Εάλω η Πόλις 2

 "Χρονικό της πολιορκίας"

 Νικολό Μπαρμπάρο

Καθώς η τύχη θέλησε να βρεθώ σ’ ετούτη τη δύσμοιρη πόλη, πήρα την απόφαση να κρατήσω γραπτή αναφορά όλων των γεγονότων που ακολούθησαν, στη μάχη που έδωσε ο Τούρκος μπέης Μωάμεθ γιος του Μουράτ στην προσπάθειά του να εκπορθήσει την Κωνσταντινούπολη. Θέλοντας δε να εξηγήσω με κάθε λεπτομέρεια με ποιο τρόπο την κυρίεψε, θα σας διηγηθώ πρώτα από πού ξεκίνησε ο πόλεμος των Τούρκων εναντίον των Ελλήνων και, στη συνέχεια, με τη σειρά, θα παρακολουθήσετε όλες τις μάχες που διεξήχθησαν μέρα τη μέρα, από την αρχή μέχρι το τέλος της βάναυσης και μαρτυρικής κατάλυσης της Πόλης.

Το Μάρτιο του 1452, ο Τούρκος μπέης Μωάμεθ έδωσε διαταγή να κατασκευαστεί ένα πολύ όμορφο φρούριο έξι μίλια μακριά από την Κωνσταντινούπολη, απέναντι από το στόμιο της Μαύρης Θάλασσας, το οποίο διέθετε δεκατέσσερις πύργους, από τους οποίους οι πέντε κύριοι καλύπτονταν με μολύβι και ήταν πανύψηλοι και ογκώδεις. Για να κατασκευάσει αυτό το κάστρο, ο Τούρκος ξεκίνησε από την Καλλίπολη με έξι πολεμικές γαλέρες, 18 φούστες και 16 παρανταρίες και κατέπλευσε στα ύδατα της Κωνσταντινουπόλεως. Ο τόπος που διάλεξε ήταν έξι μίλια μακριά από την Πόλη, από τη μεριά της Ελλάδας, απέναντι από το παλιό Κάστρο. Η ανέγερση αυτού του φρουρίου ολοκληρώθηκε στα τέλη του Αυγούστου του 1452, και ο μόνος λόγος που κατασκευάστηκε ήταν για να κυριευτεί η Κωνσταντινούπολη.

Ο αυτοκράτορας, ο οποίος φοβόταν τον Τούρκο εχθρό του, κάθε μέρα έστελνε δώρα στον Τούρκο που κατασκεύαζε το κάστρο και κάθε μέρα έστελνε πρεσβείες, κι όλα αυτά τα έκανε από φόβο. Όταν οι εργασίες αποπερατώθηκαν, μέσα στον Αύγουστο του 1452, εκείνος παρακρατεί μέσα στο κάστρο τους δύο πρέσβεις του αυτοκράτορα και διατάζει να τους αποκεφαλίσουν. Αυτό το φέρσιμό του έγινε αιτία να ξεσπάσει ο πόλεμος του Τούρκου κατά των Ελλήνων. Μετά απ’ αυτό, ο Τούρκος με 50.000 άντρες περίπου έρχεται και στρατοπεδεύει έξω από την Κωνσταντινούπολη και μένει στο στρατόπεδο μόνο τρεις μέρες, ο δε στόλος του επιστρέφει για να παροπλιστεί στην Καλλίπολη και φτάνει εκεί στις 6 Σεπτεμβρίου. Το ίδιο έκαναν και εκείνοι που είχαν πάει διά ξηράς. Αυτό το κάστρο που ανέφερα ήταν πολύ καλά οχυρωμένο από την πλευρά της θάλασσας και με κανένα τρόπο δεν κινδύνευε να κυριευτεί, γιατί διέθετε πάρα πολλές βομβάρδες στην ακτή και πάνω στα τείχη. Κι από τη στεριά όμως ήταν ισχυρό, αλλά όχι τόσο όσο από τη θάλασσα. Το πρώτο βλήμα που ξαπόστειλε η μεγάλη βομβάρδα του κάστρου βύθισε το πλοίο του Αντωνίου Ρίζου που ερχόταν από τη Μαύρη Θάλασσα και ο καπετάνιος του δεν ήθελε να καλάρει και ήταν φορτωμένο με κριθάρι το οποίο προοριζόταν για επικουρία της Κωνσταντινούπολης. Αυτό συνέβη στις 26 Νοεμβρίου του 1452. 0 κύριος του πλοίου πιάστηκε στη θάλασσα και τον έστειλαν στην Αδριανούπολη αυθέντη Τούρκο— κι εκείνος τον φυλάκισε και μετά πάροδο 14 ημερών διέταξε να τον θανατώσουν δι’ ανασκολοπισμού. Έναν άλλον, που ήταν γιος του κυρ Δομήνικου ντι Μαΐστρι και ήταν βοηθός του γραμματικού του πλοίου, τον έκλεισε στο σεράι του. Μερικούς ναύτες τούς άφησε ελεύθερους γιατί έπρεπε να έρθουν στην Κωνσταντινούπολη. Άλλους διέταξε να τους διχοτομήσουν. Πριν ακόμα θανατωθεί ο Αντώνιος Ρίζος, ο Βάιλος της Κωνσταντινούπολης έστειλε τον κυρ Φαμπτρούτσι Κόρνερ, πρέσβη στον Τούρκο, για να τον παραλάβει. Δεν μπόρεσε όμως να πετύχει τίποτα, γιατί ο αυθέντης Χαν είχε αποφασίσει να τον σκοτώσει δι’ ανασκολοπισμού.

Ο κυρ Φαμπρούτσι Κόρνερ, ο οποίος διετέλεσε πρέσβης της Αδριανούπολης, γύρισε πίσω στην Πόλη με τη γαλέρα του άρχοντα Γαβριήλ Τριβιζάνου. Το γεγονός αυτό έγινε αιτία εκείνος που είχε ανοίξει πόλεμο κατά των Ελλήνων, να ανοίξει τώρα πόλεμο και εναντίον ημών, των Βενετζιάνων. Μέσα στον Ιανουάριο του 1453, ο Τούρκος αρχίζει τις προετοιμασίες για να έρθει να κυριεύσει την Κωνσταντινούπολη και συγκεντρώνει μεγάλο στρατό για να πολιορκήσει αυτή τη βασανισμένη και καταταλαιπωρημένη πόλη, τόσο από τη στεριά όσο και από τη θάλασσα. 

Το Φεβρουάριο του 1453, άρχισε να στέλνει τις βομβάρδες του έξω από την Κωνσταντινούπολη με τη συνοδεία 10.000 Τούρκων. Τον ίδιο μήνα, οι Έλληνες έκαναν περιπολίες με 3 φούστες, με φορεσιές και σημαία τουρκική, και προξενούσαν μεγάλες ζημιές στη χώρα του Τούρκου. Ανάμεσα στ’ άλλα, αιχμαλώτιζαν αρκετούς Τούρκους και τους οδηγούσαν στην Κωνσταντινούπολη. 
Οι Τούρκοι, εξοργισμένοι με τους Έλληνες, βλαστημούσαν κι ορκίζονταν να τους αφανίσουν. Αυτές τις μέρες, φτάνει εδώ ο άρχοντας Γαβριήλ Τριβιζάνος, υποπλοίαρχος δύο γρήγορων γαλερών, καπετάνιος στη μία από τις οποίες ήταν ο κυρ Ζαχαρίας Γκριόνι, ο ιππότης. Αυτές τις δύο γαλέρες είχε στείλει η Σύγκλητος της Βενετίας, για να συνοδεύσουν από τη Βενετία τις τρεις εμπορικές γα λέρες που έρχονταν από την Τάνα, φέρνοντας εφόδια στην Κωνσταντινούπολη. Μετά από πάροδο λίγων ημερών, προστίθεται σ’ αυτές ένα εμπορικό πλοίο που ερχόταν από τη Γένουα, με Γενουάτες, το οποίο μετέφερε τριάντα έξι χιλιάδες λαμπάδες και τον καρδινάλιο της Ρωσίας που έστελνε ο πάπας με σκοπό να γίνει η Ένωση. Ο πάπας του είχε δώσει συνοδεία 200 άντρες, τοξότες και πετροβολιστές, για να υποστηρίξουν την Κωνσταντινούπολη. Τον ίδιο μήνα έρχονται από την Κάντια οχτώ πλοία φορτωμένα με μολόχα για να βοηθήσουν την πόλη. 

Τέλος, τη 10η Νοεμβρίου έρχονται δύο μεγάλες γαλέρες από την Κάφα και όταν φθάνουν μπροστά στο Κάστρο του Τούρκου, πλησίστιες, σι Τούρκοι αρχίζουν να φωνάζουν: Κάλα, καπετάνιο, για το καλό σου. Και όσο σι γαλέρες συνέχιζαν πλησίστιες τόσο οι Τούρκοι φώναζαν: Κάλα τα πανιά, καπετάνιο! Αυτή τη φορά, ο καπετάνιος αρχίζει να καλάρει, αλλά σταματάει. Κι όλοι οι Τούρκοι του φώναζαν: Κάλα, καπετάνιο, μέχρι κάτω! Όταν είδαν ότι εκείνος δεν υπάκουε, άρχισαν να βάλλουν εναντίον του με τις βομβάρδες τους και πολλούς σκοπευτές και αμέτρητα τόξα, έτσι ώστε νόμιζε κανείς ότι διέθεταν αρκετούς άντρες. Κι όταν ο καπετάνιος είδε πως είχαν τόσους άντρες, άρχισε να υποστέλλει τα ιστία ως κάτω, κι έτσι σώθηκε. Βλέποντάς τον, οι Τούρκοι σταμάτησαν να βομβαρδίζουν και οι δυο γαλέρες συνέχισαν προς την Κωνσταντινούπολη.

Όταν οι γαλέρες πέρασαν από το κάστρο και οι Τούρκοι δεν τις έφταναν πια με τις βομβάρδες τους, ο καπετάνιος σήκωσε αμέσως τα πανιά κι έτσι σώθηκαν. Καπετάνιος ήταν ο κυρ Ιερώνυμος Μορεζίνης του κυρ Βερνάρδου. Ο καπετάνιος έφτασε σώος στην Κωνσταντινούπολη και όλοι δοκιμάσαμε μεγάλη ανακούφιση αντικρίζοντας αυτές τις δύο γαλέρες. Αυτό συνέβη στις 10 Νοεμβρίου.


Στις 2 Δεκεμβρίου, η γαλέρα από την Τραπεζούντα κατέπλευσε στο στόμιο της Μαύρης Θάλασσας και, μόλις πρόβαλε στο στενό, αγκυροβόλησε μπροστά στο κάστρο που ανήκε στους Τούρκους. Καθώς ήταν αγκυροβολημένη, λοιπόν, έρχονται 12 τούρκικες φούστες, οι οποίες είχαν αναχωρήσει από το κάστρο εκείνο το καινούριο που είχε χτιστεί, και συγκεντρώνονται γύρω της σαν φίλοι. Εκείνοι που βρίσκονταν πάνω στη γαλέρα τις υποδέχονται σαν φίλους, και ακόμα προσφέρουν στον καπετάνιο τους ένα όμορφο δώρο. Μόλις όμως εκείνος το πήρε στα χέρια του, αμέσως το πέταξε στη θάλασσα με μανία, γιατί νόμιζε πως του άξιζε καλύτερο δώρο. Μετά απ’ αυτό, μαζί με τις φούστες του τραβά στο καινούριο κάστρο και ζητά από το φρούραρχο να συλλάβει τη γα λέρα. Βλέποντας πόσο εξοργισμένος ήταν ο Τούρκος καπετάνιος, οι άντρες της γαλέρας, που ήταν μυαλωμένοι, αποφάσισαν να ακολουθήσουν αργά τις τούρκικες φούστες. Κι όταν εκείνες έφτασαν στο Κάστρο, ο καπετάνιος τους κατέβηκε στη στεριά για να πάει στο φρούραρχο να ζητήσει, όπως σας είπα πριν, να συλλάβει τη γαλέρα. Τότε, όμως, οι άντρες της γαλέρας δε σταμάτησαν, αλλά, κωπηλατώντας γρήγορα, συνέχισαν προς την Κωνσταντινούπολη. Κι όταν φτάσαμε μπροστά στο κάστρο, αρχίσαμε να τους χαιρετούμε σαν φίλοι, σηκώνοντας ψηλά τα κουπιά, ηχώντας τις σάλπιγγες και πανηγυρίζοντας. Στον τρίτο χαιρετισμό, είχαμε ήδη προσπεράσει το κάστρο και, ήδη, το ίδιο το ρεύμα μας οδηγούσε μέσα στο λιμάνι της Πόλης. Από τη χαρά και την αγαλλίαση που πλημμύριζε τις καρδιές όλων μας, έχοντας περάσει το στενό εκείνου του κάστρου που ήταν άκρως επικίνδυνο, σι ναύτες μας συνέχιζαν να κωπηλατούν με όλη τους τη δύναμη. Πάντως, ολόκληρη η γα λέρα ήταν καλά εξοπλισμένη και πανέτοιμη να δώσει και μάχη, αν χρειαζόταν. Αυτό συνέβη στις 4 Δεκεμβρίου, όταν εκείνη έφτασε στην Κωνσταντινούπολη. Πλοίαρχος της γαλέρας ήταν ο κυρ Ιάκωβος Κόκος, ο μεγάλος.



Στις 13 Δεκεμβρίου έγινε η Ένωση στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας, με πολύ μεγάλη επισημότητα του κλήρου, όπου παρίστατο ο αιδεσιμότατος καρδινάλιος της Ρωσίας, ο οποίος ήταν ο λεγάτος του πάπα. Επιπλέον, παρίστατο ο γαληνότατος αυτοκράτορας με όλη την ακολουθία των αυλικών του και όλος ο λαός της Κωνσταντινούπολης. Εκείνη την ημέρα χύθηκαν πολλά δάκρυα σ’ αυτήν την πόλη. Η Ένωση όριζε ότι (όλοι οι χριστιανοί) θα είμαστε ενωμένοι —όπως εμείς σι Φράγκοι— και δε θα υπήρχε πλέον σχίσμα στην Εκκλησία. Κοινός θα ήταν ο κανόνας και κοινή η πίστη και θα λειτουργούμαστε εμείς στις εκκλησίες εκείνων κι εκείνοι, δηλαδή οι Γραικοί, στις δικές μας, τις λατινικές.

Στις 13 Δεκεμβρίου αποφασίστηκε να παραμείνουν οι μεγάλες γαλέρες του λεγάτου για να υποστηρίξουν την Κωνσταντινούπολη. Αυτή η απόφαση πάρθηκε στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας, όπου παρευρίσκονταν ο αυτοκράτορας, ο καρδινάλιος της Ρωσίας, ο επίσκοπος Λέσβου όλοι ο αυλικοί του αυτοκράτορα, όλοι οι ευγενείς από τα άλλα έθνη και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αυτής της πόλης. Όλοι δε έλεγαν με μία φωνή: 

«Αν αυτές οι γαλέρες των Ενετών αποπλεύσουν από τη χώρα μας, καθώς κι αυτά τα πλοία που τυχαίνει να βρίσκονται μέσα στο λιμένα, την επόμενη ώρα θα μας κυριεύσουν οι Τούρκοι». Και μετά από αυτό το επιχείρημα, ο αυτοκράτορας πήγε να συσκεφθεί με τους συγκλητικούς του και το ίδιο έκαναν όλοι οι άλλοι. Αυτή την ημέρα δεν ελήφθη άλλη απόφαση, παρά μόνο έγιναν συζητήσεις. […]


13 Μαρτίου 1453
Τα τελευταία οχυρωματικά έργα



Βλέποντας ο αυτοκράτορας ότι ο Τούρκος θα ερχόταν να πολιορκήσει αυτή την κακότυχη πόλη και ότι έπρεπε όλα τα χερσαία τείχη να είναι απροσπέλαστα και φαρδιά, δέκα με δώδεκα πόδια από τη βάση τους, κι ακόμα βλέποντας ότι το ανάκτορό του ήταν εξαιρετικά επιρρεπές χωρίς μεσοτείχιο και χωρίς τάφρο, αποφασίζει να λάβει μέτρα και να ενισχύσει την οχύρωση του ανακτόρου, ώστε σε περίπτωση που θα ερχόταν ο Τούρκος να μην μπορέσει να προκαλέσει καμιά ζημιά. Γι’ αυτόν το σκοπό, ο αυτοκράτορας ζήτησε από τον πλοίαρχο των γαλερών της Τάνας να του κάνει τη χάρη να πάει με τα πληρώματά του στο παλάτι και να ανοίξει μια τάφρο, για να το οχυρώσει. Να τη σκάψει δε τόσο βαθιά, ώστε να είναι οχτώ πόδια και περισσότερο πάνω από τα εκατό. Και ο πλοίαρχος απαντά στον αυτοκράτορα: «Θα το πράξω με μεγάλη ευχαρίστηση, πρώτα για την τιμή του Κυρίου και την τιμή όλης της χριστιανοσύνης, αλλά και σαν ένδειξη υπακοής στην αυτοκρατορία σας, την οποία οι Τούρκοι θέλουν να κυριεύσουν. Γι’ αυτό το λόγο, πριν ακόμη ανατείλει ο ήλιος, θα ξεκινήσω με τις γαλέρες μου και θα πάω στο Κυνήγιον. Όταν δε φθάσουμε εκεί, θα κατεβούμε όλοι στη στεριά και θα σκάψουμε, όσο πιο καλά μπορεί ο καθένας το κομμάτι του». […]

Την 5η του μήνα Απριλίου, την πρώτη ώρα της ημέρας, ο μπέης Μωάμεθ έρχεται με εκατόν εξήντα περίπου χιλιάδες Τούρκους και στρατοπεδεύει δυόμισι περίπου μίλια μακριά από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης.

Στις 6 του ίδιου μήνα, ο Τούρκος σουλτάνος φθάνει με τους μισούς άντρες του σε απόσταση ενός μιλίου από τα χερσαία τείχη.

Στις 7 του ίδιου μήνα, ο Τούρκος αυθέντης φθάνει με μεγάλο μέρος του στρατού του, ένα τέταρτο του μιλίου μακριά από τα προαναφερθέντα τείχη και στρατοπεδεύει σ’ όλο το μήκος των χερσαίων τειχών, που είναι έξι μίλια, από τη Χρυσή Πύλη μέχρι την Πύλη του Κυνηγού. […]

Στις 11 Απριλίου, ο Τούρκος αυθέντης στήνει τις βομβάρδες του αντίκρυ στα χερσαία τείχη, στα πιο ασθενή σημεία της στεριάς, για να επιτύχει καλύτερα το σκοπό του. Οι βομβάρδες αυτές τοποθετήθηκαν σε τέσσερα σημεία. Πρώτα έστησε τρεις βομβάρδες απέναντι από το παλάτι του γαληνότατου αυτοκράτορα, έπειτα τρεις άλλες τις τοποθέτησε μπροστά στην Πύλη της Πηγής, άλλες δυο τις έβαλε απέναντι από τη Χαρισία Πύλη και άλλες τέσσερις στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, την πιο ασθενή απ’ όλες. Ο λίθος που εκσφενδόνιζε μια από εκείνες τις βομβάρδες, που ήταν στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, ζύγιζε τουλάχιστον χίλιες διακόσες λίβρες και ήθελε λίθο δεκατριών τετάρτων. Αναλογιστείτε λοιπόν τι τρομερό πλήγμα θα προκαλούσε όπου έπεφτε. Στη δεύτερη βομβάρδα η πέτρα ζύγιζε οχτακόσιες λίβρες κι έπαιρνε πέτρα εννέα τετάρτων. Αυτές οι δυο βομβάρδες είναι οι πιο μεγάλες που διέθετε ο σκύλος Τούρκος. Οι άλλες ήταν πιο λογικές, από πεντακόσιες μέχρι διακόσιες λίβρες και λιγότερο ακόμα. […]

Στις 18 Απριλίου, μεγάλο πλήθος Τούρκων πλησίασε στα τείχη, κι αυτό συνέβη στις δύο η ώρα τη νύχτα. Η συμπλοκή κράτησε μέχρι τις έξι τη νύχτα και κατά τη διάρκειά της σκοτώθηκαν πολλοί Τούρκοι. Όταν οι Τούρκοι πλησίασαν στα τείχη, ήταν σκοτάδι και γι’ αυτό ήρθαν για να επιτεθούν στους δικούς μας εξ απροόπτου. Μη με ρωτήσετε όμως με πόσες φωνές ήρθαν στα τείχη και με πόσους τυμπανισμούς, για να φαίνεται ότι ήταν περισσότεροι απ’ όσους πραγματικά είχαν έρθει. Μέχρι την Ανατολία ακούγονταν σι αλαλαγμοί τους, που απέχει δώδεκα μίλια από το στρατόπεδό τους. Μέσα σ’ εκείνη την κοσμοχαλασιά, ο άμοιρος και αξιολύπητος αυτοκράτορας άρχισε να θρηνεί, φοβούμενος ότι αυτήν τη νύχτα θα έκαναν γενική επίθεση και εμείς οι χριστιανοί δεν ήμασταν ακόμα έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τέτοιο ενδεχόμενο, γι’ αυτό και ήταν μεγάλη η θλίψη του αυτοκράτορα. Αλλά ο αιώνιος Κύριος ημών δεν ήθελε να υπομείνουμε τη μεγάλη καταστροφή ακόμα. Στις έξι η ώρα, όλες οι αψιμαχίες σταμάτησαν προς μεγάλη αισχύνη των Τούρκων, οι οποίοι είχαν πάθει μεγάλη ζημιά. Οι νεκροί τους ήταν περισσότεροι από διακόσιοι και, με του Θεού τη χάρη, από εμάς δεν είχε πέσει νεκρός κανένας και κανείς δεν είχε πληγωθεί.


Ο Φλαντανελάς

Στις 20 Απριλίου την τρίτη ώρα, είδαμε τρεις ολκάδες, που έρχονταν μέσα από τα Δαρδανέλια από τη Δύση, οι οποίες πιστέψαμε ότι έρχονταν από τη Γένουα στην Κωνσταντινούπολη προς επικουρία της πόλης. Και τότε εκδίδει διάταγμα ο γαληνότατος αυτοκράτωρ της Κωνσταντινούπολης στους Γενουάτες, ότι κάθε πλοίο από τη Γένουα που έρχεται προς βοήθεια της Κωνσταντινούπολης, οποιοδήποτε εμπόρευμα και αν μετέφερε, θα ήταν απαλλαγμένο από κάθε δασμό που όφειλε στον αυτοκράτορα. Καθώς έρχονταν πλησίστια με δροσερή όστρια και πλησίαζαν προς την αλγούσα πόλη, ο Θεός θέλησε, όταν εκείνα τα τέσσερα πλοία έφθασαν μπροστά στην Κωνσταντινούπολη, να κόψει ο άνεμος και να πέσουν σε μεγάλη μπονάτσα. Όταν λοιπόν έμειναν ακίνητα, η αρμάδα του Τούρκου μπέη Μωάμεθ, εχθρού της χριστιανικής πίστης, που ήταν αγκυροβολημένη στις Κολόνες, ξεκινά με μεγάλο ενθουσιασμό, χτυπώντας δυνατά τα τύμπανα και τις σάλπιγγες και με δυνατές ιαχές και τα πλησιάζει. Κωπηλατούσαν δε με τόσο ζήλο σι Τούρκοι, σαν άνθρωποι αποφασισμένοι να αφανίσουν τον εχθρό τους. Δεν έφτασαν όμως οι προσευχές τους στον Μωάμεθ τους για να τους δώσει νίκη. 

Οι προσευχές όμως των χριστιανών εισακούσθηκαν από τον αιώνιο Κύριό μας και σ’ αυτήν τη μάχη νικήσαμε εμείς, όπως θα δείτε στη συνέχεια. Καθώς έρχονταν λοιπόν πλησίστια τα τέσσερα πλοία κι έπεσαν σε μπονάτσα, η αρμάδα του Τούρκου ήρθε και τα πλεύρισε. Ο ναύαρχος της αρμάδας του Τούρκου ήταν ο πρώτος που επετέθη με μεγάλη μάλιστα ορμή στην πρύμνη του πλοίου του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης και όλη η άλλη αρμάδα επετέθη σαν ... στα τέσσερα πλοία, αλλά όσο διαρκούσε η ναυμαχία, η τουρκική ναυαρχίδα είχε το έμβολό της βυθισμένο στην πρύμνη του πλοίου του γαληνότατου, συνεχίζοντας να δίνει άγρια μάχη. Και όλος όμως ο τουρκικός στόλος αγωνιζόταν κρατερότατα. Το ένα από τα χριστιανικά πλοία είχε πέντε γαλέρες γύρω του, το άλλο τριάντα φούστες, και το άλλο περιστοιχιζόταν από σαράντα παρανταρίες Τόσα πολλά ήταν τα πλεούμενα ώστε τα Δαρδανέλια είχαν σκεπαστεί από τα αρματωμένα σκαριά και μόλις που διέκρινε κανείς το νερό από το στόλο των λυσσασμένων σκύλων. Η μάχη διήρκεσε μόνο δύο με τρεις ώρες και κανένα τα από τα δύο μέρη δε νίκησε. Για τα τέσσερα όμως πλοία των χριστιανών η δόξα ήταν μεγάλη, γιατί, παρ’ όλο που είχαν πέσει πάνω τους εκατό σαράντα πέντε τουρκικά σκαριά, κατόρθωσαν να τους ξεφύγουν. 
Μετά από αυτή την επίθεση, εξαιτίας της μπονάτσας, ήταν αναγκασμένα να αγκυροβολήσουν και μάλιστα μπροστά στην Κωνσταντινούπολη, γιατί φοβούνταν ότι η τουρκική αρμάδα θα ερχόταν τη νύχτα να τους επιτεθεί. Όταν όμως έπεσε η νύχτα, εμείς αποφασίσαμε να τους βοηθήσουμε. Στείλαμε λοιπόν τον κυρ Γαβριήλ Τριβιζάνο, υποπλοίαρχο δύο γαλερών και με τη γαλέρα του κυρ Ζαχαρία Γκριόνι, του ιππότη, διάβηκαν την άλυσο του λιμανιού, ξεσηκώνοντας μεγάλο θόρυβο με τις σάλπιγγες και με τις δυνατές φωνές των πληρωμάτων, για να δείξουν στον εχθρό μας ότι τα πλοία ήταν περισσότερα απ’ ό,τι στην πραγματικότητα. Κάθε γαλέρα είχε δύο ή τρεις τρομπέτες και έδινε την εντύπωση ότι ήταν τουλάχιστον είκοσι γαλέρες. Όταν άκουσαν τόσο θόρυβο οι Τούρκοι, φοβήθηκαν πολύ, κι αυτές οι δύο δικές μας γαλέρες ρυμούλκησαν τα τέσσερα πλοία μέσα στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης με ασφάλεια. […] 


Η διέλευση των πλοίων από το Γαλατά

Στις 22 Απριλίου, ο Τούρκος αυθέντης αφού είδε ότι δεν μπορούσε να κάνει κακό από την πλευρά της στεριάς, έχοντας δοκιμάσει με όλες τις δυνάμεις του, ο … λυσσαλέος ειδωλολάτρης κάθεται και σκέφτεται και βρίσκει μέθοδο να περάσει ένα μέρος της αρμάδας του που ήταν αγκυροβολημένη στις Κολόνες, μέσα στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, για να μπορέσει έτσι πιο γρήγορα να πετύχει τον καταραμένο σκοπό του. Για να μάθετε δε με ποιο τρόπο το κατόρθωσε αυτό ο σκύλος, θα σας εξηγήσω στη συνέχεια ποια ήταν η μέθοδός του. Αποφασισμένος να κατακυριεύσει την Κωνσταντινούπολη, σκαρφίστηκε να περάσει το στόλο του μέσα στο λιμάνι της πόλης. Έχοντάς τον λοιπόν αγκυροβολημένο στις Κολόνες που ήταν δυο μίλια μακριά, κατεβάζει όλα τα πληρώματα στην ξηρά και δίνει διαταγή να ισοπεδώσουν όλο το βουνό που είναι πάνω από την πόλη του Πέραν, αρχίζοντας από την ακτή, δηλαδή από την άλλη πλευρά, στις Κολόνες όπου ήταν ο στόλος, μέχρι μέσα στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, που είναι τρία μίλια.

Όταν λοιπόν ισοπέδωσαν το βουνό, οι Τούρκοι έβαλαν πολλά κυρτά φαλάγγια εκεί όπου είχαν ισοπεδώσει, τα οποία είχαν αλείψει πολύ καλά με χοιρινό λίπος. Τότε εκείνος έδωσε εντολή να μεταφέρουν μέρος της αρμάδας του μέσα στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης. Αρχίζουν λοιπόν με μερικές μικρές φούστες και τοποθετούν την πρώτη πάνω στα φαλάγγια κι ένα μεγάλο μέρος Τούρκων αρχίζει να την τραβά και σε λίγο χρόνο την πέρασαν μέχρι μέσα στο Μανδράκι του Γαλατά. Όταν οι Τούρκοι είδαν ότι αυτή η μέθοδος ήταν αποτελεσματική, συνέχισαν να νεωλκούν κι άλλες από τις μικρότερες φούστες, που είχαν κωπηλατικούς πάγκους δεκαπέντε με είκοσι και είκοσι δύο. Ήταν λοιπόν θέαμα ανείπωτο, όλο εκείνο το σκυλολόι να τραβά τα γολετόβρικα πάνω από το βουνό και να περνάει μ’ αυτόν τον τρόπο μέσα στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, εβδομήντα δύο γολετόβρικα και να τα κατεβάζει μέχρι το ναύσταθμο του Πέραν, κι αυτό γιατί οι Τούρκοι είχαν κλείσει ειρήνη με τους Γενουάτες. Όταν και τα εβδομήντα δύο γολετόβρικα ήταν στο Μανδράκι, εκεί τα εξόπλισε, να είναι καλά αρματωμένα και έτοιμα για κάθε ενδεχόμενο.

Όταν οι άνδρες του στόλου μας αντίκρισαν εκείνα τα πλεούμενα, να μην αμφιβάλλετε ότι φοβήθηκαν πάρα πολύ, ότι μια νύχτα θα έρχονταν να επιτεθούν στην αρμάδα μας ταυτόχρονα με τον τουρκικό στόλο που ήταν στις Κολόνες. Διότι ο δικός μας στόλος ήταν μέσα από την άλυσο, ενώ ο τουρκικός ήταν και μέσα και έξω από την άλυσο. Από την περιγραφή που έκανα μπορείτε να καταλάβετε πόσο μεγάλο κίνδυνο διέτρεχε ο στόλος μας. Επιπλέον, φοβόμασταν τη φωτιά, ότι δηλαδή θα έρχονταν να πυρπολήσουν τα πλοία που ήταν αγκυροβολημένα κατά μήκος της αλύσου. Αναγκαστικά λοιπόν, ολημερίς και ολονυχτίς, όλοι εμείς οι χριστιανοί μέναμε αρματωμένοι κι έχοντας συνεχώς στις ψυχές μας το φόβο των Τούρκων. […]


Στις 7 Μαΐου στις τέσσερις
 η ώρα της νύχτας, έρχονται κάτω από τα χερσαία τείχη τριάντα περίπου χιλιάδες Τούρκοι σε πλήρη στρατιωτική τάξη με μερικές γαλές, έχοντας σαν στόχο να εισέλθουν εξ εφόδου στην πόλη, επειδή εμείς που ήμασταν μέσα στην πόλη δεν πιστεύαμε ότι θα έκανα ακόμα γενική επίθεση. Ο αιώνιος όμως Θεός έδωσε βοήθεια και δύναμη στους δικούς μας οι οποίοι κρατερώς απέκρουσαν τους Τούρκους προς μεγάλο όνειδος των δευτέρων και μεγάλη τους ζημιά, από τους οποίους αρκετοί εφονεύθησαν, σας λέγω ένας μεγάλος αριθμός. […]


Τη 12η του μηνός Μαΐου την ώρα του μεσονυχτίου, ήρθαν στα τείχη του παλατιού πενήντα χιλιάδες Τούρκοι σε στρατιωτική παράταξη. Αυτά τα σκυλιά, οι Τούρκοι, κατά το έθιμό τους, περικύκλωσαν το παλάτι με εκκωφαντικούς αλαλαγμούς και τύμπανα και ταμπούρλα. Την ίδια νύχτα έκαναν μεγάλη επίθεση στα τείχη του παλατιού, τόσο μεγάλη μάλιστα που η πλειοψηφία εκείνων που βρίσκονταν στη στεριά πίστεψαν ότι αυτή τη νύχτα η πόλη θα χανόταν. Ο ελεήμων όμως Ιησούς Χριστός δεν ήθελε να χαθεί τόσο άνανδρα αυτή τη νύχτα η Πόλη και ακόμα ο Θεός ήθελε να εκπληρωθούν οι προφητείες. Και την προφητεία την είχε κάνει ο Άγιος Κωνσταντίνος, που ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη. Αυτός είχε προφητεύσει ότι η Κωνσταντινούπολη δε θα χανόταν ποτέ μέχρις ότου η σελήνη να μην ανέτελλε σκοτεινή, όντας δηλαδή στο πιάτο της να φαινόταν μόνο η μισή. Με κανένα τρόπο λοιπόν δεν είχε έρθει η ώρα να χαθεί η Πόλη, αλλά ήταν αλήθεια ότι πλησίαζε η άλωσή της καθώς και η δύση της ένδοξης αυτοκρατορίας. [...]

Στις 14 Μαΐου, την τρίτη ώρα, ο Τούρκος αυθέντης έδωσε διαταγή να αποσύρουν τα κανόνια που ήταν πάνω στο λόφο του Γαλατά, ενώ ακόμα βομβάρδιζαν το στόλο μας. Οι λίθοι που έριχναν εκείνα τα κανόνια στο στόλο μας μετρήθηκαν και ήταν διακόσιοι δώδεκα τον αριθμό, όλοι δε βάρους διακοσίων λιβρών ή και περισσότερο ο καθένας. Όταν έβγαλαν τα κανόνια από το βουνό του Πέραν, τα εγκατέστησε σε μια τοποθεσία με σκοπό να βομβαρδίσουν μια πύλη που ονομάζεται Κυνήγιον, μια τοποθεσία κοντά στο παλάτι του γαληνότατου αυτοκράτορα. Στο σημείο εκείνο οι Τούρκοι άρχισαν να ρίχνουν μέγα πλήθος λίθων, χωρίς όμως να κατορθώνουν να προξενήσουν κάποια σοβαρή ζημιά. Έπειτα, τα πήραν από εκεί και τα έστησαν στα χερσαία τείχη κοντά στα άλλα, για να βομβαρδίζουν την Πύλη στον Άγιο Ρωμανό, το πιο ασθενές σημείο της στεριάς. Μέρα και νύχτα δε σταματούσαν εκείνα τα κανόνια να βάλλουν εναντίον των άμοιρων τειχών και επιπλέον είχαν γκρεμίσει αρκετό μέρος τους. Εμείς από τη στεριά μέρα και νύχτα επισκευάζαμε καλά τα ρήγματα με ξύλα, φρύγανα, χώμα και άλλα υλικά απαραίτητα γι' αυτήν τη δουλειά, έτσι ώστε τα τείχη να είναι ισχυρά σαν και πρώτα και να μην κινδυνεύουμε από τους Τούρκους. Όμως, σ' εκείνη την πύλη που ήταν πιο βασανισμένη απ' όλες τις άλλες, είχαμε τοποθετήσει για προστασία τριακόσιους άντρες έτοιμους για μάχη και με καλό στρατιωτικό εξοπλισμό, οι οποίοι ήταν όλοι αλλοδαποί και κανένας Έλληνας, γιατί οι Έλληνες της Πόλης ήταν λιγόψυχοι. Αυτοί οι τριακόσιοι άντρες είχαν μαζί τους καλά κανόνια και καλούς σκοπευτές και αρκετές βαλλίστρες και άλλα πολλά γι' αυτό το σκοπό. [...]


Λαγούμια και γέφυρα


Την ίδια μέρα (16 Μαΐου) σημειώθηκε στην ξηρά το ακόλουθο περιστατικό. Οι Τούρκοι είχαν ανοίξει ένα λαγούμι για να μπουν στην Πόλη κάτω από τα τείχη και σήμερα ανακαλύψαμε αυτό το λαγούμι. Οι Τούρκοι είχαν αρχίσει να το σκάβουν κοντά μισό μίλι μακριά από τα τείχη και ετοιμάζονταν να μπουν υπογείων κάτω από τα θεμέλια της Πόλης. Οι δικοί μας, όμως, στη στεριά άκουσαν τη νύχτα τον κρότο που έκαναν σκάβοντας το λαγούμι, γιατί είχαν ήδη περάσει τα θεμέλια των τειχών. Μόλις λοιπόν άκουσαν το θόρυβο, αμέσως ο Μέγας Δούκας, ο Λουκάς Νοταράς, ανέφερε το γεγονός στο γαληνότατο αυτοκράτορα και του εξήγησε πώς ήταν εκείνη η υπόγεια στοά. Εξεπλάγη τα μέγιστα ο αυτοκράτορας μ' αυτό το πράγμα. Αλλά, ο γαληνότατος αμέσως έλαβε μέτρα για το λαγούμι. Την ίδια μέρα έστειλε να βρουν σ' όλη τη στεριά όλους τους αρχιτεχνίτες που άνοιγαν υπόγειες σήραγγες. Όταν λοιπόν οι μάστορες βρέθηκαν, εστάλησαν όλοι να παρουσιαστούν στο Μέγα Δούκα κα εκείνος τους έβαλε να σκάψουν ένα λαγούμι μέσα στη γη το οποίο θα συναντούσε εκείνο των Τούρκων, και να συναντιόταν λαγούμι με λαγούμι με τρόπο που το δικό μας να έμπαινε στο δικό τους. Οι μάστορές μας έκαναν γρήγορα κι αμέσως έβαλαν φωτιά στο λαγούμι των Τούρκων. Πήρε λοιπόν φωτιά όλη η ξυλεία και κάηκαν οι ξύλινες αντιστηρίξεις και η γη υποχώρησε. Όλοι οι Τούρκοι που βρίσκονταν μέσα έπαθαν ασφυξία ή κάηκαν. Το λαγούμι αυτό βρέθηκε σε μια τοποθεσία που ονομάζεται Καλιγαρία και εκεί έσκαψαν οι Τούρκοι διότι δεν υπήρχαν σταυρώματα. [...]

Στις 18 Μαΐου τη νύχτα, οι Τούρκοι κατασκεύασαν έναν πανέμορφο προμαχώνα, τον τρόπο δε που τον κατασκεύασαν θα πληροφορηθείτε στη συνέχεια. Αυτοί οι Τούρκοι ολονυχτίς βάλθηκαν να δουλεύουν με μεγάλο αριθμό ανδρών και μέσα στην ίδια νύχτα κατασκεύασαν έναν πύργο στο χείλος της τάφρου. Ο πύργος του αυτός υψωνόταν πάνω από το εξωτερικό προτείχισμα των τειχών και βρισκόταν μπροστά σε μια τοποθεσία που ονομαζόταν Χαρισία. Ήταν δε με τέτοια δεξιοτεχνία κατασκευασμένος, ώστε δεν υπήρχε άνθρωπος σ' όλον τον κόσμο που να μπορεί να φανταστεί με ποιο τρόπο ήταν φτιαγμένος. Ποτέ ειδωλολάτρης δεν είχε κατασκευάσει τέτοια και τόση θαυμαστή επινόηση. [...] Αμέσως ο αυτοκράτορας σηκώνεται με όλη την ακολουθία του και πηγαίνει να δει το πολύ περίεργο εκείνο πράγμα και όταν το είδε, όλοι πάγωσαν κι άρχισαν να τρέμουν από φόβο. [...]

Στις 19 Μαΐου, οι ίδιοι πανούργοι και μανιασμένοι Τούρκοι μηχανεύτηκαν και κατασκεύασαν μια γέφυρα που διέσχιζε το λιμάνι, από το Γαλατά μέχρι την πλευρά της Κωνσταντινούπολης, πάνω από το πασσαλόπηγμα. Αυτή η γέφυρα κατασκευάστηκε από πολύ μεγάλα οινοβάρελα σταθερά συνδεδεμένα μεταξύ τους κι από πάνω τους ήταν μακριές ξύλινες τραβέρσες καλά ενωμένες μεταξύ τους, ώστε να δημιουργούν μια πολύ όμορφη και γερή γέφυρα. Τη γέφυρα αυτή ο Τούρκος την κράτησε έτσι έτοιμη, για να μπορέσει να την απλώσει κατά μήκος του λιμανιού την ημέρα της γενικής επίθεσης. Το έκανε δηλαδή για την περίπτωση που θα ήθελε να διασκορπίσει περισσότερους άντρες στη στεριά, όπου τα τείχη είχαν γκρεμιστεί από τα κανόνια του, και να πετύχει γρήγορα το σκοπό του. Αν την τοποθετούσε κατά μήκος του λιμανιού πριν από την τελική μέρα της μάχης, μία και μόνο κανονιά θα την είχε καταστρέψει και θα την είχε διαλύσει, αλλά, όπως είπα, ο Τούρκος δεν την έκανε για άλλο λόγο, παρά μόνο για να διασκορπίσει στρατιώτες στα τείχη. Τελικά, την έστησε μπροστά στην Πύλη του Κυνηγίου, αλλά ποτέ δεν την άπλωσε, επειδή δε χρειάστηκε να το κάνει. [...]

Στη στεριά, όμως, το μεσημέρι της ίδιας μέρας, 21 Μαΐου, οι δικοί μας ανακάλυψαν μια υπόγεια στοά στην Καλιγαρία, την οποία είχαν ανοίξει οι Τούρκοι κάτω από τα θεμέλια των χερσαίων τειχών για να μπορέσουν κάποια νύχτα να "αναδυθούν" απρόοπτα μέσα στην Πόλη. Η σήραγγα όμως εκείνη δεν ήταν πολύ επίφοβη. Όταν οι δικοί μας την ανακάλυψαν πήγαν να βάλουν μέσα φωτιά. Οι Τούρκοι που ήταν απέξω άκουσαν ότι οι δικοί μας ήθελαν να βάλουν φωτιά κι έτρεξαν κι έβαλαν κι εκείνοι. Έτσι, μεμιάς η σήραγγα πήρε φωτιά κι από τα δυο άκρα. Ήταν όμως δική μας η νίκη και η δόξα και δεν είχαμε να φοβούμαστε άλλο απ' αυτή τη σήραγγα. [...]

Την 22η μέρα του Μαΐου, την ώρα του αποδείπνου, οι δικοί μας ανακάλυψαν μια υπόγεια σήραγγα στην Καλιγαρία... Την ίδια επίσης μέρα ανακαλύψαμε άλλη μια σήραγγα στο ίδιο σημείο της Καλιγαρίας, όπου δεν υπήρχαν σταυρώματα. Αυτή η σήραγγα ήταν λίγο επίφοβη, αλλά, με του Θεού το θέλημα, το έδαφος υποχώρησε από μόνο του και πλάκωσε όλους του Τούρκους που βρίσκονταν από κάτω, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν όλοι... Την ίδια επίσης ημέρα, την πρώτη ώρα της νύχτας, εμφανίζεται ένα παράξενο σημάδι στον ουρανό κι εκείνο ήταν που έδωσε στον Κωνσταντίνο, τον τιμημένο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, να καταλάβει ότι η ένδοξη αυτοκρατορία του πλησίαζε στη δύση της, όπως πραγματικά συνέβη. Για να καταλάβετε, θα περιγράψω στη συνέχεια πως ήταν αυτό το σημάδι: Αυτή τη νύχτα, την πρώτη ώρα ανέτειλε η σελήνη. Απόψε ήταν πανσέληνος και η σελήνη έπρεπε να σηκωθεί στον ουρανό ολοστρόγγυλη, αλλά εκείνη ανέτειλε όπως ήταν πριν από τρεις ημέρες, που φαινόταν λίγο. Ήταν δε η ατμόσφαιρα τόσο γαλήνια και μουντή, σαν θαμπό κρύσταλλο. Τέσσερις ώρες έμεινε έτσι το φεγγάρι κι έπειτα σιγά σιγά άρχισε να γεμίζει. Όταν λοιπόν όλοι εμείς οι χριστιανοί μα και οι ειδωλολάτρες είδαμε αυτό το θαυμαστό σημάδι, ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης πολύ φοβήθηκε, το ίδιο και οι αυλικοί του. Γιατί, οι Γραικοί είχαν μια προφητεία που έλεγε ότι η Κωνσταντινούπολη ποτέ δε θα χανόταν μέχρι την ημέρα που η σελήνη δε θα φαινόταν στον ουρανό μέσα στο πιάτο της. Οι Τούρκοι όμως χάρηκαν πολύ μ' εκείνο το σημάδι κι έστησαν μεγάλο γλέντι στο στρατόπεδό τους, επειδή για εκείνους σήμαινε ότι η νίκη ήταν δική τους, όπως τελικά αποδείχτηκε. [...]

Στις 26 Μαΐου, την πρώτη ώρα της νύχτας, οι Τούρκοι δημιούργησαν σ' όλο το στρατόπεδό τους μεγάλη φωτοχυσία από φωτιές, που άναβαν δύο μαζί μπροστά σε κάθε σκηνή που ήταν στημένη μέσα στο στρατόπεδο. Οι φωτιές εκείνες ήταν πολύ μεγάλες κι από τη μεγάλη αναλαμπή τους νόμιζε κανείς πως ήταν μέρα... Σ' όλη την πόλη πλανιόταν μεγάλος φόβος κι όλοι με θρήνους ικέτευαν το Θεό και την Παναγία να μας ελεήσουν να γλιτώσουμε από τη μανία των ειδωλολατρών. [...]

Στις 27 Μαΐου , πάλι αυτοί οι λυσσασμένοι ειδωλολάτρες άναψαν όλη τη νύχτα τόσο μεγάλες φωτιές όσο και την προηγούμενη και τις κράτησαν αναμμένες μέχρι τα μεσάνυχτα. [...]

Στις 28 Μαΐου, ο Τούρκος αμηράς έβγαλε διαταγή με σάλπισμα σ' όλο το στρατόπεδό του, ότι όλοι οι πασάδες και όλοι οι άλλοι αξιωματούχοι των στρατευμάτων του έπρεπε να κατέβουν και να μείνουν όλη μέρα στις θέσεις του, επειδή την επαύριο ο Τούρκος αυθέντης ήθελε να εξαπολύσει γενική επίθεση σ' αυτήν την αξιοθρήνητη πόλη, αλλιώς θα τιμωρούνταν με την ποινή του αποκεφαλισμού.


Η τελευταία επίθεση και η άλωση

Η 29η Μαΐου είναι η τελευταία μέρα της πολιορκίας, κατά την οποία ο Κύριος και Θεός ημών έδωσε την καταδικαστική απόφαση εναντίον των Γραικών, και με θέλημά του σήμερα η Πόλη έπεσε στα χέρια του Μωάμεθ, διάδοχου του Τούρκου Μουράτ, όπως θα πληροφορηθείτε στη συνέχεια. Κι ακόμα, ο αιώνιος Θεός ήθελε να δοθεί αυτή η σκληρή απόφαση για να επαληθευτούν όλες οι παλιές προφητείες και κυρίως η πρώτη, εκείνη που έκανε ο Άγιος Κωνσταντίνος, που στέκει στο άλογό του πάνω σε μια στήλη κοντά στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας και προφητεύει με το χέρι και λέει: Από εδώ θα έρθει εκείνος που θα με αφανίσει, δείχνοντας την Ανατολία, δηλαδή την Τουρκία. Η άλλη προφητεία λέει πως όταν σ' αυτήν την αυτοκρατορία βρεθεί ένας αυτοκράτορας που θα έχει το όνομα Κωνσταντίνος γιος της Ελένης, η Κωνσταντινούπολη θα χαθεί. Και η άλλη λέει πως όταν η σελήνη δώσει σημείο στον ουρανό, μέσα σε λίγες μέρες οι Τούρκοι θα πάρουν την Κωνσταντινούπολη. Και οι τρεις αυτές λοιπόν προφητείες έχουν εκπληρωθεί, δηλαδή οι Τούρκοι πέρασαν στην Ελλάδα, βρέθηκε ο αυτοκράτορας που ακούει στο όνομα Κωνσταντίνος και είναι γιος της Ελένης και το φεγγάρι έδωσε σημάδι στον ουρανό. Όλες λοιπόν οι προφητείες επαληθεύτηκαν και ο Θεός αποφάσισε να δώσει τη μοιραία απόφαση κατά των χριστιανών και της αυτοκρατορίας του Κωνσταντίνου, όπως θα δείτε στη συνέχεια.

Σήμερα, την 29η Μαΐου του έτους 1453, την τρίτη ώρα πριν την ημέρα, ο Μωάμεθ, γιος και διάδοχος του Τούρκου Μουράτ, έρχεται αυτοπροσώπως στα τείχη, για να κάνει γενική επίθεση, με την οποία καθαίρεσε την Πόλη. Ο Τούρκος αυθέντης είχε οργανώσει τους άντρες του σε τρία ασκέρια, και κάθε ασκέρι διέθετε πενήντα χιλιάδες άντρες. Το ένα ασκέρι απαρτιζόταν από χριστιανούς, εκείνοι που κρατούνταν με τη βία στο στρατόπεδο. Το δεύτερο ασκέρι αποτελούνταν από ανθρώπους των κατώτερων στρωμάτων, απολίτιστους αγρότες και όλα τα κατακάθια, και το τρίτο ασκέρι ήταν όλοι γενίτσαροι που φορούσαν τα λευκά φέσια. Οι γενίτσαροι ήταν όλοι στρατιώτες του αυθέντη, που τους πλήρωνε μέρα με την ημέρα, όλοι δε άντρες διαλεγμένοι κα ανδρείοι στη μάχη. Πίσω από αυτούς ήταν όλοι οι αξιωματούχοι και πίσω από τους αξιωματούχους ήταν ο Τούρκος αυθέντης. Το πρώτο ασκέρι, οι χριστιανοί, ήταν εκείνοι που μετέφεραν τις σκάλες, κι αυτές τις σκάλες ήθελαν να σηκώσουν και να τις στήσουν πάνω στα τείχη. Οι δικοί μας όμως τις γκρέμιζαν αμέσως μαζί με όλους αυτούς που προσπαθούσαν να αναρριχηθούν στα τείχη κι εκείνοι αμέσως τσακίζονταν. Κι ακόμα, οι δικοί μου που βρίσκονταν ψηλά στις επάλξεις έριχναν κατά πάνω τους μεγάλες πέτρες, και λίγοι κατόρθωναν να σώσουν τη ζωή τους. Όλοι όσοι έφταναν κάτω από τα τείχη, φονεύονταν. Όταν αυτοί που ανέβαιναν πάνω στις σκάλες έβλεπαν στη γη τόσους νεκρούς, ήθελαν να γυρίσουν πίσω στο στρατόπεδο, για να μη σκοτωθούν κι εκείνοι από τις πέτρες. Αλλά καθώς οι άλλοι Τούρκοι που ήταν από πίσω τους έβλεπαν να τρέπονται σε φυγή, αμέσως με τους ακινάκες (γιαταγάνι) τους έκοβαν κομμάτια κι έτσι ήταν αναγκασμένοι να γυρίσουν στα τείχη, αφού έτσι ή αλλιώς θα πέθαιναν. Κι όταν απ' αυτό το πρώτο ασκέρι οι περισσότεροι σκοτώθηκαν και τσακίστηκαν, άρχισε με μεγάλη ορμή να έρχεται το δεύτερο ασκέρι. Αλλά το πρώτο είχε σταλεί για δύο λόγους: ο πρώτος ήταν επειδή οι Τούρκοι προτιμούσαν να πεθάνουν πρώτοι αυτοί που ήταν χριστιανοί παρά οι ίδιοι, και ο άλλος λόγος που τους είχαν στείλει εκεί ήταν για να καταπονήσουν εμάς που ήμασταν στην Πόλη. Όταν, όπως σας είπα, φονεύτηκαν και τσακίστηκαν οι στρατιώτες της πρώτης γραμμής, ρίχνονται οι δεύτεροι σαν μανιασμένα λιοντάρια προς τα τείχη, από την πλευρά του Αγίου Ρωμανού. Εμείς, μόλις είδαμε το φοβερό εκείνο θέαμα, αρχίσαμε αμέσως να χτυπούμε δυνατά τις καμπάνες σ' όλη την Πόλη και σ' όλες τις θέσεις των τειχών. Κι όλοι ζητούσαμε να μας δώσει ο αιώνιος Κύριός μας έλεος και βοήθεια εναντίον του Τούρκου σκύλου. Όλοι οι άντρες έτρεξαν στις θέσεις τους και πολεμούσαν με τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι είχαν αρχίσει πάλι να εμφανίζονται έξω από τα σταυρώματα. Σ' αυτήν τη δεύτερη στρατιωτική γραμμή βρίσκονταν όλοι οι εμπειροπόλεμοι άντρες, οι οποίοι, όπως σας είπα, ήρθαν στα τείχη και καταπόνησαν πολύ εκείνους που υπερασπίζονταν την Πόλη, με τη σφοδρότητά τους. Κι αυτό το δεύτερο ασκέρι δοκίμασε με κάθε προσπάθεια να σκαρφαλώσει με τις σκάλες στα τείχη, αλλά εκείνοι που ήταν πάνω στα τείχη κρατερά κατέστρεφαν τις κλίμακες γκρεμίζοντάς τες στη γη και πολλοί Τούρκοι έβρισκαν το θάνατο. Ταυτόχρονα οι βομβάρδες και οι βαλλίστρες μας έβαλαν εναντίον τους και σκότωναν τόσους Τούρκους, που ήταν ένα θέαμα απίστευτο. Μόλις έφτασε το δεύτερο ασκέρι κι έκανε τη δική του προσπάθεια να εισέλθει στην Πόλη, χωρίς επιτυχία, μπαίνει το τρίτο, που ήταν οι γενίτσαροι, οι μισθοφόροι του αυθέντη. Μαζί του ήταν οι αξιωματούχοι και οι άλλοι μεγάλοι αρχηγοί, όλοι άντρες γενναίοι και πίσω απ' όλους αυτούς ο Τούρκος αμηράς. Το τρίτο ασκέρι ξεχύθηκε στα τείχη της δύσμοιρης πόλης όχι σαν Τούρκοι αλλά σαν λέοντες, με τόσο αλλόφρονες αλαλαγμούς και τυμπανοκρουσίες, που νόμιζε κανείς ότι βρισκόταν στον άλλο κόσμο. 
Οι φωνές τους ακούγονταν μέχρι την Ανατολία, που είναι δώδεκα μίλια μακριά από το στρατόπεδο. Οι πιο γενναίοι λοιπόν άντρες του Τούρκου βρίσκουν τους δικούς μας πάνω στα τείχη πολύ καταπονημένους, από τη μάχη με τον πρώτο και το δεύτερο ασκέρι. Αλλά, αυτοί οι ειδωλολάτρες ήταν θαρραλέοι και ξεκούραστοι στη μάχη, και οι δυνατές ιαχές των Τούρκων σ' όλο το στρατόπεδο τρομοκρατούσαν το λαό της Πόλης, ενώ οι τυμπανοκρουσίες τους μας έπαιρναν την ψυχή. 
Οι άμοιροι κάτοικοι της Πόλης, βλέποντας πως ήταν πλέον χαμένοι, άρχισαν να χτυπούν δυνατά τις καμπάνες και τα σήμαντρα σ' όλη την Πόλη και σ' όλες τις θέσεις των τειχών κι όλοι φώναζαν δυνατά: "Έλεος, έλεος, Κύριε από τους ουρανούς, στείλε βοήθεια σ' αυτήν την αυτοκρατορία του Κωνσταντίνου, για να μην την κυβερνήσουν οι ειδωλολάτρες". Σ' όλη την Πόλη οι γυναίκες αλλά και οι άντρες γονατιστοί θρηνούσαν πικρά και ικέτευαν ευλαβικά τον Παντοδύναμο Θεό και τη μητέρα Του Παναγία Μαρία, και όλους του αγίους κα τις αγίες της Ουράνιας Αυλής να νικήσουμε τους ειδωλολάτρες Τούρκους, λυσσασμένους εχθρούς της χριστιανικής πίστης. Κι ενώ εκείνοι παρακαλούσαν το Θεό, οι Τούρκοι συνέχιζαν να πολεμούν άγρια από την πλευρά της ξηράς, γύρω από τον Άγιο Ρωμανό, όπου βρισκόταν και η σκηνή του γαληνότατου αυτοκράτορα με όλους τους ευγενείς και τους καλύτερους ιππότες του κι όλους τους αξιωματούχους του που του συμπαραστέκονταν πολεμώντας γενναία. 
Αποφασισμένοι να μπουν στην Πόλη οι Τούρκοι, όπως είπα, πολεμούσαν έξω από την πύλη του Αγίου Ρωμανού, από την πλευρά της ξηράς δηλαδή, κι έριχναν οι ειδωλολάτρες πολλούς λίθους με τα κανόνια τους, αμέτρητες τουφεκιές και μυριάδες σαΐτες. Οι ιαχές τους ήταν τόσο τρομακτικές που νόμιζε κανείς ότι θα σκίζονταν οι ουρανοί. Μ' εκείνη τη μεγάλη βομβάρδα, που η πέτρα της ζύγιζε χίλιες διακόσιες λίβρες, και με τόξα σε όλο το μήκος των τειχών που ήταν έξι μίλια, χτυπούσαν μέσα από τα σταυρώματα, και θα μπορούσαν να φορτωθούν τουλάχιστον ογδόντα καμήλες με τις σαΐτες που έριχναν μέσα, ενώ από εκείνες που έπεφταν μέσα στην τάφρο τουλάχιστον άλλες είκοσι. Αυτή η τόσο σκληρή μάχη κράτησε μέχρι την αυγή της μέρας.

Οι δικοί μας έκαναν θαύματα για την άμυνα, και όταν λέμε δικοί μας εννοούμε εμάς του Ενετούς. Στο σημείο που ήταν ο τούρκικος πύργος, εκεί οι Τούρκοι πολεμούσαν άγρια. Η άμυνά μας όμως δεν είχε κανένα νόημα, γιατί ο αιώνιος Θεός είχε ήδη πάρει την απόφασή του ότι αυτή η πόλη θα έπεφτε στα χέρια των Τούρκων κι επειδή ήταν θέλημά Του, τίποτα πια δεν μπορούσαμε να κάνουμε. Όλοι εμείς οι χριστιανοί που εκείνες τις στιγμές βρισκόμασταν σ' αυτήν την περιθρηνούμενη πόλη, παρακαλούσαμε τον ελεήμονα Ιησού Χριστό μας και τη μητέρα Του Παρθένο Μαρία να ευσπλαχνιστούν τις ψυχές μας, γιατί σήμερα, σ' αυτήν τη σκληρή μάχη θα πεθαίναμε. 

Και για να μάθετε, μία ώρα πριν ξημερώσει ο Τούρκος αυθέντης έδωσε διαταγή να πυροδοτήσουν τη μεγάλη βομβάρδα του, κι αυτός ο λίθος πέφτει μέσα στα οχυρώματα που είχαμε κατασκευάσει, τα οποία ρήμαξε. Από το μεγάλο καπνό που σήκωσε αυτή η βομβάρδα άρχισαν να διαβαίνουν διαμέσου του καπνού και ήταν σχεδόν τριακόσιοι εκείνοι που πέρασαν μέσα από τα τείχη. Γραικοί κι Ενετοί τους πετάξαμε έξω από το σταύρωμα και μεγάλο μέρος αυτών βρήκαν το θάνατο. Όλοι σχεδόν σκοτώθηκαν πριν μπορέσουν να περάσουν το σταύρωμα. Εκείνη τη στιγμή, οι Γραικοί, έχοντας πετύχει αυτό το κατόρθωμα, πίστεψαν πραγματικά ότι νικούσαν τους ειδωλολάτρες κι όλοι εμείς οι χριστιανοί πήραμε μεγάλη ανακούφιση. Όταν τους διώξαμε από το σταύρωμα, αμέσως οι Τούρκοι πυροδότησαν για άλλη μια φορά τη μεγάλη βομβάρδα και πάλι αυτοί οι ειδωλολάτρες αρχίζουν σαν σκυλιά να έρχονται μέσα από τον καπνό της βομβάρδας γρήγορα, σπρώχνοντας και πατώντας ο ένας τον άλλο σαν άγρια θηρία. 

Μέσα σ' ένα τέταρτο της ώρας είχαν περάσει πάνω από τριάντα χιλιάδες Τούρκοι μέσα από το σταύρωμαμε τόσους αλαλαγμούς, που νόμιζε κανείς πως βρισκόταν στην ίδια την Κόλαση, οι δε αλαλαγμοί του αντιλαλούσαν μέχρι την Ανατολία.
 Μόλις ήρθαν μέσα, αμέσως κατέλαβαν την πρώτη μπάρα του σταυρώματος. Πριν όμως την καταλάβουν, αρκετοί απ' αυτούς φονεύτηκαν από εκείνους που υπερασπίζονταν τα τείχη με τις πέτρες. Και ήταν τόσοι πολλοί οι Τούρκοι, που ο καθένας φόνευε όσους ήθελε. Έχοντας καταλάβει τώρα την πρώτη μπάρα, οι Τούρκοι μαζί με τους γενίτσαρους οχυρώθηκαν πίσω απ' αυτή. Μετά απ' αυτό πέρασαν μέσα από το σταύρωμα σχεδόν εβδομήντα χιλιάδες, μέσα σε τέτοια αλλοφροσύνη, που νόμιζε κανείς πως βρισκόταν στην Κόλαση. Αμέσως τα σταυρώματα γέμισαν με Τούρκους από τη μια μέχρι την άλλη άκρη, που ήταν έξι μίλια. Αλλά, όπως σας είπα, εκείνοι που βρίσκονταν πάνω στα τείχη σκότωναν πολλούς απ' αυτούς με πέτρες, αφήνοντάς του να έρθουν από κάτω και πετώντας τις ασταμάτητα πάνω τους. Τόσοι ήταν οι νεκροί που τουλάχιστον σαράντα άμαξες δε θα μπορούσαν να μεταφέρουν τα πτώματα των Τούρκων αυτών, που σκοτώθηκαν πριν μπουν στην Πόλη. Τώρα, οι δικοί μας, οι χριστιανοί, φοβούνταν τα μέγιστα και ο γαληνότατος αυτοκράτορας έδωσε διαταγή να χτυπήσουν τις καμπάνες σ' όλη την Πόλη και το ίδιο να κάνουν από όλες τις θέσεις των τειχών. 
Έτσι όλοι άρχισαν να φωνάζουν: "Κύριε ελέησον". Έτσι φώναζαν άντρες και γυναίκες και περισσότερο οι μοναχές και οι κοπέλες. Τόσος ήταν ο θρήνος, που θα αισθανόταν οίκτο κάθε σκληρός Ιουδαίος. Βλέποντας αυτό, ο Ιωάννης Ιουστινιάνης, Γενουάτης από τη Γένουα, αποφασίζει να εγκαταλείψει τη θέση του κα τρέχει στο πλοίο του που ήταν αραγμένο κοντά στην άλυσο. 
Αυτόν τον Ιουστινιάνη ο αυτοκράτορας τον είχε ορίσει γενικό διοικητή ξηράς. Και τρεπόμενος σε φυγή ο στρατηγός, περνώντας μέσα από την Πόλη, φώναζε: "Οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη". Και ψευδόταν ασύστολα, γιατί ακόμα δεν είχαν μπει. Ακούγοντας ο λαός τα λόγια αυτά από εκείνον ειδικά το στρατηγό, ότι δηλαδή οι Τούρκοι είχαν μπει στην Πόλη, όλοι άρχισαν να τρέπονται σε φυγή κι αμέσως όλοι εγκαταλείψαν τις θέσεις τους και όρμησαν τρέχοντας προς την ακτή για να μπορέσουν να διαφύγουν με τα πλοία και τις γαλέρες. Μέσα στο χρόνο που ήθελε ο ήλιος ν' ανατείλει, ο παντοδύναμος Θεός είχε δώσει την καταδικαστική του απόφαση κι ήταν θέλημά Του να επαληθευτούν οι προφητείες. 

Με το πρώτο φως της αυγής, οι Τούρκοι μπήκαν μέσα στην Κωνσταντινούπολη από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού, εκεί όπου είχαν γκρεμιστεί τα τείχη από τις βομβάρδες τους. Πριν όμως μπουν μέσα στην Πόλη, τσακίστηκαν πολλοί Τούρκοι κα χριστιανοί που έτρεξαν να τους εμποδίσουν. Τόσοι πολλοί σκοτώθηκαν, που θα φορτώνονταν το λιγότερο είκοσι άμαξες με τα πτώματά τους. Τότε, το δεύτερο ασκέρι άρχισε να έρχεται ξοπίσω από τους πρώτους, που σκορπίζονταν μέσα στην Πόλη. Όσους έβρισκαν στους δρόμους τους περνούσαν από τη λεπίδα της χαντζάρας τους, γυναίκες και άντρες και γέρους και παιδιά, αδιακρίτως. Αυτή η σφαγή κράτησε από την ανατολή του ήλιου μέχρι την ώρα της μεσημβρίας, κι όσοι βρέθηκαν μπροστά τους πήγαν από χατζάρα. Όσοι από τους δικούς μας εμπόρους διέφυγαν, κρύφτηκαν μέσα στις υπόγειες σπηλιές. Όταν πέρασε η μανία τους, οι Τούρκοι τους βρήκαν, κι όλοι πιάστηκαν και πουλήθηκαν σκλάβοι. Όταν έφτασαν οι λυσσασμένοι Τούρκοι στην πλατεία που είναι πέντε μίλια μακριά από το σημείο που έκαναν την έφοδο, δηλαδή τον Άγιο Ρωμανό, ανέβηκαν σ' έναν πύργο, όπου ήταν υψωμένη η σημαία του Αγίου Μάρκου και του γαληνότατου αυτοκράτορα. Τότε οι ειδωλολάτρες έσκισαν αμέσως τη σημαία του Αγίου Μάρκου και έπειτα έσκισαν τη σημαία του γαληνότατου αυτοκράτορα και πάνω σ' εκείνο τον ίδιο πύργο ύψωσαν τη σημαία του Τούρκου αυθέντη. Όταν αφαιρέθηκαν εκείνες οι δυο σημαίες, δηλαδή του Αγίου Μάρκου και του αυτοκράτορα και υψώθηκε η σημαία του Τούρκου σκύλου, εκείνη τη στιγμή όλοι εμείς οι χριστιανοί που βρισκόμασταν στην Πόλη χύσαμε πικρά δάκρυα. Βλέποντας τη σημαία του να ανεμίζει πάνω στον πύργο καταλάβαμε ότι η Πόλη είχε πέσει στα χέρια του Τούρκου και δεν υπήρχε ελπίδα να την επανακτήσουμε. [...]
 
Μετά την άλωση

... Όλοι άρχισαν να τρέχουν σαν λυσσασμένα σκυλιά στη στεριά ψάχνοντας για χρυσάφι, κοσμήματα κι άλλα πλούτη, κι ακόμα να αιχμαλωτίσουν τους εμπόρους. Περισσότερο έψαχναν μέσα στα μοναστήρια κι όλες οι μοναχές στάλθηκαν στο στόλο τους κι ατιμάστηκαν και ταπεινώθηκαν από τους Τούρκους. Έπειτα πουλήθηκαν όλες σκλάβες στα παζάρια της Τουρκίας. Αλλά και όλες οι κοπέλες ατιμάστηκαν κι έπειτα πουλήθηκαν και μάλιστα ακριβά, αν και μερικές από εκείνες προτίμησαν να ριχτούν στα πηγάδια και να πνιγούν παρά να πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Το ίδιο έκαναν και πολλές παντρεμένες. Οι Τούρκοι φόρτωσαν τα καράβια τους με αιχμαλώτους και αμύθητα πλούτη. [...] Το αίμα έτρεχε στη γη όπως όταν βρέχει και το νερό πλημμύριζε τα ρείθρα των δρόμων, τόσο πολύ αίμα χύθηκε. 
Τα κορμιά των σκοτωμένων, τόσο των χριστιανών όσο και των Τούρκων, πετάχτηκαν στα Δαρδανέλια και παρασύρονταν από το ρέμα όπως τα πεπόνια στα κανάλια. Για τον αυτοκράτορα κανένας δεν μπόρεσε να μάθει ποτέ είδηση για τις πράξεις του.Ούτε ζωντανός βρέθηκε κι ούτε νεκρός, αλλά μερικοί λένε ότι τον είδαν ανάμεσα στα πτώματα των σκοτωμένων, που σημαίνει ότι έπαθε ασφυξία κατά την έφοδο που έκαναν οι Τούρκοι στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Οι αιχμάλωτοι ήταν 60.000 και οι Τούρκοι βρήκαν πλούτη αμέτρητα. Η ζημιά των χριστιανών υπολογίζεται σε 200.000 δουκάτα και των άλλων υπηκόων σε 100.000 δουκάτα.



18 Ιουλίου 1453. Ο αυτοκράτορας, που ήταν πάμπτωχος, ζήτησε να δανειστεί από τους αυλικούς του χρήματα, εκείνοι του είπαν ότι λυπόντουσαν αλλά δεν είχαν. Έπειτα οι Τούρκοι βρήκαν αρκετά χρήματα. Σε κάποιον μάλιστα από εκείνους βρήκαν 30.000 δουκάτα. Είχαν δε συμβουλέψει τον αυτοκράτορα να τιμωρήσει τους αυλικούς του, αλλά να αφαιρέσει τα ασημικά από τις εκκλησίες, και αυτό έκανε.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης ο Τούρκος βάζει τελάληδες να διαλαλήσουν σ' όλη την Πόλη πως όσοι είχαν σπίτια έπρεπε να παρουσιαστούν ενώπιόν του, να τα δηλώσουν κι εκείνος θα τους άφηνε ελεύθερους. Πολλοί Γραικοί και Λατίνοι πήγαιναν και του έλεγαν πού βρίσκονταν τα σπίτια τους [...] κι ήθελε να σκοτώσει όσους είχαν έρθει ενώπιόν του, αλλά θυμήθηκε πως θα είχε μεγαλύτερο όφελος να τους αφήσει ζωντανούς για να του καταβάλουν λύτρα.

Λέγεται ακόμα πως ένας μεγάλος Έλληνας ευγενής, για να κερδίσει την ευμένειά του, έστειλε τις δυο θυγατέρες του κρατώντας η καθεμιά από ένα δίσκο γεμάτο χρήματα, και τότε ο Τούρκος έκανε μεγάλες τιμές σ' αυτόν τον ευγενή και του έδειχνε μεγάλη εκτίμηση. Βλέποντας την τύχη του, οι άλλοι Έλληνες ευγενείς παίρνουν όσα χρήματα μπορούσε ο καθένας τους και πηγαίνουν να του τα προσφέρουν για να κερδίσουν την εύνοιά του. Ο Τούρκος αυθέντης δέχεται τα δώρα και περιβάλλει τους κομιστές τους με μεγάλες τιμές και αξιώματα. Αλλά, όταν έπαψαν να του πηγαίνουν δώρα, διατάζει να αποκεφαλίσουν όσους του είχαν φέρει, λέγοντας πως ήταν μεγάλοι σκύλοι που δεν είχαν θελήσει να τα δανείσουν στον αυθέντη τους κι είχαν αφήσει την πόλη να χαθεί.


 Πολιορκία της Πόλης

Γεννάδιος, Ιουστινιάνης



XXXVIII 2. Ταυτόχρονα κατέφτασε από τη Γένουα ένας άνδρας που ονομαζόταν Ιωάννης Λόγγος, της οικογένειας Ιουστινιάνι, με δύο τεράστια πλοία, έχοντας βαρύ και αποτελεσματικό εξοπλισμό, συνοδευόμενος από νέους ενόπλους Γενουάτες, γεμάτους πολεμικό μένος. Κι αυτός ο Ιωάννης ήταν ικανότατος άνδρας και έμπειρος σε μάχες κατά παράταξη συνασπισμένων στρατών. Ο βασιλιάς τον υποδέχτηκε με εγκαρδιότητα, και έδωσε αμοιβή στους στρατιώτες του και μεγάλες δωρεές στον ίδιο και του έδωσε τον τίτλο του πρωτοστράτορα. Ο Ιουστινιάνης ανέλαβε την άμυνα των τειχών που βρίσκονταν κοντά στο παλάτι. Έβλεπαν ότι ο τύραννος εκεί εγκαθιστούσε τις πετροβόλες μηχανές και τις υπόλοιπες πολιορκητικές μηχανές για να επιτεθεί στα τείχη. Ακόμη ο βασιλιάς τον ευεργέτησε παραχωρώντας του με χρυσόβουλο τη νήσο Λήμνο, αν αποκρουόταν ο Μεχεμέτ και επέστρεφε άπρακτος, έχοντας χάσει κάθε ελπίδα να κυριεύσει την Πόλη. Από τότε οι Λατίνοι μάχονταν ηρωικά μαζί με τον Ιωάννη, βγαίνοντας από τις πύλες της Πόλης και παίρνοντας θέσεις στα εξωτερικά τείχη και στην τάφρο.


5. Πριν να έρθει ο τύραννος, όταν ακόμα βρισκόταν στη Ανδριανούπολη, οι Γενουάτες του Γαλατά έστειλαν πρέσβεις, αναγγέλοντάς του την αμετάθετη φιλία τους και ανανεώνοντας τα έγγραφα που είχαν υπογράψει στο παρελθόν. Κι αυτός έλεγε σε απολογητικό τόνο πως είναι φίλος τους και πως είναι αδιάσπαστη η αγάπη του προς αυτούς, αρκεί μόνο να μη βρεθούν πως βοηθούσαν την Πόλη. Κι αυτοί το υποσχόντουσαν. Πλην όμως ο ένας από τους δύο γελιόταν, όπως το έδειξε το τέλος. Γιατί οι Γενουάτες του Γαλατά σκέφτονταν ότι και στο παρελθόν η Πόλη πολιορκήθηκε από τους προγόνους του, οι οποίοι υποχώρησαν άπρακτοι χωρίς να έχουν καταφέρει τίποτα. Γι' αυτό έδειχναν φιλία προς τους Τούρκους και βοηθούσαν παράλληλα τους κατοίκους της Πόλης, καθώς πίστευαν ότι το ίδιο θα συμβεί και τώρα. Ταυτόχρονα υποψιάζονταν τη φιλία του τύραννου ως ψεύτικη και συμμαχούσαν με την Πόλη, κρυφά βέβαια. Ο τύραννος πάλι έλεγε στον εαυτό του: «Ας αφήσω το φίδι να κοιμάται μέχρι να σκοτώσω το δράκο και τότε με ένα ελαφρό χτύπημα στο κεφάλι και θα το φάει το σκοτάδι». Πράγμα που έγινε.


8. [...] Διατάζει ο τύραννος να ισοπεδώσουν τους λοφίσκους που βρίσκονταν πίσω από το Γαλατά, στην ανατολική μεριά, κάτω από το Διπλό Κίονα ως την άλλη μεριά του Γαλατά που βρισκόταν στο γιαλό του Κεράτιου Κόλπου, αντίκρυ από το Κοσμίδιο. Κι όταν ομαλοποίησαν το δρόμο, όσο ήταν δυνατό, κι αφού ανέβασε τις διήρεις πάνω σε τροχοφόρες εξέδρες και άνοιξε τα πανιά, διέταξε να τις σύρουν δια της ξηράς από τον πορθμό του Ιερού Στομίου και να τις φέρουν μέσα στον Κεράτιο κόλπο. Πράγμα που έγινε. [...]

9. Αυτά έκανε στη θάλασσα. Στη στεριά έφερε εκείνο το τεράστιο κανόνι και το έστησε αντίκρυ στο τείχος, κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Ο κατασκευαστής του αφού βρήκε κατάλληλη θέση, έσκαψε πλάι του δύο κοιλώματα, που χωρούσαν πέτρες βάρους ... λιτρών τέλεια στρογγυλεμένες από τη φύση, και όταν ήθελε να ρίξει τη μεγάλη πέτρα, έριχνε πρώτα μια μικρή, σημείωνε την τοποθεσία και αφού υπολόγιζε σχολαστικά έριχνε τη μεγάλη. Κι όταν έριξε την πρώτη βολή και την άκουσαν οι κάτοικοι της πόλης, έμειναν άφωνοι και ανέκραξαν το «Κύριε ελέησον».

8. Στις αρχές του Μάρτη ο τύραννος έστειλε αγγελιαφόρους και κήρυκες σ' όλες τις επαρχίες, καλώντας να έρθουν όλοι στην εκστρατεία εναντίον της Πόλης. Τα μισθοφορικά και τα επιστρατευμένα στρατεύματα συνέρρεαν εκεί. Ποιος όμως μπορεί να αφηγηθεί για το πόσα ήταν εκείνα τα άγραφα και μυριάριθμα; [...] Την Παρασκευή, λοιπόν, της Διακαινησίμου έφτασε ο Ναβουχοδονόσορας στις πύλες της Ιερουσαλήμ και έστησε τις σκηνές του απέναντι από την Πύλη του Χαρισίου, πίσω από το βουνό. Όλα τα στρατεύματά του καταλάμβαναν το χώρο από την Ξυλόπορτα, που βρίσκεται κοντά στο παλάτι, ως τη Χρυσή Πύλη προς το νότο και από την Ξυλόπορτα μέχρι το Κοσμίδιο. Απλώνονταν σε πλάτος από το νότο μέχρι τον κάμπο, όπου υπήρχαν αμπελώνες, που τους είχε ήδη καταστρέψει ο Καρατζίας. Και προχώρησε σε ολοκληρωτική πολιορκία της Πόλης στις 6 Απριλίου, ημέρα Παρασκευή μετά το Πάσχα.

10. Ο Γεννάδιος δε σταματούσε ούτε στιγμή να διδάσκει και να γράφει εναντίον των Ενωτικών [...] έχοντας συνεργό και ομοϊδεάτη τον πρωθυπουργό και μέγα δούκα, εκείνον που, όταν είδαν οι Ρωμαίοι τον αναρίθμητο στρατό των Τούρκων να συγκεντρώνεται εναντίον της Πόλης, τόλμησε να πει κατά των Λατίνων το περίφημο: "Είναι καλύτερο να δούμε στο μέσο της Πόλης να βασιλεύει το φακιόλι των Τούρκων παρά σκουφί λατινικό". Και μέσα στην απελπισία τους οι κάτοικοι της Πόλης έλεγαν: "Μακάρι να παραδοθεί η Πόλη στα χέρια των Λατίνων που αναγνωρίζουν το Χριστό και τη Θεοτόκο και να μην ξεπέσουμε στα χέρια των ασεβών". [...]


XXXIX 1 (Ο Μεχεμέτ), αφού ετοίμασε τα πάντα όπως καλύτερα νόμιζε, έστειλε μήνυμα λέγοντας στο βασιλιά: «Μάθε ότι έχουν τελειώσει οι πολεμικές προετοιμασίες. Ήρθε πια η ώρα να κάνουμε πράξη αυτό που θέλουμε εδώ και πολύ καιρό. Την έκβασή του την αφήνουμε στο Θεό. Τι λες; Θέλεις να εγκαταλείψεις την Πόλη και να φύγεις, όπου θέλεις, μαζί με τους άρχοντές σου και τα υπάρχοντά τους, αφήνοντας αζήμιο το λαό και από μένα και από σένα; Ή θέλεις να αντισταθείς και να χάσεις τη ζωή σου και τα υπάρχοντά σου και συ και οι μετά σου, κι ο λαός αφού αιχμαλωτιστεί από τους Τούρκους, να διασκορπιστεί σ' όλη τη γη;» Κι ο βασιλιάς με τη σύγκλητο αποκρίθηκε: «Αν θέλεις να ζήσεις μαζί μας ειρηνικά, όπως και οι πρόγονοί σου, ας έχεις την ευλογία του Θεού. Γιατί εκείνοι θεωρούσαν τους γονείς μου ως πατέρες τους και τους τιμούσαν ανάλογα, κι αυτή την πόλη τη θεωρούσαν ως πατρίδα τους. Σε καιρό ανάγκης όλοι τους έτρεχαν μέσα να σωθούν και κανένας αντίπαλός της δεν έζησε πολλά χρόνια. Κράτα τα κάστρα και τη γη που μας άρπαξες άδικα, όρισε και ετήσιους φόρους ανάλογα με τη δύναμή μας κα φύγε ειρηνικά. Σκέφτηκες ότι ενώ νομίζεις πως θα κερδίσεις μπορεί να βρεθείς χαμένος; Το να σου παραδώσω την Πόλη ούτε δικό μου δικαίωμα είναι ούτε κανενός άλλου από τους κατοίκους της· γιατί όλοι με μια ψυχή προτιμούμε να πεθάνουμε με τη θέλησή μας και δε λυπόμαστε για τη ζωή μας».


6. Ξημέρωσε κι εκείνος συνέχισε τον πόλεμο όχι μόνο μέχρι την ένατη ώρα, αλλά και μετά την ένατη παρέταξε το στρατό από το παλάτι ως τη Χρυσή Πύλη. Παρέταξε και τα ογδόντα πλοία από την Ξυλόπορτα μέχρι την Πλατέα Πύλη, ενώ τα υπόλοιπα που στέκονταν στο Διπλοκιόνιο άρχισαν την περικύκλωση από την Ωραία Πύλη, συνεχίζοντας στην Ακρόπολη του Μεγάλου Δημητρίου και τη Μικρή Πύλη που βρίσκεται στη μονή της Οδηγήτριας. Προσπέρασαν το Μεγάλο Παλάτι και αφού διέσχισαν το λιμάνι περικύκλωσαν μέχρι τις Βλάγκες. Καθένα από τα πλοία είχε μια σκάλα ίσαμε τα τείχη και κάθε είδους πολεμοφόδια.


7. Ο ήλιος έδυσε, ακούστηκε η κραυγή του πολέμου και ο ίδιος ο τύραννος ήταν έφιππος από το βράδυ της Δευτέρας. Η παράταξη της μάχης ήταν τεράστια. Ο ίδιος πολεμούσε απέναντι από τα γκρεμισμένα τείχη μαζί με τους πιστούς του δούλους και πανίσχυρους νέους, που μάχονταν σαν λιοντάρια και ήταν πάνω από δέκα χιλιάδες. Πίσω τους και στο πλάι ήταν παραταγμένοι καβαλάρηδες πάνω από 100.000, ενώ στην κάτω μεριά μέχρι το λιμάνι της Χρυσής Πύλης βρίσκονταν άλλοι εκατό και παραπάνω, και από την τοποθεσία όπου βρισκόταν ο ηγεμόνας ως τις άκρες του παλατιού άλλες πενήντα χιλιάδες και στα πλοία και στη γέφυρα απειράριθμοι.


8. Κι αυτοί που βρίσκονταν μέσα είχαν διαμοιραστεί. Ο βασιλιάς μαζί με τον Ιωάννη Ιουστινιάνη βρισκόταν στα γκρεμισμένα τείχη, έξω από τον περίβολο του κάστρου, έχοντας μαζί τους περίπου τρεις χιλιάδες Λατίνους και Ρωμαίους. Ο μεγάλος δούκας βρισκόταν στη Βασιλική Πύλη με πεντακόσιους περίπου, ενώ στα θαλάσσια τείχη και στους προμαχώνες από την Ξύλινη Πόρτα ως την Ωραία ήταν παραταγμένοι πάνω από πεντακόσιους τζαγραφόροι και τοξότες. Από την Ωραία Πύλη σ' όλη την περιφέρεια μέχρι τη Χρυσή Πύλη βρισκόταν σε κάθε προμαχώνα ένας ή τοξότης ή τζαγραφόρος ή πετροβολιστής που πέρασαν άγρυπνοι όλη τη νύκτα, χωρίς να έχουν κοιμηθεί καθόλου.


9. Και οι Τούρκοι μαζί με τον ηγεμόνα τους προσπαθούσαν να πλησιάσουν τα τείχη, φέρνοντας υπεράριθμες προκατασκευασμένες σκάλες. Ο τύραννος τρέχοντας στα μετόπισθεν της παράταξης κρατούσε σιδερένια ράβδο κι άλλοτε κολάκευε με τα λόγια τους τοξότες κι άλλοτε απειλώντας τους τους έστελνε προς τα τείχη. Οι υπερασπιστές της πόλης μάχονταν γενναία, μ' όλη τους τις δυνάμεις. Ο Ιωάννης πολεμούσε γενναία μαζί με τους συντρόφους του, έχοντας δίπλα του και το βασιλιά με όλα του τα στρατεύματα. 


Τραυματισμός Ιουστινιάνη Άλωση της Πόλης 

10. Την ώρα που τα ανδραγαθήματα της τύχης έμελλε ν' αρπάξουν τη νίκη από τα χέρια των Τούρκων πήρε ο Θεός από το μέσο της παράταξης των Ρωμαίων το στρατηγό τους, το γίγαντα και πανίσχυρο και υπεράνθρωπο πολεμιστή. Γιατί πληγώθηκε από μολυβδοβόλο στο χέρι, πίσω από το βραχίονα, όταν ακόμα ήταν σκοτάδι. Η σφαίρα διαπέρασε τη σιδερένια χλαμύδα που ήταν κατασκευασμένη όπως τα όπλα του Αχιλλέα και δεν μπορούσε να ηρεμήσει από την πληγή. Και είπε στο βασιλιά: «Στάσου με θάρρος, εγώ θα πάω μέχρι το πλοίο κι αφού γιατρευτώ θα επιστρέψω αμέσως». [...] Ο βασιλιάς, μόλις είδε τον Ιωάννη να αναχωρεί, δείλισασε, το ίδιο και οι ακόλουθοί του· πλην όμως συνέχισε να αντιστέκεται όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις του.

11. Οι Τούρκοι σιγά σιγά πλησίασαν τα τείχη καλυπτόμενοι πίσω από τις ασπίδες τους κι έστησαν τις σκάλες. Δεν κατάφερναν όμως τίποτα, γιατί τους εμπόδιζαν οι λιθοβολιστές από πάνω. Παρέμεναν λοιπόν καθώς εμποδίζονταν, ενώ οι Ρωμαίοι όλοι μαζί με το βασιλιά αντιστέκονταν στους εχθρούς. Όλη τους η προσπάθεια και ο μόνος τους στόχος ήταν να μην αφήσουν τους Τούρκους να περάσουν από τα γκρεμισμένα τείχη. Λάθεψαν όμως, γιατί ήταν θέλημα Θεού να περάσουν από άλλη οδό. Γιατί, αφού είδαν την πύλη, για την οποία μιλήσαμε προηγουμένως, ανοικτή και αφού μπήκαν μέσα πενήντα άνδρες από τους πιο ονομαστούς δούλους του τυράννου, ανέβηκαν πάνω στα τείχη, ξεφυσώντας μανιασμένοι, σκότωσαν όσους συναντούσαν και κτυπούσαν τους ακροβολιστές. Το θέαμα ήταν φρικιαστικό. Από τους Ρωμαίους και Λατίνους που εμπόδιζαν τους Τούρκους να στήσουν τις σκάλες στα τείχη, άλλοι σφαγιάστηκαν κι άλλοι έκλειναν τα μάτια και πηδούσαν από το τείχος, συντρίβοντας τα κορμιά τους και δίνοντας φρικτό τέλος στη ζωή τους. Και οι Τούρκοι ανενόχλητοι έστηναν τις σκάλες και ανέβαιναν σαν αετοί πετούμενοι.

12. Οι Ρωμαίοι μαζί με το βασιλιά δεν ήξεραν τι είχε γίνει, γιατί η είσοδος των Τούρκων έγινε πιο μακριά και γιατί ο σκοπός τους ήταν να αντιμάχονται τους κατά μέτωπο εχθρούς. Γιατί πολεμούσαν με άντρες δυνατούς, ένας Ρωμαίος εναντίον είκοσι Τούρκων και δεν ήξεραν να πολεμούν όσο ένας, ο οποιοσδήποτε, Τούρκος. Σε κείνους λοιπόν ήταν στραμμένη η προσοχή τους και η έννοια τους. Τότε ξαφνικά, βλέπουν τα βέλη να πέφτουν από ψηλά και να τους σκοτώνουν. Γυρνούν κατά κει και βλέπουν τους Τούρκους. Μόλις τους είδαν τρέχουν να φύγουν στο εσωτερικό. Και μη μπορώντας να μπουν από την πύλη του Χαρσού, γιατί πιέζονταν από το πλήθος, όσοι είχαν περισσότερη δύναμη, καταπατούσαν τους πιο αδύναμους και έμπαιναν. Τότε η παράταξη του τυράννου, βλέποντας την υποχώρηση των Ρωμαίων, με μια κραυγή, μπήκαν μέσα, καταπατώντας και κατασφάζοντας τους αξιολύπητους. Μόλις έφτασαν στην πύλη, δεν μπόρεσαν να μπουν, γιατί είχε φράξει από τα πεσμένα σώματα των νεκρών και των ετοιμοθάνατων. Έτσι λοιπόν έμπαιναν οι περισσότεροι από τα γκρεμισμένα τείχη και όσους συναντούσαν τους κατέσφαζαν.

13. Τότε ο βασιλιάς αποκαμωμένος, καθώς στεκόταν κρατώντας το σπαθί και την ασπίδα, είπε λόγο σπαρακτικό: «Δεν υπάρχει κανείς χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;» Είχε απομείνει ολομόναχος. Τότε ένας Τούρκος τον κτύπησε κατά πρόσωπο· κι εκείνος αντιγύρισε το κτύπημα στον Τούρκο· ένας άλλος όμως από πίσω τον κτύπησε καίρια και έπεσε καταγής· δεν ήξεραν ότι είναι ο βασιλιάς, αλλά τον σκότωσαν σαν κοινό στρατιώτη και τον παράτησαν.

14. Εκτός από τρεις άνδρες δεν έχασαν κανέναν άλλο οι Τούρκοι κατά την εισβολή τους. Ήταν ακόμη η πρώτη ώρα της ημέρας και δεν είχε ανατείλει ο ήλιος. Μόλις μπήκαν οι Τούρκοι, διασκορπίστηκαν από την Πύλη του Χαρισού ως το παλάτι κι όποιον συναντούσαν τον σκότωναν, το ίδιο και όποιον προσπαθούσε να ξεφύγει. Έτσι, κατέσφαξαν περίπου δύο χιλιάδες πολεμιστές. Γιατί οι Τούρκοι φοβούνταν καθώς σκέφτονταν ότι βρίσκονται στην Πόλη περίπου πενήντα χιλιάδες πολεμιστές. Έτσι έσφαξαν και τους δύο χιλιάδες. Αν ήξεραν ότι όλος ο στρατός δεν ξεπερνούσε τις οκτώ χιλιάδες δε θα σκότωναν κανένα. γιατί τούτο το γένος είναι φιλοχρήματο κι αν ακόμη ο φονιάς του πατέρα τους πέσει στα χέρια τους, θα τον απελευθέρωναν αντί για χρυσάφι. Πόσο μάλλον αυτούς που δεν τους αδίκησαν, αλλά που αδικήθηκαν απ' αυτούς. Εξάλλου μετά τον πόλεμο εγώ γνώρισα πολλούς που μου διηγήθηκαν ότι "επειδή φοβόμασταν αυτούς που θα βρίσκαμε μπροστά μας, σφάζαμε όσους συναντούσαμε· αν ξέραμε ότι τη λειψανδρία που υπήρχε στην Πόλη, όλους θα τους ξεπουλούσαμε σαν τα πρόβατα.

24. Αυτός ο όλεθρος, για τον οποίο μιλήσαμε, άναψε και κόρωσε από την Πύλη του Χαρσού και του Αγίου Ρωμανού και σ΄ ένα μέρος από το παλάτι. Η αντίσταση όμως των πλοίων από το λιμάνι δεν άφηνε περιθώρια στους Τούρκους να στήσουν τις σκάλες στα τείχη. Οι Ρωμαίοι ήσαν επικρατέστεροι των Τούρκων, ρίχνοντας λίθους και βέλη μέχρι την τρίτη ώρα της ημέρας, ως ότου έφτασε ένα μέρος απ' αυτούς που ρήμαζαν από το πρωί μέσα στην πόλη και αφού είδαν τους Ρωμαίους να αντιστέκονται σ' αυτούς που ήσαν έξω, έβγαλαν δυνατές φωνές μ' όση δύναμη είχαν, κι όρμηξαν επάνω στα τείχη. Οι Ρωμαίοι, μόλις είδαν τους Τούρκους μέσα στην πόλη έβγαλαν σπαρακτική φωνή· ένα "αλίμονο" και ρίχνονταν από το τείχος· γιατί είχε χαθεί κάθε δύναμη και κάθε αντοχή στους Ρωμαίους. Τότε, κι αυτοί που ήσαν στα πλοία, βλέποντας τους Τούρκους μέσα στην πόλη, κατάλαβαν ότι "ἡ πόλις ἐάλω", τοποθετώντας γρήγορα τις σκάλες, σκαρφάλωναν πάνω και αφού έσπασαν τις πύλες, έμπαιναν όλοι μέσα. 



Λουκάς Νοταράς 

25. Κι ο μέγας δούκας, που υπεράσπιζε τη Βασιλική Πύλη με πεντακόσιους, βλέποντας τους Τούρκους να πλησιάζουν στο σημείο που βρισκόταν, παράτησε τη φύλαξή της και μαζί με λίγους έφυγε για το σπίτι του. Κι όλοι οι Ρωμαίοι είχαν διασκορπιστεί· άλλοι συλλαμβάνονταν πριν να φτάσουν στο σπίτι τους, ενώ άλλοι φτάνοντας στα σπίτια τους τα έβρισκαν έρημα από τα παιδιά τις γυναίκες και τα πράγματά τους και, πριν προλάβουν να αναστενάξουν και να κλάψουν, βρίσκονταν χεροδεμένοι πισθάγκωνα. Άλλοι πάλι καθώς έφταναν στα σπίτια τους κι έβρισκαν τη γυναίκα τους και τα παιδιά τους ήδη να να έχουν συλληφθεί, δένονταν κι αιχμαλωτίζονταν με τους αγαπημένους τους και με τη σύζυγό τους. Τους γέροντας που έμεναν στο σπίτι, γιατί δεν μπορούσαν να βγουν από το σπίτι είτε εξαιτίας κάποιας αρρώστιας ή από γερατειά, οι Τούρκοι όλους και όλες τους έσφαζαν ανελέητα. Και τα νεογέννητα βρέφη τα πετούσαν στις πλατείες.

26. Ο μέγας δούκας βρήκε τις κόρες του, τους γιους του και τη γυναίκα του, που ήταν άρρωστη, κλεισμένους στον πύργο, να εμποδίζουν την είσοδο στους Τούρκους. Τότε τον συνέλαβαν μαζί με τους ακόλουθούς του. Ο τύραννος όμως είχε στείλει κάποιους να φυλάνε τον ίδιο και τα υπάρχοντά του. Σ' όσους Τούρκους είχαν καταλάβει και είχαν περικυκλώσει το σπίτι του δούκα, ο τύραννος τους έδωσε αρκετά χρήματα, για να φανεί ότι τους εξαγόραζε, σύμφωνα με τον όρκο του. Έτσι φυλασσόταν ο δούκας και η οικογένειά του.

28. Ο Ιωάννης ο Ιουστινιάνης, για τον οποίο είπαμε προηγουμένως ότι είχε πάει στο πλοίο για να θεραπεύσει την πληγή του, μόλις έφτασε στο λιμάνι, κάποιοι από τους δικούς του καταδιωγμένοι έφτασαν τρέχοντας και του ανήγγειλαν ότι οι Τούρκοι μπήκαν στην πόλη κι ότι ο βασιλιάς σφάχτηκε. Ακούγοντας τον πικρό και οδυνηρό λόγο, διατάζει τους κήρυκες του να καλέσουν με τις σάλπιγγέΣς τους υπασπιστές του και συμπλωρίτες του.

29. Παρόμοια προετοιμάζονταν και τα υπόλοιπα καράβια. Τα περισσότερα απ' αυτά είχαν χάσει τους καπετάνιους τους, οι οποίοι είχαν αιχμαλωτιστεί. Κι ήταν θέαμα ελεεινό στην αποβάθρα του λιμανιού· άνδρες και γυναίκες, καλόγεροι και καλογριές να φωνάζουν με σπαραγμό· να χτυπούν τα στήθια τους και να παρακαλάνε τους ναύτες να τους πάρουν στα καράβια τους. Όμως αυτό δεν ήταν δυνατό· γιατί ήταν το πεπρωμένο τους να πιουν ολόκληρο το ποτήρι της οργής του Κυρίου. Ακόμα κι αν τα καράβια ήθελαν να τους σώσουν, αυτό δεν ήταν δυνατό. Κι αν τα πλοία του τυράννου δεν απασχολούνταν με την λεηλασία και τη λαφυραγωγία της πόλης ούτε ένα απ' τα πλοία δε θα είχε σωθεί. Αλλά οι Τούρκοι είχαν παρατήσει τα πλοία και ήταν όλοι μέσα στην πόλη, κι έτσι οι Λατίνοι βρήκαν άδεια την έξοδο κι έφευγαν από το λιμάνι. Ο τύραννος έτριζε τα δόντια του, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα και χωρίς να το θέλει υπέμεινε την κατάσταση.



XL 3. Ἐξελθὼν οὖν ἐκ τοῦ βωμοῦ ἐζήτησε τὸν μέγα δοῦκα καὶ αὖθις παρέστησαν αὐτόν. Ἐλθὼν οὖν καὶ προσκυνήσας, εἶπεν αὐτῷ· «Καλῶς ἐποιήσατε τοῦ μὴ παραδοῦναι τὴν πόλιν; Ἰδὲ πόση ζημία ἐγεγόνει, πόσος ὄλεθρος, πόση αἰχμαλωσία»· - Ὁ δὲ δοὺξ ἀπεκρίνατο· «Κύριε, οὐκ εἴχαμεν τόσην ἡμεῖς ἐξουσίαν τοῦ διδόναι σοι τὴν Πόλιν, οὐδὲ ὁ βασιλεὺς αὐτός· ἄλλως ὅτι καί τινες τῶν σῶν ἐνεδυνάμουν τὸν βασιλέα ἐν λόγοις γράφοντες· «Μη φοβοῦ, οὐ γὰρ ἰσχύσει καθ’ ὑμῶν»· – Τοῦτο γοῦν ὑπέλαβεν ὁ τύραννος διὰ τὸν Χαλὶλ-πασιαν· ἦν γὰρ τρέφων θυμὸν κατ’ αὐτοῦ. Τότε ἀκούσας τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως ἠρώτησεν, εἰ ὁ βασιλεὺς ἀπέδρα σὺν ταῖς ναυσί, καὶ ὁ δοὺξ ἀπεκρίνατο, ὅτι οὐκ οἶδεν· ἦν γὰρ αὐτὸς ἐν τῇ Βασιλικῇ Πύλῃ, τότε, ὅτε οἱ Τοῦρκοι συνήντησαν, εἰσελθόντες ἐν τῇ πύλῃ τῇ Χαρσοῦ, τῷ βασιλεῖ. Ἀποσπασθέντες οὖν ἐκ μέσου τοῦ στρατοπέδου δύο νέοι, εἴρηκεν ὁ εἷς τῷ τυράννῳ· «Κύριε, ἐγὼ τοῦτον ἀπέκτεινα· βιαζόμενος οὖν τοῦ εἰσελθεῖν καὶ ἀρπάσαι σὺν τοῖς σὺν ἐμοί, ἔασα αὐτὸν νεκρὸν καταλείψας». - Ὁ δ’ ἄλλος εἶπεν· «Ἐγὼ τοῦτον ἐπάταξα πρῶτον». – Τὸτε ὁ τύραννος στείλας καὶ τοὺς δύο, ἐνετείλατο φέρειν τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ· οἱ δὲ ταχυδρομήσαντες εὗρον καὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ τεμόντες, παρέστησαν τῷ ἡγεμόνι. Ὁ δὲ τύραννος ἔφη πρὸς τὸν μέγα δοῦκα· «Εἰπέ μοι τὸ ἀληθές, εἰ ἡ κεφαλὴ αὕτη ἐστὶ τοῦ βασιλέως σου». Τότε καταστοχασάμενος αὐτὴν εἴρηκεν· «Ἐκείνου ἐστί, κύριε». – Εἷδον οὖν αὐτὴν καὶ ἕτεροι καὶ ἐγνώρισαν. Τότε προσήλωσαν αὐτὴν ἐν τῷ κίονι τοῦ Αὐγουσταίου καὶ ἵστατο ἕως ἑσπέρας. Μετὰ δὲ ταῦτα ἐκδείρας καὶ ἀχύροις τὸ δέρμα στοιβάσας, ἔπεμψε πανταχοῦ δεικνύων τὸ τῆς νίκης σύμβολον, τῷ τῶν Περσῶν ἀρχηγῷ καὶ τῶν Ἀράβων καὶ τοῖς ἄλλοις Τούρκοις. 


XL 3. (Ο τύραννος) βγαίνοντας από το βωμό (της Αγίας Σοφίας) ζήτησε το μέγα δούκα κι αμέσως τον έφεραν μπροστά του. Αφού πλησίασε και προσκύνησε τον ρώτησε: "Κάνατε καλά που δε μου παραδώσατε την πόλη; Κοίτα τι ζημιά έγινε, πόσος όλεθρος, πόση αιχμαλωσία". Κι ο δούκας αποκρίθηκε: "Κύριε, δεν είχαμε εμείς τόση εξουσία να σου παραδώσουμε την Πόλη, ούτε ο ίδιος ο βασιλιάς· άλλωστε κάποιοι από τους δικούς σου ενδυνάμωναν το βασιλιά με γραπτές επιστολές, λέγοντας: "Μη φοβάστε, δε θα σας νικήσει". 
Ο τύραννος θεώρησε υπεύθυνο για τούτο το Χαλίλ πασά, εναντίον του οποίου έτρεφε θυμό. Τότε, ακούγοντας το όνομα του βασιλιά, ρώτησε αν ο βασιλιάς απέδρασε μαζί με τα πλοία και ο δούκας αποκρίθηκε ότι δεν ήξερε, γιατί ο ίδιος βρισκόταν στη Βασιλική Πύλη τότε, όταν οι Τούρκοι μπαίνοντας από την Πύλη του Χαρσού, συνάντησαν το βασιλιά. Δυο νέοι πετάχτηκαν από τον πλήθος του στρατού κι ο ένας απ' αυτούς είπε στον τύραννο: "Κύριε, εγώ τον σκότωσα· επειδή όμως βιαζόμουνα να μπω μέσα και να αρπάξω μαζί με τους συντρόφους μου, τον εγκατέλειψα νεκρό". Κι ο άλλος είπε: "Εγώ πρώτος τον χτύπησα:. Τότε ο τύραννος τους έστειλε και τους δύο και τους διέταξε να του φέρουν το κεφάλι του. Κι εκείνοι έτρεξαν γρήγορα, βρήκαν το βασιλιά, κι αφού έκοψαν το κεφάλι του το έφεραν μπροστά στον ηγεμόνα. Κι ο τύραννος είπε προς το μέγα δούκα: "Πες μου την αλήθεια, αν αυτό είναι το κεφάλι του βασιλιά σου". Τότε αυτός, αφού το περιεργάστηκε καλά, είπε: "Εκείνου είναι, κύριε". Το είδαν κι άλλοι και το αναγνώρισαν. Τότε το έστησαν σ' ένα κίονα του Αυγουσταίου ως το βράδυ. Μετά, το έγδαρε κι αφού το παραγέμισε με άχυρο, το έστειλε παντού, δείχνοντας το σύμβολο της νίκης του, στον αρχηγό των Περσών και των Αράβων και στους υπόλοιπους Τούρκους.


4. Άλλοι πάλι λένε ότι ο δούκας βρισκόταν μαζί με τον Ορχάν στον πύργο του κάστρου των Φράγκων και πως εκεί παραδόθηκαν στους Τούρκους, βλέποντας πως δεν ήταν πλέον δυνατό ν' αντισταθούν. Μαζί με το δούκα βρίσκονταν εκεί και πολλοί ευγενείς. Ο Ορχάν ζήτησε από κάποιο μοναχό τα ράσα του κι, αφού τα φόρεσε, έδωσε στο μοναχό τα δικά του ρούχα και στη συνέχεια έφυγε από μια θυρίδα για τοξότες, κάτω από τη γη, και βρέθηκε έξω από την πόλη. Τον συνέλαβαν όμως οι ναύτες κι αφού τον έδεσαν τον έβαλαν μέσα στο πλοίο μαζί με τους άλλους αιχμαλώτους. Παραδόθηκαν κι αυτοί που βρίσκονταν στον πύργο και βρέθηκαν μέσα στο πλοίο. Τότε, ένας από τους Ρωμιούς αιχμαλώτους, παζαρεύοντας την ελευθερία του, είπε στον καπετάνιο: "Αν με ελευθερώσεις σήμερα, θα σου παραδώσω τον Ορχάν μαζί με το μέγα δούκα". Τ' άκουσε ο καπετάνιος και του ορκίστηκε ότι θα τον ελευθερώσει. Κι αυτός του έδειξε το μαυροντυμένο Ορχάνη κι εκείνος, όταν εξακρίβωσε ότι όντως αυτός ήταν, του έκοψε το κεφάλι. Παίρνοντας το μέγα δούκα και το κεφάλι του Ορχάν πήγε στον ηγεμόνα στο Κοσμίδιο. Εκείνος ευεργέτησε τον καπετάνιο δίνοντάς του πλούσια δώρα και τον έδιωξε. Το μέγα δούκα τον διέταξε να καθίσει και τον παρηγόρησε και διέταξε να διαλαληθεί στο φουσάτο και στα πλοία για τα παιδιά και τη γυναίκα του. Αμέσως μεταφέρθηκαν μπροστά του. Τότε ο ηγεμόνας έδωσε χίλια άσπρα για τον καθένα, τους έστειλε στο σπίτι του και το μέγα δούκα, αφού τον ενθάρρυνε και τον παρηγόρησε πολύ, του είπε ότι: "Σκοπεύω να σου αναθέσω τη διοίκηση αυτής της πόλης. Θα αποκτήσεις μεγαλύτερη δόξα απ' αυτή που είχες στον καιρό του βασιλιά. Μη στενοχωριέσαι". Αυτός αφού τον ευχαρίστησε και φίλησε το χέρι του, έφυγε για το σπίτι του. Ο τύραννος κατέγραψε τα ονόματα των ευγενών που διέπρεψαν στο παλάτι ως αξιωματούχοι. Ύστερα τους συγκέντρωσε από τα πλοία και το στρατόπεδο και τους εξαγόρασε όλους, δίνοντας στους Τούρκους χίλια άσπρα για το καθένα τους.

7. Και λέει (ο δούκας) στο δήμιο: "Κάνε αυτό που σε διέταξαν, αρχίζοντας από τους νέους. Υπάκουσε ο δήμιος και έκοψε τα κεφάλια των νέων κι ο μέγας δούκας στεκόταν και έλεγε το "Ευχαριστώ σοι Κύριε" και το "Δίκαιος ει, Κύριε". Τότε είπε στο δήμιο: "Αδελφέ, δώσ' μου λίγη ώρα να να μπω και να προσευχηθώ. Βρισκόταν σ' εκείνο τον τόπο ένα μικρός ναός. Κι αυτός τον άφησε και μπήκε και προσευχήθηκε. Τότε, βγαίνοντας από την πύλη του ναού, ήταν εκεί τα σώματα των παιδιών του που ακόμα σπάραζαν, κι αφού δοξολόγησε το Θεό του έκοψαν το κεφάλι. Πήρε ο δήμιος τα κεφάλια και πήγε στο συμπόσιο, εμφανίζοντάς τα στο αιμοβόρο θηρίο· τα σώματά τους τα παράτησε εκεί γυμνά και άταφα.

8. Παρόμοια, όσους από τους ευγενείς και τους αξιωματούχους του παλατιού είχε εξαγοράσει, όλους, αφού έστειλε το δήμιο, τους κατέσφαξε· διάλεξε μάλιστα τις γυναίκες και τα παιδιά τους, τα όμορφα κορίτσια και τα ευειδή αγόρια και τα παρέδωσε στον αρχιευνούχο να τα επιβλέπει. Τους υπόλοιπους αιχμαλώτους τους παρέδωσε να τους φροντίζουν άλλοι, μέχρι να πάνε στη Βαβυλώνα, στην Αδριανούπολη.



9. Καὶ ἦν ἰδεῖν τὴν ἅπασαν Πόλιν ἐν ταῖς σκηναῖς τοῦ φωσάτου, τὴν δὲ πόλιν ἔρημον, νεκρὰν κειμένην, γυμνήν, ἄφωνον, μὴ ἔχουσαν εἶδος οὐδὲ κάλλος.

9. Κι έβλεπες όλη την Πόλη να βρίσκεται στις σκηνές του στρατοπέδου, την πόλη έρημη, ξαπλωμένη νεκρή, γυμνή, άφωνη, παραμορφωμένη, άσχημη.


Μιχαήλ Δούκας




 Κωνσταντίνος ΙΑ’ ο Παλαιολόγος 


Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ ο Παλαιολόγος ή Κωνσταντίνος Δραγάσης (9 Φεβρουαρίου 1404 - 29 Μαΐου 1453 (49 ετών) ) ήταν ο τελευταίος Αυτοκράτορας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από το 1449 ως το 1453.

Γιος τού αυτοκράτορα Μανουήλ Β' Παλαιολόγου (1391-1425) από την Ελένη Δραγάτση (Jelena Dragaš), κόρη του Σέρβου άρχοντα των Σερρών[1], και νεότερος αδελφός τού αυτοκράτορα Ιωάννη Η' Παλαιολόγου (1425-1448). Γεννήθηκε το 1404. Όταν ήταν ακόμη νεαρός, ο πατέρας του Μανουήλ του είχε αναθέσει τη διοίκηση πόλεων του Ευξείνου Πόντου. Ξαναγύρισε στην Ελλάδα το 1427 όπου ανέλαβε της δεσποτεία της Βοστίτσας (σημερινού Αιγίου), και τελικά με τους αδελφούς του Θεόδωρο και Θωμά ανέλαβαν τη διοίκηση τού Δεσποτάτου του Μυστρά και ολοκλήρωσαν την ανάκτηση των φραγκοκρατούμενων περιοχών. Η παραμονή και των τριών αδελφών στην Πελοπόννησο δημιουργούσε οπωσδήποτε προβλήματα, οπότε ο Κωνσταντίνος πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρέμεινε από τον Σεπτέμβριο τού 1435 ως τον Ιούνιο τού 1436, για να συζητήσει σχετικά θέματα με τον αυτοκράτορα. Στο διάστημα 1435-1441 μετέβη στην Ιταλία, όπου μετείχε στις επιτροπές των Βυζαντινών, που προσπαθούσαν να πετύχουν την ένωση των Εκκλησιών (Ορθοδόξων-Καθολικών). Η ρήξη με τον αδελφό του Θεόδωρο προσέλαβε επικίνδυνες διαστάσεις και χρειάστηκαν σύντονες προσπάθειες για να επιτευχθεί συμβιβαστική συμφωνία και συνδιαλλαγή. Η διοίκηση του δεσποτάτου αναλήφθηκε από τον Θεόδωρο και τον Θωμά, ο δε Κωνσταντίνος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη για να συμπαρασταθεί στις προσπάθειες τού Ιωάννη Η'.

Αντικατέστησε τον αυτοκράτορα κατά την περίοδο τής μετάβασης του στη Δύση για τη συμμετοχή στη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας (27 Νοεμβρίου 1439 - 1 Φεβρουαρίου 1440), ενώ μετά την άφιξη τού αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη ο Κωνσταντίνος επίστρεψε και πάλι στην Πελοπόννησο. Η στάση τού Δημητρίου Παλαιολόγου, που υποστηρίχθηκε οπό τους Τούρκους, ανάγκασε τον Κωνσταντίνο να σπεύσει και πάλι στην Κωνσταντινούπολη (1442-1443), για να ενισχύσει τις δυνάμεις τού αυτοκράτορα.

Τον Οκτώβριο του 1443 ανέλαβε δεσπότης του Μυστρά και αφιερώθηκε με ζήλο στη διοικητική και στρατιωτική αναδιοργάνωση τού δεσποτάτου, με απώτερο σκοπό την ενίσχυση της άμυνας της Πελοποννήσου έναντι της τουρκικής απειλής. Οικοδόμησε τα τείχη του Εξαμιλίου στον Ισθμό της Πελοποννήσου, και επέκτεινε το δεσποτάτο του κατακτώντας τη Βοιωτία και τη Φωκίδα. Όμως ο Μουράτ Β' οργάνωσε μια μεγάλη εκστρατεία εναντίον του. Κατέστρεψε το φρούριο στο Εξαμίλιο, την Κόρινθο και την Πάτρα. Ο Κωνσταντίνος αναγκάστηκε να ζητήσει ειρήνη και να γίνει φόρου υποτελής στον Τούρκο σουλτάνο.


Μετά τον θάνατο τού Ιωάννη Η', στέφθηκε αυτοκράτορας στον Μυστρά (6 Ιανουαρίου 1449) και πήγε στην Κωνσταντινούπολη με πολλές ελπίδες και μεγάλη αγωνία για το μέλλον τής αυτοκρατορίας. Η τουρκική απειλή περιέσφιγγε τη βασιλεύουσα και στρεφόταν πλέον εναντίον της. Ο Κωνσταντίνος αφιερώθηκε στην επισκευή και την ενίσχυση των οχυρωματικών έργων, καθώς και στην αναδιοργάνωση τού στρατού, ο οποίος θα αναλάμβανε το βαρύ έργο της άμυνας τής πόλης. Οι αποδεδειγμένες πολιτικές και στρατιωτικές ικανότητες τού Κωνσταντίνου δεν είναι δυνατόν να ανατρέψουν τον διαμορφωμένο συσχετισμό δυνάμεων, η άνοδος δε στη εξουσία τού φιλόδοξου σουλτάνου Μωάμεθ Β' (1451) έκανε περισσότερο αισθητό τον κίνδυνο για την Κωνσταντινούπολη. Η ανέγερση στον Βόσπορο τού υψηλού φρουρίου Ρούμελι Χισάρ και οι στρατιωτικές προετοιμασίες των Τούρκων, συντονίζονταν με τελικό στόχο την άλωση τής πρωτεύουσας τής αυτοκρατορίας.

Οι εκκλήσεις τού Κωνσταντίνου προς τη Δύση για ενισχύσεις αντιμετωπίζονταν με περίεργη αδιαφορία. Ο Πελοποννήσιος καρδινάλιος και προηγουμένως μητροπολίτης Ρωσίας Ισίδωρος, που έφθασε στην Κωνσταντινούπολη με ελάχιστες δυνάμεις, δεν μπορούσε να προσφέρει ελπίδες. Οι 3.000 περίπου βυζαντινοί και οι 2.000 περίπου ξένοι, από τους οποίους 700 περίπου Γενουάτες με αρχηγό τον Ιουστινιάνη, ήταν πολύ λίγοι για να αποκρούσουν τις επιθέσεις του πολυάριθμου και αξιόμαχου τουρκικού στρατού. Η ισχυρή οχύρωση της πόλης απαιτούσε και ισχυρή φρουρά για την απόκρουση των επιθέσεων από την ξηρά, αφού η απειλή από τη θάλασσα εξουδετερωνόταν με την περίφημη αλυσίδα τού Κεράτιου Κόλπου. Ωστόσο η μεταφορά από την ξηρά (υπερνεώλκηση) περίπου 70 τουρκικών πλοίων από τον Βόσπορο στον Κεράτιο κατέστησε την πολιορκία ασφυκτική (22-23 Απριλίου 1453).

Στις 28 Μαΐου, ο Μωάμεθ αποφάσισε τη γενική και τελική επίθεση εναντίον της πόλης. Ο Κωνσταντίνος, μετά την τέλεση της θείας λειτουργίας στον ναό της Αγίας Σοφίας, ενθάρρυνε τη φρουρά που θα έδινε τον αγώνα για την απόκρουση τής μεγάλης επίθεσης. Πράγματι, η πρώτη επίθεση αποκρούστηκε, αλλά η αναπλήρωση των απωλειών τής φρουράς ήταν δύσκολη. Ο τραυματισμός του Γενουάτη Ιουστινιάνη υπήρξε σοβαρό πλήγμα. Τέλος και ενώ ο Κωνσταντίνος αγωνιζόταν με στο πλευρό των στρατιωτών του ως απλός στρατιώτης, οι Τούρκοι μπήκαν στην πόλη το πρωί της 29ης Μαΐου του 1453. Η Κωνσταντινούπολη έπεσε στον αλλόθρησκο κατακτητή και έγινε πηγή θρύλων και παραδόσεων στη μνήμη τού λαού.

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ υπήρξε ο τελευταίος αυτοκράτορας τού Βυζαντίου, ο οποίος με το φρόνημα και την αυτοθυσία του, σημάδεψε χαρακτηριστικά το γεγονός τής πτώσης. Ο αυλικός του Γεώργιος Φραντζής διηγείται με απλότητα τον θάνατο τού τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα: 

«Ο βασιλεύς ουν απαγορεύσας εαυτόν, ιστάμενος βαστάζων σπάθην και ασπίδα, είπε λόγον λύπης άξιον "ουκ έστι τις των χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου απ΄ εμού;" ην γαρ μονώτατος απολειφθείς. τότε εις των Τούρκων δους αυτώ κατά πρόσωπον και πλήξας, και αυτός τω Τούρκω ετέραν εχαρίσατο' των όπισθεν δ΄ετέρος καιρίαν δους πληγήν, έπεσε κατά γης' ου γαρ ήδεισαν ότι ο βασιλεύς εστιν, αλλ΄ως κοινόν στρατιώτην τούτον θανατώσαντες αφήκαν».

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και το ξύλινο σπαθί του

Ο Κωνσταντίνος ο ΙΑ' ο Παλαιολόγος υπήρξε, όπως είναι γνωστό, ο τελευταίος αυτοκράτωρ του Βυζαντίου (1449-1453) και ο μεγάλος πρωταγωνιστής κατά την τελευταία πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την εκπολιόρκησή της από τους Τούρκους (29 Μαΐου 1453) και την εν συνεχεία κατάλυση ολοκλήρου του βυζαντινού κράτους με τις τραγικές για τον Ελληνισμό συνέπειές της.

Ο αυτοκράτωρ αυτός διατηρήθηκε ζωηρότατα στη μνήμη του Ελληνικού λαού και αυτό οφείλεται κυρίως στον ηρωισμό και την τραγική του θυσία κατά την ημέρα της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και όχι σε τυχόν εξαίρετες και άξιες να παραδοθούν στην ιστορική μνήμη πράξεις του κατά τη σύντομη, έστω, διάρκεια της αυτοκρατορικής του εξουσίας, που λόγω των δυσμενών γι' αυτόν και το έθνος των Ελλήνων ιστορικών και άλλων συγκυριών δεν ήταν εύκολο να υπάρξουν και δεν υπήρξαν πράγματι.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο Κωνσταντίνος δεν διέθετε μεγάλες στρατιωτικές, πολιτικές, οργανωτικές, ηθικές και άλλες αρετές, όπως φαίνεται από τις σχετικές δραστηριότητες του κατά την περίοδο από το 1443-1449 που υπήρξε δεσπότης του Μορέως με πρωτεύουσα τον Μυστρά, δεσπότης ουσιαστικά ολοκλήρου της Πελοποννήσου, αλλά για τα σπουδαία έργα του δεν έχει διασωθή σχεδόν τίποτα στη λαϊκή μνήμη, δεν υπάρχουν παραδόσεις. Φέρονται μόνο χρησμοί, κείμενα δηλ. με δημώδη χαρακτήρα ή μάλλον με λαϊκή απήχηση.

Οπωσδήποτε στις παραδόσεις που σχετίζονται με τα τραγικά γεγονότα λίγο πριν και μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως αναφέρεται συχνά το όνομα τού Κωνσταντίνου και μάλιστα ως του μεγάλου, όπως ελέχθη, πρωταγωνιστή των γεγονότων αυτών.

Αποκορύφωμα των παραδόσεων αυτών είναι η γνωστή σε κάθε γωνιά της Ελληνικής γης παράδοση για τον μαρμαρωμένο βασιλιά, δηλ. τον Κωνσταντίνο, σύμφωνα με την οποία:

«Όταν ήρθε η ώρα να τουρκέψη η Πόλη και μπήκαν μέσα οι Τούρκοι, έτρεξε ο βασιλιάς μας καβάλλα στ' άλογο του να τους εμποδίση. Ήταν πλήθος αρίφνητο η Τουρκιά, χιλιάδες τον έβαλαν στη μέση κ' εκείνος χτυπούσε κ' έκοβε αδιάκοπα με το σπαθί του. Τότε σκοτώθη τ' άλογό του κ' έπεσε κι αυτός. Κ' εκεί που ένας Αράπης σήκωσε το σπαθί του να χτυπήση το βασιλιά, ήρθε άγγελος Κυρίου και τον άρπαξε και τον πήγε σε μια σπηλιά βαθιά στη γη κάτω, κοντά στη Χρυσόπορτα.

Εκεί μένει μαρμαρωμένος ο βασιλιάς και καρτερεί την ώρα να 'ρθη ο άγγελος να τον σηκώση. Οι Τούρκοι το ξεύρουν αυτό, μα δεν μπορούν να βρουν τη σπηλιά που είναι ο βασιλιάς γι’ αυτό έχτισαν την πόρτα που ξεύρουν πως απ' αυτή θα έμπη ο βασιλιάς για να τους πάρη πίσω την Πόλη. Μα όταν είναι το θέλημα τού Θεού, θα κατεβή ο άγγελος στη σπηλιά και θα τον ξεμαρμαρώση και θα του δώση στο χέρι πάλι το σπαθί, που είχε στη μάχη. Και θα σηκωθή ο βασιλιάς και θα μπη στην Πόλη από τη Χρυσόπορτα και κυνηγώντας με τα φουσσάτα του τους Τούρκους θα τους διώξη ως την Κόκκινη Μηλιά. Και θα γίνη μεγάλος σκοτωμός, που θα κολυμπήση το μουσκάρι στο αίμα»1.

Δεν θα με απασχόληση εδώ το θέμα του μαρμαρωμένου βασιλιά και της αναστάσεώς του, που υπό παραλλαγές αναφέρεται, όπως είναι γνωστό, και σε άλλους ηγεμόνες του ευρύτερου ευρωπαϊκού χώρου2. Περιορίζομαι μόνο στο επί μέρους θέμα της παραδόσεως στον Κωνσταντίνο από τον Άγγελο Κυρίου του σπαθιού, που είχε χρησιμοποιήσει κατά την κρίσιμη μάχη, προκειμένου να εκδιώξη τους εχθρούς από την Κωνσταντινούπολη, που συμπίπτει με σχετικές αναφορές σε άλλα δημώδους χαρακτήρα κείμενα, όπως θα φανή παρακάτω.

Αυτό που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι ότι υπάρχει μία δέσμη παραδόσεων, μερικές από τις οποίες και εγώ ο ίδιος σε παλαιότερες έρευνές μου στην ύπαιθρο έτυχε να καταγράψω, σύμφωνα με τις οποίες το σπαθί του αυτοκράτορος δεν ήταν συνηθισμένο αλλά από ξύλο. Το περίεργο μάλιστα αυτό ξύλινο σπαθί έπαιξε και θα παίξη, σύμφωνα πάντοτε με τις παραδόσεις, σημαντικό ρόλο τόσο για την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως όσο και για την ανάκτησή της.

Οι παραδόσεις αυτές, ουσιαστικά παραλλαγές μιας παραδόσεως, είναι λίγες κατά τον αριθμό, είναι δε διαδεδομένες άφ' ενός στον βόρειο ελληνικό χώρο, και ιδίως στη Θράκη, και άφ' ετέρου στα νησιά του Αιγαίου με τις ακόλουθες λεπτομέρειες:

1. Ο Κωνσταντίνος από λάθος δεν παρέλαβε το ξύλινο σπαθί που του έδινε η μητέρα του αλλά το σιδερένιο και το γεγονός αυτό υπήρξε η αιτία της καταστροφής, διότι ο Τούρκος παρέλαβε το ξύλινο και αναδείχθηκε νικητής3.

2. Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως Άγγελος Κυρίου ενεφανίσθη στον Κωνσταντίνο και του έδωσε ξύλινο σπαθί, διατάσσοντας τον να απόκρουση με αυτό την έφοδο των Τούρκων. Ο Κωνσταντίνος απέρριψε με αγανάκτηση και περιφρόνηση την προσφορά, με την προσθήκη ότι δεν κατώρθωσε τίποτα με το χρυσό σπαθί του, επομένως τίποτα δεν θα κατώρθωνε και με το ξύλινο. Ο Άγγελος όμως έδωσε το ξύλινο σπαθί στον Μωάμεθ, ο οποίος το παρέλαβε και κατετρόπωσε με αυτό τους αμυνόμενους4.

3. Ο Άγγελος έδωσε το ξύλινο σπαθί στον Κωνσταντίνο στην Κερκόπορτα που πολεμούσε. «Το σιδερένιο δεν έκαμε δουλειά και το ξύλινο θα κάμη;», ήταν η απάντηση του αυτοκράτορος. Ο Άγγελος θύμωσε, το έδωσε στον Τούρκο, που έσπασε την Κερκόπορτα, μπήκε μέσα και πήρε την Πόλη5.

4. Ο Αρχάγγελος έδωσε το σπαθί στον βασιλέα των Ρωμαίων με την συμβουλή: με αυτό να χτυπάς τον Τούρκο. Ο βασιλιάς του λέει: Το δικό μου το σιδερένιο δεν έκαμε τίποτα, αυτό τι να κάμη; Και έδωσε ο Αρχάγγελος το σπαθί στον Τούρκο βασιλέα, που κατέλαβε την Πόλη. Εμείς οι Ρωμαίοι πάντοτε λόγω της περηφάνειας μας χάνομε τον αγώνα μας6.

5. «Τον καιρό που πάρτηκεν η Πόλη ο Κωνσταντίνος ητη(γ)άνιζε ψάρ'ζια κ' ηπήαν κ' είπαν του πως ηπάρτηκεν η Πόλη, ζωντάνεψαν τα ψαρ'ζια κ'ι' ημπέσαν στη χαβούζα. Κ' ύστερις ήρηξεν το ξύλενο σπαθί που 'καμεν θρήνος στους οχτρούς, κ' ηπήραν το οι Τούρκοι. Μα πάλι τα παιδιά τού Κωνσταντίνου, που κοιμήθηκεν τώρα κείνος, ηκαλόψ'αν τους με πεσ'σέσια κ' ηστρέψαν το πίσω το σπαθί και τώρα κρατούν το οι Ελλήνοι και τ' αγγόνια του Κωνσταντή. Και μέλλε τώρα να (γ)ενή πόλεμος κ'ι' η ώρα που θα παρθή η Πόλη, θα βοηθήση μιάλου πράμα το ξύλενο σπαθί και θα παίξη θρήνος στους οχτρούς»7.

6. θεϊκή δύναμη προσφέρει ξύλινο σπαθί στον Κωνσταντίνο. Ο αυτοκράτωρ το περιφρονεί, ο Τούρκος το παίρνει ευχαρίστως και κατακτά όλον τον κόσμο, όπως τον είχε διδάξει η θεϊκή δύναμη8.

7. Ο αναφερόμενος στην τελευταία παράδοση Τούρκος είναι εκείνος που ανήγγειλε την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως σε μια καλόγρια. Η τελευταία πείσθηκε στην αλήθεια της φοβερής ειδήσεως κατόπιν θαύματος, κατά το οποίο τα ψάρια που τηγάνιζε πήδησαν αιφνιδίως σε παρακείμενη λίμνη και ζωντάνεψαν9.

8. «Ο Κωνσταντίνος είχε μαλαματένιο σπαθί. Με το άλογο έμπαινε στην Αγιά Σοφιά κ' έπαιρνε το αντίδερο με το σπαθί από περηφά-νεια. Από περηφάνεια έχασε την Πόλη. Η Παναγία τού 'δινε το σπαθί το ξύλινο, που 'τανε θεϊκό. Αυτός δεν το πήρε. Η Παναγία τι να κάμη;»10.

Από την παράθεση των 8 παραλλαγών της παραδόσεως καθίσταται πρόδηλο ότι όχι μόνο το βασικό των θέμα αλλά και τα επί μέρους στοιχεία των ανήκουν αναμφίβολα στον κύκλο των παραδόσεων για την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και την τύχη του τελευταίου αυτοκράτορος τού Βυζαντίου.

Έτσι και το ότι ο Άγγελος έδωσε στον Κωνσταντίνο το ξύλινο σπαθί συγκεκριμένα στην Κερκόπορτα και το ότι ο Τούρκος με το σπαθί αυτό έσπασε την Κερκόπορτα και μπήκε από αυτήν στην Πόλη (3) σχετίζονται με όσα αναφέρει ήδη ο σύγχρονος με την Άλωση ιστορικός Δούκας.

Συγκεκριμένα Κερκόπορτα ονομάζει ο Δούκας την μικρή, ανοικτή εγκαταλειφθείσα, πύλη των εσωτερικών τειχών, από την οποία κατ΄ αυτόν εισήλθαν στην αρχή οι Τούρκοι στην Κωνσταντινούπολη11, από το γεγονός δε αυτό το όνομά της έγινε πασίγνωστο.

Τα περί αναβιώσεως των τηγανισμένων ψαριών προκειμένου με το θαυμαστό αυτό συμβάν να γίνη πιστευτό το γεγονός της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως (5, 7) προέρχονται προφανώς από την ευρύτατα στις ελληνικές περιοχές διαδεδομένη σχετική παράδοση12.

Τέλος το στοιχείο της παραδόσεως άρ. 5 ότι τα παιδιά τού Κωνσταντίνου πήραν το σπαθί και τώρα το κρατούν οι Έλληνες και τα εγγόνια του και ότι θα βοηθήση πολύ το ξύλινο σπαθί για να ανακτηθή η Κωνσταντινούπολη, εκτός του ότι εκφράζει τους πόθους των Ελλήνων για την εθνική των αποκατάσταση, όπως διαμορφώθηκαν αμέσως μετά την Άλωση στις παραδόσεις και τα τραγούδια του με κύρια παράδοση την παραπάνω παρατεθείσα για τον μαρμαρωμένο βασιλιά, σχετίζεται πιθανώτατα με την επικρατήσασα κατά καιρούς μεταξύ των λογίων και του λαού ιδέα ότι ο Κωνσταντίνος κατά την εποχή της Αλώσεως ήταν νυμφευμένος και είχε και τέκνα. Η άποψη αυτή πάντως, την οποία υπεστήριξαν συγγραφείς της Δύσεως και της Ανατολής, μερικοί από τους οποίους μάλιστα έγραψαν ευθύς μετά την Άλωση και η οποία έχει εισέλθει και σε άλλες νεώτερες δημώδεις παραδόσεις, δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται προς τα πράγματα, αφού ο Κωνσταντίνος μετά από δύο ατυχείς γάμους έπεσε κατά την Άλωση άτεκνος και άνυμφος13.

Το βασικό όμως στοιχείο των παραδόσεων παραμένει το ξύλινο σπαθί, από την μη χρησιμοποίηση του οποίου εκ μέρους του Κωνσταντίνου εξαρτήθηκε τελικά η καταστροφή της πρωτεύουσας του Βυζαντινού κράτους και το κράτος ολόκληρο. Η λεπτομέρεια ότι ο Κωνσταντίνος δεν το παρέλαβε από λάθος (1) οφείλεται προφανώς στη διάθεση του λαϊκού δημιουργού να μη θεωρήση τον κατ' εξοχήν ήρωα της πολιορκίας της Κωνσταντινουπόλεως ως υπεύθυνο για την άλωση της. Αντιθέτως η περιφρόνηση του τελευταίου στην ως ευτελή θεωρούμενη προσφορά, του Αγγέλου όμως του Κυρίου, κατ' αντίθεση με τον Μωάμεθ (2, 3, 4, 6, 8) και η έπαρσή του, σε σημείο που να παίρνη το αντίδωρο με το χρυσό σπαθί του (4, 8) οφείλεται πάλι σε διάθεση του δημιουργού της παραδόσεως να διδάξη ηθικολογώντας τι επιφυλάσσεται σε εκείνον που περιφρονεί τη θεία βούληση, όπως και αν αυτή εκδηλώνεται.

Αλλά οι λεπτομέρειες αυτές παραμένουν μάλλον διακοσμητικές και επουσιώδεις. Το βέβαιο είναι ότι τόσο οι ιστορικές πηγές, όσο και οι λοιπές, λογιώτερες ή δημωδέστερες, παλαιότερες, δηλ. των χρόνων της Αλώσεως, η νεώτερες μέχρι και σημέρα, κάνουν πολύ συχνά λόγο για τον αυτοκράτορα και το όπλο του, που είναι πάντοτε το σπαθί του14, με το οποίο υπερασπίζεται την τιμή και την αξιοπρέπεια του κράτους του και του λαού του σε σημείο που, αν δεν γινόταν λόγος στις παραδόσεις ειδικά για σπαθί ξύλινο, οι παραδόσεις αυτές μαζί με εκείνη για τον μαρμαρωμένο βασιλιά θα ήταν απολύτως σύμφωνες με τις ιστορικές και τις άλλες μαρτυρίες.

Και είναι μεν αλήθεια ότι από την εποχή ήδη της Αλώσεως δημιουργήθηκαν αμφισβητήσεις και υπήρξαν διχογνωμίες αναφορικά με την τύχη του Παλαιολόγου κατά την ημέρα της 29ης Μαίου που έπεσε η Κωνσταντινούπολη15, οι περισσότερες όμως και αξιοπιστότερες ιστορικές και άλλες μαρτυρίες, με τις οποίες βρίσκονται σε συμφωνία και οι λαϊκές παραδόσεις, συμφωνούν στο ότι ο τελευταίος ηγέτης τού βυζαντινού Ελληνισμού έπεσε στο πεδίο της μάχης μαχόμενος ηρωικά με το σπαθί του εναντίον των εχθρών. Εξ άλλου στον ελληνικό λαό εδημιουργήθη η πεποίθηση και πάντως παρέμεινε ακλόνητη η πίστη, ότι ό,τι με το σπαθί του έχασε ο Κωνσταντίνος θα το επανάκτηση πάλι με το σπαθί του16.

Και είναι βέβαια δικαιολογημένο να γίνεται λόγος για σπαθί χρυσό ή τέλος πάντων σιδερένιο, όπως στις παρατιθέμενες παραδόσεις (1, 2, 3, 4, 8), προκειμένου για το σπαθί ενός λαμπρού και ένδοξου αυτοκράτορος, για το οποίο άλλη παράδοση αναφέρει ότι ήταν «ψηλό, ολόισιο, με θηκάρι μαλαματένιο με χίλια δυο κεντίδια»17. Το κατ' εξοχήν όπλο του αυτοκράτορος είναι λογικό να είναι ανάλογο προς την αίγλη που αποδίδει σ' αυτόν ο λαϊκός δημιουργός. Αλλά χρήση ξύλινου, πρωτόγονου, ευτελούς και εύθραυστου σπαθιού με το οποίο ο κάτοχός του διεξάγει ηρωικό αγώνα εναντίον των έχθρων του, πρέπει να θεωρήται παράλογη και αδιανόητη για τα κοινά μέτρα της λογικής.

Πως προέκυψε η ιδέα αυτή του ξύλινου σπαθιού, είναι δύσκολο να προσδιορισθή. Το πρότυπο της συγκεκριμένης παραδόσεως πιθανώς να βρίσκεται σε κάποιο δημώδες κείμενο, το οποίο εγώ τουλάχιστον αγνοώ. Πράγματι δεν αναφέρεται ούτε στις ιστορικές πηγές, που θα ήταν και πολύ δύσκολο, αλλά ούτε σε θρήνους, μονωδίες, χρησμολόγια, ιστορημένα ή όχι, σε παραδόσεις, ελληνικές ή τουρκικές, σε δημοτικά τραγούδια και σε οποίες άλλες πηγές σχετίζονται με την Άλωση και μου είναι βέβαια προσιτές. Ξύλινο σπαθί αναφέρεται καμιά φορά σε κείμενα με σκωπτικό μάλλον χαρακτήρα, πράγμα που δεν μας ενδιαφέρει18.

Πιο συχνά σχετικώς αναφέρεται χρήση του ξύλινου σπαθιού στα παραμύθια. Σύμφωνα με ένα από την Αστυπάλαια της Δωδεκανήσου ο ήρωας τού παραμυθιού παίρνει «ένα ξυλίτικο σπαθάκι» και με αυτό αντιμετωπίζει αποτελεσματικά μυθολογικά τέρατα με τρία μάτια, τους Τριμάτηδες19. Σε ένα άλλο παραμύθι από την Πελοπόννησο ο ήρωας χτυπώντας με τη συμβουλή της Πεντάμορφης μια μόνο φορά τη δράκαινα με ένα ξύλινο σπαθί τη φονεύει20. «Ξυλοσπάθιν» εναντίον δράκου χρησιμοποιεί και ο ήρωας του μεσαιωνικού ερωτικού διηγήματος «Τα κατά Καλλίμαχον και Χρυσορρόην», - που έχει μεν παραδοθή σε ένα χειρόγραφο του ις' αι. αλλά έχει συντεθή πιθανώτατα τον ιγ' αι. η στις αρχές του ιδ' αι. - αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Είναι η μοναδική μαρτυρία που γνωρίζω σε παλαιό μάλιστα κείμενο (ποίημα), αλλά, όπως έχει αποδειχθή, το ερωτικό αυτό διήγημα είναι στην πραγματικότητα ένα παραμύθι και επομένως και το στοιχείο της χρήσεως του ξύλινου σπαθιού είναι καθαρά παραμυθιακό21.

Όπως έχει ήδη παρατηρηθή, το γεγονός της αναφοράς στα παραμύθια του ξύλινου σπαθιού έχει την αρχή του στο ότι πολλές φορές αντικείμενα από άλλη ύλη παρά από τη συνηθισμένη, είτε ευγενέστερη είτε ευτελέστερη, έχουν υπερφυσική δύναμη22.

Γενικά τίποτα δεν αποκλείει την δυνατότητα στοιχεία παραμυθιακά να εισχωρήσουν στις παραδόσεις, όπως συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς να το αποκλείω, νομίζω ότι το πράγμα είναι μάλλον δύσκολο, επειδή οι παραδόσεις αυτές έχουν αυτόν τον έντονο εθνικό χαρακτήρα. Ένα τέτοιο στοιχείο, όπως του ξύλινου σπαθιού, μάλλον αταίριαστο στο όλο κλίμα, μέσα στο οποίο κινούνται, για το μεγαλείο του Παλαιολόγου θα ήταν ενδεχόμενο να αποβληθή από τη λαϊκή ευαισθησία κατά την πορεία του χρόνου.

Υπάρχει τώρα και ένα άλλο ζήτημα, που σχετίζεται με το πρόσωπο και τον ρόλο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, η διαφορά μεταξύ παραδόσεων και χρησμών. Και ναι μεν οι πολυάριθμοι χρησμοί και προρρήσεις έχουν λόγια προέλευση, από το άλλο μέρος όμως έχουν τύχει ευρείας διαδόσεως στα λαϊκά στρώματα και έτσι, επειδή επί πλέον αποβλέπουν στους ίδιους σκοπούς, συμπίπτουν πολλές φορές με τις παραδόσεις στα κύρια τουλάχιστον σημεία.

Οπωσδήποτε, σύμφωνα με τις παραδόσεις, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος είναι ο τελευταίος ηρωικός πρόμαχος του βυζαντινού Ελληνισμού, ο οποίος μπορεί να έπεσε στο πεδίο της μάχης αλλά ο προορισμός του δεν έχει εκπληρωθή με τη θυσία του αυτή. Αντίθετα εξακολουθεί να υπάρχη ως μαρμαρωμένος βασιλιάς, μέχρι που να αναστηθή ως τιμωρός, για να εκδικηθή τους Τούρκους για τα παθήματα των Ελλήνων εκδιώκοντας τους κατά τρόπο ανελέητο από τα ελληνικά εδάφη. Αντίθετα, στους χρησμούς και τις προρρήσεις, που συνδυάζονται με τις προφητείες για την έλευση τού Αντίχριστου, γίνεται λόγος για νομιζόμενο απλώς και όχι μαρμαρωμένο άνδρα-σωτήρα, ο οποίος όμως είναι φτωχός, ρακένδυτος, απέριττος και γενικά άσημος23. Σε ηγήτορα με αυτές τις ιδιότητες θα μπορούσε κανείς να υποθέση ότι αρμόζει ένα ξύλινο, δηλ. ευτελές σπαθί, ανάλογο με την ευτέλεια του κατόχου και χρήστη του.

Στους χρησμούς βέβαια γίνεται λόγος για ρομφαία απλώς, την οποία θα παραδώση Άγγελος Κυρίου στον μέλλοντα να επαναφέρη την ελευθερία στην Επτάλοφο φτωχό και άσημο βασιλέα24 και ποτέ, όσο γνωρίζω, για ξύλινη ρομφαία ειδικώτερα. Αλλά για τα λαϊκά στρώματα ένας τέτοιος ελευθερωτής δεν θα μπορούσε να διαθέτη και να χρησιμοποιή ένα σπαθί από χρυσό ή από οποιαδήποτε άλλη οπωσδήποτε ευγενή ύλη. Ένα ξύλινο σπαθί, που όμως θα είχε θαυματουργικές ιδιότητες λόγω προελεύσεως του από τον θεό μέσω του Αγγέλου του, θα μπορούσε να είναι άκρως αποτελεσματικό, όπως είναι η απαίτηση των περιστάσεων. Η μεταφύτευση του στοιχείου αυτού, που, αν και δεν αναφέρεται, υποθετικά θα μπορούσε να ισχύη, στις δημώδεις παραδόσεις για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο θα ήταν εύκολη υπόθεση, αφού ο συμφυρμός των θρύλων για τον μαρμαρωμένο βασιλιά προς τους χρησμούς για τον φτωχό και απέριττο βασιλέα είναι δεδομένος25. Στα ευρύτερα στρώματα του λαού δεν θα υπήρχε δυσκολία, και αυτό είναι βέβαιο ότι έγινε, για τη διάπλαση παλαιοτέρων χρησμών στο θρύλο του μαρμαρωμένου βασιλιά, αφού, όπως είναι γνωστό, ο λαός δημιουργεί συνήθως τις καινούργιες παραδόσεις του, τα τραγούδια του κλπ. χρησιμοποιώντας έτοιμα υλικά από την παλαιότερη παράδοση και δημιουργία του.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν, εννοείται, υπόθεση, μέχρι που να πρόκυψη ενδεχομένως κάποια ερμηνεία πιο συγκεκριμένη.

Ας σημειωθή συμπληρωματικά ότι, σύμφωνα με δημοτικό τραγούδι από την Δυτ. Κρήτη, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και ως επαίτης φέρει βασιλικό σπαθί, το οποίο όμως προσπαθεί να αποκρύψη και από το οποίο τέλος αποκαλύπτεται η βασιλική του καταγωγή26.


Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
και το ξύλινο σπαθί του
ΣΤΕΦ. Ο. ΗΜΕΛΛΟΥ/1991
Πανεπιστήμιο Αθηνών



Σημειώσεις

Πρώτη δημοσίευση: Πρακτικά τού Έκτακτου Πνευματικού Συμποσίου (Σπάρτη -Μυστράς 27-29 Μαΐου 1988), Από την φωτεινή κληρονομιά τού Μυστρά στην Τουρκοκρατία, Αθήναι 1990, σ. 263-272 (Πελοποννησιακά, Παράρτημα 16) (= στα γερμανικά με ασήμαντες διαφορές: Dona Folcloristica, Festgabe fur Lutz Rohrich zu seiner Emeritierung 3, 1990.o. 77-85 [Beitrage zur Europaischen Ethnologie und Folklore, Rei-ne B: Tagungsberichte und Materialien]).

1. Ν. Γ. Πολίτου, Παραδόσεις 1, σ. 22, άρ. 33 και 2, ο. 658-674, όπου εκτενή σχόλια για την παράδοση.

2. Βλ. πρόχειρα Ν. Γ. Πολίτου, ο.π, σ. 662.

3. Θράκη, Γκριτζάν-Ασάρ της περιοχής Κομοτηνής. Βλ. Στίλπ. Π. Κυριακίδου , θρακικαί παραδόσεις, Ημερολ. Μεγάλ. Ελλάδος 1922, σ. 251.

4. Θράκη, Μάδυτος, Αρχ. θρακ. Λαογρ. Γλωσσ. θησαυροί 3 (1936-37), σ. 117-118. Βλ. και Andre Mazon , Contes Slaves de la Macedoine sud-occidentale, Paris 1923, σ. 87, 17 και σ. 182 (Μακεδονία, περιοχή Φλώρινας). Κατά την παραλλαγή αυτή ειδικώτερα ο Άγγελος Κυρίου παρακαλεί τρεις φορές τον Κωνσταντίνον να πάρη το ξύλινο σπαθί, αν ήθελε να κράτηση το βασίλειό του. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος προτρέπει τον Άγγελο να δώση το σπαθί στον Τούρκο. Πρβλ. σχετικά και Στίλπωνα Κυριακίδη , Λαογραφία 8 (1921-25), σ. 604.

5. Θράκη, Καστανιές, θρακικά 7 (1936), σ. 235.

6. Πόντος (πρόσφυγες της περιοχής Κάρς). Σάββα Π. Παπαδοπούλου, Παραδόοεις-θρύλοι περιοχής Κάρς, Αρχείον Πόντου 42 (1988-89), σ. 114, άρ. 14. Όπως αναφέρει ο συγγρ., οι παραδόσεις που δημοσιεύει έχουν καταγραφή κατά τη χρονική περίοδο 1963-88, η δε παράδοση που μας απασχολεί, που την επιγράφει «Το σπαθίν», είναι σύνθεση δύο διηγήσεων.

7. Δωδεκάνησος, Κάλυμνος. Γιάννη Ζερβού, Παραδόσεις - Ιστορικά χαραμυθολογήματα [κλπ.], Δωδεκ. Αρχείον 3 (1958), σ. 240.

8. Σάμος, Παλαιόκαστρον. Στεφ.Ημέλλου, Έκθεση λαογραφικής αποστολής εις Σάμον (13 Ιουλ. - 14 Αύγ. 1964), Επετ. Λαογρ. Αρχείου 17 (1965), σ. 194-195. Εδώ αναφέρονται και μερικές ακόμη από τις παραδόσεις για το ξύλινο σπαθί που εξετάζονται.

9. Ο.π.,σ. 195.

10. Σέριφος. ΚΛ, χφ. 3190, σ. 38 (1967, Συλλ. Στεφ.Ημέλλου), πρβλ. Στέφ. Ήμελλον, Παρατηρήσεις εξ επιτόπιου ερεύνης εις τον λαϊκόν πολιτισμόν των Νοτίων Κυκλάδων, Αθήναι 1974, σ. 41.

11. «Παραπόρτιον εν... το δέ όνομα της κουφής εκείνης πύλης εκαλείτο ποτε Κερκόπορτα» Δούκας 39, 4 (Pertusi, σ. 168-170. 6λ. σχετικά και σ. 454, σημ. 12). Πρβλ. Γουσταύου Σλουμβερζέ, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και η πολιορκία και άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων τω 1453 (μετάφρ. Σπυρ. Π. Λάμπρου, εν Αθήναις 1914), σ. 336, Ξ. Α. Σιδερίδου, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου θάνατος, τάφος και σπάθη, περιοδ. Μελέτη 2. 1908, ο. 65-66 κ.α.

12. Για την οποία βλ: Η αναβίωση των τηγανισμένων ψαριών κατά την άλωση της Πόλης, ανωτέρω άρ. 2. σ. 29 κέξ., όπου και η προηγούμενη βιβλιογραφία.

13. Βλ. σχετικά Σπυρ. Π. Λάμπρου, Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ως σύζυγος εν τη ιστορία και τοις θρύλοις, Νέος Ελληνομνήμων 4 (1907). σσ. 417-466 και ιδίως σ. 429 κέξ., όπου και η παλαιότερη βιβλιογραφία, πρόσθ. και Νίκου Α. Βέη, Περί του ιστορημένου χρησμολογίου, σ. 32ιδ' - 32ιζ', Γεωργίου θ. Ζώρα, Η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως και η βασιλεία Μωάμεθ Β' τού κατακτητού κατά τον ανέκδοτον ελληνικόν Βαρβερινόν κώδικα 111 της Βατικανής βιβλιοθήκης 1952, σ. 29-30 (ανατύπωσις εκ του KB' τόμου της Επετηρίδος της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών) (= τού ίδιου , Αι τελευταίοι στιγμαί του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και του Μωάμεθ του κατακτητού (κατά τον Βαρβερινόν ελληνικόν κώδικα 111], Περί την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι 1959, σ.130-131).

14. Βλ. π.χ.: Δούκας 39, 13 (Pertusi 2, σ. 176) που αναφέρει ότι κατά την τελευταία του στιγμή ο Κωνσταντίνος πολεμούσε «ιστάμενος βαστάζων σπάθην και ασπίδα». Βλ. και Σιδερίδη , ο.π., σ. 66 κ.α. passim, Νίκου Α. Βέη, Περί του ιστορημένου χρησμολογίου, σ. 32 κβ' κέξ.

15. Βλ. Σιδερίδη, ο.π., σ. 70 κέξ., Βέη,ο.π., Ν. Γ. Πολίτου, Παραδόσεις 2, ο.π., σ. 660-661, όπου και βιβλιογραφία.

16. Σύμφωνα με χρησμό που αναφέρει ο Δούκας(39, 18, Pertusi, σ. 180) μετά την εκπολιόρχηση της Κωνσταντινουπόλεως και την παράδοση της στους Τούρκους «καταβάς άγγελος φέρων ρομφαίαν παραδώσει την βασιλείαν συν τη ρομφαία ανωνύμω τινί ανδρί ευρεθέντι τότε εν τω χίονι ισταμένω, λίαν απερίττω και πενιχρώ, και έρει αυτώ» «Λαβέ την ρομφαίαν ταύτην και εκδίκησον τον λαόν τού Κυρίου». Τότε τροπήν ίξονται οι Τούρκοι και οι Ρωμαίοι καταδιώξουσιν αυτούς κόπτοντες και εξελάσουσιν και εκ της Πόλεως...», πρβλ. Χαλκοκονδύλης 8, 275-280 (Pertusi 2, σ. 216) και Nicolo Barbaro (Pertusi 1, σ. 357, σημ. 89). Βλ. και Ν. Γ. Πολίτου , Δημώδεις δοξασίαι περί αποκαταστάσεως του ελληνικού έθνους. Λαογραφικά Σύμμεικτα I, 1920, σ. 16, του ίδιου , Παραδόσεις, 2, σ. 659. Πρβλ. ανάλογα από την χριστιανική γραμματεία που σχετίζονται όμως με το ξύλο τού Σταυρού (= σταυρό τού Χριστού): «ώσπερ δια ξύλου (ένν. της γνώσεως, του δένδρου της ζωής του Παραδείσου) η παράδοσις (ένν. των Πρωτοπλάστων) ούτω δια ξύλου (ένν. τού Σταυρού) η σωτηρία»˙ «ο Αδάμ δια τού ξύλου της βρώσεως κατεκρίθη και ο νέος Αδάμ ο Χριστός ο θεός δια τού ξύλου τού σταυρού ημάς ενίσχυσεν» κ.α. (βλ. πρόχειρα Ν. Β. Τωμαδάκη, Αποθησαυρίσματα, 10, Το ξύλον, Αθηνά 70 (1968), σ. 4, πρβλ. και σ. 7).

17. Βλ. Ν. Γ. Πολίτου , Παραδόσεις 2, σ. 683. Εννοείται ότι το σπαθί είναι το κύριο όπλο με το οποίο επιδεικνύει κανείς την ανδρεία του, στο οποίο ορκίζεται κτλ. (βλ. πρόχειρα Ζω ρα, ο.π., σ. 25 (247-348), 27 (394), 29 (566-567). Εξ άλλου ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος σε διάφορες γνωστές μέχρι σήμερα εικόνες του, που όμως δεν είναι γνήσιες, παριστάνεται με ξίφος (βλ. Σπυρ. Π. Λάμπρου, Αι εικόνες Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου, Νέος Ελληνομνήμων 3 (1906), σ. 229 κέξ., 239).

18. Πρβλ. το σατιρικό τραγούδι για τον Κεφαλλονίτη, που φορούσε βρακί από τσουβάλι, γελέκο από στουπί και ψάθινο καπέλο και ξύλινο σπαθί (ΚΛ, κφ. 475, σ. 9, Σπέτσες 1922) η... βούρλινο σπαθί (ο.π., χφ. 1460, Αθήναι).

19. Jean Ρίο, Νεοελληνικά παραμύθια, Copenhague 1879, σ. 131-132.

20. Γεωργ. Α. Μέγα, Καλλιμάχου και Χρυσορρόης υπόθεσις, Λαογραφία 25 (1967), σ. 241.

21. Ο.π., πρβλ. και Τωμαδάκη, ο.π., σ. 25. Η χρησιμοποίηση τού όρου ξύλον επί ξύλινου όπλου, δηλ. ροπάλου από ξύλο, είναι μόνο ποιητική (Ο. Σολωμός, βλ. Τωμαδάκη , ο.π., σ. 15-16).

22. Στίλπωνος Π. Κυριακίδου, ο.π., βλ. και Κυριακίδη, στη Λαογραφία 8 (1921-25), σ. 604.

23. Πρβλ. τον χρησμό που μνημονεύει ο ιστορικός Δούκας (άνωτ., σ. 56, σημ. 16). Βλ. περισσότερα με σχετικές παραπομπές στα κείμενα: Ν. Γ. Πολίτου, Παραδόσεις 2, σ. 664 κέξ., Νίκου Α . Βέη, Περί του ιστορημένου χρησμολογίου, σ. 32 κθ' κέξ.

24. Ο.π.

25. Νίκου Α. Β έη , Περί τού ιστορημένου χρησμολογίου. σ. 32 λς'. Εξ άλλου η επιβίωση των χρησμών για τον τελευταίο Παλαιολόγο υπήρξε μέχρι σήμερα ισχυρή (ο.π., σ. 3).

26. Βλ. Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (εκλογή), εν Αθήναις 1962, σ. 123-124 (Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα του Λαογραφικού Αρχείου, αριθμ. 7) και ανωτέρω, σ. 18, όπου εκτενέστερος λόγος για το θέμα.


Πηγές

Γεωργίου Φραντζή, Χρονικόν, Ελληνικό Αρχείο
"Χρονικό της πολιορκίας",Νικολό Μπαρμπάρο
Μιχαήλ Δούκας , Βυζαντινοτουρκική ιστορία
ΤΑ ΝΕΑ
Εγκόλπιον
Wikipedia
users.gr/Ellinikos Politismos



Γενική Βιβλιογραφία

Ιστορία Ελληνικού Έθνους

V.Grecu, Georgius Sphrantzes, Τα καθ' εαυτόν 1401-1477,In anexa, Pseudo-Phrantzes: Macarii Meliseni, Chronicon 1258-1481, ss.149-591, Βουκουρέστι, 1966.
Ο Γεώργιος Σφραντζής έγραψε Χρονικό σε δυο μορφές: Το χρονικό Minus (σε συνοπτική μορφή) και το χρονικό Majus (σε εκτεταμένη μορφή). Πρόκειται για αξιόπιστη πηγή για την Αλωση και τα γεγονότα πριν και μετά την Αλωση.

I. I. Sreznevskij, "Povest o Caregrade" [Αφήγηση για την Κωνσταντινούπολη], Ucenije zapiski vtorogo otdelenija Akademii Nauk [Πρακτικά του Β' συνεδρίου της Ακαδημίας επιστημών],
1. ΙΙΙ, Αγία Πετρούπολη, 1854. Πρόκειται για τη μαρτυρία του Nestor Iskander, ενός Ρώσου που έλαβε μέρος στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης με το μέρος των Οθωμανών Τούρκων.

Περιοδικό: Στρατιωτική Ιστορία, Η άλωση της Κωνσταντινούπολης,
σειρά: Μεγάλες μάχες * Αγία Σοφία, το σύμβολο της ορθοδοξίας

E.Darko, Laonici Chalococandylae historiumdemonstrationes 1-2, Βουδαπέστη, 1922-1927 και στην Patrologia Graeca, τομ.159, σσ.13-556.
Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης έγραψε την Απόδειξη ιστοριών. Αν και δεν ήταν παρών στην Αλωση της Κωνσταντινούπολης, ωστόσο αποτελεί σημαντική πηγή για τα τελευταία χρόνια του Βυζαντίου.

Γ.Θ Ζώρας, Χρονικόν περί των Τούρκων Σουλτάνων (κατά Βαρβερινόν Ελληνικόν κώδικα 111), Αθήνα, 1958. Ο Βαρβερινός κώδικας είναι ανώνυμο χρονικό του 16ου αι., ακέφαλο και ελλιπές που διαπραγματεύεται τα γεγονότα των ετών 1373-1512. Είναι αξιόπιστη και ακριβής πηγή.
 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου