Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

Παύλος Μελάς 1870 - 1904

Εμβληματική μορφή του μακρόχρονου Μακεδονικού Αγώνα.
Ήταν ανθυπολοχαγός Πυροβολικού του Ελληνικού στρατού, πρωτεργάτης του Μακεδονικού απελευθερωτικού αγώνα και ένας από τους κορυφαίους Μακεδονομάχους. για τον οποίο ο συναγωνιστής του Κ. Μαζαράκης έγραψε ότι ο Παύλος Μελάς αντιπροσωπεύει «όλην την ιδεολογικήν δύναμιν του αγώνος».
 Καταγόταν από την ιστορική ηπειρώτικη οικογένεια των Μελάδων, οι ρίζες της οποίας φτάνουν ως την Κωνσταντινούπολη, πριν την Άλωση, ανάμεσα στις πιο ισχυρές στρατιωτικές και πολιτικές οικογένειες του Βυζαντίου, των Κεφαλάδων ή  κατά άλλους των Μελανιάδων, λόγω του χαρακτηριστικού

μελαμψού χρώματος του προσώπου τους, ενώ κατά άλλους των Στρατηγόπουλων, με εξαιρετικό στρατιωτικό και πολιτικό παρελθόν.

Ο Παύλος Μελάς, ο καπετάν Μίκης Ζέζας, γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1870 στην Μασσαλία της Γαλλίας. Πατέρας του ήταν Μιχαήλ Γ. Μελάς (1833-1897) και μητέρα του η Ελένη, το γένος Βουτσινά, κόρη γνωστού Κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό.

Ο πατέρας του Παύλου, στη Μασσαλία, ασχολήθηκε με το εμπόριο και απόκτησε σημαντική περιουσία μεγάλο μέρος της οποίας, σύμφωνα με την παράδοση της οικογένειάς του, διέθεσε για εθνικούς και για κοινωνικούς σκοπούς. Δραστήρια κοινωνικά και εθνικά ήταν και η μητέρα του Παύλου.

Το 1874 η οικογένεια Μελά έρχεται για να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα και κατοικούν στο κτίριο της οδού Πανεπιστημίου όπου βρίσκεται η Αθηναϊκή Λέσχη. Εκεί μεγαλώνει ο Παύλος με τα έξι αδέλφια του, το όμορφο, ψηλό και μελαχρινό αγόρι. Τα καλοκαίρια τους τα περνούν πότε στην Οδησσό και πότε στο Φάληρο, αλλά πιο συχνά στην Κηφισιά όπου ο πατέρας του κτίζει το εξοχικό τους σπίτι. Η μητέρα του, μεριμνά για όλους και για όλα, επιβλέπει και κατευθύνει το υπηρετικό προσωπικό, ράβει και πλέκει η ίδια για τα παιδιά της, φροντίζει για τους φτωχούς και γενικά, προσπαθεί να τους ικανοποιήσει όλους. Τα βράδυα με τον σύζυγο της, ομορφοντυμένη, παραβρίσκεται στις χοροεσπερίδες της κοσμικής - τότε - Αθήνας. Πολλές φορές, με ένα λαντώ (αμαξίδιο της εποχής) παίρνει τα παιδιά της να παίξουν στις εξοχές της Κηφισιάς, του Φαλήρου, του Ελαιώνα ή του Βασιλικού - τότε, Εθνικού σήμερα - Κήπου.

"... Το περιβάλλον του σπιτού του, η εθνική δράσις του πατέρα του, η παρακολούθηση των εθνικών εορτών και τελετών, ενασκούν τεράστια ψυχολογική επίδραση επ' αυτού [του νεαρού τότε Παύλου]. Το τυχαίον αντίκρυσμα πολλών όπλων φυλασσομένων κρυφά εις τα υπόγεια του σπιτιού του και προοριζομένων διά την Κρήτην, αι συζητήσεις περί των εθνικών θεμάτων που ήκουε συχνά εις το σπίτι του την εποχήν εκείνη, μετά τον Ρωσσοτουρκικόν Πόλεμον και την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), του επροξένησαν μεγάλη εντύπωσιν. Έκτοτε ήδη ωνειροπόλει να καταταγή εις τον Στρατόν, όταν μγαλώσει, ώστε και αυτός να αγωνισθή διά την επανόρθωσιν των αδικιών ..." 2.

Μεγαλώνοντας ο Παύλος αρχίζει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα αδέρφια του για την προθυμία του, την υποχωρητικότητά του και κυρίως για την καλοσύνη του και το ενδιαφέρον του προς τα μικρότερα παιδιά ή τα ζώα και γενικότερα τους αδυνάτους. Στο σχολείο υποστηρίζει τα μικρότερα και τ' αδύνατα παιδιά όταν τα ενοχλούσαν τα μεγαλύτερα και αργότερα, παλικάρι πια, φροντίζει μια άρρωστη φτωχή δασκάλα, ενώ συνεισφέρει και ενισχύει πρόθυμα, μυστικά, κάθε εθνική και φιλανθρωπική δράση.

Ο Παύλος Μελάς αγαπά με πάθος οτιδήποτε έχει σχέση με την Ελλάδα! Στον πατέρα του οφείλεται το ότι δεν ξεχνάει την γιαννιώτική του καταγωγή και ο μεγάλος πόθος του να ελευθερωθούν τα Γιάννενα. Ακούει με έντονο ενδιαφέρον τις ιστορίες που του λέει ο πατέρας του για τις οικογενειακές περιπέτειες του 1821 και η αγάπη του για την πατρίδα γίνετα όλο και πιο δυνατή. Ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου για τον Παύλο είναι μεγάλη ημέρα και συμμετέχει με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση.

Αυτή η εποχή, που μεγαλώνει ο Παύλος, είναι μια εποχή ιδιαίτερης αναταραχής για τα Βαλκάνια και τους βαλκανικούς λαούς. Από την Κρήτη μέχρι την Βοσνία, έχουν ξεσηκωθει με επαναστάσεις ενάντια στον Τούρκο Σουλτάνο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Κρήτη, η Θεσσαλία, η Μακεδονία και η Ήπειρος βρίσκονται ξεσηκωμένες και επαναστατικά αντάρτικα σώματα ξεπηδούν από παντού ζητώντας ελευθερία από τον τουρκικό ζυγό και την ένωση με την "Μητέρα Ελλάδα".
Τα σώματα αυτά ενισχύονται διαρκώς από εθελοντές, λαϊκοί και κληρικοί, στρατιωτικοί, χωροφύλακες, φοιτητές, μέχρι παιδιά-μαθητές και γέροι τρέχουν να ποσφέρουν βοήθεια στους υπόδουλους αδελφούς τους. Εθελοντές και βοήθεια με την μορφή εράνων φθάνουν από την Κύπρο, από το εξωτερικό, από παντού! Ταυτόχρονα, μεγάλα συλλαλητήρια ξεσπούν στην Ελλάδα κι ο λαός απαιτεί να κηρύξει η Ελλάδα πόλεμο κατά της Τουρκίας στο πλευρό της Ρωσσίας, έχει ήδη ξεσπάσει ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος. Και ενώ ξεκινάει η επιστράτευση, ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος τελειώνει και υπογραφεται ανακωχή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας (1878). Ο Ελληνικός Στρατός τελικά βρίσκεται συγκεντρωμένος στη Λαμία, χωρίς να προλάβει να πάρει μέρος στον πόλεμο. Το ώφελος της Ελλάδας από αυτά τα γεγονότα ήταν να επιτύχει αμνηστία για τους αγωνιστές- επαναστάτες της Κρήτης, Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας και την αποστολή Χριστιανού Διοικητή στην Κρήτη, και κάποιες αόριστες υποσχέσεις για το μέλλον...

Ο οκτάχρονος - τότε - Παύλος Μελάς πολύ λίγα καταλαβαίνει από τα γεγονότα αυτά, ζει όμως μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα κι ανυπομονεί να μεγαλώσει για να πολεμήσει κι αυτός. Κάποτε, ψάχνοντας να βρει τον πατέρα του, κατέβηκε στο υπόγειο του σπιτιού τους και με έκπληξή του αντίκρυσε ξύλινες κάσες γεμάτες με όπλα. Ο μικρός Παύλος διακατέχεται από έντονη επιθυμία να τα δει από κοντά, να τ' αγγίξει. Το ίδιο ξαφνιάστηκε και ο πατέρας του που τον βρήκε εκεί. Του εξήγησε ότι αυτά τα όπλα βρισκόταν εκεί για να συγκεντρωθούν και να σταλούν κρυφά στους επαναστάτες της Κρήτης και ότι δεν πρέπει να το συζητήσει με κανέναν αυτό και να το κρατήσει μυστικό. Κι ο μικρός Παύλος φυλάει γερά το μυστικό βαθιά στην καρδιά του αλλά το μυαλό του γυρίζει διαρκώς εκεί, στον αγώνα για την λευτεριά της πατρίδας.

Το 1881 ελευθερώνονται και προσαρτώνται στο Ελληνικό Κράτος η Θεσσαλία και η Άρτα, ενώ το 1885, ως τελειόφοιτος του Γυμνασίου, ζει έντονα τα γεγονότα της προσάρτησης της Ανατολικής Ρωμυλίας από την Βουλγαρία και την αναταραχή που τα ακολούθησε. Σχεδιάζει να καταταγεί εθελοντής στο Στρατό ή να βγει  στα ελληνο-τουρκικά σύνορα, να πολεμήσει, αλλά ένα σπάσιμο του ποδιού του τον κρατά τελικά καθηλωμένο στην Αθήνα. Την επόμενη χρονιά, το1886, του δίνεται η ευκαιρία να δώσει εξετάσεις για την εισαγωγή του στην Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων. 
Η εισαγωγή του Παύλου Μελά στη Σχολή Ευελπίδων

Από τις σημειώσεις στο προσωπικό του ημερολόγιο, τρεις μέρες πριν από τις εισιτήριες εξετάσεις στην ΣΣΕ (Αύγουστος 1886) διαβάζουμε:

" ... Επιλέγων το στάδιο αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και εις τον τόπον μου ... Αυτή είναι όλη μου η φιλοδοξία και, όπως κάθε καλός στρατιώτης, θέλω να υπηρετήσω την Πατρίδα μου και δι' αυτήν να αποθάνω. Καμιά δυσκολία δεν θα με σταματήσει ... Δεν θα υποχωρήσω ποτέ προ των εμποδίων. Προς το παρόν, άλλωστε, δεν θα υποστώ εις την Στρατιωτικήν Σχολήν, παρά πειθαρχίαν, ολίγον σκληράν, και μερικές στερήσεις ..."

Τον Σεπτέμβριο του 1886 ο Παύλος γίνεται δεκτός στην ΣΣΕ και ένα πρωινό του ιδίου μήνα, με ανάμικτα συναισθήματα χαράς και λύπης, αποχαιρετά του γονείς και διαβαίνει την πύλη της Σχολής, που εκείνη την εποχή στεγάζεται στον Πειραιά. Ταραγμένος νιώθει ακόμη την παράξενη συγκίνηση με την οποία, πριν να φύγει, είχε φιλήσει το χέρι των γονιών του και στ΄αυτιά του αντηχούν η βραχνη φωνή του πατέρα του που τον συμβουλεύει: "... υποταγή στο καθήκον... 'Ετσι θα πάρωμε τα Γιάννενα...",  και ο τρυφερός αποχαιρετισμός της μητέρας του: "...ο Θεός μαζί σου, γιέ μου ...".

Από τις πρώτες κιόλας μέρες της εισόδου του στην ΣΣΕ, αναγκάζεται -όπως κι οι υπόλοιποι Ευέλπιδες- να προσαρμοστεί, τόσο στο πρόγραμμα  όσο και στο πνεύμα της Σχολής. Η ζωή του αλλάζει από τα καθιερωμένα. Το ντύσιμό του, τώρα, είναι το γαλαζόμαυρο αμπέχωνο με τις κίτρινες επωμίδες, το μακρύ παντελόνι και το πηλήκιο της στολής. Το πρωινό εγερτήριο είναι στις 4:30 το πρωί το καλοκαίρι και στις 5 το πρωί τον χειμώνα. Μαθήματα, μελέτη, σκληρά γυμνάσια, κρύο φαγητό, μικρή ψυχαγωγία και σιωπητήριο στις 9.30 μ.μ. Ανάμεσα όμως σ΄αυτά, που αποτελούν το καθημερινό πρόγραμμα του εύελπι, υπάρχουν και τα καψόνια από τους ανωτέρους, που συχνά του φέρνουν δάκρυα στα μάτια, όχι από τον πόνο αλλά από την προσβολή και την οργή που νιώθει, γιατί δεν μπορεί ν΄αντιδράσει. Μόνο να τα εγκαταλείψει όλα μπορεί, αλλά δεν το κάνει, γιατί θα φανεί δειλός και άλλωστε μόνος του αποφάσισε να γίνει στρατιωτικός. Και σφίγγει τα δόντια και υπομένει και ξαφνικά γίνεται άντρας και μαθαίνει να ξεπερνά τις δυσκολίες και να επιμένει στο σκοπό του. Δε λείπουν επίσης και οι επιπλήξεις για τα σφάλματα συμπεριφοράς και οι ποινές - οι καμπάνες - για ό,τι προβλέπει ή και δεν προβλέπει ο κανονισμός. Κρατήσεις, στερήσεις εξόδου, φυλακίσεις και παρουσίαση στο Διοικητή την ώρα της αναφοράς κρίνονται αναγκαία, για να συνηθίσουν το νέο σ΄έναν αυστηρό και πειθαρχημένο τρόπο ζωής γιατί έτσι θα πρέπει να ζει στο εξής. Ευχάριστα διαλείμματα στην αυστηρά προγραμματισμένη ζωή του αποτελούν οι ολιγόωρες εξόδοι της Κυριακής και η άδεια, μια φορά το μήνα, με ή χωρίς διανυκτέρευση.

Στις αρχές Οκτωβρίου 1886 ορκίζεται πρωτοετής Εύελπις.

Η επιστολή που στέλνει στον πατέρα του, μετά την ορκωμοσία του, αντανακλά έντονα τις ιδέες και τα συναισθήματα που κατακλύζουν τον νεαρό Εύελπη, τις μελλοντικές προσδοκίες και τα όνειρά του, αλλά και της αίσθησης της ευθύνης που αναλαμβάνει, παρά το νεαρόν της ηλικίας του:

" ... Σεβαστέ μου πατέρα ... Προχθές το πρωί έδωσα τον νενομισμένον όρκον ... Σας βεβαιώ ότι ορκίσθην έχων πλήρη συναίσθησιν των υπό του όρκου επιβαλλομένων καθηκόντων, σταθεράν δεν απόφαση να τα εκτελέσω.  Διά τούτο και εκ βάθους καρδίας ωρκίσθην υπακοήν εις τους νόμους της Πατρίδος, σέβας, πίστιν και αφοσίωσιν εις τον Βασιλέα μου, και ότι θέλω υπερασπίσει μέχρι τελευταίας πνοής την σημαίαν και την Πατρίδαν ... Πριν τελειώσω την επιστολή μου σας παρακαλώ, Σεβαστέ μου πατέρα, να μ' ευχηθείτε όπως ο Θεός με βοηθήσει να τηρήσω εντίμως τον όρκον μου, μέχρι τελευταίας στιγμής της ζωής μου ..."

   Με αγωνία περιμένει τον Παύλο η μητέρα του σε κάθε άδειά του κι ενώ τον περιποιείται, προσπαθεί με τρόπο να καταλάβει πώς περνά. Αλλά και ο Παύλος νιώθει μισή τη χαρά της άδειας, αν δεν κατορθώσει να περάσει κάποια ώρα το απόγευμα με τον πατέρα του συζητώντας μακριά από τους άλλους για τα όσα συμβαίνουν γύρω τους. Αλληλογραφεί συχνά με την οικογένειά του και ιδίως με τη μητέρα του και κυρίως, όταν για κάποια απειθαρχία του, χάνει την άδειά του.

Και φθάνει ο πέμπτος και τελευταίος χρόνος. Και ο Παύλος, αφού μαθαίνει τα αποτελέσματα των εξετάσεων, σβήνει με το μολύβι την τελευταία ημέρα στο ημερολόγιό του, ενώ ταυτόχρονα περνούν από μπροστά του τα όσα πέρασε στα πέντε χρόνια των σπουδών του, πού όμως δεν θα ήθελε να ξαναζήσει, έστω και αν τα θυμάται με αγάπη.

 Για να διοικήσεις αργότερα σωστά, πρέπει να γνωρίζεις και συ αλλά και ο τελευταίος στρατιώτης σου ότι είσαι ικανός για όλα (να περιποιείσαι τα άλογα, να κοιμάσαι σε σανίδες κ.λ.π.). Και κάθε μέρα με τον ίδιο ενθουσιασμό κάνει πρωί και απόγευμα την υπηρεσία του: γυμνάσια, επιθεώρηση, εκπαίδευση ανδρών, θεωρία, βολή. Τους άνδρες του τους γνωρίζει καλά έναν-έναν, τους αγαπάει. Κι αυτοί τον εμπιστεύονται, του φανερώνουν τις στενοχώριες τους, τις σκέψεις τους και τον αποκαλούν πατέρα. Και είναι ακόμη τόσο νέος και είναι η αρχή!



Τον Αύγουστο του 1891 και μετά από 5ετή φοίτηση στην ΣΣΕ, ο Παύλος Μελάς αποφοίτησε σαν Ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού (ΠΒ).  Για τρεις μήνες όμως υπηρετεί σαν απλός στρατιώτης στην αρχή και ως υπαξιωματικός στη συνέχεια, στους στάβλους και στους θαλάμους του Α' Συντάγματος Πυροβολικού.


Το ίδιο καλοκαίρι του 1891 που τελειώνει τη Σχολή, γνωρίζει και τη Ναταλία Δραγούμη, που την παντρεύεται τον επόμενο χρόνο, τον Οκτώβριο του 1892. Είναι σε ηλικία 22 μόλις χρονών. Πεθερός του είναι ο Στέφανος Δραγούμης, που ασχολείται με την πολιτική, αλλά και με αρχαιολογικές και γλωσσολογικές μελέτες. Αδερφός της Ναταλίας είναι ο Ίωνας Δραγούμης. Η οικογένεια Δραγούμη κατάγεται απο το Βογατσικό της Μακεδονίας και είναι ένθερμοι πατριώτες, περήφανοι για την καταγωγή τους. Ο γάμος του αυτός, με την Ναταλία, υπήρξε καθοριστικός για τον Παύλο, τόσο για την αποκρυστάλλωση των πατριωτικών του αισθημάτων και πεποιθήσεων προς την Μακεδονία, όσο και για την μετέπειπα σύντομη ζωή του.


Αυτό ομολογεί κι ο ίδιος σε επιστολή του που σώζεται προς τη σύζυγό του, στα οποία μεταξύ άλλων της γράφει: " ... τα πολυάριθμα παραδείγματα πατριωτισμού και θάρρους φυσικού, αλλ' ιδίως ηθικού, τα οποία συνάντησα εις την αγαπητήν, την αγία σου οικογένεια μ' εβοήθησαν ...".

Ο Παύλος συμφωνεί απόλυτα με τη γυναίκα του στις ιδέες, γιατί έχουν υποστεί και οι δύο τον ίδιο τρόπο της πατριαρχικής ανατροφής με τα πολλά και χαρούμενα αδέλφια. Η νέα οικογένεια του Παύλου δεν τον ξεχωρίζει από τα παιδιά της και τα αδέλφια της γυναίκας του λατρεύουν αυτόν τον ψηλό αξιωματικό, το γλυκομίλητο, με το ωραίο πρόσωπο και το λιγερό παράστημα και που στα μάτια τους φαντάζει σαν Εκτορας ή Μάρκος Μπότσαρης ή Αθανάσιος Διάκος. Και η ζωή του κυλά ήρεμα και όμορφα ανάμεσα στην καθημερινή του υπηρεσία στο στρατώνα, στο σπίτι του, στις εκδρομές, στους χορούς και στις συναναστροφές.   



Στα μέσα του 1894 γεννιέται το πρώτο του παιδί, ο Μιχαήλ, που τον φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη. 

Τη χαρά όμως που νιώθει από τη γέννηση και το μεγάλωμά του γιου του, του τη μειώνει η γενική κατάσταση της πατρίδας του, που δεν είναι καθόλου ικανοποιητική. Η Μακεδονία υπονομεύεται από τη Βουλγαρία, η Κρήτη σιγοβράζει επικίνδυνα κάτω πάλι από Τούρκο επίτροπο, η Κρητική επανάσταση του 1889 μένει αβοήθητη από τον Ελληνικό Στρατό και η οικονομία της χώρας πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο.
Οταν όμως το 1895 με έξοδα του ηπειρώτη Αβέρωφ αρχίζει να γίνεται το Παναθηναϊκό Στάδιο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες που θα γίνονταν το 1896 στην Αθήνα, ο ελληνισμός για λίγο ανασαίνει. Κι όταν ο Μαρουσιώτης Σπύρος Λούης, ανάμεσα σε τόσους ξένους αθλητές έρχεται πρώτος στο Μαραθώνιο δρόμο, ο ελληνισμός μεθάει από τη νίκη και καμαρώνει ξεχνώντας για λίγο τα προβλήματά του!


Το Μαΐο του 1896 ξεσπά καινούρια επανάσταση στην Κρήτη και η αδράνεια του Ελληνικού Στόλου ενοχλεί και στενοχωρεί τον Παύλο, που με τη Χαρτογραφική Υπηρεσία του Στρατού βρίσκεται εκείνη την εποχή στους Μύλους του 'Αργους. Στα τέλη του Αυγούστου 1896, η Τουρκία φοβισμένη από τη διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων για τις σφαγές των Αρμενίων στην Κων/πολη, παραχωρεί στην Κρήτη ένα είδος αυτονομίας και οι Κρήτες ησυχάζουν. Οταν όμως στο τέλος του Οκτωβρίου 1896 δεν εφαρμόζεται σωστά ο νέος οργανισμός, αρχίζουν καινούριες ταραχές. Η Κρήτη ξεσηκώνεται και στις 25 Ιανουαρίου 1897 η επαναστατική κυβέρνηση κηρύσσει στη Χαλέπα την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η συμπαράσταση τότε του ελληνικού στόλου είναι άμεση και κατεβαίνει στην Κρήτη, για να εμποδίσει την απόβαση τουρκικού στρατού στις ακτές του νησιού. Ο Παύλος που τον απασχολούν ιδιαίτερα τα εθνικά θέματα, παρακολουθεί με ενδιαφέρον τα γεγονότα της Κρήτης, ενώ ταυτόχρονα ανησυχεί πολύ για τη Μακεδονία, που υποφέρει και από τους Τούρκους και από τους Βουλγάρους. Η ίδρυση της Εθνικής Εταιρείας - 12 Νοεμβρίου 1894 - της μυστικής δηλαδή οργάνωσης - που έχει σαν σκοπό της να βοηθήσει στην επίλυση των εθνικών προβλημάτων με τη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας και την ηθική της ανύψωση, τον ανακουφίζει και τον κάνει να ελπίζει για το καλύτερο.
Ο Παύλος υπηρετεί ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο, όταν τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου του 1897 διατάσσεται να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού, γιατί το μεσημέρι της επόμενης ημέρας αναχωρεί στρατός, για να καταλάβει την Κρήτη.

Απογοητευμένος γιατί η δική του μονάδα δε μετέχει σ΄αυτή την επιχείρηση, επιστρέφει στο σπίτι του και ενημερώνει τους δικούς του. Και παρά την πίκρα του, παίρνοντας μέρος στη γενική χαρά γράφει στο σημειωματάριό του "...με κόπο συγκρατω τά δάκρυά μου... Θεέ μου, κάμε να σωθή αυτός ο δυστυχής τόπος... δέν έζησα παρά μέ αυτήν καί δι΄αυτήν την ιδέαν. Και σήμερα ήλθεν επί τέλους η ποθητή στιγμή...".

Στο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ο Παύλος κατευοδώνει μια στρατιωτική φάλαγγα, μαθαίνει με χαρά ότι η πεδινή πυροβολαρχία του πρίγκιπα Νικολάου στην οποία υπηρετεί, διατάσσεται ν΄αναχωρήσει το γρηγορότερο για τη Λάρισα. Πετώντας σχεδόν επιστρέφει στο στρατώνα του για να καταλήξει σπίτι του και να παίξει με το γιο του. Πρώτη φορά δεν αισθάνεται λύπη που θα αφήσει τους δικούς του. Μετά τρεις ημέρες επιβιβαζόμενοι σε πλοία στον Πειραιά αναχωρούν και μέσω Χαλκίδας φθάνουν στο Βόλο, απ΄όπου σιδηροδρομικώς καταλήγουν στη Λάρισα, όπου η υποδοχή που τους γίνεται αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης. "... Είμαι ευτυχής μόνον μέ τήν ιδέαν ότι είμεθα εδώ διά νά υπερασπίσωμεν την πατρίδα..." γράφει στη γυναίκα του περιμένοντας την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, "... από στιγμής εις στιγμήν αναμένομεν να φύγωμεν. Ο Θεός να δώση...".

Στις 5 Απριλίου 1897 αρχίζουν οι εχθροπραξίες. Το τηλεγράφημα του Παύλου που φθάνει στην Αθήνα φανερώνει τον ενθουσιασμό του για το ξεκίνημα του πολέμου "... Ευχηθητε υπέρ πατρίδος μόνον. Ασπάζομαι πάντας. Εύχομαι Μίκης αισθανθή ποτε καί αυτός χαράν μου..."

Ενθουσιασμένος κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, πολύ σύντομα και σε λίγες μόνο μέρες γίνεται αφάνταστα πικραμένος, λόγω της τροπής που πήρε για την Ελλάδα ο πόλεμος εκείνος.  Μέσα από τα επόμενα  γράμματά προς τη γυναίκα του, γραμμένα τα περισσότερα βιαστικά με μολύβι, περνούν τα δυσάρεστα γεγονότα αλλά και τα όσα νιώθει ο ίδιος αυτές τις τριάντα (30) οδυνηρές ημέρες του 1897. Ετσι ο αρχικός του ενθουσιασμός : "... εις ολίγα λεπτά φεύγομεν διά το Μπουγάζι (αριστερά του Τυρνάβου)... Περιττόν να σου ειπω τήν χαράν, την ευτυχία μου....", μετατρέπεται γρήγορα σε απογοήτευση: "... Δεν σου περιγράφω την κατάσταση αυτήν, διότι παραφρονώ όταν την συλλογίζωμαι ... 32.000 άνδρες το έκοψαν λάσπη στο άκουσμα πώς έρχονται οι Τούρκοι...". Ύστερα, και πάλι σε καινούρια ελπίδα με τη διαταγή του Διαδόχου : "... ότι θέλομεν υπερασπισθή το έδαφος του Δομοκου ...", για να καταλήξει σε λίγο πάλι σε απόγνωση και απελπισία : ".. ήρχισεν η νυκτερινή αυτή υποχώρησις. Φοβερωτέρας ώρας ουδέποτε διηλθον...". Σε άλλο του γράμμα πάλι, καταλήγει: "... Σκέπτομαι αδιάκοπα τα αγαπημένα μου πρόσωπα και παρακαλώ τον Θεόν να μου επιτρέψει να τα ξαναδώ, μόνον αφού σβύσωμεν την φιβεράν ατιμίαν του δυστυχισμένου τόπου μας ..."

Τέλος, το τηλεγράφημα του πατέρα του, που έρχεται από την Αθήνα με τα λόγια: "... Απεφασίσθη ανακωχή..." (6η Μαΐου 1897), είναι για τον Παύλο ο ταπεινωτικός επίλογος μιας εκστρατείας, από την οποία περίμενε πολλά!

Κουρασμένος τότε περισσότερο ψυχικά - "... κατόπιν της εκ Δομοκού γενναίας φυγής μας ..." - παρά σωματικά, αρρωσταίνει με υψηλό πυρετό. Ανήσυχος ο γιατρός του Συντάγματος τον στέλνει στη Λαμία, όπου στο πλωτό νοσοκομείο "Θεσσαλία" συναντά τη γυναίκα του Ναταλία, η οποία υπηρετεί εκεί ως νοσοκόμος. Τρομαγμένη αντικρίζει τον αδύνατο και εξαντλημένο άνδρα της και σιωπηλή και ξάγρυπνη κάθεται όλη τη νύκτα στο πλάι του, ενώ εκείνος παραδέρνει σε ύπνο ταραγμένο. Φθάνοντας στη συνέχεια στην Αθήνα βρίσκει παρηγοριά στην οικογενειακή θαλπωρή. Δεν μένει όμως πολύ. Σε μία εβδομάδα ζητάει να μετατεθεί στη Λαμία, στις προφυλακές. Κι ενώ υπηρετεί χωρίς απρόοπτα στην πυροβολαρχία του, ένα μήνυμα για την αρρώστια του πατέρα του τον ταράζει. Κατεβαίνει αμέσως στην Αθήνα και τον προλαβαίνει ζωντανό. Σε δυο όμως ημέρες, ο πατέρας του πεθαίνει. Ο θάνατος αυτός, που τον συγκλονίζει, είναι γι΄αυτόν το συμπλήρωμα της εθνικής καταστροφής!

Μετά το θάνατο του πατέρα του ξαναγυρίζει απαρηγόρητος στη Λαμία. Η συγκατοίκησή του με δύο αγαπητούς του συναδέλφους μετριάζει τη βαθιά του λύπη. Χωρίς αυτούς θα είχε παραιτηθεί και θα είχε επιστρέψει στο σπίτι του. Τότε μάλιστα περνά την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής του. 'Οπως ομολογεί και ο ίδιος "... πότε ειμαι ευχαριστημένος ... διότι ελπίζω να διορθωθη αυτή η κατάστασις πότε πάλιν αηδιάζω και απογοητεύομαι καί δέν θέλω ν΄ακούω και να σκέπτωμαι τίποτε ...". Παντού όμως και πάντα θυμάται τον πατέρα του, που κοντά του "... ελησμονούσα όλας τάς στεναχωρίας μου ...".

Κι ενώ τον πνίγει η μονοτονία της Λαμίας, στις 5 Μαΐου 1898 (έναν χρόνο μετά την ανακωχή του 1897) αρχίζει η εκκένωση του θεσσαλικού κάμπου από τους Τούρκους. Ο Παύλος, έφιππος, επισκέπτεται το χώρο που μόλις έχουν εγκαταλείψει οι Τούρκοι και μεταξύ άλλων γράφει συγκινημένος στους δικούς του. "... ειναι αδύνατον να σας ειπώ τι αισθάνεται ένας άνθρωπος, όταν επαναβλέπει μέρη και πράγματα παρά τα οποία ησθάνθη συγκινήσεις διά βίου αλησμονήτους ..." .

Η πρώτη αποστολή στην Μακεδονία

Η πρώτη αποστολή του Παύλου Μελά στην Μακεδονία, ήταν σαν μέλος μιας τετραμελούς ομάδας Αξιωματικών και έγινε με Κυβερνητική εντολή. Οι άδειες που τους δόθηκαν από το Υπουργείο Στρατιωτικών αφορούν τις μετακινήσεις τους μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους (αντικειμενικός στόχος τους είναι η περιοχή μεταξύ Μοναστηρίου και Καστοριάς όπου δραστηροποιούνται κύρια οι Βούλγαροι κομιτατζήδες), και τα διαβατήριά τους εκδόθηκαν με ψευδώνυμα. Το ψευδώνυμο που διάλεξε ο Παύλος είναι Μίκης Ζέζας. Μίκης, από το όνομα του γιου του Μιχαήλ, που φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη και Ζέζας, από το όνομα της κόρης του Ζωής, που φωνάζουν χαϊδευτικά Ζέζα!

Ο Παύλος ετοιμάζεται με ιδιαίτερη χαρά να εκτελέσει αυτή την αποστολή. Όπως γράφει στο σημειωματάριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 1904, "... Σήμερον επί τέλους εκπληρούται ο πόθος μου...". Πριν αναχωρήσει, επισκέπτεται τον τάφο του πατέρα του, που λάτρευε τη Μακεδονία και θυμάται ότι πάνω στο φέρετρό του είχε ορκισθεί και να πεθάνει αν χρειαστεί, γι΄αυτήν. Επιστρέφει στη συνέχεια ήρεμος στο σπίτι του, περνά μερικές ώρες με τους δικούς του κι ενώ τους αποχαιρετά με τα λόγια "Ζήτω η Μακεδονία", ξεκινά συγκινημένος για την επικίνδυνη αποστολή του.

Φθάνοντας στον προορισμό του, μετά από ταξίδι μερικών ημερών, αρχίζει το έργο του. Ενημερώνεται, ζει σε άθλιες συνθήκες, συμπάσχει, παρηγορεί και εμψυχώνει τους τυραννισμένους Έλληνες από χωριό σε χωριό. Συνεχίζει απτόητος και ακούραστος την εκτέλεση της αποστολής του μέχρις ότου κρυπτογραφική επιστολή του 'Ιωνα Δραγούμη τον πληροφορεί για την πρόθεση της Αθήνας, ότι "... Η τουρκική πρεσβεία, μαθούσα την παρουσίαν των κ.κ. Μελά και Κοντούλη εις τα πέριξ της Καστορίας, προέβη εις παραστάσεις. Οπως διασκεδασθώσιν αι υποψίαι των Τούρκων εκρίναμεν αναγκαίον νά επιστρέψη προσωρινώς ο κ. Μελάς τουλάχιστον...". 

Ο Παύλος αντιδρά βίαια, αρνείται να υπακούσει. Μάταια ένα ημερονύκτιο ο Κοντούλης προσπαθεί να τον μεταπείσει. Μόνον όταν του θυμίζει ότι σαν Αξιωματικός έχει ορκισθεί υπακοή και του τονίζει ότι εξαιτίας του ίσως και να αποτύχει ολόκληρη η αποστολή τους, πείθεται με βαριά καρδιά, να επιστρέψει στην Ελλάδα.

Στις 29 Μαρτίου 1904, Δευτέρα του Πάσχα, ο Παύλος ξαναβρίσκεται επιτέλους με την οικογένειά του στην Αθήνα.


Η δεύτερη αποστολή στην Μακεδονία

Η διαταγή, που τον έχει φέρει στην Αθήνα, αναφέρεται σε προσωρινή ανάκληση. Το γεγονός αυτό καθώς και οι επίσημες διαβεβαιώσεις για σύντομη επιστροφή, του δημιουργούν ελπίδες. Αλλά ο καιρός περνά χωρίς τίποτα το ουσιαστικό και η ανυπομονησία του μεγαλώνει. Στο μεταξύ τα γράμματα που του έρχονται απο τη Μακεδονία είναι γεμάτα από περιγραφές τραγικών συμβάντων και απελπισμένες εκκλήσεις για βοήθεια. Και νιώθει υπεύθυνος, γιατί η προηγούμενη αποστολή του έχει δημιουργήσει στους δυστυχείς Μακεδόνες ελπίδες, που μέχρι τώρα αποδεικνύονται μάταιες.

'Ενα απόγευμα, στα τέλη του Ιουνίου του 1904, δύο πρόσωπα από την Κοζάνη τον επισκέπτονται και αφού του ανακοινώνουν ότι έχουν ετοιμάσει την άμυνά τους, τον παρακαλούν να μεσολαβήσει ώστε να τους σταλούν Έλληνες Αξιωματικοί, για να τη διευθύνουν και να την οργανώσουν πιο συστηματικά. Παράλληλα όμως, του αποκαλύπτουν ότι "... όλοι επιθυμούν έντονα να τον ξαναδούν κοντά τους ...". Και ο Παύλος, συγκινημένος, τους υπόσχεται αμέσως ότι "... γρήγορα θα βρεθεί στην Κοζάνη, για να τους οργανώσει ...".

Μάταια οι δικοί του προσπαθούν να τον μεταπείσουν! Εχει όπως λέει "... αρβανίτικο, αγύριστο κεφάλι!" και δεν αλλάζει γνώμη. 'Ετσι στις 9 Ιουλίου 1904 παίρνει εικοσαήμερη άδεια από το διοικητή του και μεταμφιεσμένος σε χωρικό, αναχωρεί μυστικά τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας για την καινούρια του αποστολή, που έχει αποφασίσει μόνος του. Μετά από ένα δύσκολο και επικίνδυνο ταξίδι φθάνει στην Κοζάνη στις 19 Ιουλίου 1904. Στις αλλεπάληλες και με μεγάλη μυστικότητα και προσοχή συναντήσεις που έχει με τα μέλη της επιτροπής Αμύνης στην Κοζάνη, αρχικά, και στη Σιάτιστα στη συνέχεια, συμβουλεύει, καθοδηγεί και οργανώνει. Προτείνει να αυξήσουν τον αριθμό των τμημάτων της 'Αμυνας, να διενεργούν εράνους για την ενίσχυση του αγώνα, να ενισχύουν το φρόνημα και το ηθικό των άτολμων και δειλών, και η Εκκλησία, όπως πάντα, να συμπαραστέκεται, να προστατεύει και να ενισχύει με κάθε τρόπο.

Στα γράμματά του που στέλνει κυρίως στη γυναίκα του περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες της διαβίωσης του, τη συνεχή του προσπάθεια να κρατήσει μυστική την ταυτότητά του - συναλλάσσεται μάλιστα σαν ζωοέμπορος στις αγορές - αλλά και τον ενθουσιασμό του, γιατί παρά τις αρχικές του απογοητεύσεις, οι προσπάθειές του αποδίδουν καρπούς: "... Δεν έχεις ιδέαν πόσον πατριωτισμόν έχουν αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να γνωρίζει κανείς τους κινδύνους, τους οποίους καθ΄εκάστην διατρέχουν, δια να εννοήση και το θάρρος και τον πατριωτισμόν των...".
Η εικοσαήμερη όμως άδειά του πλησιάζει στο τέλος της και η αίτησή του για επιπλέον άδεια τεσσάρων μηνών δεν εγκρίνεται. Αναγκάζεται λοιπόν να επιστρέψει ικανοποιημένος, από το μέχρι τώρα έργο του, και αποφασισμένος να ξαναγυρίσει. Στην Αθήνα, αφού εκθέσει στον Πρωθυπουργό Θεοτόκη την κατάσταση, ζητάει την άδεια να συγκροτήσει στρατιωτικό σώμα, να επιστρέψει εκ νέου στην Μακεδονία και ν΄αγωνισθεί μαζί τους. Με αυτά τα σχέδια φθάνει στις 3 Αυγούστου 1904 στην Αθήνα και, αφού ζει για λίγο την οικογενειακή θαλπωρή, αρχίζει πάλι ετοιμασίες για αναχώρηση στην Μακεδονία.

Οι συνθήκες τώρα για την ενίσχυση του Μακεδονικού Αγώνα είναι πολύ καλύτερες απ' ότι στην αρχή (1903). Ο Λάμπρος Κορομηλάς είναι Γενικός Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, οι δραστηριότητες των Ελλήνων Αξιωματικών και των αντάρτικων ομάδων στην Κεντρική και Ανατολική κυρίως Μακεδονία είναι συστηματοποιημένη, οι δισταγμοί και τα εμπόδια έχουν παραμεριστεί και το κυριώτερο, ο Παύλος αναλαμβάνει τη γενική αρχηγία των σωμάτων στις περιφέρειες Μοναστηριού και Καστοριάς (όπως αναφέραμε και παραπάνω).

Σε ένα γράμμα προς τη γυναίκα του αναφέρει χαρακτηριστικά "... Αισθάνομαι πολύ, ο δυστυχής, τήν ευτυχία που αφήνω αισθάνομαι ότι μ΄όλον τόν ανήσυχον και νευρικόν χαρακτήρα μου, ο βίος ο οποίος μου αρμόζει περισσότερον είναι ο ήσυχος και ο οικογενειακός. Αλλ΄από τινός δεν ηξεύρω τι έπαθα, έγινα όργανον δυνάμεως πολύ μεγάλης ως φαίνεται, αφού έχει τήν ισχύν να κατασιγάση όλα τα άλλα αισθήματά μου και να με ωθή διαρκώς προς την Μακεδονία ...".

Πορεία του Παύλου Μελά


 Η τρίτη αποστολή στην Μακεδονία

Την 18η Αυγούστου 1904 αποχαιρετά τη γυναίκα του για τρίτη και τελευταία, όπως της υπόσχεται, και με τις γνωστές ήδη δυσκολίες φθάνει στη Μακεδονία στις 27  Αυγούστου 1904,  με 27 άνδρες.

Πεζοπορώντας για πολλές ώρες, πολλές ημέρες και με πολλές προφυλάξεις για να μη συναντηθούν με τουρκικά αποσπάσματα, προχωρούν μέσα στο μακεδονικό έδαφος με τελικό προορισμό την Καστοριά. Προβλήματα διαρκώς ορθώνονται μπροστά τους, όπως φαίνεται από τα γράμματά του: "...Είμεθα ήδη μίαν εβδομάδα εν πορεία και ακόμη τριγυρίζομεν περί την Σαμαρίναν, ενω κάθε ημέρα που περνά και πολύτιμος καιρός χαμένος είναι και εις περισσότερον κίνδυνο προδοσίας ή καταδόσεως μας θέτει.... Οι άνδρες μου ειναι μελαγχολικοί, εγώ δε ενδομύχως πλέον ή λυπημένος. Βλέπω μέχρι ώρας μόνον δυσκολίας... Οι Τούρκοι είναι ειδοποιημένοι, οδηγόν δέν έχομεν, το έδαφος δεν το γνωρίζομεν! Θα φθάσωμεν ποτέ εκει ή μήπως οι Τούρκοι θα μας αρχίσουν το κυνηγητό και έτσι θα ναυαγήσουν όλοι οι πόθοι να βοηθήσωμεν τους εκεί αδελφούς; Θεέ μου, Θεέ μου! Και ενώ ευρίσκομαι εις τόσην απόγνωσιν ενδομύχως, προσπαθω να ενθουσιάζω και να ενθαρρύνω τους άνδρας μου... Βρέχει δυνατά και ακατάπαυστα... από χθές το πρωί, εκτός μιας παλιοπροβαίνας, την οποίαν εμοιράσαμεν 27 άνδρες χωρίς ψωμί, είμεθα εντελώς νηστικοί. Πεινώμεν φοβερά .... Είμεθα όλοι υγροί ως τα κόκκαλα, οι πλειστοι έχουν πυρετόν .... Ομίχλη φοβερά διαδεχθείσα μετ΄ολίγον την βροχήν επιβραδύνει ουκ ολίγον την πορείαν μας... Η απότομος και ολισθηρά κλίσις του βουνού, τα πυκνότατα και δύσκαμπτα δενδρύλλια, τα οποία είναι κάθυγρα από την βροχήν, μας παιδεύουν φοβερά. Ημείς, τα όπλα μας, οι κάπες μας βαρειές από την βροχήν, πέφτομεν, σκοντάφτομεν, γλυστρώμεν διαρκώς...".

Μόνο όποιος έχει βρεθεί και έχει περπατήσει στα μέρη που περιγράφει στο γράμμα του και με τέτοιες συνθήκες γνωρίζει πόσο δύσκολη πραγματικά και δύσβατη είναι αυτή η περιοχή! Μετά από συνεχή πορεία αρκετών ημερών και συνήθως σε συνθήκες βροχής και κακοκαιρίας, φθάνει με τους άνδρες του στις 8 Σεπτεμβρίου 1904 στο Κωσταράζι από το οποίο η Καστοριά απέχει δύο ώρες με τα πόδια. Εκεί μένουν δύο ημέρες για να συνέλθουν, ώστε ξεκούραστοι να συνεχίσουν την εκτέλεση της αποστολής τους. "... Τρέμω καί συγκινούμαι σκεπτόμενος ότι εγώ, ο οποίος ουδέ μύγαν εσκεμμένως εσκότωσα ποτέ, από αύριον θά φονεύσω, θα δολοφονήσω ίσως καί ανθρώπους ακόμη. Τρέμω, αλλ΄ανυπομονώ να το κάμω..."

Και αρχίζει τις επαφές του στη γύρω περιοχή. Για λόγους ασφαλείας, επισκέπτεται νύχτα την Καστοριά, της οποίας ο θαρραλέος Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης, που είναι η "ψυχή" όλης της περιφέρειας, και καταλήγει με τους άνδρες του στη Μονή Τσιριλόβου, όπου τους φιλοξενούν οι μοχαχοί. Οι Μακεδόνες, μαθαίνοντας την άφιξή τους ανασαίνουν και ενθουσιάζονται, τους αντιμετωπίζουν σαν σωτήρες. Στις επιδιώξεις του Παύλου - του καπετάν Μίκη Ζέζα - και των ανδρών του είναι και η σύλληψη και η τιμωρία των Ελλήνων προδοτών, που συμπράττουν με τους κομιτατζήδες. Και ο Παύλος αναριωτιέται "...αν ειχα τo δικαίωμα εγώ να συλλάβω οιονδήποτε άνθρωπον, οσονδήποτε κακούργος και αν ειναι, να τον τραβήξω από την οικογένειάν του και να τον φονεύσω!... Εγώ όμως ουδέν άλλο στήριγμα πλην της προς την πατρίδα και το γένος μου αγάπης έχω. Μα την αλήθειαν, πολύ θάατ΄αγαπω και τα δύο διότι, καίτοι υποφέρω, καίτοι κλαίω, θ΄αφήσω να γίνη εκείνο που απεφασίσθη..." .

Κι ενώ ετοιμάζεται να επιτεθεί σε περιοχή, όπου κρύβονται κομιτατζήδες, οι ντόπιοι κάτοικοι αρνούνται να τον οδηγήσουν, ενώ ο ίδιος δε γνωρίζει τα μέρη, για να κινηθεί. Είναι η δεύτερη φορά που ματαιώνονται τα σχέδιά του από την απροθυμία των κατοίκων. Στενοχωριέται, αλλά τους δικαιολογεί, γιατί ο μικρός αριθμός των ανδρών του δεν τους εμπνέει εμπιστοσύνη και η πιθανή αποτυχία θα δημιουργήσει σκληρά αντίποινα σε βάρος τους. "... Εχουν και δίκαιον οι δυστυχείς και πολλάκις μου υπενθυμίζουν την από ημας εγκατάλειψίν των την άνοιξιν ..."

Εν τούτοις, παρά την απροθυμία των κατοίκων και τις δύσκολες καιρικές συνθήκες - βρέχει συνεχώς για 23 ημέρες - με κέντρο τα ελληνοαλβανικά χωριά Νεγοβάνη, Λέχοβο, και Νέβεσκα, που βρίσκονται βορειοανατολικά της Καστοριάς, οργανώνει τα περίχωρα, ώστε να περιθάλπουν τα στρατιωτικά αποσπάσματα, να φροντίζουν την ασφάλεια των κατοίκων, τους οποίους να διαφωτίζουν και να ενθαρρύνουν, ώστε να μην πείθονται από την προπαγάνδα και εγκαταλείποντας την ορθοδοξία να γίνονται σχισματικοί. Γιατί οι Βούλγαροι εποφθαλμιούν τη Μακεδονία και επειδή δε μπορούν να την προσαρτήσουν στη χώρα τους με επανάσταση, όπως έκαναν με την ελληνική Ανατολική Ρωμυλία το 1885, προσπαθούν να το πετύχουν πείθοντας τους Μακεδόνες ότι αν ξεσηκωθούν μαζί τους θα αποκτήσουν την αυτονομία τους. Και παρασύρουν μερικούς και τους ζητούν χρήματα, για να τους εξοπλίσουν δήθεν, μα όπλα δεν τους δίνουν ποτέ! Κι όταν οι Μακεδόνες συνειδητοποιούν ότι δεν πρόκειται να ελευθερωθούν αλλά να αλλάξουν απλώς κατακτητή - από τους Τούρκους δηλαδή να περάσουν στους Βουλγάρους - και αντιστέκονται, αντιμετωπίζουν την οργή των συμμοριών που ορμούν στα άοπλα χωριά και καίνε, βασανίζουν, σκοτώνουν, αποκεφαλίζουν αρχίζοντας κυρίως από τους ιερείς, τους δασκάλους, τους προεστούς που είναι η πηγή της αντίστασης.

Και γι΄αυτό είναι ευχαριστημένος, γιατί η οργάνωση προχωρεί με επιτυχία και αρχίζει να γίνεται και ο ίδιος ο φόβος των Βουλγάρων και των προδοτών. Η φήμη του εξαπλώνεται σε όλη την περιφέρεια! Πολλοί μάλιστα τον επισκέπτονται και του φέρνουν τα παιδιά τους να του φιλήσουν το χέρι, ενώ άλλοι του γράφουν. "... Καταλαβαίνομεν... τήν καλοσύνην σου καί είδομεν τό φως τό αληθινόν...". 'Ολες αυτές οι εκδηλώσεις τον συγκινούν βαθιά και γεμάτος έλεος για τις μικρότητες που βλέπει γύρω του, συνεχίζει με αγάπη και ενθουσιασμό τη δύσκολη αποστολή του!


Ο θάνατος του Παύλου Μελά και η σημασία του για τον αγώνα στην Μακεδονία

Ακαταπόνητος συνεχίζει τον αγώνα του και με αγωνία περιμένει όπλα από τις αθηναϊκές πατριωτικές οργανώσεις, για να εξοπλίσει όλα τα χωριά της περιοχής του. Στο μεταξύ, με όσα διαθέτει και παρά τις εναντίον του βουλγαρικές απειλές, οργανώνει την άμυνα τεσσάρων χωριών και προειδοποιεί ότι θα κάψει τα σπίτια εκείνων που θα συμπράξουν με τους βούλγαρους κομιτατζήδες.

Παράλληλα, εξακολουθώντας να εμπιστεύεται στα γράμματά του τις σκέψεις και τα συναισθήματά του σημειώνει. "... Δεν φαντάζεσαι την κατάστασίν μου την ψυχικήν. Θέλω και πρέπει να μείνω εδώ αλλ΄ ο πολυτάραχος και σχεδόν άγριος βίος μου με κάμνει να νοσταλγώ τον ήσυχον και γλυκύν οικογενειακόν βίον. Και εδώ έχω τας ικανοποιήσεις μου και εκεί την ευτυχίαν μου. Αλλ΄εδώ με κρατεί επί πλέον το καθήκον και πρό πάντων αι υποχρεώσεις ας ανέλαβα. Αισθάνομαι ότι θυσιάζομαι, αλλά τουλάχιστον θα κατορθώσω τίποτε; ΄Η θα χανδακώσω την ιεράν αυτήν υπόθεσιν; Αισθανόμενος το μέγεθος της ευθύνης, πότε τρέμω και πότε ενθουσιώ...".

Στο μεταξύ το σώμα του ενισχύεται και με ντόπιους και φθάνει τώρα τα 50 άτομα και έτσι οι χωρικοί νιώθουν πιο ασφαλείς γνωρίζοντας την παρουσία του. Κι ενώ βαδίζει για να συναντηθεί με άλλο σώμα Ελλήνων ανταρτών, για να συναποφασίσουν γενικότερη κατά των βουλγαρικών συμμοριών επίθεση, σταματά στο χωριό Στάτιστα, (ή και Σιάτιστα) για να ξεκουράσει τους άνδρες του. Στις αντιρρήσεις που εκφράζει για αυτή τη στάση τους ο φίλος και υπαρχηγός του Νίκος Πύρζας, επειδή στο χωριό κατά τις πληροφορίες τους υπάρχει τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα, ο Παύλος απαντά: "... Ειναι αμαρτία, τά παιδιά κουρασμένα, βρεγμένα ας μείνωμεν εις το χωριό νά στεγνώσουν ολίγον ...".

Αυτή η απόφαση του θα είναι τελικά γι΄αυτόν μοιραία, γιατί οι Τούρκοι ειδοποιημένοι και οδηγημένοι από τον κομιτατζή Μήτρο Βλάχο για την εκεί παρουσία τους, επιτίθενται και κατά τη συμπλοκή ο Παύλος τραματίζεται σοβαρά, "... στη μέση με πήρε, παιδιά ...".  Κι ενώ οι άντρες του τρέχουν να τον βοηθήσουν μπαίνει μόνος του στο σπίτι, κάθεται και απευθυνόμενος στο Νίκο Πύρζα του λέει: "... Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι του Μίκη και να τους πης ότι το καθήκον μου έκαμα ...".

Στη συνέχεια βγάζει το πορτοφόλι του με τις φωτογραφίες των παιδιών του κι επειδή αρχίζει να πονά, παρακαλεί να τον σκοτώσουν και να μην τον αφήσουν ζωντανό στα χέρια των Τούρκων. Ολοι γύρω του λυπημένοι και ανήμποροι να βοηθήσουν παρακολουθούν τις τελευταίες στιγμές του παλικαριού που ψιθυρίζει πότε "... πονώ!", πότε "... σκοτώστε με!" και πότε τα ονόματα των παιδιών του "... Μίκη, Ζωή!". Και αφού με δυνατούς πόνους παιδεύεται μισή περίπου ώρα, με τη λέξη "... πονώ!" αφήνει την τελευταία του πνοή επάνω στη διψασμένη για αίμα ηρώων Ελληνική γη..

Η τραγική είδηση φθάνει στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα με τηλεγράφημα του Προξένου του Μοναστηρίου που αναφέρει τα εξής :
"... Παρελθούσαν Τετάρτην, 13 τρέχοντος (Οκτωβρίου) ημετέρων ευρεθέντων εν χωρίω Στάτιστα και περί ώραν 5 μ.μ. ήρξατο πυρός κατά των ημετέρων. Ημέτεροι απήντησαν γενναίως, μετά δίωρον δε ανταλλαγήν πυροβολισμών, απεφάσισαν επιχειρήσωσιν έξοδον. Παύλος Μελάς ώρμησε πρώτος επί κεφαλής αυτών, οπότε σφαίρα τουρκική πλήξασα αυτόν κατά την οσφυακήν χώραν, ετραυμάτισε θανασίμως. Σύντροφοί του τον... εναπέθεσαν παρακειμένω οικίσκω, ένθα, μετά ημίσειαν ώραν, διαρκούσης πάντοτε συμπλοκής, εθνικός ήρως ησύχασε ..." !

Ο θάνατός του αιφνιδιάζει και θλίβει τους Μακεδόνες, γιατί σ΄αυτόν είχαν στηρίξει όλες τους τις ελπίδες για τη σωτηρία τους. Και μολονότι δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει το οδυνηρό γεγονός, αρχίζει η δυσάρεστη διαδικασία του ενταφιασμού. Από γράμμα που στέλνει ο ελληνοδιδάσκαλος και υπάλληλος του προξενείου Μοναστηρίου Βασίλειος Αγοραστός στον 'Ιωνα Δραγούμη, γυναικάδελφο του Παύλου, έχουμε τις λεπτομέρειες του ενταφιασμού. Σύμφωνα με αυτές, ο ίδιος ο Αγοραστός εκτελώντας εντολή του προξενείου φθάνει στο Πισοδέρι, για να μεριμνήσει για την ταφή του ήρωα. Επειδή εκεί πληροφορείται ότι οι κάτοικοι της Στάτιστας τον έχουν ήδη ενταφιάσει σε ασφαλές μέρος, προχωρεί στο Ζέλοβο απ΄όπου στέλνει άνδρα του σώματος του Παύλου μεταμφιεσμένο στη Στάτιτσα, για να παραλάβει κρυφά και να μεταφέρει στο Ζέλοβο το σώμα του γενναίου αρχηγού του.
Κι ενώ έχει αρχίσει η εκταφή του νεκρού, αναγγέλλεται ότι ισχυρό τουρκικό απόσπασμα κατευθύνεται στο χωριό. Για ν΄αποφύγουν τότε την αυτόφωρη σύλληψη, κόβουν την κεφαλή του παλικαριού και θάβουν ξανά το σώμα του. Και τη στιγμή που ο Τούρκος αποσπασματάρχης έχει συγκαλέσει τους χωρικούς στην πλατεία και με απειλές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, τους ζητά τον τόπο της ταφής, ο απεσταλμένος κατορθώνει να διαφύγει έχοντας στο σακίδιό του το κεφάλι του άτυχου αρχηγού του και να φθάσει στο Ζέλοβο. Εκεί ως πιο κατάλληλο για την ταφή του επιλέγουν το παρεκκλήσι της Αγ. Παρασκευής στο Πισοδέρι, όπου και ενταφιάζεται στον προ της Ωραίας Πύλης χώρο στις 18 Οκτωβρίου 1904.

Επειδή όμως οι Τούρκοι, μετά από τα δημοσιεύματα του αθηναϊκού τύπου πληροφορούνται τα σχετικά με το θάνατο και την ταφή του Παύλου Μελά, επανέρχονται στη Στάτιστα και μετά από προσεκτικότερη έρευνα ανακαλύπτουν το ακέφαλο σώμα του. Με τη μεσολάβηση όμως του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, η σωρός του μεταφέρεται στην πόλη, όπου με θρήνους, και ενώ χοροστατεί ο Μητροπολίτης Γερμανός, κηδεύεται και ενταφιάζεται στον περίβολο του βυζαντινού Ναού των Ταξιαρχών. Αργότερα, το 1950, μεταφέρεται εκεί και η κεφαλή του δίπλα στο σώμα του και έτσι σήμερα, όλο το σκήνωμα του Παύλου Μελά αναπαύεται τώρα στην Καστοριά. Πλάι του μάλιστα, ύστερα από δική της επιθυμία, αναπαύεται και η γυναίκα του Ναταλία.

Η είδηση του θανάτου του Παύλου Μελά συγκλόνισε ολόκληρη την Ελλάδα και την Αθήνα και ιδιαίτερα φυσικά, την οικογένειά του. Ολόκληρος ο ελληνικός λαός πενθεί τον ήρωα, που έφυγε τόσο νέος, μόλις 34 χρονών, και σε τόσο μάλιστα κρίσιμες στιγμές για το Έθνος και τον Ελληνισμό! Το όνομά του γίνεται σύμβολο του μακεδονικού αγώνα, ενώ μεγάλος αριθμός Αξιωματικών και ιδιωτών πολιτών αρχίζουν να σπεύδουν στη Μακεδονία και πυκνώνους τις τάξεις εκείνων που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή της, ακολουθώντας τον δρόμο του Παύλου Μελά και το παράδειγμά του. Τη θυσία του υμνεί ο λαός με το δημοτικό τραγούδι και ο μεγάλος ποιητής Κωστής Παλαμάς.

Αλλά και η πατρίδα, τιμώντας τον, τον αναγνωρίζει σαν εθνικό ήρωα και η Στάτιστα, το χωριό στο οποίο σκοτώθηκε, μετονομάστηκε σε "Παύλος Μελάς".


O θάνατος του είναι ζωή στους κουρασμένους από τη μετριότητα του κόσμου. Ο Θάνατος του ανασταίνει τους κοιμισμένους, ταράζει τούς μαργωμένους, δυναμώνει τους αδύνατους, δροσίζει τους διψασμένους, ο θάνατος του Νέου, ο θάνατος του Ωραίου ο θάνατος του Αντρείου.......Ψυχή, ψυχή ωραία, γλυκιά πενταπάρθενη που ερωτεύτηκες το θάνατο δίδαξε μας, ω, μάθε μας να μη πονεί και να μην καίει το αντίκρισμα της αγωνίας σου, ψυχή ωραία πενταπάρθενη.

Ίων Δραγούμης





Tο μοιραίο δεκαήμερο


ΤO MYΣTHPIO που περιβάλλει τον θάνατο του Μελά οφείλεται σε τρεις λόγους. Ο πρώτος είναι ότι υπήρξε εξ αρχής, από τη στιγμή του ατυχήματος της 13ης Οκτωβρίου 1904, μια συνωμοσία αποσιώπησης ορισμένων ενοχλητικών λεπτομερειών. Ο δεύτερος είναι ότι οι διαρροές που σημειώθηκαν, επειδή δεν ελέγχθηκαν ποτέ, έδωσαν έδαφος σε μια απίστευτη φημολογία. Σχεδόν όποιος βρέθηκε στη Μακεδονία τον Οκτώβριο του 1904 είχε άποψη για το θέμα. Ο τρίτος λόγος είναι ότι όσοι προσπάθησαν να επαναπροσεγγίσουν τον θάνατό του είτε αγνόησαν τις μαρτυρίες, είτε παραπλανήθηκαν από τις πηγές. Είναι δυνατόν να αποκαλύψουμε σήμερα την αλήθεια; Iσως όχι πλήρως. Σίγουρα όμως με την προσεκτική χρήση διαφόρων πηγών μπορούμε να αποκαταστήσουμε τη σειρά των γεγονότων και να ανασυνθέσουμε τι συνέβη και τι δε συνέβη κατά το διάστημα 13-23 Οκτωβρίου 1904. Oλα τα διαθέσιμα στοιχεία είναι πλέον δημοσιευμένα και εύκολα προσβάσιμα. Τη μοιραία πορεία του Μελά προς τον θάνατο τη γνωρίζουμε από διάφορες πηγές: από τις επιστολές που έστελνε στη γυναίκα του, από την αναλυτική έκθεση που έστειλε ο ίδιος στο Μακεδονικό Κομιτάτο, από τις πληροφορίες που έφταναν μέσω Προξενείου Μοναστηρίου στο υπουργείο Εξωτερικών και, βέβαια, από τις εκ των υστέρων αφηγήσεις των συντρόφων του, άλλες γραπτές και άλλες προφορικές, που σιγά σιγά δημοσιοποιήθηκαν και ανακυκλώθηκαν στη βιβλιογραφία.

Eίσοδος στη Στάτιτσα

«Eνας φίλος μου», γράφει το Σάββατο 21 Αυγούστου 1904 ο Mελάς στη σύζυγό του Nαταλία, «ο ανθυπολοχαγός Λούφας, ο οποίος μού παρέχει άσυλο από της αφίξεώς μου, ηθέλησε να κάμω την φωτογραφία μου. Συγκατατέθην εις τούτο. Σου στέλλω σήμερον το πρώτον αντίτυπον, αλλ’ υπό τον όρον να μην ιδή το φως της ημέρας. Αν πέσω εκεί, ας είναι μια ανάμνησις εις σε και τα παιδάκια μου». Mε στολή «αντάρτη» ο Mελάς, τον απαθανάτισε ο Λαρισαίος φωτογράφος Γεράσιμος Δαφνόπουλος. Eίναι η τελευταία και έμελλε να γίνει η πιο διάσημη φωτογραφία του μέσα από τις αναπαραγωγές σε καρτ-ποστάλ, αφίσες, ζωγραφικά πορτρέτα, εμβλήματα κ.ά. (φωτ. συλλογή Nαταλία Iωαννίδη).

Εξουθενωμένος ψυχικά από την ατυχία της ατελέσφορης σύγκρουσης στον Πολυπόταμο (Νέρετ) στις 11 Οκτωβρίου, εξαντλημένος από τη διανυκτέρευση υπό βροχήν στο Βίτσι (11-12 Οκτωβρίου) και χωρίς να έχει αποκαταστήσει ακόμη επαφή με το σώμα του Θύμιου Καούδη, που βρισκόταν στο Ανταρτικό (Ζέλοβο), ο Μελάς και οι άνδρες του έφτασαν έξω από τη Στάτιτσα (Μελά) την Τρίτη 12 Οκτωβρίου. Eστειλαν έναν εντόπιο αντάρτη εντός του χωριού, ο οποίος συνάντησε τον Στατιτσινό Κωνσταντίνο (Ντίνα) Στεργίου. Ο Ντίνας, παλαιός σύντροφος του κομιτατζή Μήτρου Βλάχου, είχε σμίξει με το σώμα του Καούδη μόλις στις 22 Αυγούστου, παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του οδηγού και συνδέσμου του ελληνικού σώματος, του Παύλου Κύρου. Hταν, άλλωστε, συστημένος από τον ίδιο τον Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη. Στις 11 Οκτωβρίου ο Ντίνας είχε σταλεί από το Ανταρτικό στη Στάτιτσα για να διαβιβάσει μηνύματα στην Καστοριά. Παρέτεινε όμως την παραμονή στο χωριό του, πιθανόν για λόγους αισθηματικούς. Αυτός ενθάρρυνε τον Μελά να εισέλθει το βράδυ στη Στάτιτσα και τον βοήθησε να διαμοιράσει τους κατάκοπους άνδρες του σε διάφορα σπίτια. Το σφάλμα ήταν μοιραίο, καθώς το χωριό διέθετε οργανωμένο βουλγαρικό πυρήνα. Την επομένη ο Μελάς έστειλε νέο μήνυμα στον Καούδη, ζητώντας του να συναντηθούν στις δύο ή τρεις τα χαράματα της 14ης Οκτωβρίου στο βουνό.

Ανταλλαγή πυρών

Το απόγευμα της 13ης, όμως, πριν νυχτώσει και αναχωρήσει το σώμα, έφτασε στη Στάτιτσα τουρκικό απόσπασμα μερικών δεκάδων στρατιωτών (ίσως και χωροφυλάκων) από το παρακείμενο Μακρυχώρι (Κόνομπλατ). Η παρουσία 35 ανδρών ήταν βέβαια αδύνατον να περάσει απαρατήρητη και αμαρτύρητη. Ο Καραβαγγέλης κατονομάζει ως προδότη κάποιον Κωνσταντίνο, ενεργούμενο του Μήτρου Βλάχου, μια συνωνυμία που ομολογουμένως πολύ εύκολα μπορεί να προκαλέσει σύγχυση. Οι στρατιώτες, αφού τριγύρισαν τους μαχαλάδες, τελικά εντόπισαν την ομάδα του Κρητικού Γεωργίου Βολάνη. Eτσι, ενώ σκοτείνιαζε, άρχισε η ανταλλαγή πυρών ακριβώς απέναντι από το κατάλυμα του Μελά. Ο Βολάνης και ο Χρήστος Παναγιωτίδης (Μαλέτσκος) ισχυρίστηκαν ότι επίθεση δέχτηκε μόνο το δικό τους καταφύγιο, ενώ ο Νικόλαος (Λάκης) Πύρζας, οδηγός και έμπιστος του Μελά, είπε ότι ο αρχηγός του άρχισε πρώτος το τουφεκίδι μαζί με τον Ντίνα, όταν Tούρκοι στρατιώτες προσπάθησαν να ακροβολιστούν στην αυλή του δικού τους καταλύματος για να προσβάλουν το σπίτι του Βολάνη. Σε κάθε περίπτωση, όταν σκοτείνιασε, κι ενώ η πολιορκία του Βολάνη και της ομάδας του συνεχιζόταν, ο Μελάς επιχείρησε έξοδο μαζί τους «συγκατοίκους» του Ντίνα, Πύρζα, Γιώργο Στρατηνάκη και Πέτρο Χατζητάση. Ανταλλάχτηκαν κατ' αρχήν μερικοί πυροβολισμοί με έναν Tούρκο στρατιώτη, όπως μαρτυρεί ο Πύρζας. Τους άκουσε μάλιστα και ο Παναγιωτίδης από το διπλανό σπίτι, που διέκρινε τον κρότο επαναληπτικού όπλου και περιστρόφου, προφανώς του Μελά. Κατά τον Πύρζα, με προτροπή του Στρατηνάκη, κατέβηκαν όλοι με ανεμόσκαλα στον αχυρώνα, στο κάτω μέρος του σπιτιού, ενώ κατά τον Χατζητάση κατέβηκε μόνον ο Μελάς και ο Πύρζας. Ο Στρατηνάκης βγήκε πρώτος για να πάρει το όπλο του σκοτωμένου Τούρκου, γράφει ο Πύρζας στα απομνημονεύματά του, ενώ, αντίθετα, τα Χριστούγεννα του 1904 ο ίδιος είπε στην οικογένεια Δραγούμη ότι ο Στρατηνάκης δεν είχε εξέλθει πριν από τον τραυματισμό του αρχηγού. Ο Μελάς λοιπόν ξεμύτισε (ή κατέβηκε τη σκάλα) ακολουθούμενος από τον Ντίνα και τον Χατζητάση (σύμφωνα με τον Πύρζα) ή από τον Πύρζα (σύμφωνα με τον Χατζητάση). Και οι δύο πάντως συμφωνούν ότι ακούστηκε ένας μόνον πυροβολισμός, ενώ ο Ντίνας μόνον ανέφερε τουρκικό «πυρ ομαδόν». Ο Χατζητάσης διηγήθηκε (το 1927) σε ομήγυρη -και έχει καταγραφεί από μάλλον έγκυρη πηγή- ότι βρήκαν τον Μελά κάτω νεκρό και ο ίδιος είκασε ότι είχε εκπυρσοκροτήσει το όπλο του Πύρζα. Πάντως, ο Πύρζας την άλλη μέρα, αφού είχαν πλέον σωθεί, είπε στον Καούδη ότι ο Μελάς είχε χτυπηθεί ενώ έβγαιναν στο δρόμο, οι υπόλοιποι πήραν τα πράγματά του και έφυγαν. Στην οικογένεια Δραγούμη ο ίδιος ήταν, για ευνόητους λόγους, πιο αναλυτικός: περιέγραψε πως ο Μελάς χτυπημένος στη μέση γύρισε μέσα (στον αχυρώνα) -όπου βρισκόταν ακόμη ο ίδιος ο Πύρζας- και συνέχισε με τη δραματική περιγραφή του ξεζώματος, της παράδοσης των όπλων, του σταυρού και του ψυχορραγήματος του ήρωα. Τα ίδια περίπου θα πει για τον σταυρό και τα όπλα και ο Στρατηνάκης τον Νοέμβριο του 1904 στην εφημερίδα Εμπρός. Θα πει επίσης ότι Μελάς ξεψύχησε σε είκοσι λεπτά, ενώ ο Πύρζας ανέφερε μια ώρα.

Eκδοχές

Ο ίδιος ο Πύρζας δήλωσε ότι ο Μελάς χτυπήθηκε από τουρκικό μάουζερ -όπλο που στο δικό τους σώμα μόνο ο Παύλος διέθετε- ότι μερικές λίρες έσπασαν από τη σφαίρα και μπήκαν στο τραύμα. Η νεκροψία, που είχε ήδη διενεργηθεί στην Καστοριά, επιβεβαίωνε τα λόγια του όσον αφορά την πληγή και τις λίρες. Είπε επίσης ότι ο Μελάς ζητούσε επίμονα να τον αποτελειώσουν, ότι προσπάθησε μάλιστα να αυτοκτονήσει αλλά τον εμπόδισε ο ίδιος, ενώ ο Ντίνας ήταν μάλλον θετικός για την επίσπευση του μοιραίου, αφού κινδύνευαν να συλληφθούν άμεσα.
Ο Βολάνης όμως άκουσε από τους πρωταγωνιστές -και το μετέφερε χωρίς επιφύλαξη αργότερα- ότι τελικά ο Μελάς όντως αυτοκτόνησε με το περίστροφό του. Μάλλον απίθανη εκδοχή. Εξάλλου, το κεφάλι του νεκρού το είδαν τουλάχιστον δύο άτομα, ο προξενικός υπάλληλος που το αναγνώρισε και το έθαψε και η αδελφή του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, η Κλεονίκη, η οποία συνόδευσε τη Ναταλία Μελά στο Πισοδέρι το 1907. Ούτε έγινε ποτέ αναφορά, από όσα στοιχεία της νεκροψίας γνωστοποιήθηκαν στον Τύπο από τουρκικής πλευράς, για δεύτερη σφαίρα στο σώμα του. Ο Καούδης, όμως, μεταπολεμικά έγραψε ότι, όπως έμαθε, ο αρχηγός είχε χτυπηθεί από «μολύβι» κι όχι από σφαίρα επαναληπτικού. Αφησε έτσι ανοιχτό το ενδεχόμενο να έπεσε από όπλο αντάρτη. Eγραψε επίσης ο ίδιος ότι τελικά ο Πύρζας είχε καμφθεί από τις πιέσεις και άφησε να αποτελειώσουν τον Μελά οι «άλλοι». Δεν ήταν όμως αυτόπτης μάρτυρας ούτε αυτός ούτε ο Βολάνης. Ποιος τους τα είπε; Δεν είναι εύκολο να πει κανείς με βάση αυτές τις πηγές τι έγινε και με ποιανού ευθύνη στην αυλή του σπιτιού. Αν ο Παύλος πέθανε μόνο σε είκοσι λεπτά, όπως είπε ο Στρατηνάκης τότε, γιατί να τεθεί θέμα επίσπευσης; Το βέβαιο είναι ότι ο νεκρός Μελάς αφέθηκε προσωρινά στον αχυρώνα και ενταφιάστηκε αργότερα -ίσως την ίδια νύχτα- από τους χωρικούς.

Στο Ανταρτικό

Η εγκατάλειψη του νεκρού Μελά, ενός ζωντανού θρύλου, ήταν αρκετή για να προκαλέσει από μόνη της τύψεις και ενοχές στους άνδρες, ειδικά στον αφοσιωμένο Πύρζα. Ακολούθησαν όμως πολλά και διάφορα ψέματα, τα οποία επέτειναν την υποψία της συγκάλυψης κάποιου μυστικού, ενώ οι τουρκικές αρχές, ήδη στα μέσα Νοεμβρίου, διοχέτευσαν σκοπίμως την πληροφορία ότι ο Μελάς είχε δολοφονηθεί από κακοποιημένο σύντροφό του.
Οι περισσότερες ανακρίβειες των αφηγήσεων αυτών μάλλον οφείλονταν στον τρόπο με τον οποίο έγινε η μεταφορά των πληροφοριών, αλλά δεν ήταν όλες εντελώς αθώες. Πύρζας, Ντίνας, Χατζητάσης και Στρατηνάκης έφτασαν το πρωί της Πέμπτης 14ης Οκτωβρίου στο παρακείμενο Ανταρτικό, όπου συνάντησαν τον Καούδη, τον Κύρου και τους λιγοστούς άνδρες τους. Εκεί ο Κύρου, που ήδη βαρυνόταν με την κατάδοση του Κώτα στους Τούρκους, προφανώς συνειδητοποίησε αμέσως τις μοιραίες συνέπειες που είχε η πεισματική αντίρρησή του να σπεύσουν σε συνάντηση του Μελά, όσο κι αν είχαν ψυχρανθεί οι μεταξύ τους σχέσεις εξαιτίας της υπόθεσης Κώτα.

Το περίεργο πάντως είναι ότι δεν ειδοποιήθηκε άμεσα το προξενείο, αλλά εστάλη ο Ντίνας την ίδια μέρα και πάλι πίσω στη Στάτιτσα από όπου επέστρεψε μόνον το πρωί του Σαββάτου 16 Οκτωβρίου. Ο νεκρός δεν είχε εντοπιστεί ακόμη κι είχε θαφτεί με μυστικότητα, είπε, αλλά ο κίνδυνος «να του πάρουν το κεφάλι», κατά τη ρήση του Ντίνα, δεν είχε παρέλθει. Τότε μόνον, στις 16, ειδοποιήθηκε γραπτώς από τον Πύρζα το προξενείο Μοναστηρίου για τα καθέκαστα με τον δάσκαλο του Πισοδερίου Αναστάσιο Παπαφιλίππου. Χωριστά στάλθηκε την ίδια μέρα στον πρόξενο το σακίδιο του Μελά με τον Χρήστο Στογιάννη. Σύμφωνα με την επιστολή αυτή, της 16ης, ο Μελάς είχε ορμήσει πρώτος και είχε πληγωθεί στη μέση. Την επομένη, το βράδυ της 17ης Οκτωβρίου, έφυγαν όλοι οι Μακεδονομάχοι από το Ανταρτικό, εκτός του Κύρου και των δικών του, με προορισμό τη Δροσοπηγή. Πριν από την αναχώρηση ο Καούδης έδωσε πέντε λίρες στον Ντίνα για να πάρει Στατιτσινούς και όλοι μαζί να φέρουν τον νεκρό του Μελά στο Ανταρτικό. Παραδόξως, μαζί με όλους τους άλλους, έφυγε και ο Πύρζας, μολονότι αναμενόταν ο νεκρός του Μελά τις επόμενες ώρες.

Eνέργειες του προξενείου


Στις οκτώ η ώρα το πρωί της Κυριακής 17 Οκτωβρίου το προξενείο απέστειλε εκτενές τηλεγράφημα προς την Αθήνα με τα κακά μαντάτα. Ταυτόχρονα έστειλε σιδηροδρομικώς στη Φλώρινα τον υπάλληλο του προξενείου Βασίλη Αγοραστό με τελικό προορισμό το Πισοδέρι για να μάθει σχετικά με την ταφή. Την επομένη (18), σε απάντηση σχετικής ερώτησης του υπουργού για την ταφή, ο Κοντογούρης συμπλήρωσε, προφανώς και πάλι με βάση τη μοναδική επιστολή του Πύρζα, ότι ο Μελάς είχε ενταφιαστεί ήδη με τη φροντίδα του μουχτάρη της Στάτιτσας, στο σπίτι του οποίου είχε καταλύσει, ό,τι τους είχε πει δηλαδή ο Ντίνας, όταν επέστρεψε στο Ανταρτικό το πρωί της 16ης. Λίγο αργότερα, την ίδια μέρα (18), παρέδωσε το σακίδιο του Μελά στο προξενείο ο Χρήστος Στογιάννη.

Από την κατοπινή επιστολή του Αγοραστού προς τον παλαιό του συνάδελφο Iωνα Δραγούμη γνωρίζουμε ότι ο υπάλληλος του προξενείου έφτασε στο Ανταρτικό μαζί με μερικούς Πισοδερίτες και εκπαιδευτικούς της Μοδεστείου Σχολής στις τέσσερις η ώρα τα χαράματα της 18ης Οκτωβρίου. Βρήκε μόνον τον Κύρου, ο οποίος του είπε ότι είχε στείλει τον Ντίνα μόλις πριν από μερικές ώρες, τα μεσάνυχτα, για να φέρει τον νεκρό. Πράγματι ο Ντίνας επέστρεψε γύρω στις 6-7 το πρωί της 18ης Οκτωβρίου, φέροντας μαζί του μόνον την κεφαλή του Μελά. Εξήγησε ότι, την ώρα που άρχισε να σκάβει το σημείο της πρόχειρης ταφής, ειδοποιήθηκε για την άφιξη στρατιωτικού αποσπάσματος κι έτσι έσπευσε να κόψει το κεφάλι. Ξεγλίστρησε από το χωριό, ενώ ο αποσπασματάρχης έδερνε τον κοτζάμπαση και απειλούσε με πυρπόληση το χωριό, αν δεν μάθαινε πού είχε ενταφιαστεί ο νεκρός αντάρτης. Oλα αυτά πριν καν ξημερώσει. Ο Ντίνας ξέσπασε σε κλάματα, ο Αγοραστός έκλαιγε επίσης, ενώ στο ημίφως αναγνώρισε την κεφαλή του Παύλου, τον οποίο είχε συναντήσει στο προξενείο Μοναστηρίου πριν από μερικούς μήνες. Η κηδεία έγινε το βράδυ και λίγο αργότερα -τα μεσάνυχτα- ο Αγοραστός ξεκίνησε πίσω για το Μοναστήρι.


6.Η κρίση στα Βαλκάνια 2.Το κίνημα στο Γουδί και η κυβέρνηση Βενιζέλου
H προξενική αναφορά

Στο Προξενείο Μοναστηρίου, αργά το βράδυ της Τρίτης 19 Οκτωβρίου, συντάχθηκε η πολυσέλιδη αναφορά για το τέλος του Μελά. Βασιζόταν προφανώς στα όσα είπαν στον Αγοραστό ο Κύρου και, κυρίως, ο «αυτόπτης» Ντίνας. Το κείμενο περιείχε ένα σωρό στοιχεία για το πώς ακριβώς τους είχε προδώσει ο Μήτρος Βλάχος. Ανέφερε τόσες εντυπωσιακές λεπτομέρειες για το τι ακριβώς περιείχε η κατάδοση του Βλάχου, που μόνο ο γραφέας, ο κομιστής της επιστολής (αν βέβαια ήξερε τη γλώσσα γραφής της) και ο Tούρκος αποσπασματάρχης Μακρυχωρίου θα μπορούσαν να τις γνωρίζουν. Αν δεχτούμε ότι ο Αγοραστός μετέφερε επακριβώς όσα άκουσε, τότε ο Κύρου του είπε ψέματα, πως τάχα ο τουρκικός στρατός, που είχε καταλάβει την ορεινή διάβαση, τους εμπόδισε να ενωθούν με τον Μελά την κρίσιμη στιγμή. Πώς μπορούσε σε τέτοιες στιγμές να αναλάβει ανοιχτά την ευθύνη του; Του είπε επίσης ψέματα ότι ο Ντίνας ήταν ψυχογιός του Μελά. Επίσης, κρίνοντας από τις άλλες μαρτυρίες, ψέματα του είπε και ο Ντίνας, όταν ήρθε με την κεφαλή: ότι οι Τούρκοι είχαν προσβάλει μόνον το δικό του κατάλυμα, ότι ο Μελάς επιχείρησε έφοδο, αλλά οι στρατιώτες πυροβόλησαν ομαδόν εναντίον του, γνωρίζοντας επακριβώς από τον προδότη Μήτρο Βλάχο την κρυψώνα του. Τον Παύλο χτύπησε, αναφέρει η έκθεση, πάνω από τον ομφαλό η σφαίρα ενός χωροφύλακα, τον οποίο μάλιστα ο Μελάς πρόλαβε να αντιπυροβολήσει και να σκοτώσει. Τέτοιο τραύμα θα δικαιολογούσε απόλυτα ένα μάλλον σύντομο θάνατο από αιμορραγία. Τελικά, μέσα από το πολυσέλιδο αυτό κείμενο, ο πρόξενος, εν αγνοία του, καθιέρωσε τον Ντίνα ως παλικάρι του Μελά, μολονότι δεν γνωρίζονταν ούτε 24 ώρες και νομιμοποίησε πλήρως τις αντιφατικές μαρτυρίες του. Oμως αυτές τελικά ξεχάστηκαν. Μακροπρόθεσμα επικράτησε η εκδοχή τού Πύρζα, αφού αυτή πέρασε αυτούσια στο βιβλίο της Ναταλίας Μελά για τον Παύλο ήδη από το 1926, αλλά και στον Μάγκα της Πηνελόπης Δέλτα το 1935. Τίποτε δεν στάθηκε δυνατόν να την επισκιάσει.

Ο οπλαρχηγός  Νικολάος Πύρζας από τη Φλώρινα


Tουρκική έρευνα

Tο σπίτι στη Στάτιτσα, όπου βράδυ, 13 Oκτωβρίου 1904 παίχθηκε το δραματικό τέλος. Eπιχειρώντας έξοδο με τους τέσσερις συντρόφους του από το κατώι, πληγώθηκε θανάσιμα. Φωτογραφία τραβηγμένη στα 1926, με τους Λάκη Πύρζα, οδηγό και έμπιστο του Mελά στις τρεις περιοδείες του, υπαρχηγό στην τρίτη (αριστερά) και Πέτρο Xατζητάση (δεξιά), που ήταν παρόντες κατά τον θάνατο του Mελά. Tο σπίτι αγοράστηκε το 1963 από τον I. K. Mαζαράκη - Αινιάν, νομάρχη τότε Kαστοριάς, αποκαταστάθηκε στην αρχική του μορφή, διαμορφώθηκε στη συνέχεια σε Mουσείο και δωρήθηκε στην Kοινότητα Mελά. Από τότε καθιερώθηκε κάθε χρόνο στις 13 Oκτωβρίου να γίνεται επιμνημόσυνος τελετή (φωτ.: Nαταλία Mελά «Παύλος Mελάς», 1964).

Σύμφωνα με επιστολές του προξένου Κοντογούρη προς το υπουργείο (της 25ης Οκτωβρίου) και του Καραβαγγέλη προς τον Iωνα (της 26 Νοεμβρίου), στις 23 Σεπτεμβρίου έγινε τουρκική έρευνα στη Στάτιτσα, οπότε αποκαλύφτηκε το ακέφαλο πτώμα και μεταφέρθηκε στην Καστοριά. Ο Κοντογούρης απέδωσε τη δεύτερη έρευνα στα νέα των ελληνικών εφημερίδων, που έφτασαν, έγραψε, στο Μοναστήρι τηλεγραφικώς μέσω της τουρκικής πρεσβείας Αθηνών και της Κωνσταντινουπόλεως. Αν δεχτούμε την εκδοχή των δύο τουρκικών ερευνών (στις 18 και τις 23), τότε ο Καραβαγγέλης στα απομνημονεύματά του τις συνέφυρε. Είπε ότι την ίδια ώρα που ο «Δίνε», όπως ονομάζει τον Ντίνα, έμπαινε στο χωριό έφτασε «μυρμηγκιά στρατού», που γνώριζε για τον θάνατο του Μελά, μάλιστα ισχυρίστηκε ότι αυτός έστειλε τον Ντίνα να πάρει το σώμα. Είναι δεδομένο ότι το πρωινό τηλεγράφημα της 17ης Οκτωβρίου από το Μοναστήρι έφτασε στο υπουργείο Εξωτερικών τα χαράγματα της 18ης. Από τον Τύπο της 19ης φαίνεται ότι τα νέα έφτασαν στο σπίτι των Δραγούμηδων το πρωί της προηγουμένης. Πιθανόν μέχρι το μεσημέρι της 18ης να τα ήξερε και η τουρκική πρεσβεία. Αλλά πάντως η πρώτη εκταφή, από τον Ντίνα, είχε ήδη γίνει. 'Η μήπως ο μητροπολίτης, παρά τον συμφυρμό, είχε δίκαιο τελικά; Μήπως, δηλαδή, έγινε μόνο μία έρευνα και ανάκριση μετά ξύλου, στις 23; Αλλωστε, η παρουσία του τουρκικού στρατού τα χαράγματα της 18ης στη Στάτιτσα, δεν τεκμηριώνεται προς το παρόν από άλλη πηγή.

Αιωρούμενες υποψίες

Αν δεν έλειπαν οι σαφείς υπαινιγμοί του Χατζητάση εις βάρος του Πύρζα, αλλά και του Πύρζα εις βάρος του Ντίνα -τους οποίους φαίνεται ότι διέρρευσε και σε άλλους- θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι πρόκειται απλώς για το καθιερωμένο παρασκήνιο, που δημιουργεί η ανάγκη να αποδοθούν ευθύνες για μια σημαντική απώλεια. Σίγουρα ήταν κάτι παραπάνω από κενές παρασκηνιακές αλληλοκατηγορίες, αλλά κάτι λιγότερο συγκλονιστικό από τα απίστευτα συνωμοτικά σενάρια περί κλοπών, αντιζηλιών και δολοφονιών, που εξυφάνθηκαν εκ των υστέρων κυρίως μεταξύ των χωρικών της Στάτιτσας. Κάτι γνώριζαν, αλλά πολύ περισσότερα φαντάζονταν.

Τελικά τα περισσότερα ερωτήματα θα παρέμεναν ανοιχτά, αν δεν δημοσιευόταν το 2003 το ογκώδες ημερολόγιο του περίφημου για τη δράση του αρχηγού του Αγώνα και μετέπειτα υπουργού Στρατιωτικών, του Γεωργίου Τσόντου, γνωστού ως καπετάν Βάρδα. Αναφέρει ο Τσόντος στην εγγραφή της 17ης Ιουλίου 1907, με βάση πληροφορίες από τη Στάτιτσα, τις οποίες αποδέχεται χωρίς να αιφνιδιάζεται, ότι το 1905 ο Ντίνας είχε μεταναστεύσει στην Αμερική, επειδή φοβόταν για τη ζωή του, αφού αυτός είχε αποτελειώσει τον τραυματισμένο Μελά. Επιβεβαιώνει λοιπόν η μαρτυρία αυτή τις υποψίες που ο Πύρζας είχε αφήσει να αιωρούνται και τις φήμες που κυκλοφορούσαν προπολεμικά στον χώρο των παλαιμάχων του Αγώνα. Εξηγεί επίσης, ως ένα σημείο, τις ενοχές του Πύρζα, τα ψέματα του Ντίνα προς τον Αγοραστό και τις αντιφάσεις στις μαρτυρίες των Ντίνα, Πύρζα, Στρατηνάκη και Χατζητάση για τις τελευταίες στιγμές του Παύλου.

Αίσθηση συγκάλυψης

Τα στοιχεία αυτά οπωσδήποτε μειώνουν τη βαρύτητα των μαρτυριών του Ντίνα και επαναθέτουν το ζήτημα μήπως η άφιξη του τουρκικού στρατού τη στιγμή της εκταφής ήταν δική του επινόηση, είτε για να τελειώνει γρηγορότερα την αποστολή του και να αποφύγει την πληρωμή μισθών σε βοηθούς είτε επειδή είχε ειδικούς λόγους να μην εξετάσουν άλλοι τον νεκρό του Μελά. Αλλωστε, παραμένει ανεξήγητο γιατί ο Πύρζας δεν είπε ευθέως την αλήθεια, γιατί κάλυψε κι αυτός και οι άλλοι τον Ντίνα, που ούτε τον ήξεραν και πιθανόν ούτε τον ξαναείδαν -αν τον ξαναείδαν- για χρόνια; Για να αποφύγει απλώς την κατηγορία ότι ενέδωσε -όπως του το καταμαρτύρησε άλλωστε ο Καούδης- στις πιέσεις των ανδρών να φύγουν το γρηγορότερο ή γιατί ο Ντίνας ήταν ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας στην πιθανολογούμενη μοιραία εκπυρσοκρότηση του όπλου του; Την αίσθηση της συγκάλυψης επιτείνει και η άλλως ανεξήγητη καθυστέρηση της αναφοράς προς το προξενείο, αλλά και η «συζήτηση» για το μοιραίο βόλι. Για να αιτιολογηθεί η απουσία βλήματος Μάουζερ στον νεκρό έπρεπε να υπάρχουν στο τουρκικό απόσπασμα και χωροφύλακες, που διέθεταν όπλα σαν των ανταρτών. Γι' αυτό και ανεξήγητα μεγάλο μέρος των μαρτυριών των πρωταγωνιστών περιστράφηκε γύρω από το θέμα αυτό.

Κανείς δεν μπορεί πλέον να προσφέρει κάτι παραπάνω στην έρευνα αυτή, χωρίς να ερευνήσει τα οθωμανικά ή τα βουλγαρικά αρχεία. Μόνον από αυτά πιθανόν θα μάθουμε αν ο Μήτρος Βλάχος όντως πρόδωσε τον Μελά, ποιος ήταν πράγματι ο Ντίνας, πώς έμαθε στις 15 Οκτωβρίου τόσες λεπτομέρειες για την προδοσία, και τι έδειξε η ιατροδικαστική εξέταση στην Καστοριά. Oμως όλα αυτά δεν έχουν τελικά και τόση σημασία για την Ιστορία. Η θέση του καπετάν Μίκη Ζέζα ως συμβόλου του Μακεδονικού Αγώνα και της ανιδιοτελούς θυσίας για την πατρίδα, θέση για την οποία προετοιμαζόταν ψυχολογικά και έμπρακτα σε ολόκληρη τη σύντομη ζωή του, δεν απειλείται διόλου. Hταν πραγματικός ήρωας.

Οι πηγές

Τα έγγραφα του υπουργείου των Εξωτερικών που αφορούν τα γεγονότα του θανάτου του Μελά περιέχονται όλα στον τόμο '' Οι απαρχές του Μακεδονικού Αγώνα 1903-1904'' :
100 έγγραφα από το Αρχείο του υπουργείου των Εξωτερικών, που εκδόθηκαν το 1996 στη Θεσσαλονίκη από το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα.

Στα παραρτήματα 4-7 του τόμου Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού του ΓΕΣ περιλαμβάνονται η αφήγηση του Ε. Καούδη, η τελευταία έκθεση του Παύλου Μελά, η έκθεση του Γ. Βολάνη, τηλεγράφημα του Προξενείου Μοναστηρίου και η επιστολή του Β. Αγοραστού προς τον Ι. Δραγούμη.

Την έκδοση του ημερολογίου του Ευθυμίου Καούδη επιμελήθηκε ο Βασίλης Κ. Γούναρης (1992) και των απομνημονευμάτων του ο Αγγελος Χοτζίδης (1996). Και τα δύο εκδόθηκαν από το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα.
Τα απομνημονεύματα του Ιωάννη Καραβίτη δημοσιεύτηκαν αρχικά (1949-1950) σε συνέχειες στην εφημερίδα Ελληνικός Βορράς. Τα επανέκδωσε σε δύο τόμους ο Γιώργος Πετσίβας το 1994. Στις σημειώσεις 142-149 του 1ου τόμου ο Πετσίβας παραθέτει συγκεντρωμένες αρκετές πηγές για τον θάνατο του Μελά. Ανάμεσα σ’ αυτές, την επιστολή του Παναγιωτίδη (Μαλέτσκου) προς τον Ταχυδρόμο της Θεσσαλονίκης (17 Απρ. 1927).

Ο Πετσίβας εξέδωσε επίσης σε τρεις τόμους το 2003 τα εν μέρει κρυπτογραφημένα ημερολόγια του Γεωργίου Τσόντου-Βάρδα της περιόδου 1904-1907, τα οποία αποτελούν ακόμη μια ανεκμετάλλευτη ιστορική πηγή για τον Αγώνα. Την περιγραφή του Χατζητάση, που ενοχοποιεί τον Πύρζα, την άκουσε ο ίδιος ο Τάκης Κύρου το 1927 και την παραδίδει στο βιβλίο του Παύλος Κύρου (Φλώρινα, 1978), σ. 58.
Τα κείμενα του Λάκη Πύρζα, που όμως είναι απίθανο να είναι πραγματικές ημερολογιακές καταγραφές, τα εξέδωσε ο Π. Παπασταμάτης στο περιοδικό Αριστοτέλης της Φλώρινας το 1960, με τρόπο που αφήνει πολλά ερωτήματα για την πιστότητά τους.

Το απόσπασμα της αφήγησης του Πύρζα στην οικογένεια Δραγούμη, από το ημερολόγιο του Φίλιππου Δραγούμη, παρουσίασε το 1984 ο Γιώργος Ιωάννου στο Συμπόσιο.

Ο Μακεδονικός Αγώνας (βλ. σ. 167-9 των πρακτικών, που εξέδωσε το ΙΜΧΑ το 1987).

Την αφήγηση του Στρατηνάκη δημοσίευσε το Εμπρός (11 Νοεμβρίου 1904). Στα φύλλα Οκτωβρίου και Νοεμβρίου της ίδιας εφημερίδας βρίσκονται ποικίλες, χρήσιμες αναφορές που φωτίζουν όψεις του θανάτου του Μελά και ξαφνιάζουν για το πόσο πολλές λεπτομέρειες ήταν γνωστές στο ευρύ κοινό.
Το ημερολόγιο του Μελά και τις επιστολές του επιμελήθηκε η ίδια η Ναταλία Μελά. Για πρώτη φορά εκδόθηκαν ανώνυμα στην Αλεξάνδρεια το 1926.

Τα απομνημονεύματα του Καραβαγγέλη (ΙΜΧΑ 1959) δεν μπορούν να θεωρηθούν πηγή για τον θάνατο του Μελά, αλλά μόνο –και πάλι με επιφύλαξη– για όσα προηγήθηκαν και ακολούθησαν.




Το τέλος του Παύλου Μελά: Μια ακόμη εκδοχή


O λοχαγός και γιατρός Π. Αχ. Νταφούλης, σχετικά με το θάνατο του Παύλου Μελά, μετά από έρευνα που έκανε στο Αρχείο Παύλου και Ναταλίας Μελά, που φυλάσσεται στα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.

"Παύλος Μελάς και Μακεδονικός Αγώνας ή, και αντίστροφα, Μακεδονικός Αγώνας και Παύλος Μελάς είναι άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους εκατό χρόνια... Ο θάνατος του Μελά (13 Οκτωβρίου) εξώθησε την Ελλάδα σε πιο ενεργή εμπλοκή στο μακεδονικό πεδίο και σηματοδοτεί στο εξής την επίσημη πλέον έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα. Αδόκητο συμβάν ο θάνατός του, σύσσωμο το πανελλήνιο αναστατώθηκε, σαν να χρειαζόταν έναν τραγικό ήρωα για να αφυπνιστεί...", γράφει ο Κ. Λιόντης, στο επετειακό αφιέρωμα, "Ένας αιώνας μνήμης", της εφημερίδος "Καθημερινή".
Αλλά και το ποίημα "Παύλος Μελάς", που δημοσίευσε ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, στις 22 Οκτωβρίου 1904, την ημέρα του μνημόσυνου του Μελά στην Αθήνα, συμφωνεί πως ο θάνατός του αποτέλεσε το εγερτήριο κάλεσμα: "Φέγγει τη νύχτα η ξαστεριά στους δρόμους τους μεγάλους, / μήπως ο πλάνος, πούρχεται, διαβάτης τους ευρύ, / αλλά καλλίτερα οδηγεί ένα καντήλι τάφου, / που ο σκοτωμένος τάναψε και μας ακαρτερεί...". Στο ίδιο αφιέρωμα, ο καθηγητής Β. Κ. Γούναρης σχολιάζει "το μυστήριο που περιβάλλει τον θάνατο του Μελά", τους λόγους αποσιώπησης ή και σύγχυσης, παραθέτοντας τις πιθανές εκδοχές, σύμφωνα με τις υπάρχουσες μαρτυρίες.
Σε αυτές επανέρχεται ο Νταφούλης, ανακεφαλαιώνοντας: "Στις 13 Οκτωβρίου 1904, ο ανθυπολοχαγός Παύλος Μελάς άφησε την τελευταία του πνοή στο χωριό Στάτιτσα, στην περιοχή της Καστοριάς. Σύμφωνα με τα όσα μέχρι σήμερα θεωρούνται ακριβή, ο Μελάς έπεσε νεκρός από τις σφαίρες αποσπάσματος του τουρκικού στρατού, το οποίο είχε εισέλθει στο χωριό όπου κατέλυε ο Έλληνας αξιωματικός με το ένοπλο σώμα του... Παρόντες κατά το θάνατό του ήταν ο Λάκης Πύρζας, ο Πέτρος Χατζητάσης, ο Θεόδωρος Ντίνας και ο Γεώργιος Στρατηνάκης..."

Η επίσημη εκδοχή στηρίχτηκε σε επιστολή του Φλωρινιώτη Πύρζα, στις 18 Οκτωβρίου, προς το Κέντρο Μοναστηρίου, καθώς και στη διήγησή του, όταν, ως οικογενειακός φίλος, ήρθε στην Αθήνα φέρνοντας τα προσωπικά αντικείμενα του Μελά. Τουρκική σφαίρα τον χτύπησε, που τρύπησε το κεμέρι του και έσπασε τις λίρες. Η επιθανάτια αγωνία κράτησε μια ώρα και ζητούσε να τον αποτελειώσουν. Έβγαλε το περίστροφό του για να αυτοκτονήσει αλλά του το πήρε ο Πύρζας. Έτσι τα έγραψε ο Πύρζας και στα απομνημονεύματά του και η Ναταλία Μελά στο βιβλίο της και ο Φίλιππος Δραγούμης στο ημερολόγιο του. Στην εφημερίδα "Εμπρός", τον Νοέμβριο του 1904, ο Στρατηνάκης ισχυρίστηκε πως ξεψύχησε μέσα σε είκοσι λεπτά. Το 1927, ο Χατζητάσης υποστήριξε πως δεν ήταν τουρκική σφαίρα, αλλά ότι εκπυρσοκρότησε το όπλο του Πύρζα. Με τη σειρά του ο Πύρζας έκανε υπαινιγμούς σε βάρος του Ντίνα, που λέγεται πως συμφωνούσε με τον τραυματία να επισπεύσουν το μοιραίο. Τελικά, ο Ντίνας μετανάστευσε στην Αμερική, γιατί αποτελείωσε τον τραυματισμένο Μελά, σύμφωνα με το ημερολόγιο του καπετάν Βάρδα. Το κείμενο του Γούναρη απογέρνει στην εκδοχή της εκπυρσοκρότησης του όπλου του Πύρζα και της ενοχής του Ντίνα, ζητώντας έρευνα στα οθωμανικά και βουλγαρικά αρχεία σχετικά με την ταυτότητα του Ντίνα.
Την γνώμη του οπλαρχηγού Γεωργίου Βολάνη, εγκλωβισμένου επίσης στη Στάτιτσα, σε γειτονικό σπίτι, πως ο Μελάς αυτοκτόνησε με το περίστροφό του, ο Γούναρης την απορρίπτει, καθώς τουλάχιστον δυο άνθρωποι είδαν το αποκομμένο κεφάλι του νεκρού ο προξενικός υπάλληλος Βασίλης Αγοραστός, που το αναγνώρισε, και η αδελφή του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη. Ωστόσο, ο Νταφούλης, στο άρθρο του, υποστηρίζει ακριβώς την άποψη Βολάνη, παρουσιάζοντας το εύρημά του από το Αρχείο Μελά  μια επιστολή του Χατζητάση προς την Ναταλία Μελά, γραμμένη στη Φλώρινα την 15η Φεβρουαρίου 1905. Μετά τα συγχαρητήρια, περιγράφει τις τελευταίες στιγμές "του αισθηματίου γενναίου φιλογενέστατου κυρού Παύλου στο σπίτι της Στάτιτσας": " Εστάθημεν εις την μέσην της αυλής... και μετά πέντε λεπτά εκτυπήθη εκ του αριστερού μέρους και εγώ προς τα δεξιά του είμην μόνον μιαν πιθαμήν απέχων εξ Αυτού, και εφώναζεν ώχ! Πέτρο, μ' έκτύπησαν, επήγαμεν έπειτα εις έναν σταύλον όπου εξαπλώθη και εφώναξεν, πονώ, πονώ παιδιά, έπεσα παιδιά, Λάκη το όπλον μου να το δώσης του Μίκη, τον σταυρόν να τον δώσης της γυναικός μου, την ηγάπησα, αχ! Την ηγάπησα, μεγαλοφώνως έλεγεν, τα παιδιά μου, Λάκη, εις τον λαιμόν σου, Λάκη, τα παιδιά μου, και να ειπής εκτέλεσα το καθήκον μου. Εφώναζεν, σκοτώσατέ με παιδιά, σκοτώσετέ με. Και μετά πικρών δακρύων γράφω υμίν την εις το σκότος αυτοχειρίαν εις την κεφαλήν Του, μη ειξεύροντες ημείς τον σκοπόν του και μετ' ολίγον ο ήρως εξέπνευσεν..."

Μετέπειτα δήμαρχος Φλώρινας, ο Χατζητάσης, κρίνεται από τον Νταφούλη ως αξιόπιστος μάρτυρας. Ο ερευνητής προχωρά περαιτέρω, σε αιτιολόγηση της πράξης του Μελά, με βάση τις συζητήσεις του με τον μοναστηριώτη γιατρό Μιχαήλ Σάπκα και τον κοζανίτη γιατρό Νικόλαο Ρεπανά, που δείχνουν πως ο Μελάς γνώριζε για τον αγωνιώδη θάνατο που φέρνουν τα τραύματα στην κοιλιακή χώρα, καθώς και ότι κατεχόταν από κακά προαισθήματα. Ακόμη τολμηρότερος ο Νταφούλης, και ως γιατρός, εικάζει ότι το τραύμα δεν ήταν θανατηφόρο και πως μπορούσε να αντιμετωπιστεί, καθώς τα νομίσματα είχαν ανακόψει την ταχύτητα της σφαίρας, αυξάνοντας, ωστόσο, τον κίνδυνο λοίμωξης. Και συνεχίζει, εικάζοντας τι θα συνέβαινε στον τραυματία Μελά, αν διακομιζόταν στην Καστοριά ή τη Φλώρινα και από εκεί στο Μοναστήρι, για να χειρουργηθεί. Επεκτείνει την έρευνά του στους γιατρούς, που υπηρετούσαν τότε σε αυτές τις πόλεις, και στις γνώσεις τους, καθώς και στα νοσοκομεία και τον εξοπλισμό τους, καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως το πιθανότερο, ο Μελάς να επιζούσε, ίσως, με κάποια σοβαρή αναπηρία.

Κατά την εκδοχή του Νταφούλη, ο Μελάς θυσιάστηκε ηρωικά, μη αποδεχόμενος "την ταπείνωση του τραυματία Έλληνα αξιωματικού, αιχμάλωτου στα χέρια των Τούρκων". Όταν, μάλιστα, το 1897, είχε κατηγορηθεί πως οδήγησε αντάρτικα σώματα ανεπιτυχώς πέραν της ελληνοτουρκικής μεθορίου. Ο Μελάς "ένοιωθε πως νεκρός βοηθούσε περισσότερο". Όσο για τη Ναταλία Μελά, που προτίμησε την εκδοχή του Πύρζα αντί αυτής του Χατζητάση, πάντα κατά τον Νταφούλη, "ο πόνος της υπερίσχυσε της αντικειμενικότητας της γραφής της... ταίριαζε περισσότερο στο στερεότυπο του ήρωα να πέφτει νεκρός από τις σφαίρες του αντιπάλου."
Υπάρχουν εκδοχές, παραλλαγές εκδοχών, εικασίες και βέβαια, ο μύθος. Επιστημονικά ή ιστορικά, τίποτα απόλυτα τεκμηριωμένο.


Επιστολή του Παύλου Μελά προς ένα νεαρό Εύελπι:

Η ζωή είναι πόλεμος. Η γη σου είναι φρούριο και χρέος σου η νίκη. Μη μιλάς, να σκέπτεσαι, ν ΄ αγαπάς, να μην πονάς. Ένας είναι ο σκοπός σου, ο πόλεμος. Πολέμα για τα ιδανικά σου, για τα Ελληνικά ιδανικά του ανθρωπισμού. Πολέμα για την Μεγάλη Ιδέα. Άνδρες που περπατούν στη ζωή ευθυτενείς και με γαλήνη, μαθημένοι να πονούν χωρίς να υποφέρουν, να νικούν χωρίς να θριαμβολογούν, να νικώνται χωρίς να μοιρολογούν. Αυτοί είναι οι πραγματικοί άνδρες, θεμέλια γενεών. Αυτοί οι Ευέλπιδες , οι αυριανοί ηγήτορες του Έθνους.
Νεαρέ Εύελπι μάθε και εξασκήσου να είσαι απλός, ολιγόλογος, συγκρατημένος, σεμνός. Λίγα λόγια πολλά έργα. Ανθρωπιά μεγάλη, πειθαρχία, πείσμα, αντοχή. Όποιος σε κοιτά, τα μάτια του σε γεμίζουν παλλικάρι. Περισσότερο να προσβάλλεσαι όταν σε κυριεύει ο πόνος. Μη θυμώνεις, χειρότερα είναι να χτυπήσεις έστω και εάν μόλις κρατιέσαι με έναν κόμπο στο λαιμό. Να φύγεις είναι δειλία. Μόνος σου αποφάσισες να γίνεις Αξιωματικός.
Απελπισία, ύστερα γελάς και από την μια μεριά στην άλλη γίνεσαι άνδρας, δηλαδή μαθαίνεις να κρατάς μέσα σου τον πόνο και την απορία, έτσι χωρίς να φαίνεται, αλλά να επιμένεις πάντα στον σκοπό σου, στα όνειρά σου.


Παύλος Μελάς
Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού
Τάξις 1891


Από τη βιογραφία της Ναταλίας Μελά
«Παύλος Μελάς»

- «Σε λίγες μέρες μέσα ξαναδημιουργήθηκε σχεδόν η ατμόσφαιρα η πολεμική του 1877. Ο Παύλος, που φορούσε τώρα στην τελευταία τάξη τη στολή και την περικεφαλαία που είχαν τότε στο γυμνάσιο, κι έκανε στρατιωτικές ασκήσεις με πραγματικό γκρά και λόγχη, εσχεδίαζε κρυφά να πάγη εθελοντής στο στρατό ή αντάρτης στα σύνορα. Τι ατυχία όμως και τι απελπισία να πέση σ’ ένα χαντάκι της πλατείας των Στύλων στα γυμνάσια και να σπάση το πόδι του. Μόνος όταν έμενε στην κάμαρά του με το πόδι απλωμένο και στο γύψο, με κλάματα λύσσας αναθεμάτιζε την αναποδιά της τύχης».
(σελ. 28).

«Μόνον η 1η Ορειβατική έχει την τύχην να πάγη. Η απογοήτευσίς μου ήταν μεγάλη». 31 Ιανουαρίου 1897, λίγο πριν τον πόλεμο, ο οποίος βρήκε τον Μελά 27 ετών ανθυπολοχαγό... αρχιφύλακα στο Πανεπιστήμιο.
(σελ. 63-64).

 «Ακόμα όμως δεν είχε λάβει μέρος σε μάχη η πυροβολαρχία του, όταν γκρεμίστηκαν τα όνειρα του Παύλου στις 11 Απριλίου με την άτακτη υποχώρηση του στρατού μας».
(σελ. 11.)

«Όταν ξέσπασε το Μάιο του 1896 η Κρητική επανάσταση με την πολιορκία του Βάμου έγινε πάλι στην Ελλάδα μεγάλος αναβρασμός. Στην πρωτεύουσα συλλαλητήρια, λόγοι, έρανοι, επιτροπές. Για να συνεχίσουν τον Κρητικόν αγώνα έφευγαν εθελοντές παλικάρια και μερικοί αξιωματικοί του Ελληνικού στρατού. Μαζί τους ήθελε να φύγει και ο Παύλος, αλλ’ επειδή βρισκόταν στο Άργος εκείνο το καλοκαίρι στη Χαρτογραφική Υπηρεσία, παρέλειψαν οι συνάδελφοί του να τον συμπεριλάβουν και έμεινε πίσω αρκετά στενοχωρημένος.»
( σελ. 10.)


Μοναστήρι της Μαρίτσας (προς βορράν του ομωνύμου χωρίου επί της γραμμής)
Παρασκευή 27 Αυγούστου 1904.

Νάτα μου, ...Χθές λοιπόν, αφού σου έγραψα, εφόρεσα τον φοβερόν ντουλαμά μου και δια πρώτην φοράν παρέστην πάνοπλος προ των ανδρών μου. Η εντύπωσις ήτο καλή, διότι μέχρι της στιγμής εκείνης εφόρουν το απαίσιον ψάθινον καπέλλο και το παντελόνι του Ρετσίνα και βεβαίως δεν τους εγέμιζα το μάτι.»
(σελ. 328). Αυτό έγινε μόλις 1,5 μήνα προτού σκοτωθεί (13 Οκτωβρίου 1904).

«Ο Κοντούλης αμέσως προτείνει τον Παύλο, με τη ρητή υπόσχεση, ότι θα τον συγκρατή, γιατί είναι γνωστή η ορμή του... Με άλλους τρείς αξιωματικούς με εντολή να γνωρίσουν τον τόπο, τους ανθρώπους, να ορίσουν στελέχη για μέλλουσα εργασία, να πληροφορηθούν από κοντά τις ανάγκες και τις επιθυμίες των μακεδονικών πληθυσμών, αλλά να ενεργούν μυστικώτατα αποφεύγοντας κάθε σύγκρουση με τις αρχές ή τους κομιτατζήδες... να είναι προσεκτικοί, για να μην εκθέσουν το Ελληνικό κράτος σε πόλεμο, που δεν ήταν τότε έτοιμο να επιχειρήση».
(σελ. 15, 16.)



Βελεμίστι,Κυριακή 29 Φεβρουάριου 1904

« Ό Κοντούλης μού έδωσε το γράμμα σου και το γράμμα σου μού έδωσε πτερά.
 Σ’ ευλογώ καθημέραν διά την γενναιότητά σου και την φιλοπατρίαν, σ’ ευγνωμονώ, αγάπη μου, διότι με υποστηρίζεις τόσον γενναίως εις την έκτέλεσιν των καθηκόντων μου(...) (...)
Είμαι ευτυχής ότι τα παιδάκια μου θά μείνουν εις τα λεπτά αλλά στιβαρά χεράκια σου.
Ναι, σάς σκέπτομαι με άγάπην όλους σας.
Είμαι ύπερήφανος δι’ όλους εσάς, είμαι ύπερήφανος διά την άποστολήν μου».
(σελ. 190)

«Λέχοβον, 25 Σεπτεμβρίου 1904

Νάτα μου,... Εγώ εδώ, ή μάλλον το σώμα μου εφόνευσε τους διαβόητους βουλαγρόπαππαν και βουλγαροδιδάσκαλον της Προκοπάνας την 17 Σεπτεμβρίου. Δια της πράξεως ταύτης υπεβοήθησα τους κατοίκους επενέλθουν εις την Ορθοδοξίαν και να δηλώσουν εντός δεκαημέρου την επιθυμίαν των ταύτην εις τον Μητροπολίτην. Την 18 εις την ελληνικώτατην Βελκαμένην, υπεχρέωσα 7 γονείς να αποσύρουν τα 7 τέκνα των, τους μόνους μαθητάς της ρουμανικής προπαγανδιστικής σχολής. Τον Ρουμάνον διδάσκαλον και ταυτοχρόνως κομιτατζήν υπεχρέωσα να φύγη εντός εβδομάδος, άν θέλη να ζήση. Αυτός έφυγεν την επαύριον».
(σελ. 390και 395).

 «Πληροφορούμαι ασφαλώς, ότι οι Βούλγαροι δεν δύνανται να σηκώσουν τους χωρικούς, οι οποίοι φοβούνται να έβγουν εις το κλαρί, φοβούνται και τας αντεκδικήσεις μου, διότι ειδοποίησα τα βουλγαροχώρια, ότι θα καύσω τα σπίτια εκείνων, οι οποίοι θα μεταβούν εις τας Βουλγαρικάς συμμορίας».
 «Μεγάλα πράγματα δεν ημπορώ να κατορθώσω και ένεκα του χειμώνος και ένεκα της δικαιολογημένης απροθυμίας των κατοίκων». Παύλος Μελάς, λίγες μέρες πριν σκοτωθεί.
(σελ. 405).

«Εκεί μετρά ο Παύλος τους άνδρες του. Άλλοι αρρώστησαν και φροντίζει να τους αφήσει σε καλά χέρια. Ένας τους επρόδωσε, άλλος έφυγε με τα όπλα του. Έμειναν 25.»
(σελ. 28).

 «Έξ έφυγαν πριν διαβώμεν τα σύνορα και μόλις έλαβαν τα χρήματα. Ένας μας επρόδωσε και άλλος μας έφυγεν, ο αχρείος, μόλις επεράσαμεν τον Αλιάκμονα, συναποφέρων και τα όπλα του».
(σελ. 377).


 «Μονή Τσιριλόβου, Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 1904

Σε ευχαριστώ πολύ άγγελέ μου, δια τας καθημερινάς ειδήσεις, που μου δίδεις, αλλά δεν επιθυμώ να κουράζης τα μάτια σου γράφουσα κάθε βράδυ με το φώς [...]. Η φωτογραφία σου μου ήρεσε και μ’ ευχαριστεί. Τα καημένα μου τα πόδια, που σου εφάνησαν τότε λιγνά, είναι ακόμη λιγνότερα τώρα... Εν τω μεταξύ ο Πύρζας, εγώ και ένας εντόπιος συζητούμεν περί του τρόπου εξαφανίσεως ενός όστις τρομοκρατεί ολόκληρον την περιφέρειαν [...]. Εις την απαίσιαν αυτή συζήτησιν είμαι δυστυχώς υποχρεωμένος να λάβω μέρος. Μόλις ετελείωσε κατελήφθην από φοβεράν απογοήτευσιν. Τώρα εννόησα, ότι δεν ημπορώ εγώ να διευθύνω τοιαύτην εργασίαν. Έτρεμα και είχα ρίγος, ησθανόμην τον εαυτόν μου ένοχαν πρίν ακόμη εγκληματίσω. Έβλεπα τα μαυρισμένα και κοκκαλιάρικα χέρια μου και μου εκίνουν φρίκην.

 Το βράδυ... επήγα εις την εκκλησίαν του μοναστηρίου, την χαμηλήν, παναρχαίαν εκκλησίαν. Και εκεί μόνος εις το σκότος έκλαυσα με απελπισία. Ησθανόμην ως εις την κόλασιν και εντελώς μόνος. Ελησμόνησα όλον το ωραίον, το υψηλόν και το ευγενές μέρος της αποστολής μου και έβλεπα μόνον φόνους αγρίους, δολίους, ερήμωσιν οικογενειών, απελπισίαν γονέων, τέκνων, αδελφών. Ενθυμήθηκα τη γλυκύτητα του οικογενειακού βίου, όλους σας, τας λεπτάς και ευγενείς υπάρξεις σας και η απελπισία μου μ’ ετρέλανε σχεδόν».
(σελ. 379-379).

 «Προκοπάνα. Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 1904.

Νάτα μου,... Εις τας 4 μ.μ. εισήλθομεν εις την Προκοπάναν. Οι δύο κακούργοι (σ.σ: ο Βούλγαρος δάσκαλος και ο παπάς) εφονεύθησαν επιστρέφοντες εκ κηδείας τινός. Μετά τούτο -την κατάστασιν της ψυχής μου την εννοείς- ανεχωρήσαμεν αμέσως δια Βελκαμένην ακολουθήσαντες βαθυτάτην, μακροτάτην και κοπιωδεστάτην χαράδραν. Καθ’ όλον το διάστημα περιπατούσα ως μεθυσμένος, έκλαια σχεδόν διαρκώς. Σας εσυλλογιζόμην όλους με απελπισίαν, με απόγνωσιν. Εγώ ενόμιζα, ότι το ωραίον και ευγενές έργον, το οποίον ανέλαβα, μόνο με ευγενείς και ωραίας πράξεις θα εξετελείτο, χωρίς να συλλογισθώ τας σκληράς ανάγκας, τας οποίας ήθελον απαντήσει και τας φοβεράς λεπτομερείας των. Παρήλθον 24 ώραι και ακόμη κλαίω, όταν το συλλογίζομαι. Ένα γνώριζε, ότι τους είδα μόνον την στιγμήν της συλλήψεώς των».

Ναταλίας Μελά, «Παύλος Μελάς», έκδ. «Σύλλογος προς διάδοσιν Ελληνικών Γραμμάτων», «Δωδώνη», Αθήνα-Γιάννινα, 1992


Βιβλιογραφία - Πηγές

- Ο Μακεδονικός Αγώνας στο Αγώνες του νεώτερου Ελληνισμού, Ι.Κ. Μαζαράκη Αινιάν, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα, 2003, σελ.9-34- Βιογραφία Καπετάν Κώττα, - Κοντούλη Α., Φλώρινα 1931.
- Πως η Μακεδονία παρέμεινεν ελληνική: ιστορικές σελίδες, - Γκαρμπολά Ν., Θεσσαλονίκη 1933.
- Το Μακεδονικό ως φάσις του Ανατολικού Ζητήματος, 1878-1908, - Βλάχου Ν.Β., Αθήναι 1935.
-  Ίων Δραγούμης, - Παράσχου Κ., Αθήναι 1936.
- Οι Μακεδόνες εις τους υπέρ της Ανεξαρτησίας Αγώνας, 1796-1832, - Βασδραβέλλη Ι.Κ., Θεσσολονίκη 1950 (2η έκδοση).
-  Μακεδονικός Αγών και Μακεδόνες Αρχηγοί, - Μόδη Γ.Χ., Θεσσαλονίκη 1950.
- Καπετάν Άγρας, - Κανελλόπουλου Θ.Γ., Αθήναι 1952
- Ο Μακεδονικός Αγών: Απομνημονεύματα, - Αργυρόπουλου Π.Α., Θεσσαλονίκη 1957.
- Αναμνήσεις εκ του Μακεδονικού Αγώνος, - Σπανού Ν., Θεσσαλονίκη 1957.

- Ναταλία Π. Μελά, Παύλος Μελάς, εκδ.Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα, 1992

- Ι. Περιοδικόν "ΤΟΤΕ", τεύχος 46 (Γ-10), Ιαν. - Φεβ. 1994, σελ. 49-55.
- Γ. Α. Μαραβελέα, "ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ", Θεσσαλονικη, 1959.
- ΓΕΣ/ΔΙΣ, "ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ", Αθήναι, 1960.
- Ι. Δραγούμη, "ΜΑΡΤΥΡΩΝ  ΚΑΙ ΗΡΩΩΝ ΑΙΜΑ"
- Χάρη Τσιρκινίδη, "ΣΥΝΝΕΦΑ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - Το Μακεδονικό μέσα από τα Γαλλικά Αρχεία", εκδ. +γραμμα, Θεσσαλονίκη, 1994
- Περιοδικό "ΙΣΤΟΡΙΟΓΝΩΣΙΑ", τεύχος 20, Δεκ. 1999, σελ. 28-39, "Η συμβολή των Σερρών στο Μακεδονικό Αγώνα", ομιλία κ. Κων/νου Χιώλου, δρα Νομικής, στις Σέρρες

- «Ο Μακεδονικός Αγώνας και η προετοιμασία της απελευθέρωσης (1903-1912)», Βασίλης K. Γούναρης, στο: Ι. Κολιόπουλος και Ι. Χασιώτης (επιμ.), Η νεότερη και σύγχρονη Μακεδονία (Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής & Παπαζήσης, 1992), τόμ.1, σ. 508-527.
- Ο Μακεδονικός αγώνας και η απελευθέρωση της Μακεδονίας, στο: συλλογικό, ΄΄Μακεδονία: 4000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού΄΄, Κωφός Ευάγγελος, Εκδοτική Αθηνών, 1992, σελ.465-480
- Το Μακεδονικόν πρόβλημα, - Νεοκλή Καζάζη, Αθήναι 1907.
- Μαρτύρων και ηρώων αίμα. - Δραγούμη Ι. Αθήναι 1907.
 - Ο Μακεδονικός Αγών εις την Δυτικήν Μακεδονίαν, - Ναλτσά Χ.Α., Θεσσαλονίκη 1958.
- Ο Μακεδονικός Αγών: Απομνημονεύματα, - Γερμανού Καραβαγγέλη, Θεσσαλονίκη 1959.
- Ο Ίων Δραγούμης και ο Μακεδονικός Αγών, - Ευρυγένη Δ., Θεσσαλονίκη 1961.
- Το Ελληνικόν Προξενείον Θεσσαλονίκης, 1903-1908, - Λαούρδα Β., Θεσσαλονίκη 1961.
- Μακεδονικός Αγών, - Λαούρδα Β., Θεσσαλονίκη 1961.
- Ο Μακεδονικός Αγών: Αναμνήσεις, - Μαζαράκη Αινιάν, Θεσσαλονίκη 1963.
- Μακεδονικός Αγών, 1903-1908 - Ανεστόπουλου Α.Κ., Θεσσαλονίκη 1965.
- The Greek struggle in Macedonia, 1897-1913, - Douglas Dakin, IMXA, Θεσσαλονίκη 1966
-  ΜακεδονικόςΑγών, - Τσάμη Π.Δ., Θεσσαλονίκη 1975.
- Από τη Μακεδονία στο Γουδί: δραστηριότητες Μακεδονομάχων στρατιωτικών (1908-1909, - Γούναρη Β.Κ., Δελτίο της Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας 29 (1986) σ. 175-256.
- Βουλευτές και Καπετάνιοι: πελατειακές σχέσεις στη μεσοπολεμική Μακεδονία, - Γούναρη Β.Κ., περιοδικό ΕΛΛΗΝΙΚΑ 41 (1990) σ.313-335.
- Ο Ελληνικός Αγώνας στην Μακεδονία, 1897-1913, - Douglas Dakin, εκδ Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1996
- Ο Μακεδονικός Αγώνας μέσα από τις φωτογραφίες του (1904-1908), - Γούναρη Β.Κ., εκδ. Έφεσος, Αθήνα 2001.
- Albert Londres, Κομιτατζήδες ή η τρομοκρατία στα Βαλκάνια'. Μετάφραση Δημήτρη Μιχαλόπουλου, Αθήνα: Πετσίβας, 2008, ISBN 978-960-87636-8-5.
- Σπυρίδων Σφέτας, Ελληνοβουλγαρικές αναταράξειs 1880-1908, εκδόσεις Επίκεντρο ISBN 978-960-458-170-2

- Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908), Ιστορικά (ένθετο Ελευθεροτυπίας υπ. αρ.163/2002) Αθήνα (Δεκ.) 2002.

- Tο μοιραίο δεκαήμερο, του Βασίλη Κ. Γούναρη, Αναπλ. Καθηγητής Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών
Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας - ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Επτά ημέρες, 2004

 - Το τέλος του Παύλου Μελά: Μια ακόμη εκδοχή. Δέλτος, περιοδικό ιστορίας της ελληνικής ιατρικής, Τεύχος 27, Ιούνιος 2004  εφημερίδα Εποχή

- Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα

- Ο Μακεδονικός Αγώνας και η συμβολή της Μάνης

- Wikipedia, Παύλος Μελάς
 - Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων ΣΣΕ
Ιστορία ΣΤ΄ Δημοτικού-Βιβλίο Μαθητή

















Παύλος Μελάς, Γεώργιος Ιακωβίδης


Παύλος Μελάς, Γεώργιος Ιακωβίδης,
Ελαιογραφία σε μουσαμά, 130 x 80 εκ.,
Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας.









Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας, εάν αντιγράφουν τα θέματα του ιστολογίου, να αναφέρουν τις πηγές, οι οποίες παρατίθενται, ως ελάχιστο σεβασμό στους συγγραφείς των θεμάτων. Το αν θέλουν να σεβαστούν και τούτο το ιστολόγιο ως πηγή τους, αυτό είναι θέμα αξιοπρέπειας.


2 σχόλια:

  1. Η οικογενειακή φωτογραφία, αυτή με τον φουστανελοφόρο παππού ή πατέρα και τα 3 αγόρια και την κοπέλα, δεν έχει σχέση με την οικογένεια τού Παύλου Μελά. Άν όμως ξέρετε ποιά οικογένεια είναι με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Ευχαριστώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η φωτογραφία προέρχεται από τη σελίδα Ελληνική και Παγκόσμια Ιστορία καιέχει ως σημείωση:Ο Παύλος Μελάς με τη στολή ανθυπολοχαγού του πυροβολικού

      Διαγραφή