ανέπτυξε ένοπλη δράση από πολύ νωρίς εναντίον των Βουλγάρων κομιτατζήδων και των Οθωμανικών αρχών, συγκροτώντας σώμα στην περιοχή της γενέτειράς του. Στη συνέχεια, το σώμα του έδρασε στις περιοχές Ελασσόνας, Φλώρινας, Γρεβενών και Περιστερίου. Ιδιαίτερη υπήρξε η συνεισφορά του, στην προστασία των κατοίκων της Σαμαρίνας.





Κωνσταντίνος Γαρέφης
1874 - 1906


Ο Κωνσταντίνος Γαρέφης γεννήθηκε το 1874, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας με σουλιώτικη στρατιωτική παράδοση. Κατήγετο από το χωριό Άνω Μηλιές Μαγνησίας και σε ηλικία 35 ετών τέθηκε στις υπηρεσίας της επιτροπής του Κομιτάτου του Ελληνικού Προξενείου, που είχε έδρα τη Θεσσαλονίκη, με Πρόξενο τον  Λάμπρο Κορομηλά.Ο Πρόξενος θαύμασε τον ενθουσιασμό του ήρωα Γαρέφη και όταν εξοικονόμησε μόλις είκοσι έξι παλληκάρια, του ανέθεσε την αρχηγία και τον έστειλε για το πολυπαθές διαμέρισμα της Καρατζιόβας, σημερινή Αλμωπία, όπου του προσετέθησαν και άλλα τριάντα πέντε ντόπια παλληκάρια
Ξεκίνησε τη δράση του στον Μακεδονικό Αγώνα το 1905, με το σώμα του Καπετάν Ακρίτα, σε συμπλοκές στα Καλύβια του Γραμματικού, στα Λευκάδια της Νάουσας και αλλού.
Τον ίδιο χρόνο εξόντωσε τον αρχικομιτατζή Τράικο στο Πευκωτό. Στα 1906 συνέστησε ένοπλο σώμα ύστερα από κλήση του Μακεδονικού Κομιτάτου με στόχο την εξόντωση των αρχικομιτατζήδων Λούκα και Καρατάσου. Η ομάδα του υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Προξενείου Θεσσαλονίκης και είχε ως περιοχή δράσης, τον Ιούλιο του 1906, το χωριό Πρόμαχοι της Αλμωπίας. Υπαρχηγός του ήταν ο Δημήτριος Τσέγκος.
Ο Γαρέφης επί πολύ καιρό προσπαθούσε να βρει τα ίχνη των παραπάνω αναφερομένων κομιτατζήδων, μάλιστα δε, τους προκαλούσε παντοιοτρόπως, μέσω των συμπαθούντων ντόπιων, αλλά δεν κατέστη εφικτό. Έτσι, όταν οι Βούλγαροι αρχηγοί, επιστράτευσαν τα καλύβια των κτηνοτρόφων στο χωριό Γραδένιστα, για να γλεντοκοπήσουν, οι τελευταίοι απέστειλαν ανθρώπους τους να ειδοποιήσουν τον Γαρέφη, όπερ και εγένετο. Ο Γαρέφης μόλις έφθασε στον τόπο εκεί που γλεντοκοπούσαν οι κομιτατζήδες, έστησε τα παλληκάρια του τριγύρω από τα καλύβια και επετέθη κεραυνοβόλως εναντίον των ορκισμένων του εχθρών και τους κατέσφαξε. Ήτο όμως μοιραία αυτή του η καταδρομή επειδή από λάθος των δικών του ανθρώπων, έπεσε ο ήρωας νεκρός, κατά την έξοδο από το καλύβι. Άλλες πληροφορίες θέλουν τον Καπετάν Γαρέφη να εκτελεί τους εχθρούς του με πιστόλι.
Για μικρό χρονικό διάστημα στη λίμνη των Γιαννιτσών και τέλος στις 6 Αυγούστου 1906 αιφνιδίασε τους Λούκα και Καρατάσο στα κονάκια των Καραφιλέων στο Τσερνέσοβο***. Στην ίδια συμπλοκή τραυματίστηκε και ο ίδιος και πέθανε στις 6 Αυγούστου 1906.

''... Ωστόσο εκείνη η εφιαλτική νύχτα της Μπογδάνιτσας δεν είχε αυγή. Πριν ακόμα χαράξει, η νύχτα γίνηκε ξαφνικά μέρα καθώς οι τριάντα καλύβες παραδόθηκαν απ’ τους ίδιους τους ιδιοκτήτες τους στο πυρ για να εξασφαλιστεί έτσι το άλλοθι των Σαρακατσαναίων για την τούρκικη Αρχή. Στο μεταξύ όσοι Βούλγαροι σώθηκαν, τράπηκαν σε άτακτη φυγή κι η περιβόητη βουλγάρικη τσέτα, μένοντας ακέφαλη, διαλύθηκε λίγες μέρες αργότερα.
Ο Γαρέφης, μ’ όλο το σοβαρό τραυματισμό του, επέμεινε, πριν εγκαταλείψει με τα παλικάρια του το πεδίο της μάχης, να ιδεί τ’ αποτελέσματα της συμπλοκής. Τον πήγαν λοιπόν σηκωτό τα παλικάρια του κι είδε τα πτώματα των κομιτατζήδων και τα λάφυρα. Ωστόσο το γεγονός ότι ο Λούκα δεν βρισκόταν ανάμεσα στους νεκρούς τον στενοχώρησε αφάνταστα γιατί πίστευε — κι είχε δίκιο — πως τον είχε χτυπήσει κι αυτόν καίρια όπως τον Καρατάσο.
Κατά τα χαράματα το Σώμα του ηρωικού οπλαρχηγού τράβηξε για τα ψηλώματα, πριν καταφτάσει στον τόπο της μάχης το τούρκικο ασκέρι. Ο Γαρέφης, μ’ όλους τους πόνους του, έκανε καρδιά και περπατούσε, στηριγμένος στα χέρια των ψυχογιών του. Σαν, όμως, οι πόνοι της πληγής του δυνάμωσαν, τα παλικάρια του έφτιαξαν ένα πρόχειρο φορείο με κλαδιά, πάνω στο οποίο και τον μετέφεραν οι ψυχογιοί του Νάσιος και Γρηγόρης και οι Αριστ. Μπασδέκης και Χρ. Μπιρτζίνος. Έτσι ο πληγωμένος καπετάνιος μεταφέρθηκε στην περιοχή της Πουλτσίστας, όπου βρισκόταν το τσελιγγάτο του Γ. Γιαννακούλα, κι εκεί, στις στερνές επιθανάτιες ώρες του, φιλοξενήθηκε γι’ ασφάλεια και με μεγάλη μυστικότητα, στο φτωχοκάλυβο του Παναγιώτη Παλάσκα.
Στο μεταξύ τα περίλυπα παλικάρια του ειδοποίησαν αμέσως να ‘ρθει γιατρός εμπιστοσύνης απ’ τα Βιτώλια (Μοναστήρι), η πληγή όμως του Γαρέφη ήταν τέτοια που δεν περίμενε γιατρό. Ωστόσο το λεοντόκαρδο παλικάρι έζησε δυο ολόκληρα μερόνυχτα και στις στερνές του στιγμές η φαμίλια του Παλάσκα κι οι Γιαννακουλαίοι των συμπαραστάθηκαν με συγκινητική αφοσίωση κι απαράμιλλη ανθρωπιά....''


Χρήστος (Κίτσος)Αργυράκος
Καπετάν Μουρίκης
1876 - 1907

Ο Χρήστος Αργυράκος γεννήθηκε το 1876 στο Μπλάτσι, σημερινή Βλάστη  Εορδαίας της Κοζάνης.
Το 1904 συγκρότησε ένοπλο σώμα, στο οποίο συμμετείχαν και οι αδερφοί του. Τάχθηκε κατά τών βούλγαρων κομιτατζήδων και των οθωμανών.

Το 1905 συνεργάστηκε με το σώμα τού αξιωματικού Πέτρου Μάνου. Στις 21 Απριλίου τού 1905 έλαβε μέρος στη Μάχη Μουρικίου εναντίον οθωμανικού στρατού, στην οποία και διακρίθηκε. Στη συνέχεια επιτέθηκε με το σώμα του κατά βουλγαρικών στόχων στην περιοχή Καστανοχωρίων, στη Σταρίτσανη (Λακκώματα), στο Ζούζελτσι (Σπήλαια), στην Οσνίτσανη (Καστανόφυτο) και στη Μάρτσιστα (Κάτω Περιβόλι).

Συνεργάστηκε επίσης, με τον αξιωματικό Γ. Φαληρέα. Στις 8 Μαΐου τού 1907 πήρε μέρος στη Μάχη τού Παλαιοχωρίου (Φούφα) εναντίον βουλγάρων.

Στις 14 Ιουνίου τού 1907  έδωσε σκληρή μάχη με τρία οθωμανικά τάγματα (σύνολο 700 αντρών) στη ράχη Σουμπρέτσι τού Λεχόβου, προκειμένου να διευκολύνει τα σώματα τών Γ. Φαληρέα, Γεωργίου Λεπιντάτου (καπετάν Αρκούδα) και Ευσ.Θειάφη, να διαφύγουν.
Έμεινε μόνος με το σώμα του που αποτελούνταν τότε, από συνολικά 26 άντρες. Μετά από πολύωρη μάχη και αφού τελείωσαν τα πυρομαχικά, ο καπετάν Κίτσος Αργυράκος σκοτώθηκε μαζί με τους 25 συμπολεμιστές του. Στη Μάχη τού Σουμπρετσίου σκοτώθηκαν και 70 οθωμανοί στρατιώτες.Η αυτοθυσία του υπήρξε παροιμιώδης και τραγουδήθηκε από τη λαϊκή μούσα




ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ
 
Α. Ένοπλος Αγώνας

I. Αξιωματικοί Αρχηγοί Σωμάτων και Οργανωτές.

 
1. Κακουλίδης Γεώργιος (Δράγας), Υποπλοίαρχος, (Χρηστίδης, Προξ. Σερρών).
2. Κατεχάκης Γεώργιος (Ρούβας), Ανθυπολοχαγός (Αποστόλου, Νάουσα).
3. Μαζαράκης Κωνσταντίνος (Ακρίτας), Ανθυπολοχαγός. (Στεργιάκης Προξ. Θεσσαλονίκης).
4. Σπυρομήλιος Σπυρίδων (Μπούας), Υπομοίραρχος. (Σουρής, Προξ. Θεσσαλονίκης).
5. Τσόντος Γεώργιος (Βάρδας) Ανθυπολοχαγός.
 
II. Αξιωματικοί Αρχηγοί Σωμάτων.

1. ’Αργυρόπουλος Κίμων, Σημαιοφόρος.
2. Αβράσογλου Ιωάννης (Αμβρακιώτης), Υπολοχαγός.
3. Αναγνωστάκος Μιχαήλ (Ματαπάς), Ανθυπολοχαγός, (Παπαχρήστος μονής Όσσιανης).
4. Βαρδής Δημήτριος, Υπίλαρχος.
5. Βλαχογιάννης Γεώργιος (Οδυσσεύς), Λοχαγός.
6. Δούκας Στέφανος (Μάλλιος), Λοχαγός.
7. Δημαρός Κωνσταντίνος (Κίτσος), Υπολοχαγός.
8. Δουμπιώτης Νικόλαος (Αμύντας), Λοχαγός.
9. Δεμέστιχας Ιωάννης (Νικηφόρος), Ανθυποπλοίαρχος.
10. Ζούκης Χρήστος, Ανθυπολοχαγός.
11. Ζήρας Γεώργιος, Ανθυπολοχαγός.
12. Θειάφης Ευστάθιος (Φλάμπουρας), Υπολ.
13. Κοσμόπουλος Δημήτρ. (Κουρμπέσης), Ανθυπολ.
14. Κλείτος Παναγιώτης, (Κλεισούρας), Υπίλαρχος.
15. Κώης Αριστόβουλος, (Βάλτσας), Ανθυπολ.
16. Καλομενόπουλος Νικόστρ. (Νίδας), Λοχαγός.
17. Καρασεβδάς Παντελής, έφεδρος αξιωματικός.
18. Λεόντιος Διονύσιος (Βεϊκος) άξ. Στρατ. Δικ.
19. Μακρόπουλος Γεώργιος (Κλάπας), Ύπολ.
20. Μάνος Πέτρος, (Βέργας) Υπολοχαγός.
21. Μπουκουβάλας Κων. (Πετρίλος), Ύπολ.
22. Μοσχοβίτης Ιωάννης, Υποφαρμακοποιός.
23. Νταής Κωνσταντίνος, Ανθυπολοχαγός.
24. Πανουσόπουλος Βασ. (Τρομάρας), Ανθυπομοίρ.
25. Παπαβιέρος Δημήτριος (Γκούρας), Ύπολ.
26. Πηχεών Φιλόλαος, (Φιλώτας) ’νθυπολ.
27. Πλατανιάς Νικόλαος (Λαχτάρας), Ανθυπολ.
28. Παπάς Βασίλειος, (Βρόντας), Ανθυπολοχαγός.
29. Πούλος Κωνσταντίνος, Ανθυπολοχαγός.
30. Παπαλουκάς Λουκάς (Ρουμελιώτης), ’νθυπολ.
31. Παπαγακής Χαράλαμπος (Αγραφιώτης), Υπολ.
32. Ρήγας Σταύρος (Καβοντόρος), Υπολοχαγός.
33. Ρόκας Νικόλαος (Κολιός), Ανθυπολοχαγός.
34. Στρυμωναράς Γεώργιος (Τσιάρας), Υπολ.
35. Σάρρος Κωνσταντίνος (Κάλλας), Υπολοχαγός.
36. Τσολακόπουλος Χρήστος (Ρέμπελος), Ύπολ.
37. Τσιπούρας Νικόλαος (Τράικος), ’νθυπολ.
38. Τόμπρας Γεώργιος (Ρουπακιάς), ’νθυποφαρμ.
39. Φαληρέας Γρηγόριος (Ζάκκας), Ανθυπολ.
 
III. Υπαξιωματικοί Αρχηγοί Σωμάτων.
 
1. Γαρέζος Ιωάννης (Λέφας), Ανθυπασπιστής.
2. Κονδύλης Γεώργιος (Ζαγκάς) Επιλοχίας.
3. Καραπάνος Χρήστος, Επιλοχίας.
4. Παπακώστας Βασίλειος, Λοχίας.
5. Παπαγεωργίου Ανδρέας (Βελίτσας) Επιλοχίας.
6. Παπατζανετέας Παν., (Παναγιώτης) Λοχίας.
7. Σταυρόπουλος Βασίλειος (Κόρακας) Λοχίας.
8. Φραγκάκος Γεώργιος (Μαλέας) Επιλοχίας.
 

IV. Ιδιώτες Αρχηγοί Σωμάτων.

 
1. Βολάνης Γεώργιος, Λάκκοι Χανίων.
2. Γύπαρης Παύλος, Ρέθυμνο.
3. Δούκας Δούκας (Ζέρβας), Σέρρες.
4. Καραβίτης Ιωάννης, Ανώπολις Σφακίων.
5. Καούδης Ευθύμιος, Κρήτη.
6. Κλείδης Στυλιανός.
7. Μακρής — Δικώνυμος Γεώργιος, Κρήτη.
8. Νταφώτης Ιωάννης, Αθήνα.
9. Νικολούδης Εμμανουήλ, Χανιά.
10. Πούλακας Ιωάννης, Κρήτη.
11. Σακελλαρόπουλος Ιωάννης (Ζήριας).
12. Σκουνδρής Εμμανουήλ, Κρήτη.
13. Τσόντος Μιχαήλ, Σφακιά Κρήτης.
14. Τσίπουρας Αντώνιος (Ντούρας), Μεσσηνία.
 
V. Οπλαρχηγοί Α’ Τάξης.
 
1. Ακριβός Στέφανος, Λοχίας.
2. Αποστολίδης Λάζαρος, Λεύκη Καστοριάς.
3. Βάρσος Δημήτριος, Αθήνα.
4. Βλάχβεης Στέργιος, Ηράκλειο.
5. Γιαγκλής Γεώργιος, Ιερισσός Χαλκιδικής.
6. Γρηγορίου Στέφανος, Φλώρινα.
7. Γερογιάννης Παναγιώτης.
8. Γαλανόπουλος Γεώργιος, Λοχίας.
9. Δικώνυμος Ανδρέας, Αθήνα.
10. Δοξογιάννης Ιωάννης, Γέρακας Χανίων.
11. Δεληγιαννάκης Ηλίας.
12. Ζερβέας Παρασκευάς, Λοχίας.
13. Ζαχαρόπουλος Σπυρίδων, Λοχίας.
14. Καρφής Ιωάννης, Λοχίας.
15. Κουκουλάκης Θεόδωρος, Χανιά.
16. Καλογερογιάννης Γεώργιος, Κόρινθος.
17. Λιχαδιώτης Χρήστος, Ξηροχώρι Ευβοίας.
18. Μπάρτσιος Ιωάννης, Σέρρες.
19. Μαυρογένης Ιωάννης.
20. Μπενής Εμμανουήλ, Καλλικράτη Χανίων.
21. Μαντούβαλος Θεόδωρος Λοχίας.
22. Ντόγρας Κωνσταντίνος, Βογατσικό.
23. Νταϊλάκης Νικόλαος, Κορομηλιά Καστοριάς.
24. Νικλάμπας Νικόλαος, Λοχίας.
25. Ξήρουχας Βασίλειος.
26. Παπαβασιλείου Δημήτριος, Λοχίας.
26. Παπαμαλέκος Λεωνίδας, Βάμος Κρήτης.
28. Ρήγας Κωνσταντίνος, Αγ. Δημήτριος Καρύστου.
29. Σκλαβούνος Αθανάσιος, Ύπαξ.
30. Σημανίκας Ιωάννης, Νάουσα.
31. Στόικος ή Τσίτος Ηλίας, Μεσίστα Σερβίας.
32. Σιδέρης Ισίδωρος, Γιανοβένη Καστοριάς.
33. Σωτηριάδης Εμμανουήλ, (Τρομάρας) Λοχίας.
34. Τσότσιος ή Βέσκας Χρ., Μπάχοβο Καρατζόβας.
35. Τερτίκας Χαράλαμπος, Λοχίας.
36. Τσέγγος Δημήτριος.
37. Τσουκαντάνης Γεώργιος, Γρεβενά.
38. Τζιότζιος Βασίλειος.
39. Τσακτσίρας Ιωάννης, Λοχίας.
40. Φραγκιαδάκης Ευάγγελος, Ρέθυμνο.
41. Λάμπος Αλέξανδρος, Παλαιοβράχα Φθιώτιδος.

VI. Οπλαρχηγοί Β’ Τάξης 68
VII. Ομαδάρχες 206
VIII. Οπλίτες 1197


Β. Οργανωτικός Αγώνας


I. Προξενικοί, Αντιπρ. Κεντρ. Μακ. Κομιτάτου.
1. Κορομηλάς Λάμπρος. Γεν. Πρόξενος Θεσσαλονίκης.
2. Καλλέργης Δημήτριος. Πρόξενος Μοναστηρίου.
3. Δραγούμης ‘Ιωάννης. Α’ Γραμ. Πρόξ. Μοναστηρίου.
4. Ξυδάκης Νικόλαος. Πρόξενος Μοναστηρίου.
5. Κοντογούρης Φίλιππος. Υποπρόξ. Θεσσαλονίκης.
6. Μαυρουδής Νικόλαος. Α’ Γραμ. Υποπρόξ. Καβάλας.
 
II. Όργανωτές Κεντρικού Κομιτάτου, Αθήνα.
 
1. Καλαποθάκης Δημήτριος.
2. Δαγκλής Παναγιώτης, Συνταγματάρχης.
3. Αργυρόπουλος Περικλής.
4. Μομφεράτος Τιμολέων, Λοχαγός.
5. Τζαβέλλας Ιωάννης, Αντισυνταγματάρχης.
6. Καρτάλης Αντώνιος.
7. Κανελλίδης Πέτρος.
8. Μπαλτατζής Γεώργιος.
9. Σαρόγλου Πέτρος, Υπολοχαγός.
10. Ράλλης Ιωάννης.
11. Αφθονίδης Γεώργιος, Ανθυπολοχαγός.
12. Ζαβός Αριστείδης, Λοχίας.
 
III. Αξιωματικοί Πράκτορες Οργανωτές. Μακεδονία.
 
1. Κοντούλης Αλέξανδρος, Ταγματάρχης.
2. Παπούλας Αναστάσιος, Ταγματάρχης.
3. Μαζαράκης Αλέξανδρος (Ιωαννίδης), Υπολοχαγός, Προξ. Θεσσαλονίκης.
4. Τσιρογιάννης Βλάσιος (Ντάλης), Υπολοχαγός Στρώμνιτσα.
5. Σπηλιάδης Παναγιώτης, (Παρασκευαΐδης), Λοχαγός Προξ. Μοναστηρίου.
6. Οθωναίος Αλέξανδρος (Παλμίδης), Υπολοχαγός, Προξ. Θεσσαλονίκης.
7. Κωνσταντινόπουλος Κωνσταντίνος, Ταγματάρχης. Προξ. Μοναστηρίου.
8. Φλωριάς Δημοσθένης (Νούτσος), Υπολοχαγός, Προξ. Σερρών.
9. Εξαδάκτυλος Αθανάσιος (Αντωνίου), Υπολοχαγός, Προξ. Θεσσαλονίκης.
10. Κάκαβος Δημήτριος (Ζώης), Υπολοχαγός Προξ. Θεσσαλονίκης.
11. Κολοκοτρώνης Γεώργιος, Λοχαγός.
12. Κοντογούρης Νικόλαος (Σίνης), Υπολοχαγός Προξ. Μοναστηρίου.
13. Σαριγιάννης Πτολεμαίος (Καλαμίδης), Ανθυπολοχαγός, Προξ. Μοναστηρίου.
 
IV. Όργανωτές Αντιπρόσωποι Κομιτάτου

1. Οικονομίδης Αλκιβιάδης, Λοχαγός. Τρίκαλα.
2. Σταματόπουλος Ιωάννης, Λοχαγός. Τρίκαλα.
3. Λαμπίρης Παύλος, Ανθυπολοχαγός. Τρίκαλα.
4. Τεγόπουλος Χρήστος. Τρίκαλα.
5. Αναγνωστόπουλος Δημήτριος, Λοχαγός. Λάρισα.
6.. Ηλιόπουλος Ηλίας, Λοχαγός. Λάρισα.
7. Σιάπκας Μιχαήλ, Λάρισα.
8. Μαντζούκης Γεώργιος, Ύπολ. Καλαμπάκα.

V. Πράκτορες Α’ Τάξης.
 
1. Αλεξίου Ιωάννης.
2. Αβράσογλου Κωνσταντίνος, Στενήμαχος, Γευγελή.
3. Αναστασίου Στέφανος, Σέρρες
4. Αγγελόπουλος Γεώργιος.
5. Αντωνιάδης Ξενοφών, Λοχίας, Δράμα.
6. Βουλουδάκης Δημήτριος.
7. Βλάσης Περικλής (Βάσης), Υπολ. Δεδεαγάτς.
8. Γρηγοριάδης Νεόκοσμος, ’νθυπολ., Βοδενά.
9. Γαρδίκας Παναγιώτης, Ανθυπολοχαγός.
10. Γονατάς Στυλιανός, (Γρηγορίου), Υπολοχαγός, Προξ. Αδριανουπόλεως.
11. Γκίμπας Βασίλειος, Κοζάνη.
12. Δουμπιώτης Δημ., (Ριτσιώτης) Υπίατρος, Καστοριά.
13. Δερλερές Μανούσος, Λοχαγός προξ. Μοναστηρίου.
14. Δεδούσης Αινιάν, Υπίλαρχος.
15. Δανιηλίδης Στέφανος, Μητροπολίτης Βοδενών.
16. Ζούζουλας Σπυρίδων, Υποκτηνίατρος, Δράμα.
17. Ζάνας Δημήτριος, Ιατρός Θεσσαλονίκη.
18. Ιωαννίδης Αντώνιος, Ανθυπολοχαγός.
19. Κιτάνος Ανάργυρος, Ιατρός Βοδενά.
20. Κουρέβελης Σπυρ., Λοχαγός, Προξ. Σερρών.
21. Κατοιώτης Ιωάννης Υπολοχαγός, Σέρρες.
22. Καψαμπέλης, Βασίλειος Υπίλαρχος, Σέρρες.
23. Καραβαγγέλης Γερμανός, Μητροπολ. Καστορίας.
24. Κουρούκλης Ανδρέας (Κολυβάς), Υπολοχαγός Προξ. Θεσσαλονίκης.
25. Καραμανλής Γεώργιος.
26. Κουσίδης Νικόλαος.
27. Λαμπράκης Δημήτριος, Βάμος Χανίων.
28. Μπάλκος Βασίλειος, Πρέβεζα.
29. Μάρκου Αθανάσιος, Υπολοχαγός, Καβάλα.
30. Μικήκος Δημ. (Μοσχίδης) Λοχαγός. Προξ. Μοναστηρίου
31. Μοσχονήσιος Αλκιβιάδης, Λοχαγός, Προξ. Θεσσαλονίκης.
32. Μαστραπάς Γεώρ., Λοχαγός, Προξ. Θεσσαλονίκης.
33. Μητσόπουλος Κων. (Τοπάλης) Υπολοχ. Στρώμνιτσα.
34. Μπεχράκης Λεωνίδας, Ανθυπολοχαγός, Καβάλα.
35. Μερεντίτης Αλέξ., Ανθυπολ. Προξ. Μοναστηρίου.
36. Μαυρομιχάλης Στυλιανός, (Μαυρομάτης), Σημαιοφόρος Προξ. Καβάλας.
37. Μπούσιος Γεώργιος, Γρεβενά.
38. Μαλινδρέτος Γεώργιος, Κρήτη.
39. Μαλούτας Νικόλαος, Κοζάνη.
40. Περδικάρης Χρήστος Ιατρός, Νάουσα.
41. Παπαχρήστος Οικονόμου, Ιερεύς, Θεσσαλονίκη.
42. Παπαϊωάννου Νίκανδρος, Αρχιμανδρίτης.
43. Παπαθανασίου Ζαφ., Υπολ., Προξ. Μοναστηρίου.
44. Παπαϊωάννου Ιωάννης, Ανθυπολοχαγός, Πρέβεζα.
45. Παπαβασιλείου Ιωάν., (Σφέτσος) Υπίατρος Γιαννιτσά.
46. Πετραδάκης Πέτρος, Καθηγητής, Αθήνα.
47. Παπαχατζής Νικόλαος, Κοζάνη.
48. Παπαδήμος Οικονόμος, Βογατσικό.
49. Ραδίσης Ναούμ, Μοναστήρι.
50. Ρεπανάς Νικολ. Κοζάνη.
51. Σακελλαρίου ’γγελος, Γουμένιτσα.
52. Σαραντόπουλος Γεώργιος Γουμένιτσα.
53. Σουλιώτης Αθανάσιος (Νικολαίδης) Ανθυπολοχαγός, Οργάνωση Θεσσαλονίκη.
54. Σακελλαρόπουλος Λουκάς, (Αλεξάνδρου), Ανθυπολοχαγός, Οργάνωση Θεσσαλονίκη.
55. Ταβουλάρης Κυρ. (Κατσανός) Προξ. Θεσσαλονίκης.
56. Τηλιγάδης (Τίμος), Ανθυπασπιστής, Δράμα.
57. Τυπάλδος Κων., Σημαιοφόρος, Προξ. Καβάλας.
58. Τζοβαρόπουλος Γκαϊτε, Θεσσαλονίκη.
59. Τάνος Ευάγγελος, καθηγητής, Έδεσσα.
60. Φρατζεσκάκης Μιχαήλ, Βάμος Χανίων.
61. Χατζηζαφειρίου Χαρ. Αρχοντική.
62. Χατζηκυριακού Γεώργιος επιθ. Σχολών Θεσσαλονίκη.
63. Χρυσόστομος Θεμιστοκλής, Μητρ. Καβάλας.
64. Καρακωστής Μερκούριος Βέροια.
65. Τρακάκης Γεώργιος Αθήνα.


VI. Πράκτορες Β’ Τάξης.

 
1. Αποστόλου Ιωάννης, Σιάτιστα.
2. Αργυρόπουλος, Ιατρός.
3. Βελτσίδης Εμμανουήλ, Βέροια.
4. Βουκουβάλας Λεωνίδας, Μοναστήρι.
5. Βουής Αναστάσιος, Ανθυπασπιστής, Στρώμνιτσα.
6. Βαχάρογλου Θεόδωρος, Λοχίας.
7. Ευελπίδης Όμηρος, Κωνσταντινούπολη.
8. Ζαφειρόπουλος Μιλτιάδης, Θεσσαλονίκη.
9. Ζήσης Θωμάς, Σιδηρόκαστρο.
10. Ζυγούρας Φίλιππος, Σιάτιστα.
11. Ηλιόπουλος Οδυσσεύς.
12. Θεοδωρίδης Νικόλαος, Σιάτιστα.
13. Καρακωστής Μερ. Βέροια.
14. Κυμπρίτης Αθανάσιος, Νάουσα.
15. Κιάντος Γεώργιος, Κλεισούρα.
16. Καμπιτσόγλου Μαλαματή.
17. Κυρβιτσάκης Παντελής, Ρέθυμνο.
18. Κολομβρότσος Νικόλαος.
19. Καζής Φώτιος, Λοχίας.
20. Καρδούνης Λουκάς (Κορδονόπουλος), Λοχίας.
21. Λιώτης Χρήστος, Εύελπις.
22. Μαλινδρέτος Νικόλαος, Λάκκοι Χανίων.
23. Μπατρϊνος Μενέλαος, Ιατρός, Καστοριά.
24. Μάνος Νικόλαος, Θεσσαλονίκη.
25. Μπίτας Δημήτριος, Αθήνα.
26. Πεφάνης Ιωάννης, Θεσσαλονίκη.
27. Παπαγεωργίου Δημήτριος, Δομνίτσα.
28. Παπαζαχαρίου ’γγελος, Σωχός.
29. Παχύνας Δημήτριος Αθήνα.
30. Προκοπέας Γρηγόριος, Κωνσταντινούπολη.
31. Πολύκαρπος, Μητροπολ. Βεροίας και Ναούσης.
32. Παπαματζάρης Ιωάν., Γραμμ. Μητροπ. Καστοριάς.
33. Παπατέρπος Μάρκος, Νεστόρι Καστοριάς.
34. Παπιλίδης Χρήστος, Αγ. Πέτρος Γιαννιτσών.
35. Πλατής Μάρκος Έπιλοχ., Τυρολόη, Αν. Θράκης.
36. Ράμμος Θεόδωρος, Ήπειρος.
37. Σκενδέρης Κωνσταντίνος, Κορυτσά.
38. Σάλτας Αλέξανδρος, Θεσσαλονίκη.
39. Στεφάνου, Διευθυντής Σχολών.
40. Σαπουντζή, Τέγος, Φλώρινα.
41. Σανόπουλος Δημήτριος, Ενωμοτάρχης.
42. Τσίγκας Σπυρίδων, Επιλοχίας.
43. Τεριακίδης Βασίλειος, Λοχίας.
44. Τσιάμος Λάζαρος, Πισοδέρι.
45. Τσορλίνης Βασίλειος, Γευγελή.
46. Τσότσικας Δημήτριος, Σέρβια.
47. Τσακνάκης Κοσμάς, Γρεβενά.
48. Χατζηβασιλείου Ζήσης, Αθήνα.

VII. Όργανα Πρακτ. Α’ Τάξης 167
VIII. Όργανα Πρακτ. Β’ Τάξης 314
IX. Όργανα Πρακτ. Γ’ Τάξης 1.203 ± 9 Οδηγοί

Γ’ Φονευθέντες

I. Αρχηγοί Όργανωτές

 
1. Ανθυπολοχαγός Μελάς Παύλος (Μίκης Ζέζας), Αθήνα, φον. Στάτιστα 1310.1904.
2. Ανθυπολοχαγός Αγαπηνός Τέλλος (’γρας), Γαργαλιάνοι Ηλείας, φον. Βλάδοβο 7.6.1907.
3. Ανθυπολοχαγός Βλαχάκης Αντώνιος (Λίτσας), Γύθειο Λακωνίας, φον. Οσνίτσανη 7.5.1906.
4. Ανθυπολοχαγός Λυμπερόπουλος Μαρίνος (Κρόμπας), Μεσσηνία, φον. Πεταλίνο 7.11.1906.
5. Λοχαγός Μωραΐτης Μιχαήλ (Κόδρος) Αθήνα, (Ρουμελιώτης Πρόξ. Θεσ/νίκης), φον. Λειβάδια Γουμένιτσας 18.5.1905.
6. Ανθυπολοχαγός Τσοτάκος Νικόλαος (Γέρμας), Γέρμα Λακωνίας, φον. Λόσνιτσα 16.7.1907.
7. Ανθυπολοχαγός Παπαδάς Ζαχαρίας (Φούφας), Αγ. Πέτρος Αρκαδίας, φον. Παλαιοχώρι 8.5.1907.
8. Ανθυπολοχαγός Πραντούνας Χρήστος (Καψάλης), Μεσολλόγγι, φον. Λίμνη Γιαννιτσών 28.4.1906.
9. Ανθυπολοχαγός Φραγκόπουλος Σπυρ., (Ζόγρας) Ζάκυνθος, φον. Λειβάδια Γουμένιτσας 18.5.1905.
10. Υπολοχαγός Παπαδόπουλος Γεώρ. (Νικηφόρος Β’) Βράχα Αιτωλοακαρνανίας, φον. Πέτροβο 22.6.1907.
 
II. Αρχηγοί Ιδιώτες
 
1. Κατσίγαρης Εμμανουήλ, Νίπος Χανίων, φον. Όλυμπος 20.4.1908.
2. Νικολούδης Ευάγγελος, Λάκκοι Χανίων, φον. Γκορνίτσοβο 18.7.1906.
3. Σκαλίδης Γεώργιος, Κίσσαμος Χανίων, φον. Ίβενικ Μοναστηρίου 20.3.1906.
4. Γαρέφης Κωνσταντίνος. Μηλέα Πηλίου, φον. Μορίχοβο 23.8.1906.
5. Κώττας Κωνσταντίνος, Ρούλια Φλωρίνης, απηγχον. Μοναστήρι 27.9.1905.
 
III. Οπλαρχηγοί Α’ Τάξης

1. Μακούλης Ανδρέας ’νθυπολ., Στενήμαχος Αν. Ρωμυλίας, φον. Δοβίστα 14.7.1907.
2. Καραβαγγέλης Νάτσης Βαγγέλης Στρέμπενο Φλωρίνης, φον. Αετός 12.5.1904.
3. Πετροπουλάκης Λεωνίδας, Γύθειον, φον. Οσνίτσανη 7.5.1906.
4. Ανδριανάκης Νικόλαος, Λάκκοι Χανίων, φον. Κατερίνη 9.8.1908.
5. Καλογεράκης Ιωάννης, Ζυμβραγού Χανίων, φον. Αετός 28.7.1905.
6. Χατζηπανταζής, Αθανάσιος, Σκοτούσα Σερρών, φον. Σέρρες 2.9.1906.
7. Γιώτας Γεώργιος (Γκόνος) Γιαννιτσά, φον. Λίμνη Γιαννιτσών 1908.
8. Τσιμπιδάρος Βασίλειος, (Τσιμπίδας) Μάνη Λακωνίας, φον. Λόσνιτσα 16.7.1907.
9. Κουκής Παναγιώτης, Κάμπος Λακωνίας, φον. Παλαιοχώρι 8.5.1907.
10. Αργυράκος Χρήστος (Κίτσος Μορίκης) Βλάτση Κοζάνης, φον. Λέχοβο 14.6.1907.
11. Φιωτάκης Παναγιώτης, Γαλατάς Χανίων, φον. Μορίχοβο 23.6.1907.
12. Νταλίπης Δημήτριος, Γάβρος Φλωρίνης, φον. Πισσοδέρι 12.11.1906.
13. Κοροπούλης Ευάγγελος, Μάνδρα Αττικής, φον. Σιάτιστα 11.9.1908.
14. Κύρου Παύλος, Ζέλοβο Φλωρίνης, φον. Όστιμα 24.11.1906.
15. Ρακοβίτης Παύλος, Ράκοβο Φλωρίνης, φον. Ράκοβο 4.10.1908.
16. Φαρμάκης Κούντουρας Ηλίας, Βλάτση Κοζάνης, φον. Λόσνιτσα 23.9.1908.
17. Τουρλεντές Θεόδωρος, Λοχίας. Τρίπολις φον. Σέρρες 14.71907.
 
IV. Οπλαρχηγοί Β’ Τάξης
 
1. Βρανάς Λαμπρινός, Καλλικράτη Χανίων, φον. Μπελκαμένη 17.4.1905.
2. Γκοκολάκης (Μητρούσης), Χόμονδος Σερρών, φον. Σέρρες 14.6.1907.
3. Ιωάννου Ιωάννης, Σπερχειάς Φθιώτιδος, φον. Βέροια 26.4.1906.
4. Κούντας Τουρναβίτης.
5. Λιχαδιώτης Ευστάθιος, Ξηροχώρι Ευβοίας, φον. Τύρνοβο 7.12.1905.
6. Λιάπης ή Μιναδάκης Γεώργιος, Ρέθυμνον, φον. Λέχοβο 8.7.1906
7. Περδίκας Νεράντζης Παύλος, Σιάτιστα, φον. Σιάτιστα 13.10.1908
8. Σεϊμένης Γεώργιος, Ανώπολις Χανίων, φον. Κλεισούρα 23.7.1903.
9. Τσίτσιος Βλάχος Ιωάννης, Έδεσσα, φον. Έδεσσα.
10. Καραϊσκάκης Γεώργιος, Βογδάνιτσα, φον. Στρώμνιτσα
11. Χρήστου Πέτρος, Μοναστήρι, απηγχον. Μοναστήρι 24.6.1908.
12. Δογιάμας Λάζος, Λάψα, φον. Μπαροβίτσα Γουμένιτσας 1909.


V. Ομαδάρχες 25
VI. Οπλίτες 315

VII. Πράκτορες Α’ Τάξης

1. Λαζαρίδης Αιμιλιανός, Μητροπολίτης Γρεβενών, δολοφ. Γροντάδες 1.10.1911.
2. Ασκητής Θεόδωρος, Μαγνησία, δολοφ. Θεσσαλονίκη 9.2.1908.
3. Μόδης Θεόδωρος, Μοναστήρι δολοφ. Μοναστήρι Σεπτ. 1904.
4. Σακελλαρίου ’γγελος, Βίλλια Αττικής.
5. Φώτιος αρχιερεύς, Κορυτσάς δολοφ. Τραγόπετρα το 1907.
 
VIII. Πράκτορες Β’ Τάξης
 
1. Τσιάμης Σταύρος (Παπασταύρος) Πισοδέρι Φλωρίνης, δολοφ. Πισοδέρι 21.8.1906.
 
IX. Όργανα Πρακτόρων Α’ Τάξης 21
X. Όργανα Πρακτόρων Β’ Τάξης 16
XI. Όργανα Πρακτόρων Γ’ Τάξης 209


Τα στοιχεία παραθέτει ο I. K. Mαζαράκης - Αινιάν,
"Ο Μακεδονικός Αγώνας",
 Εκδ. "Δωδώνη", Αθήνα, 1981.


Σημειώσεις

* Η Ρούλια ή Χρούλια ήταν αρχικά κτισμένη βορειοδυτικότερα του σημερινού χωριού, τοποθεσία που ως και σήμερα ονομάζεται Επάνω Χωριό και βρίσκονταν στην παλαιά οδική αρτηρία Φλώρινας – Κορυτσάς. Η θέση του χωριού, πάνω σε κύρια οδική αρτηρία, το είχε καταστήσει εύκολο στόχο σε Οθωμανικά στρατεύματα και άτακτες ένοπλες ομάδες που προκαλούσαν κατά καιρούς καταστροφές, λεηλασίες και φόνους. Έτσι, οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν και να κατοικήσουν τη σημερινή τοποθεσία, που τότε βρίσκονταν ανάμεσα σε δάση και ήταν προστατευμένη (μετά το 1880 πέρασε από το νέο οικισμό η νέα οδική αρτηρία από τη Φλώρινα, που στη Ρούλια διακλαδίζονταν προς Καστοριά και προς Κορυτσά).

** Η οικογένεια του Κώττα έφερε αρχικά το επώνυμο Ρουσάνης και ήταν μία από τις λιγοστές οικογένειες που μετοίκησαν από τον παλιό, στο νέο οικισμό. Έτσι η οικογένεια Ρουσάνη κατείχε όλο το βόρειο τμήμα της νέας Ρούλιας. Ένα οικογενειακό κειμήλιο που ρίχνει φως στα προγενέστερα χρόνια της οικογένειας Ρουσάνη, είναι ένα χάλκινο τραπέζι όπου αναγράφεται Ιωάννης 1735 και Σωτήριος, Αναστάσιος Ρουσάνης 1849.
Το τραπέζι αυτό έχει ιδιαίτερη ιστορική αξία, καθώς εκεί συνέτρωγαν ο Κώττας με τους αξιωματικούς Αλέξανδρο Κοντούλη, Αν. Παπούλα, Παύλο Μελά, Γ, Κολοκοτρώνη. Κατά την προφορική παράδοση, κάποιος πρόγονος του Κώττα, ονόματι Ανδρέας, την εποχή που ακόμα κατοικούνταν το παλιό χωριό, είχε ληστευτεί και δολοφονηθεί από Τούρκους σε μια τοποθεσία κοντά στο δρόμο προς Κονομπλάτι (Μακρυχώρι). Από τότε αυτή η τοποθεσία ονομάστηκε Τάφος του Ανδρέα και το περιστατικό αποτέλεσε την αιτία να επεκταθεί η Ρούλια έως εκεί, καθώς οι κάτοικοι της Τσίριας (χωριό που εγκαταλείφθηκε αργότερα) αποποιήθηκαν το χώρο, φοβούμενοι Οθωμανικά αντίποινα.

*** Τσέρνοβο: Το χωριό μετονομάστηκε σε Γαρέφι προς τιμήν του Μακεδονομάχου Κωνσταντίνου Γαρέφη

****Ο καθηγητής τότε στο Τραμπάντζειο Γυμνάσιο της Σιάτιστας Αθανάσιος Ε. Διάφας αναφέρει τα εξής στο άρθρο του '' Η δολοφονία του Παύλου Περδίκα''
.
''... Με τον φίλο μου Κων/νο Τσιτσελίκη , δικηγόρο Κοζάνης, ο οποίος είχε έλθει για μια υπόθεση της κοινότητας Σιάτιστας, καθόμασταν στο πεζούλι του καφενείου Βζούκα, όπου μέσα ξυρίζονταν ο ο Παύλος Περδίκας, ο οποιος κατόπιν ήρθε και κάθισε μαζί μας.
Το βράδυ ο Περδίκας πήγε στο κατάστημα των Αδελφών Σπύρου, για να πάρει ένα γραμμάτιο και εμείς αντιληφθήκαμε τους Τούρκους αστυνομικούς να τον παρακολουθούν. Είχε νυχτώσει και έπρεπε να χωρίσουμε για να πάμε στα σπίτια μας. Πρότεινα στον Παύλο να έρθει να φάει μαζί μας . Μου είπε όμως ότι έχει φοβερό κεφαλόπονο και δεν μπορεί να μας δεί απο τον πόνο.
Οταν χωρίσαμε, αυτός τράβηξε για το καφενείο του Βζούκα, εμείς με τον Τσιτσελίκη για το σπίτι μας. Καθώς προχωρούσαμε ακούσαμε μερικούς ξηρούς κρότους. «Πυροβολούν» μου λέγει ο Τσιτσελίκης. «Θα κτυπούν καμμιά πόρτα» του απαντώ εγώ. Σκότωσαν τον Παύλο μου λέγει, συνδυάζοντας όλα τα προηγουμενα. Και συνεχίζει το άρθρο.
Ο Περδίκας πήγε στο καφενείο Βζούκα, όπου είχε αφήσει δύο μπουκάλια βερνίκι, τα πήρε και τράβηξε για το σπίτι του, που ήταν εκεί κοντά (σήμερα σ’ αυτό μένει ο Ιωάννης Βζούκας) συνοδευόμενος απο δύο αστυνομικούς, με τους οποίους γνωρίζονταν, αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτοι οι ίδιοι θα τον σκότωναν. Οταν εφτασε στη γωνία του σπιτιου του ο Περδίκας έσκυψε να βάλει το κλειδί, στην τρύπα της μικρής πόρτας, οι αστυνομικοί όμως είχαν βάλει λάσπη για να μην μπεί εύκολα το κλειδί και ενώ ήταν σκυμένος του έρριξαν τρείς πιστολιές και όταν έπεσε ανάσκελα του έρριξαν άλλες 4 στο στήθος, γιατί είχε 7 συνολικά σφαίρες στο σώμα του. Οταν έπεσε έβγαλε μια δυνατή φωνή και τότε έτρεξε ένας χωροφύλακας Βαλαάς που ονομάζονταν Κούκος, τον ανασήκωσε απο τις μασχάλες και άρχισε να τον κουνάει δυνατά λέγοντάς του «Τι έχεις ορέ Παύλο, τί έχεις» Και αυτό όχι για να τον βοηθήσει, αλλά για να επιταχύνει τον θάνατό του, ωστε να μη μπορέσει να δώσει ανάκριση». Μετά το φόνο φοβερός τρόμος επικρατούσε στη Σιάτιστα. Αυτή ήταν η τύχη του Καπετάν Περδίκα.''
«Λεύκωμα Συλλόγου Σιατιστέων Θεσσαλονίκης 1972»



Κωνσταντίνος Μαζαράκης-Αινιάν - καπετάν Ακρίτας

Κωνσταντίνος Χρήστου (καπετάν Κώττας)


Κ. Γαρέφης

Το σώμα του Κωνσταντίνου Γαρέφη


Ο οπλαρχηγός  Νικολάος Πύρζας από τη Φλώρινα

Γερμανός Καραβαγγέλης. Μητροπολίτης Καστοριάς
Από τους πρωτεργάτες του Μακεδονικού Αγώνα.

Παύλος Μελάς



Ο καπετάν Άγρας και ο καπετάν Νικηφόρος στη λίμνη των Γιαννιτσών.



Πηγές -Βιβλιογραφία 


- Μακεδονικός Αγώνας, κείμενο Φ. Κ. Βώρο, διδάκτορα Φιλοσοφίας, επίτιμο Σύμβουλο του Παιδαγωγικού    Ινστιτούτου
- Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα ΙΜΜΑ
- Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού ΙΜΕ
-  "Από τον Μακεδονικό Αγώνα... στην απελευθέρωση της Δράμας" ΚΕΠΑΜ
- Η ηρωϊκή συμβολή των Κρητών στον Μακεδονικό Αγώνα - Η μάχη της Δοβίστας Darnakas
- Μακεδονομάχοι, Wikipedia, αλφαβητικός κατάλογος
-Απριλιανά 1903
- Μακεδονομάχοι  Ένωση Μακεδονων Κερκύρας
 - Γρηγόρη Γιοβανόπουλου, δάσκαλου, Η πυρπόληση του Νησιού κατά τον Μακεδονικό Αγώνα, Ρουμλούκι
- Το Σπίτι του Καπετάν Κώττα, Πολιτιστικό Τρίγωνο Πρεσπών
- Μεγάλες Μορφές του Μακεδονικού Αγώνα: Καπετάν Κώττας
- Η νεότερη και σύγχρονη περίοδος,  Περιφερειακή Ενότητα Φλώρινας
- Αλφαβητικός κατάλογος Μακεδονομάχων με σχετικό βιογραφικό Wikippedia
- Μακεδονομάχοι, Ελληνικό Ημερολόγιο

- Γεωργίου Μόδη,Ο μακεδονικός αγών και η νεώτερη μακεδονική ιστορία,Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 2007 ΕΜΣ

- Καπετάν Γηδιώτης - Θεοχάρης Κούγκας, Ρουμλουκιώτικα Σημειώματα 1980 - 1988, Ρουμλουκιώτικα Σημειώματα 1989 - 1995, Τόμος 2ος, Γιάννης Μοσχόπουλος  pdf

- Η συμβολή της Κρήτης στο Μακεδονικό Αγώνα, Βασίλειος Αναστασόπουλος Ιστορικός
- Μιχαήλ Αναστασάκη, εγγονού, Μιχαήλ Αναστασάκης  Κίσσαμος
- Δημ. Σάββα. Ο στρατηγός Γιώργος Κατεχάκης. Πατρίς, Πρωινή Καθημερινή Εφημερίδα της Κρήτης
- Ρεθεμνιώτικα Νέα, Κρήτες αγωνιστές
- Πρόμαχοι
- Φθιώτες Μακεδονομάχοι, Φθιώτιδα
-Μακεδονομάχοι, entopios
- Καπεταν Σκοτίδας, Wikipedia
- 7ο Γυμνάσιο Λάρισας




- Αργυρόπουλος, Περικλής Α. Ο Μακεδονικός αγών- αποµνηµονεύµατα. Εκδότης Institute for Balkan Studies,1984

- Aδριανουπολίτης. 1902. «Οι Βούλγαροι εν Αδριανουπόλει και τη λοιπή Θράκη».
Ελληνισμός
- Γ. Μόδης, Μακεδονικός Αγών και Μακεδόνες αρχηγοί, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, 1967
- Κωνσταντίνος Δούφλιας, Μακεδονία – Μακεδονικός Αγώνας, Εκδόσεις: Αιγαίο – Σ. Βάρφης και Σία Ο.Ε, Θεσσαλονίκη, 1992
- Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Αθήνα 1979
- Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, Αφανείς, γηγενείς Μακεδονομάχοι, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2008 (επιστημονική επιμέλεια)

- Σταυρούλα Βαϊνά Αρβανιτάκη (2004). Ο καπετάν Γρηγόριος Βαϊνάς, Μακεδονικός Αγώνας, Ήθη και έθιμα της Μακεδονίας. Αθήνα: Μέδουσα – Σέλας Εκδοτική

- Αγγελόπουλος, Αθανάσιος Α.Επίσηµα εγγραφα περί της εν Μακεδονία οδυνηρας καταστάσεως.Εκδότης: Αφοί Κυριακίδη , 1993

- Ανδρεάδης, Χρήστος Γ. Ανέκδοτα έγγραφα των κατοίκων Μεγάροβου και Τυρνόβου: Άγνωστες πτυχές της ιστορία του Μακεδονικού Αγώνα.
Περιοδικό: Μακεδονικά: Σύγγραµµα περιοδικόν της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών,1981

- Ανεστόπουλος, Άγγελος Κ. Ο µακεδονικός αγών 1903-1908: και n συµβολή των κατοίκων εις την απελευθέρωσιν της Μακεδονίας. Τόµος Β’
Εκδότης Σύνδεσµος Γραµµάτων και Τεχνών Ν. Κοζάνης, 1969

- Σβορώνος, Ν. 1973.Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας. Αθήνα: Θεμέλιο

- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Νεότερος ελληνισμός, η επώδυνη πορεία (1774 -1833), Εκδόσεις Σταμούλης
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Εθνοτική διαπάλη στη Μακεδονία (1894-1904), Εκδόσεις Σταμούλης
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Ο ένοπλος αγώνας στη Μακεδονία (1904 - 1908), Εκδόσεις Σταμούλης
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Το νεοτουρκικό κίνημα και ο ελληνισμός (1908 - 1912), Εκδόσεις Σταμούλης
- Νεοελληνική ιστορία 1204-1940, Εκδόσεις Σταμούλης
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Οι Έλληνες της νότιας Βουλγαρίας και των παραλιών του Εύξεινου Πόντου, Εκδόσεις Σταμούλης
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Ιστορία της μείζονος Μακεδονίας, Εκδόσεις Σταμούλης
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Το νεοτουρκικό κίνημα και ο ελληνισμός 1908-1912, Εκδόσεις Ηρόδοτος

- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος -.Ιστορία Β. Ελληνισμού. Θράκη:Αφοι Κυριακίδη.2004.
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος - Ιστορία της Μείζονος Θράκης. Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Σταμούλης.2006.
- Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος -  Ο ενδιάμεσος ελληνικός κόσμος στο γεωπολιτικό χώρο των κυρίαρχωνιδεολογιών. Θεσσαλονίκη Σταμούλης. 2007.

- Παιδεία και Πολιτισμός στην Ανατολική Θράκη. Ο Φιλεκπαιδευτικός
Σύλλογος Αδριανουπόλεως.Θεσσαλονίκη: Αντ. Σταμούλης Βογιατζής, Γ. 1988.
- Η πρώιμη Οθωμανοκρατία στη Θράκη. Άμεσες δημογραφικέςσυνέπειες, Θεσσαλονίκη: Ηρόδοτος.
- Βούρη Σ. «Σχολικοί μηχανισμοί και εθνικοί ανταγωνισμοί στη Β.Δ. Μακεδονία
1870-1930», στο Τερζή Π. Ν. – Ζιώγου, Σ. (επιμ.). 1997.
- Η εκπαίδευση στη Μακεδονία κατά την Τουρκοκρατία. Πρώτη προσέγγιση και απογραφή
.Θεσσαλονίκη: Αφοι Κυριακίδη.
- Ιστορία των Βαλκανίων, 14ος-20ός αιώνας. Γκοβόστης.
- Η εκπαίδευση των γυναικών στις ελληνικές κοινότητες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (19ος αι.-1922).Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής. Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη.
- Damjanov, I. – Nojkov, St. 1971. «To εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα στη Θράκη,
1878-1903», παρουσίαση από Λαμψίδη, Ι. σεΒαλκανική Βιβλιογραφίατ.2ος, Παράρτημα 1973. Σόφια, σσ. 98-118.Ζακυθινός, Δ. 1965.
- Η πολιτική ιστορία της νεοτέρας Ελλάδος (Β ́ έκδοση). Αθήνα.Καρδαράς, Χ. 1996.
- Το οικουμενικό πατριαρχείο και ο αλύτρωτος ελληνισμός. Μετά το συνέδριο του Βερολίνου (1878)
. Αθήνα: Επικαιρότητα.
- Κωνσταντινίδης, Γ. 1944. «Η εν Αδριανουπόλει ελληνική κοινότης. Εκπαιδευτήρια και σωματεία».
Θρακικά 19, σσ. 39-71.
- Μπελιά, Ε. 1995. Εκπαίδευση και αλυτρωτική πολιτική. Η περίπτωση της Θράκης 1856-1912. Θεσσαλονίκη: ΙΜΧΑ.
- Νικολαΐδης, Ν. 1993.Η Αδριανού μας
- Σκοπετέα, Ε. 1988. Το «πρότυπο βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα. Αθήνα.
- "Αφανείς, Γηγενείς Μακεδονομάχοι", επιστημονική επιμέλεια: Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών,
-Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, "Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα"


 Βιβλία

Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις και η οθωμανική αυτοκρατορία
Το πρόβλημα της κυριαρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο από τα μέσα του 15ου
ως τις αρχές του 19ου αιώνα
Ιωάννης  Κ. Χασιώτης. - 1η έκδ. - Θεσσαλονίκη : Βάνιας, 2005. - σελίδες 319

Πολιτική - Ιστορία - Ευρώπη
Μεταξύ οθωμανικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής πρόκλησης
Ο ελληνικός κόσμος στα χρόνια της τουρκοκρατίας
Ιωάννης  Κ. Χασιώτης. - 1η έκδ. University Studio Press, 2001, σελίδες 279


Οι Έλληνες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και το Ανατολικό ζήτημα 1866-1881
Η μαρτυρία του "Νεολόγου" της Κωνσταντινούπολης
Ανδρέας Αθ. Αντωνόπουλος, Εκδόσεις Τσουκάτου
Νέος Κύκλος Κωνσταντινουπολιτών 2007, σελίδες 679

Μακεδονικός Αγών. Εκατό χρόνια από τον θάνατο του Παύλου Μελά
Πρακτικά επιστημονικού συνεδρίου, Θεσσαλονίκη 12-13 Νοεμβρίου 2004
Συλλογικό έργο, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 2006, σελίδες281

Μνημεία Μακεδονικής Ιστορίας, Κωνσταντίνος Δ. Μέρτζιος
Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 2007, σελίδες .585

Μακεδονικός αγών και Μακεδόνες αρχηγοί
Δημ. Ν. ΚάκκαβοςΕταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 2007
σελίδες 333

Αφανείς γηγενείς Μακεδονομάχοι 1903 - 1913
επιμέλεια: Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης, Κωνσταντίνος Σ. Παπανικολάου
University Studio Press
Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών 2008, σελίδες 191

Αγγελίδης, Σοφοκλής, Η συµβoλή  των Πελοποννnσίων στον µακεδονικό αγώνα.
Εκδότης: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1986, σελίδες 24

Αδαµίδης, Αλέξανδρος Κ., Ο µακεδονικός αγώνας στα Καστανοχώρια.
Τυπογραφείο: Μουρµούρης, Σ.,1976, σελίδες 139



το θέμα  ενημερώνεται...






Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας, εάν αντιγράφουν τα θέματα του ιστολογίου, να αναφέρουν τις πηγές, οι οποίες παρατίθενται, ως ελάχιστο σεβασμό στους συγγραφείς των θεμάτων. Το αν θέλουν να σεβαστούν και τούτο το ιστολόγιο ως πηγή τους, αυτό είναι θέμα αξιοπρέπειας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου