Εάλω η Πόλις 1

Η χιλιόχρονη μέλισσα

Κατά τα 1.100 χρόνια ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Κωνσταντινούπολη είχε πολιορκηθεί αρκετές φορές αλλά μόνο μία φορά είχε πέσει στα χέρια των εχθρών, το 1204 από τους Σταυροφόρους της Δ' Σταυροφορίας. Μετά το 1204 στην πόλη εγκαθιδρύθηκε ένα αδύναμο Λατινικό βασίλειο και οι υπόλοιπες περιοχές της Αυτοκρατορίας είχαν διασπαστεί σε επί μέρους βασίλεια. Ένα από αυτά, η ελληνική Αυτοκρατορία της Νίκαιας
κατάφερε να επικρατήσει στην περιοχή και να ανακτήσει την Πόλη το 1261. Τους επόμενους δύο αιώνες, η εξασθενημένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεχόταν συνεχείς επιθέσεις από Λατίνους, Σέρβους, Βουλγάρους και ιδιαίτερα από τους Οθωμανούς Τούρκους. Το 1453 στην Αυτοκρατορία ανήκαν εκτός από την ίδια την Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της, το μεγαλύτερο τμήμα της Πελοποννήσου, με επίκεντρο τον Μυστρά. Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, ένα ελληνικό κράτος που δημιουργήθηκε το 1204 στην άκρη της Μικράς Ασίας και κατάφερε να επιβιώσει όλο αυτό το διάστημα, αποτελούσε εντελώς ξεχωριστή από το Βυζάντιο πολιτική οντότητα.

Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως υπήρξε το αποτέλεσμα της πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας, της οποίας Αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος, από τον οθωμανικό στρατό, με επικεφαλής τον σουλτάνο Μωάμεθ Β'. Η πολιορκία διήρκεσε από τις 7 Απριλίου έως την Τρίτη, 29 Μαϊου 1453 (Ιουλιανό ημερολόγιο). Όταν τελικά η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε, η υπερχιλιετής Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπαψε να υπάρχει.


Το χρονικό

Οκτώβριος 1448..Πεθαίνει ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄Παλαιολόγος

6 Ιανουαρίου 1449...Στέφεται στο Μυστρά ο αδελφός του Κωνσταντίνος, δεσπότης του Μορέως και γίνεται δεκτός "παρά πάντων ασπασίως" στην Κωνσταντινούπολη.

Χειμώνας 1451...Πεθαίνει ο τούρκος σουλτάνος Μουράτ Β΄. Διάδοχος του ανακηρύσσεται στην Αδριανούπολη ο γιος του Μωάμεθ (Μεχεμέτ, Μεχμέτης των βυζαντινών πηγών).

Οι επαφές Βυζαντίου και Δύσης δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα. Ανανεώνεται η συνθήκη ειρήνης της Τουρκίας με τη Βενετία και τον Ιωάννη Ουνυάδη της Ουγγαρίας.

Μάρτιος - τέλη Αυγούστου 1452...Στο στενότερο σημείο του Βοσπόρου χτίζεται το φρούριο Ρούμελη Χισάρ (ελληνιστί κεφαλοκόπτης) το οποίο αποκαλύπτει τις κατακτητικές βλέψεις του Μωάμεθ. Η δίοδος ελέγχεται πλέον απόλυτα από τους Τούρκους.

Ιούνιος /Ιούλιος 1452...Λεηλασίες των Τούρκων στον ευρύτερο χώρο του νέου φρουρίου αναγκάζουν τον Κωνσταντίνο να κλείσει τις θύρες της Πόλης.

Φθινόπωρο 1452...Οι Οθωμανοί επιτίθενται στο Δεσποτάτο του Μορέως. "Τεχνίτης δοκιμώτατος" αναλαμβάνει να κατασκευάσει για λογαριασμό των Τούρκων τεράστιο κανόνι αποτελεσματικό για τα τείχη της Βασιλεύουσας "χωνείαν μεγάλην πέτραν φέρουσαν υπεμεγέθη".

Νοέμβριος -Δεκέμβριος 1452...Ενεργοποιούνται στοιχειωδώς η Βενετία και η Γένοβα μετά από σειρά τουρκικών προκλήσεων απέναντι σε πολίτες τους. Στις 12 Δεκεμβρίου ο Κωνσταντίνος κηρύσσει την ένωση των εκκλησιών σε κοινή λειτουργία. Οι Κωνσταντινουπολίτες ετοιμάζονται για πολιορκία επισκευάζοντας τα τείχη στη γη και στη θάλασσα. Οχυρώνουν τον Κεράτιο με τεράστια αλυσίδα. Συλλέγουν χρήματα και τροφές ενώ απευθύνουν εκκλήσεις προς τον Πάπα και τους Ιταλούς ηγεμόνες για βοήθεια.

Μέσα Δεκεμβρίου 1452...Αποφασίζεται να παραμείνουν στην Πόλη ενισχύοντας την άμυνα της όσα πλοία έχουν ελλιμενισθεί κατ΄εμπορίαν.

Αρχές Ιανουαρίου 1453...Κινητοποιούνται οι δυνάμεις του Μωάμεθ στην Αδριανούπολη. Δοκιμάζεται το μεγάλο κανόνι.

26 Ιανουαρίου 1453...Φθάνουν στην Πόλη δύο γενουατικά πλοία με περίπου 700 μισθοφόρους υπό τις διαταγές του Giovanni Gioustiniani Longo.

Φεβρουάριος / Μάρτιος 1453...Μεταφέρεται το μεγάλο κανόνι από την Αδριανούπολη, η μπομπάρδα. Σέρνεται από 30 βοιδάμαξες και 500 άνδρες με μηχανικούς. "Τέρας τι φοβερόν και εξαίσιον με ήχο βολής ουρανόβροντον: είναι πράγμα φοβερώτερον ιδείν και ες ακοήν όλων άπιστον τε και δυσπαράδεκτον". Λέγεται ότι είχε μήκος 8 μέτρα, διάμετρο 75 εκ. και είχε δυνατότητα να εκτοξεύσει βλήμα 544 κιλών. Χρειαζόταν 3 ώρες για να ξαναγεμίσει. Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στο απόσπασμα της Βυζαντινής ιστορίας του Δούκα.

Αρχές Μαρτίου - 6 Απριλίου...Σταδιακή συγκέντρωση του στρατού και αποκλεισμός από ξηράς.

Μέσα - τέλη Μαρτίου...Οι Βυζαντινοί ενισχύουν τα τείχη. Η αντίθεση των ενωτικών και ανθενωτικών παραμένει αισθητή. Ο Μέγας Δούκας Λουκάς Νοταράς είπε: "κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μεση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν".

Καθορίζονται οι θέσεις άμυνας. Ο αυτοκράτορας υπερασπίζει την Πύλη του Ρωμανού όπου απέναντι έχει τοποθετηθεί το μεγάλο κανόνι και η σκηνή του Σουλτάνου. Το σύνολο των κατοίκων υπολογίζεται σε 50.000 ενώ οι μάχιμοι σε 5.000 Βυζαντινούς και 2.000 ξένους.

2 Απριλίου...Κλείνει με αλυσίδα η είσοδος του Κεράτιου κόλπου.

5-7 Απριλίου...Έναρξη της πολιορκίας. Πιθανότερος αριθμός τούρκων στρατιωτών 260.000-400.000.

12 Απριλίου...Αρχίζουν συνεχείς κανονιοβολισμοί, ημέρα και νύχτα. Γίνεται σταδιακή επιχωμάτωση της τάφρου. Ανοίγονται υπόγειες διαβάσεις κάτω από τα τείχη. Στις 12 έφθασε και ο τουρκικός στόλος από την Καλλίπολη απαρτιζόμενος από 400 περίπου πλοία.

13 Απριλίου...Η κυβέρνηση της Γένοβας καλεί εγγράφως τους πολίτες της που βρίσκονται στην Ανατολή να συνδράμουν τον αυτοκράτορα.

Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης - φράγκικη μικρογραφία εποχής

18 Απριλίου...2-6 τα ξημερώματα γίνεται η πρώτη απώθηση των Τούρκων στα τείχη.

19 Απριλίου...Ξεκινάει από τη Βενετία γαλέρα με σκοπό να βοηθήσει αλλά να προσεγγίσει μετά τις 20 Μαΐου.

20 Απριλίου...Τρία εμπορικά γενοβέζικα πλοία μετά από τρίωρη μάχη μπαίνουν στον Κεράτιο. Ο Μωάμεθ οργισμένος ορμά έφιππος στη θάλασσα. Διορίζει νέο αρχηγό στόλου.

22 Απριλίου... Μωάμεθ μεταφέρει δια ξηράς τουρκικά πλοία μέσα στον Κεράτιο από ειδική δίολκο. Ο σουλτάνος "την γην εθαλάσσωσε και την ξηράν ως υγράν διαβάς τους Ρωμαίους ηφάνισε".

1-2 Μαΐου...Συνεχίζονται οι κανονιοβολισμοί. Οι Γενουάτες προδίδουν αμυντικούς σχηματισμούς του Ιουστινιάνη στους Τούρκους. γίνεται πλέον αισθητή η έλλειψη τροφίμων.

12 Μαΐου...Μεγάλη επίθεση με δύναμη 50.000 ανδρών τα μεσάνυκτα. Μεγάλες απώλειες.

15 Μαΐου...Η σύγκλητος της Βενετίας μετά από παπική πρόταση δέχεται να επανδρώσει πέντε πλοία για την ενίσχυση της Πόλης.

19 Μαΐου...Κατασκευάζεται γέφυρα στο μυχό του Κεράτιου από αγγεία που στρώθηκαν με σανίδες.

21 Μαΐου...Ο Κωνσταντίνος αρνείται να παραδώσει την πόλη με αντάλλαγμα την ελευθερία του και την περιουσία του. "Το δε την πόλιν σοι δούναι ουτ' εμόν εστίν ουτ' άλλου των κατοικούντων εν ταύτη? κοινή γαρ γνώμη άπαντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισθόμεθα της ζωής ημών".

20-25 Μαΐου...Τα τείχη αποδυναμώνονται από τους κανονιοβολισμούς και τις υπόγειες στοές.

25-26 Μαΐου...Διάφορα δυσοίωνα συμβαίνουν, πέφτει χαλάζι και γίνεται έκλειψη. Προετοιμάζεται η τελική τουρκική επίθεση.

27 Μαΐου...Προετοιμασία του τουρκικού στρατού με νηστεία και προσευχή. Θορυβώδεις νυχτερινοί εορτασμοί ανησυχούν τους πολιορκούμενους.

28 Μαΐου...Ο Μωάμεθ ανακοινώνει τη μεγάλη επίθεση. Υπόσχεται ανταμοιβές στους στρατιώτες ακολουθούν αλλεπάλληλοι κανονιοβολισμοί.

29 Μαΐου...Αρχίζει η μεγάλη επίθεση στις τρεις τη νύχτα με κύριο στόχο την Πύλη του Ρωμανού. Σχεδόν ταυτόχρονα επιτυγχάνεται η διείσδυση των Τούρκων από την Κερκόπορτα και την Πύλη του Χαρισίου. Ο Ιουστινιάνης τραυματίζεται και αποσύρεται με αποτέλεσμα να επικρατήσει χάος. Κοντά στην Πύλη του Ρωμανού σκοτώνεται και ο αυτοκράτορας. Ακολουθούν λεηλασίες και αγριότητες. Διαφεύγουν δεκαέξι πλοία και ελάχιστοι από τους έγκλειστους που κατέγραψαν την Άλωση, ο Γεώργιος Σφραντζής, ο Nicolo Barbaro.

Ο Μωάμεθ εισέρχεται έφιππος στην πόλη και την Αγία Σοφία.

31 Μαΐου...Ο Μωάμεθ διατάσσει τη διακοπή των βιαιοπραγιών, απομακρύνει τους στρατιώτες.

"Την δε πόλιν έρημον νεκράν κειμένην, γυμνήν άφωνον μη έχουσαν είδος ουδέ κάλλος".






Τα προηγηθέντα

 Η μοίρα της Κωνσταντινούπολης είχε ήδη προδιαγραφεί 249 χρόνια πριν, όταν την είχαν κουρσέψει οι Σταυροφόροι και οι Ενετοί της χριστιανικής Δύσης.

Το βυζαντινό κράτος διασπάστηκε τότε σε τρία μέρη:

- στην Αυτοκρατορία της Νικαίας

- το Δεσποτάτο της Ηπείρου

- στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας
.

Ετσι, όταν το 1259 ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, σφετεριστής του αυτοκρατορικού θρόνου της Νικαίας, κατόρθωσε με τη βοήθεια των Γενουατών να διώξει τους Ενετούς από την Κωνσταντινούπολη και μετά από δύο χρόνια, το 1261, να στεφθεί ο ίδιος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, ως Μιχαήλ H' ο Ελευθερωτής, η αυτοκρατορία ήταν πλέον διαμελισμένη και συρρικνωμένη και η Βασιλεύουσα λεηλατημένη και πάμπτωχη. Ο Μιχαήλ H', για να ανταμείψει τους Γενουάτες για τις υπηρεσίες τους, τους παραχώρησε τον Γαλατά. Οι ηγεμόνες της Ηπείρου και της Τραπεζούντας αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τον Μιχαήλ ως αυτοκράτορα.

Τα άλλοτε πλούσια βυζαντινά λιμάνια και αστικά κέντρα τα κατείχαν Φράγκοι, και στη Μικρά Ασία οι Τούρκοι γίνονταν όλο και πιο απειλητικοί. Το εσωτερικό της αυτοκρατορίας σπαρασσόταν από εμφύλιες διαμάχες. H αδυναμία - και πολλές φορές η αμέλεια - των αυτοκρατόρων να προφυλάξουν τα ανατολικά σύνορα από την επέλαση των Οθωμανών στέρησε το Βυζάντιο από τους πλούσιους σιτοβολώνες της Μικράς Ασίας και από τη δυνατότητα στρατολόγησης ανδρών. Ετσι, ταλανισμένη από εμφυλίους πολέμους, από την πανώλη του 1347 που εξόντωσε πάνω από το ένα τρίτο του πληθυσμού της, έχοντας χάσει όλες σχεδόν τις κτήσεις της (ακόμη και τη Θεσσαλονίκη), με μόνο το Δεσποτάτο του Μορέως να επιβιώνει και να ανθεί πνευματικά κα πολιτιστικά, και με τον κλοιό των Τούρκων να σφίγγει αδιάκοπα γύρω της, η Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 15ου αιώνα ήταν πλέον μια πόλη-κράτος και όχι πρωτεύουσα αυτοκρατορίας. H μοναδική ελπίδα της ήταν η Δύση.


Η Δύση

Ενωτικοί και ανθενωτικοί.


H Δύση ωστόσο, με επικεφαλής τον πάπα, για να προσφέρει βοήθεια απαιτούσε την ένωση των δύο Εκκλησιών, με τους δικούς της όρους φυσικά. Οι προσπάθειες για την ένωση της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας είχαν ξεκινήσει σχεδόν αμέσως μετά το Σχίσμα τού 1054.

Πριν από την άλωση του 1204 είχαν γίνει γύρω στις τριάντα προσεγγίσεις και συμβούλια. Μετά το 1204 έγιναν τρεις ακόμη προσπάθειες προσέγγισης των δύο Εκκλησιών:

H πρώτη επιβλήθηκε βίαια από τους φράγκους κατακτητές στους υπόδουλους Βυζαντινούς. H δεύτερη είχε τη μορφή περισσότερο πολιτικής παρά θρησκευτικής προσέγγισης Ανατολής - Δύσης με πρωτεργάτες τον αυτοκράτορα Μιχαήλ H' και τον πάπα Γρηγόριο I' (Σύνοδος της Λυών, 1274). Τέλος, η τρίτη ξεκίνησε στη Φεράρα το 1438 και ολοκληρώθηκε στη Φλωρεντία έναν χρόνο αργότερα με την υπογραφή της συμφωνίας της Ενωσης.

Ο απελπισμένος για βοήθεια αυτοκράτορας Ιωάννης H', μαζί με τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωσήφ και μεγάλη αντιπροσωπεία κληρικών και διανοητών της Ορθοδοξίας, είχε φθάσει στη Φεράρα αποφασισμένος να κάνει οποιεσδήποτε παραχωρήσεις προκειμένου να του παρασχεθεί η πολυπόθητη στρατιωτική αρωγή ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει την τουρκική απειλή. Στο μεταξύ όμως ο Ιωσήφ πέθανε και έτσι το πρωτόκολλο της Ενωσης δεν έφερε την υπογραφή πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Τα υπόλοιπα μέλη της ορθόδοξης αντιπροσωπείας υπέγραψαν, εκτός από ένα, τον Μάρκο Ευγενικό, ο οποίος, ως επικεφαλής των ανθενωτικών, αντέκρουσε τα επιχειρήματα του επικεφαλής των ενωτικών Βησσαρίωνος, επισκόπου Νικαίας.

Ωστόσο, αν οι καιροί, σύμφωνα με την άποψη του αυτοκράτορα και των υψηλά ισταμένων κληρικών και πολιτικών, απαιτούσαν την ένωση των δύο Εκκλησιών, ο ορθόδοξος κλήρος στη συντριπτική πλειονότητά του και σύσσωμος ο λαός ήταν αντίθετοι με αυτήν. Οσοι τάχθηκαν υπέρ της Ενωσης αντιμετώπισαν τη λαϊκή οργή. Ο νέος πατριάρχης Γρηγόριος Μάμμας δεν έγινε ποτέ αποδεκτός από το ποίμνιό του. Ο λαός θεωρούσε πνευματικό του ηγέτη τον Μάρκο Ευγενικό και μετά τον θάνατό του τον φιλόσοφο Γεώργιο Σχολάριο, ο οποίος, μολονότι στη Φλωρεντία είχε ταχθεί υπέρ της Ενωσης, επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη άλλαξε γνώμη και μετανοημένος έγινε μοναχός με το όνομα Γεννάδιος και πύρινος υπερασπιστής της καθαρής πίστης.


Το συλλείτουργο

Προτού κατορθώσει να διοργανώσει το συλλείτουργο ορθοδόξων και ρωμαιοκαθολικών στον ναό της Αγίας Σοφίας, όπως προέβλεπε η Ενωση, ο Ιωάννης H' πέθανε άτεκνος στις 31 Οκτωβρίου του 1448. Αυτοκράτορας εξελέγη ο αδελφός του Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Δεσπότης του Μορέως. H στέψη του Κωνσταντίνου IA' έγινε στον Μυστρά από τον τοπικό μητροπολίτη και όχι στην Κωνσταντινούπολη από τον πατριάρχη. Ο λόγος ήταν ότι, αν η στέψη γινόταν από τον ενωτικό πατριάρχη Γρηγόριο Μάμμα - ο οποίος τελικά αυτοεξορίστηκε στη Ρώμη -, θα ήταν πρόκληση στο λαϊκό αίσθημα και θα μπορούσαν να ξεσπάσουν ταραχές.

Ο νέος αυτοκράτορας έφθασε στην πρωτεύουσά του στις 12 Μαρτίου 1449 και έγινε δεκτός με ειλικρινή αισθήματα αγάπης από τον λαό του. Ο Κωνσταντίνος χρειαζόταν αυτή την αγάπη γιατί ήλπιζε ότι θα τον βοηθούσε να πείσει κλήρο και λαό για την αναγκαιότητα της Ενωσης και ότι έτσι θα κατόρθωνε να φανεί συνεπής προς τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει ο εκλιπών αδελφός του απέναντι στον πάπα της Ρώμης. H κληρονομιά του συλλείτουργου τον βάραινε. Γι' αυτό φρόντισε να πλαισιωθεί από ανθρώπους και των δύο τάσεων: Αρχιναύαρχο και Μέγα Δούκα όρισε τον Λουκά Νοταρά, ο οποίος ανήκε στους ανθενωτικούς και, μολονότι δεν ήταν ιδιαίτερα φανατικός, πίστευε, όπως λέγεται, ότι

«κρειττότερόν εστιν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν».

Στρατοπεδάρχης έγινε ο Ιωάννης Καντακουζηνός, θερμός υποστηρικτής της Ενωσης. Ο Πρωτομάστωρ Δημήτριος Καντακουζηνός και ο Μέγας Λογοθέτης Μετοχίτης ήταν μάλλον ενάντιοι στην Ενωση αλλά θα συμφωνούσαν με ό,τι αποφάσιζε ο αυτοκράτορας. Το ίδιο και ο πιστός του φίλος και γραμματέας (και μετέπειτα ιστορικός της Αλωσης) Γεώργιος Φραντζής (ή Σφραντζής).

Σύντομη ειρήνη

Μόλις ανέλαβε τα καινούργια του καθήκοντα ο Κωνσταντίνος φρόντισε να στείλει πρεσβευτές στον σουλτάνο Μουράτ B' και να ζητήσει συνθήκη ειρήνης. Ο Μουράτ αναγνώρισε τον νέο αυτοκράτορα και συμφώνησε για την ειρήνη.

Δύο χρόνια αργότερα ο Μουράτ πέθανε, και στον θρόνο της οθωμανικής αυτοκρατορίας ανέβηκε ο 19χρονος γιος του Μωάμεθ B', ο οποίος έσπευσε να διαβεβαιώσει τους ηγεμόνες της Δύσης για τις ειρηνικές του προθέσεις.

Ο νέος σουλτάνος μάλιστα ορκίστηκε στο Κοράνι ότι θα σεβόταν την ακεραιότητα της βυζαντινής επικράτειας και ανανέωσε την υποχρέωση του πατέρα του προς τον αυτοκράτορα να καταβάλλει κάθε χρόνο το ποσόν των 300.000 άσπρων από τις προσόδους των ελληνικών πόλεων της κοιλάδας του Στρυμόνα που ανήκαν νομικά στον πρίγκιπα Ορχάν, μακρινό εξάδελφο του Μωάμεθ και κατευθείαν απόγονο του ιδρυτή του οθωμανικού κράτους Οσμάν, άρα διεκδικητή του οθωμανικού θρόνου, ο οποίος διατελούσε υπό τιμητική κράτηση στην Κωνσταντινούπολη.

H απειλή εναντίον της Κωνσταντινούπολης φάνηκε να απομακρύνεται. Ακόμη και ο πάπας θεώρησε εντελώς ακίνδυνο αυτό το παιδάριο. Οταν όμως ο Κωνσταντίνος έστειλε αντιπροσώπους του στην Αδριανούπολη, πρωτεύουσα τότε της οθωμανικής επικράτειας, να ζητήσουν τα χρήματα του Ορχάν, λέγοντας μάλιστα ότι θα έπρεπε να γίνει και κάποια αύξηση στο ποσόν, ο Μωάμεθ θύμωσε και αντί άλλης απαντήσεως έδιωξε τους έλληνες κατοίκους από τις πόλεις της κοιλάδας του Στρυμόνα. H απαίτηση του αυτοκράτορα έδωσε στον Μωάμεθ την αφορμή που ζητούσε για να απαλλαγεί από τον όρκο του.

Οι προθέσεις του Μωάμεθ

Τον χειμώνα του 1451 ο Μωάμεθ άρχισε να ανεγείρει στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου, σε έδαφος το οποίο τυπικά εξακολουθούσε να είναι βυζαντινό, το κάστρο Μπογάζ Κεσέν («ο κόφτης των Στενών» στα τουρκικά), το σημερινό Ρούμελη Χισάρ, ακριβώς απέναντι από το κάστρο Αναντολού Χισάρ.

Δεν υπήρχε πλέον αμφιβολία ότι ο Μωάμεθ ετοιμαζόταν να εξουδετερώσει την Κωνσταντινούπολη, η οποία εξακολουθούσε να στέκεται σφήνα ανάμεσα στις ασιατικές και στις ευρωπαϊκές κτήσεις της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το Μπογάζ Κεσέν ολοκληρώθηκε στα τέλη Αυγούστου του 1452 και ο Μωάμεθ, αφού το επιθεώρησε και έδωσε εντολή να βυθίζεται κάθε πλοίο το οποίο θα αρνιόταν να σταματήσει για έλεγχο, έφθασε ως τα τείχη της Κωνσταντινούπολης και μελέτησε τις οχυρώσεις επί τρεις ημέρες.

Οι προθέσεις του Μωάμεθ ήταν πλέον ξεκάθαρες. Αφού κατέλαβε τα απομεινάρια των βυζαντινών κτήσεων στον Εύξεινο Πόντο και στην Προποντίδα, άρχισε να ναυπηγεί έναν τρομερό στόλο, ο οποίος δεν υπήρχε ως τότε στις δυνάμεις του.

Τον Μάρτιο του 1453 συγκεντρώθηκαν στην Καλλίπολη γύρω στα 150 πλήρως εξοπλισμένα πολεμικά πλοία, εκτός από τα καΐκια που χρησίμευαν για τη μεταφορά μηνυμάτων, με ναύαρχο τον βουλγαρικής καταγωγής εξωμότη Σουλεϊμάν Μπαλτόγλου.

Παράλληλα στη Θράκη ο Μωάμεθ συγκέντρωνε τον στρατό του. Με τους πιο συντηρητικούς υπολογισμούς, ο στρατός του Μωάμεθ θα πρέπει να έφθανε τις 100.000 άνδρες: 80.000 τακτικούς, με τα επίλεκτα συντάγματα των γενιτσάρων του, 20.000 ατάκτους και αρκετές χιλιάδες βοηθητικούς και μη μάχιμους για τις διάφορες δουλειές.




Απειλή στα τείχη

H μεγαλύτερη ωστόσο απειλή για τα τείχη της Κωνσταντινούπολης ήταν τα κανόνια του τουρκικού πυροβολικού. Ο Μωάμεθ είχε προσλάβει τον Ουρβανό, ούγγρο μηχανικό ο οποίος είχε επιδιώξει προηγουμένως να προσφέρει τις γνώσεις του στον Κωνσταντίνο αλλά αυτός ούτε τα χρήματα που του είχε ζητήσει ο Ουρβανός διέθετε ούτε τα υλικά που χρειάζονταν για να κατασκευαστούν κανόνια.

Ετσι ο Ουρβανός πήγε στον Μωάμεθ και του είπε ότι ήταν σε θέση να του φτιάξει ένα κανόνι που θα μπορούσε να γκρεμίσει ακόμη και τα τείχη της Βαβυλώνας. Ο Μωάμεθ τον πήρε αμέσως στην υπηρεσία του, του έδωσε τέσσερις φορές περισσότερα χρήματα από όσα ζήτησε και τον έστρωσε στη δουλειά. Ο Ουρβανός κατασκεύασε πολλά κανόνια αλλά το αριστούργημά του ήταν ένα κανόνι που το πάχος του μπρούντζου του ήταν 20 εκατοστά, το μήκος της κάννης του οκτώ μέτρα και μπορούσε να εκτοξεύσει βλήμα βάρους περίπου 300 κιλών σε απόσταση 1.500 μέτρων.


Προετοιμασίες για την άμυνα

Ολα αυτά τα μάθαιναν φυσικά στην Κωνσταντινούπολη και ο αυτοκράτορας προσπαθούσε να οργανώσει όσο μπορούσε καλύτερα την άμυνα της πόλης περιμένοντας τη βοήθεια που του είχε υποσχεθεί ο πάπας. Στο μεταξύ η Δύση είχε αλλάξει γνώμη για τον Μωάμεθ, ο οποίος τον Νοέμβριο του 1452 δεν δίστασε όχι μόνο να βυθίσει ένα ενετικό πλοίο που κατέπλεε από τον Εύξεινο Πόντο και δεν σταμάτησε για έλεγχο, αλλά αποκεφάλισε και όλο το πλήρωμά του και τον πλοίαρχό του τον θανάτωσε με ανασκολοπισμό. Ωστόσο η πολυπόθητη βοήθεια προς τους Βυζαντινούς καθυστερούσε.

Ως απόδειξη καλής θέλησης προς τους ρωμαιοκαθολικούς, στις 12 Δεκεμβρίου του 1452 ο αυτοκράτορας οργάνωσε επιτέλους το περίφημο συλλείτουργο στην Αγία Σοφία, όπου μνημονεύτηκαν ο πάπας και ο απών πατριάρχης Μάμμας και αναγνώστηκαν οι όροι της συμφωνίας της Φλωρεντίας. H ένωση των δύο Εκκλησιών είχε τυπικά επιτευχθεί αλλά η βοήθεια από τη Δύση δεν ερχόταν.

Αν όμως οι κυβερνήσεις των χωρών της Δυτικής Ευρώπης αγνοούσαν τις απελπισμένες εκκλήσεις των παγιδευμένων Βυζαντινών, υπήρξαν μερικοί εθελοντές που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στον αυτοκράτορα για τη σωτηρία των χριστιανών της Βασιλεύουσας. H ενετική παροικία της Κωνσταντινούπολης διέθεσε στον αυτοκράτορα όλους τους μάχιμους άνδρες της και όλα της τα πλοία που βρίσκονταν αγκυροβολημένα στον Κεράτιο Κόλπο, τα οποία μετατράπηκαν σε πολεμικά. Επίσης διάφοροι θαρραλέοι Γενουάτες τέθηκαν υπό τις διαταγές του Ιωάννη Ιουστινιάνη Λόνγκο, διάσημου υπερασπιστή οχυρωμένων πόλεων, ο οποίος κατέφθασε τον Ιανουάριο του 1453 στην Πόλη φέρνοντας μαζί του 700 καλά εξοπλισμένους στρατιώτες. Επιπλέον υπήρχαν και μερικοί Ισπανοί και Κρητικοί. Ακόμη και ο πρίγκιπας Ορχάν αποφάσισε να πολεμήσει εναντίον τον ομοφύλων του προσφέροντας στον αυτοκράτορα τη δύναμη της προσωπικής του φρουράς και μερικούς μισθοφόρους.

Συνολικά η δύναμη των υπερασπιστών της Πόλης δεν ξεπερνούσε τους 7.000 άνδρες, εκ των οποίων οι 5.000 ήταν Βυζαντινοί και οι άλλες 2.000 διάφοροι αλλοεθνείς εθελοντές. Αλλά η πραγματική άμυνα βασιζόταν στα πανίσχυρα τείχη της πόλης, τα οποία είχαν στο μεταξύ επισκευαστεί, η τάφρος γύρω από το χερσαίο μέρος είχε καθαριστεί και ο Κεράτιος Κόλπος είχε κλείσει με την αλυσίδα του.


H πολιορκία αρχίζει

Τον Μάρτιο του 1453 ο στρατός του Μωάμεθ άρχισε τμηματικά να συγκεντρώνεται έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Το μεγάλο κανόνι του Ουρβανού, πάνω σε ειδικά φτιαγμένο τροχοφόρο που το έσερναν 60 βόδια, έφθασε και αυτό. Ο Μωάμεθ εμφανίστηκε στις 5 Απριλίου επικεφαλής των 12.000 επιλέκτων γενιτσάρων του και έστησε τη χρυσοκόκκινη σκηνή του στην Κοιλάδα του Λύκου, μερικές εκατοντάδες μέτρα έξω από την πύλη του Αγίου Ρωμανού.

Στο μεταξύ ο τουρκικός στόλος, αφού κατέλαβε τα Πριγκιποννήσια, περιπολούσε τις ακτές της Προποντίδας ώστε να μην μπορεί να πλησιάσει κανένα σκάφος για ανεφοδιασμό της Πόλης.

Στις 6 Απριλίου ο Μωάμεθ, τηρώντας το ισλαμικό τυπικό, έστειλε στην Πόλη μήνυμα λέγοντας ότι αν του παραδινόταν δεν θα πείραζε τους πολίτες της ενώ σε αντίθετη περίπτωση δεν θα έδειχνε τον παραμικρό οίκτο. H απάντηση ήταν αρνητική και η επίθεση των Τούρκων άρχισε αμέσως.

Τα κανόνια του Ουρβανού προξένησαν σοβαρές ζημιές στα τείχη κοντά στη Χαρίσια πύλη, αλλά τη νύχτα οι πολιορκημένοι μπόρεσαν να τα επισκευάσουν ικανοποιητικά.
Οι βομβαρδισμοί συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση κάθε μέρα γκρεμίζοντας μεγάλα τμήματα του εξωτερικού τείχους, που οι πολιορκούμενοι τη νύχτα τα επισκεύαζαν όπως μπορούσαν. Εξαλλος ο Μωάμεθ διέταξε τον Ουρβανό να φτιάξει αποτελεσματικότερα κανόνια.

Στο μεταξύ στην Πόλη οι προμήθειες όλο και λιγόστευαν. Το πρωί της Παρασκευής 20 Απριλίου οι σκοποί πάνω στα τείχη προς τη θάλασσα είδαν με αγαλλίαση να πλησιάζουν προς την Προποντίδα τρεις γενοβέζικες γαλέρες που είχε μισθώσει ο πάπας φορτωμένες με όπλα και προμήθειες και ένα μεγάλο βυζαντινό μεταγωγικό με κυβερνήτη τον Φλαντανελά, που είχε σταλεί στη Σικελία για να αγοράσει σιτάρι. Τα πλοία ωστόσο τα είδαν και οι Τούρκοι και αμέσως ο στόλος του Μπαλτόγλου κινήθηκε εναντίον τους.
H ναυμαχία ήταν σίγουρα άνιση. Αλλά οι Γενουάτες και οι Ελληνες ήταν καλύτεροι ναυτικοί από τους Τούρκους και τα πλοία τους πολύ περισσότερο ευέλικτα. Τα τουρκικά πλοία συγκρούονταν μεταξύ τους σπάζοντας τα κουπιά τους. Τελικά, μόλις έπεσε το σούρουπο, τα τέσσερα σωτήρια πλοία γλίστρησαν μέσα στην ασφάλεια του Κερατίου Κόλπου.
Ηταν μια μεγάλη και εμψυχωτική νίκη. Παρά τις απώλειές τους σε έμψυχο υλικό, τα τέσσερα πλοία, εκτός από τις προμήθειες, πρόσθεσαν και μερικούς άνδρες στους υπερασπιστές της Πόλης.
Ο Μωάμεθ όμως εξοργίστηκε πολύ με το πάθημα του στόλου του. Ο άμοιρος Μπαλτόγλου μόλις που γλίτωσε το κεφάλι του, έχασε όμως όχι μόνο τον τίτλο του ναυάρχου αλλά και όλη του την περιουσία.

Πλοία στη στεριά

H αποτυχία αυτή έκανε τον Μωάμεθ να αναζητήσει τρόπο για να εισχωρήσει στον Κεράτιο Κόλπο. Και αφού δεν μπορούσε να σπάσει το φράγμα, ακολούθησε τη συμβουλή ενός ιταλού μηχανικού να μεταφέρει τα πλοία του από την ξηρά. Πράγμα που έκανε, ενώ ταυτόχρονα κρατούσε τους Βυζαντινούς απασχολημένους με τους συνεχείς βομβαρδισμούς στα χερσαία τείχη της Πόλης. Οι χιλιάδες εργάτες που είχε στη διάθεσή του ο σουλτάνος κατασκεύασαν κιλλίβαντες οι οποίοι ποντίστηκαν στη θάλασσα από την πλευρά του Γαλατά, δέθηκαν πάνω τους τα πλοία και μετά τα τράβηξαν με τροχαλίες. Με τον τρόπο αυτόν γύρω στα 70 πλοία μεταφέρθηκαν μέσα στον Κεράτιο Κόλπο.

Στις 22 Απριλίου οι Βυζαντινοί βρέθηκαν προ τετελεσμένου γεγονότος. H απόπειρα του ηρωικού Ενετού Τζιάκομο Κόκο να πυρπολήσει τα τουρκικά πλοία απέτυχε. H εκδίωξη του τουρκικού στόλου από τον Κεράτιο ήταν πλέον αδύνατη.

Ωστόσο ο Μωάμεθ εξακολουθούσε να έχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο πεζικό του παρά στον στόλο του. Οι βομβαρδισμοί των τειχών εντάθηκαν ακόμη περισσότερο. Αλλά η Πόλη άντεχε και ο Σουλτάνος προβληματιζόταν. Ο χαλίφης Χαλίλ Τσανταρλί, τον οποίο ο Μωάμεθ είχε κρατήσει στη θέση του Μεγάλου Βεζίρη παρ' όλο που δεν τον συμπαθούσε, πρότεινε να λύσουν την πολιορκία. Αλλά ο Μωάμεθ προτίμησε την πρόταση σέρβων μηχανικών που υπηρετούσαν στο στράτευμά του, να δοκιμάσουν να μπουν στην Πόλη σκάβοντας υπόγειες σήραγγες. Τότε άρχισε μια άλλου είδους μάχη: οι Τούρκοι έσκαβαν λαγούμια απ' έξω προς τα μέσα και οι υπερασπιστές της Πόλης τα εντόπιζαν και απέκρουαν τους επίδοξους εισβολείς.


Το τέλος της Χιλιόχρονης Μέλισσας



Ο Μάιος μπήκε μουντός και βροχερός. H θλιβερή εικόνα της Πόλης γινόταν φρικιαστική με τις προειδοποιήσεις των καλογήρων που περιφέρονταν στους δρόμους φωνάζοντας ότι η καταστροφή επέρχεται εξαιτίας της Ενωσης. Τα παλιά πάθη αναζωπυρώθηκαν: οι Ενετοί μάλωναν με τους Γενουάτες, οι Ελληνες με τους Λατίνους, οι ενωτικοί με τους ανθενωτικούς. Και όλοι μαζί ήλπιζαν στο θαύμα.

Ο Μωάμεθ αποφάσισε να εξαπολύσει την τελική επίθεση στις 29 Μαΐου. Εξι ημέρες πριν, στις 23 Μαΐου, ο σουλτάνος είχε ζητήσει και πάλι από τον αυτοκράτορα να του παραδώσει την Πόλη και ο Κωνσταντίνος απάντησε με τα λόγια που έχει καταγράψει ο Φραντζής:

«Το δε την πόλιν σοι δούναι, ούτ' εμόν εστιν ούτ' άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών».

Το βράδυ της 28ης Μαΐου στην Αγία Σοφία ορθόδοξοι και καθολικοί ιερείς φόρεσαν τα επίσημα άμφιά τους και λειτούργησαν από κοινού μπροστά σε ένα ποίμνιο ενωμένο για πρώτη και τελευταία φορά.

H επίθεση άρχισε λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Οι Τούρκοι βασίστηκαν στον όγκο των δυνάμεών τους. Οι λιγοστοί υπερασπιστές της πόλης ωστόσο συνέχιζαν να τους αποκρούουν, τόσο που μια κάποια ελπίδα έλαμψε για λίγο. Αλλά σε κάποια στιγμή ο Ιουστινιάνης τραυματίστηκε και ζήτησε από τους άνδρες του να τον μεταφέρουν στο πλοίο του. H γραμμή της άμυνας έσπασε. Ο Κωνσταντίνος τον παρακάλεσε να μη φύγει, μα φαίνεται ότι αυτός την τελευταία στιγμή δείλιασε. Τότε ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας ξήλωσε από τη στολή του τα διακριτικά που μπορούσαν να προδώσουν το αξίωμά του και όρμησε προς τα τείχη. Δεν τον ξαναείδε ποτέ κανείς.


Με το ξημέρωμα ο Μωάμεθ έριξε στη μάχη τους γενιτσάρους του. Τα κανόνια είχαν προξενήσει ένα μεγάλο άνοιγμα στα εξωτερικά τείχη και, όπως λέγεται, μέσα από την πόλη δεν είχαν κλείσει καλά μια μικρή και από χρόνια αχρησιμοποίητη πύλη, την Κερκόπορτα. Τα στίφη των Τούρκων εισόρμησαν και ξεχύθηκαν στα σπλάχνα της Βασιλεύουσας, η οποία παραδόθηκε σε αδυσώπητη λεηλασία, σφαγή και υποδούλωση.

Εάλω η Πόλις!


Ὁ λόγος τοῦ Αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου πρὸς τοὺς συμπολεμιστές του, τὴν παραμονὴ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

7 Απριλίου 1453

«Ὑμεῖς μέν, εὐγενέστατοι ἄρχοντες καὶ ἐκλαμπρότατοι δήμαρχοι καὶ στρατηγοὶ καὶ γενναιότατοι συστρατιώται καὶ πᾶς ὁ πιστὸς καὶ τίμιος λαός, καλῶς οἴδατε ὅτι ἔφθασεν ἡ ὥρα καὶ ὁ ἐχθρός της πίστεως ἡμῶν βούλεται ἵνα μετὰ πάσης τέχνης καὶ μηχανῆς ἰσχυροτέρως στενοχωρήσῃ ἡμᾶς, καὶ πόλεμον σφοδρὸν μετὰ συμπλοκῆς μεγάλης καὶ συρρήξεως ἐκ τῆς χέρσου καὶ θαλάσσης δώσῃ ἡμῖν μετὰ πάσης δυνάμεως, ἵνα, εἰ δυνατόν, ὡς ὄφις τὸν ἰὸν ἐκχύσῃ καὶ ὡς λέων ἀνήμερος καταπίῃ ἡμᾶς. [Βιάζεται] διὰ τοῦτο λέγω καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς ἵνα στῆτε ἀνδρείως καὶ μετὰ γενναίας ψυχῆς, ὡς πάντοτε ἕως τοῦ νῦν ἐποιήσατε, κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως ἡμῶν. Παραδίδωμι δὲ ὑμῖν τὴν ἐκλαμπροτάτην καὶ περίφημον ταύτην πόλιν καὶ πατρίδα ἡμῶν καὶ βασιλεύουσαν τῶν πόλεων. Καλῶς οὖν οἴδατε, ἀδελφοί, ὅτι διὰ τέσσαρά τινα ὀφειλέται κοινῶς ἐσμὲν πάντες ἵνα προτιμήσωμεν ἀποθανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν,πρῶτον μὲν ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν καὶ εὐσεβείας, δεύτερον δὲ ὑπὲρ τῆς πατρίδος, τρίτον δὲ ὑπὲρ τοῦ βασιλέως ὡς χριστοῦ κυρίου, καὶ τέταρτον ὑπὲρ συγγενῶν καὶ φίλων. Λοιπόν, ἀδελφοί, ἐὰν χρεῶσταί ἐσμεν ὑπὲρ ἑνὸς ἐκ τῶν τεσσάρων ἀγωνίζεσθαι ἕως θανάτου, πολλώ μᾶλλον ὑπὲρ πάντων τούτων ἡμεῖς, ὡς βλέπετε προφανῶς, καὶ ἐκ πάντων μέλλομεν ζημιωθῆναι. Ἐὰν διὰ τὰ ἐμὰ πλημμελήματα παραχωρήσῃ ὁ θεὸς τὴν νίκην τοῖς ἀσεβέσιν, ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν τῆς ἁγίας, ἢν Χριστὸς ἐν τω οἰκείῳ αἵματι ἡμῖν ἐδωρήσατο, κινδυνεύομεν· ὅ ἐστι κεφάλαιον πάντων. Καὶ ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ τις καὶ τὴν ψυχὴν ζημιωθῇ, τί τὸ ὄφελος; Δεύτερον πατρίδα περίφημον τοιούτως ὑστερούμεθα καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν. Σρίτον βασιλείαν τὴν ποτὲ μὲν περιφανῆ, νῦν δὲ τεταπεινωμένην καὶ ὠνειδισμένην καὶ ἐξουθενωμένην ἀπωλέσαμεν, καὶ ὑπὸ τοῦ τυράννου καὶ ἀσεβοῦς ἄρχεται. Σέταρτον δὲ καὶ φιλτάτων τέκνων καὶ συμβίων καὶ συγγενῶν ὑστερούμεθα.

Αὐτὸς δὲ ὁ ἀλιτήριος ὁ ἀμηρᾶς πεντήκοντα καὶ ἑπτὰ ἡμέρας ἄγει σήμερον ἀφ᾿ οὗ ἡμᾶς ἐλθὼν ἀπέκλεισεν καὶ μετὰ πάσης μηχανῆς καὶ ἰσχύος καθ᾿ ἡμέραν τε καὶ νύκτα οὐκ ἐπαύσατο πολιορκῶν ἡμᾶς· καὶ χάριτι τοῦ παντεπόπτου Χριστοῦ κυρίου ἡμῶν ἐκ τῶν τειχῶν μετὰ αἰσχύνης ἄχρι τοῦ νῦν πολλάκις κακῶς ἀπεπέμφθη. Σὰ νῦν δὲ πάλιν, ἀδελφοί, μὴ δειλιάσητε, ἐὰν καὶ τεῖχος μερόθεν ὀλίγον ἐκ τῶν κρότων καὶ τῶν πτωμάτων τῶν ἑλεπόλεων ἔπεσε, διότι, ὡς ὑμεῖς θεωρεῖτε, κατὰ τὸ δυνατὸν ἐδιωρθώσαμεν πάλιν αὐτό. Ἡμεῖς πᾶσαν τὴν ἐλπίδα εἰς τὴν ἄμαχον δόξαν τοῦ θεοῦ ἀνεθέμεθα, οὗτοι ἐν ἄρμασι καὶ οὗτοι ἐν ἴπποις καὶ δυνάμει καὶ πλήθει, ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι κυρίου τοῦ θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν πεποίθαμεν, δεύτερον δὲ καὶ ἐν ταῖς ἡμετέραις χερσὶ καὶ ῥωμαλαιότητι, ἢν ἐδωρήσατο ἡμῖν ἡ θεία δύναμις. Γνωρίζω δὲ ὅτι αὕτη ἡ μυριαρίθμητος ἀγέλη τῶν ἀσεβῶν, καθὼς ἡ αὐτῶν συνήθεια, ἐλεύσονται καθ᾿ ἡμῶν μετὰ βαναύσου καὶ ἐπῃρμένης ὀφρύος καὶ θάρσους πολλοῦ καὶ βίας, ἵνα διὰ τὴν ὀλιγότητα ἡμῶν θλίψωσι καὶ ἐκ τοῦ κόπου στενοχωρήσωσι, καὶ μετὰ φωνῶν μεγάλων καὶ ἀλαλαγμῶν ἀναριθμήτων, ἵνα ἡμᾶς φοβήσωσι. Σὰς τοιαύτας αὐτῶν φλυαρίας καλῶς οἴδατε, καὶ οὐ χρὴ λέγειν περὶ τούτων. Καὶ ὥρᾳ ὀλίγῃ τοιαῦτα ποιήσωσι, καὶ ἀναριθμήτους πέτρας καὶ ἕτερα βέλη καὶ ἐλεβολίσκους ὡσεὶ ἄμμον θαλασσῶν ἄνωθεν ἡμῶν πτήσουσι· δι᾿ ὧν, ἐλπίζω γάρ, οὐ βλάψωσι, διότι ὑμᾶς θεωρῶ καὶ λίαν ἀγάλλομαι καὶ τοιαύταις ἐλπίσι τὸν λογισμὸν τρέφομαι, ὅτι εἰ καὶ ὀλίγοι πάνυ ἐσμέν, ἀλλὰ πάντες ἐπιδέξιοι καὶ ἐπιτήδειοι, ῥωμαλέοι τε καὶ ἰσχυροὶ καὶ μεγαλήτορες καὶ καλῶς προπαρασκευασμένοι ὑπάρχετε.

Σαῖς ἀσπίσιν ὑμῶν καλῶς τὴν κεφαλὴν σκέπεσθε ἐπὶ τῇ συμπλοκῇ καὶ συρρήξει. Ἡ δεξιὰ ὑμῶν ἡ τὴν ῥομφαίαν ἔχουσα μακρὰ ἔστω πάντοτε. Αἱ περικεφαλαῖαι ὑμῶν καὶ οἱ θώρακες καὶ οἱ σιδηροῖ ἱματισμοὶ λίαν εἰσὶν ἱκανοὶ ἅμα καὶ τοῖς λοιποῖς ὅπλοις, καὶ ἐν τῇ συμπλοκῇ ἔσονται πάνυ ὠφέλιμα· ἃ οἱ ἐναντίοι οὐ χρῶνται, ἀλλ᾿ οὔτε κέκτηνται. Καὶ ὑμεῖς ἔσωθεν τῶν τειχῶν ὑπάρχετε σκεπόμενοι, οἱ δὲ ἀσκεπεῖς μετὰ κόπου ἔρχονται. Διό, ὦ συστρατιῶται, γίνεσθε ἕτοιμοι καὶ στερεοὶ καὶ μεγαλόψυχοι διὰ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ θεοῦ. Μιμηθῆτε τοὺς ποτε τῶν Καρχηδονίων ὀλίγους ἐλέφαντας, πῶς τοσούτον πλῆθος ἵππων Ρωμαίων τῇ φωνῇ καὶ θέᾳ ἐδίωξαν· καὶ ἐὰν ζωον ἄλογον ἐδίωξε, πόσον μᾶλλον ἡμεῖς οἱ τῶν ζῴων καὶ ἀλόγων ὑπάρχοντες κύριοι, καὶ οἱ καθ᾿ ἡμῶν ἐρχόμενοι ἵνα παράταξιν μεθ᾿ ἡμῶν ποιήσωσιν, ὡς ζωα ἄλογα, καὶ χείρονες εἰσιν. Αἱ πέλται ὑμῶν καὶ ῥομφαῖαι καὶ τὰ τόξα καὶ ἀκόντια πρὸς αὐτοὺς πεμπέτωσαν παρ᾿ ὑμῶν. Καὶ οὕτως λογίσθητε ὡς ἐπὶ ἀγρίων χοίρων καὶ πληθὺν κυνήγιον, ἵνα γνώσωσιν οἱ ἀσεβεῖς ὅτι οὐ μετὰ ἀλόγων ζῴων, ὡς αὐτοί, παράταξιν ἔχουσιν, ἀλλὰ μετὰ κυρίων καὶ αὐθέντων αὐτῶν καὶ ἀπογόνων Ἑλλήνων καὶ Ῥωμαίων. Οἴδατε καλῶς ὅτι ὁ δυσσεβὴς αὐτὸς ὁ ἀμηρᾶς καὶ ἐχθρός της ἁγίας ἡμῶν πίστεως, χωρὶς εὐλόγου αἰτίας τινὸς τὴν ἀγάπην ἢν εἴχομεν ἔλυσεν, καὶ τοὺς ὅρκους αὐτοῦ τοὺς πολλοὺς ἠθέτησεν ἀντ᾿ οὐδενὸς λογιζόμενος, καὶ ἐλθὼν αἰφνιδίως φρούριον ἐποίησεν ἐπὶ τὸ στενόν του Ἀσωμάτου, ἵνα καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν δύνηται βλάπτειν ἡμᾶς. Σοὺς ἀγροὺς ἡμῶν καὶ κήπους καὶ παραδείσους καὶ οἴκους ἤδη πυριαλώτους ἐποίησε· τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν τοὺς Χριστιανούς, ὅσους εὖρεν, ἐθανάτωσε καὶ ᾐχμαλώτευσε· τὴν φιλίαν ἡμῶν ἔλυσε.

Σοὺς δὲ τοῦ Γαλατᾶ ἐφιλίωσε, καὶ αὐτοὶ χαίρονται, μὴ εἰδότες καὶ αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι τὸν τοῦ γεωργοῦ παιδὸς μῦθον, τοῦ ἐψήνοντος τοὺς κοχλίας καὶ εἰπόντος ὦ ἀνόητα ζωα καὶ τὰ ἑξῆς. Ἐλθὼν οὖν, ἀδελφοί, ἡμᾶς ἀπέκλεισε, καὶ καθ᾿ ἑκάστην τὸ ἀχανὲς αὐτοῦ στόμα χάσκων, πῶς εὕρῃ καιρὸν ἐπιτήδειον ἵνα καταπίῃ ἡμᾶς καὶ τὴν πόλιν ταύτην, ἥν ἀνήγειρεν ὁ τρισμακάριστος καὶ μέγας βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ἐκεῖνος, καὶ τῇ πανάγνῳτε καὶ ὑπεράγνῳ δεσποίνῃ ἡμῶν θεοτόκῳ καὶ ἀειπαρθένῳ Μαρίᾳ ἀφιέρωσεν καὶ ἐχαρίσατο τοῦ κυρίαν εἶναι καὶ βοηθὸν καὶ σκέπην τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι καὶ καταφύγιον τῶν Χριστιανῶν, ἐλπίδα καὶ χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων, τὸ καύχημα πᾶσι τοῖς οὖσιν ὑπὸ τὴν τοῦ ἡλίου ἀνατολήν. Καὶ οὗτος ὁ ἀσεβέστατος τήν ποτε περιφανῆ καὶ ὀμφακίζουσαν ὡς ῥόδον τοῦ ἀγροῦ βούλεται ποιῆσαι ὑπ᾿ αὐτόν. Ἣ ἐδούλωσε σχεδόν, δύναμαι εἰπεῖν, πᾶσαν τὴν ὑφ᾿ ἥλιον καὶ ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτῆς Πόντον καὶ Ἀρμενίαν, Περσίαν καὶ Παφλαγονίαν, Ἀμαζόνας καὶ Καππαδοκίαν, Γαλατίαν καὶ Μηδίαν, Κολχοὺς καὶ Ἴβηρας, Βοσφοριανοὺς καὶ Ἀλβάνους, Συρίαν καὶ Κιλικίαν καὶ Μεσοποταμίαν, Φοινίκην καὶ Παλαιστίνην, Ἀραβίαν τε καὶ Ἰουδαίαν, Βακτριανοὺς καὶ Σκύθας, Μακεδονίαν καὶ Θετταλίαν, Ἑλλάδα, Βοιωτίαν, Λοκροὺς καὶ Αἰτωλούς, Ἀκαρνανίαν, Ἀχαΐαν καὶ Πελοπόννησον, Ἤπειρον καὶ τὸ Ἰλλυρικόν, Λυχνίτας κατὰ τὸ Ἀνδριατικόν, Ἰταλίαν Σουσκίνους, Κελτοὺς καὶ Κελτογαλάτας, Ἰβηρίαν τε καὶ ἕως τῶν Γαδείρων, Λιβύαν καὶ Μαυρητανίαν καὶ Μαυρουσίαν, Αἰθιοπίαν, Βελέδας Σκούδην,Νουμιδίαν καὶ Ἀφρικὴν καὶ Αἴγυπτον, αὐτὸς τὰ νῦν βούλεται δουλῶσαι, καὶ τὴν κυριεύουσαν τῶν πόλεων ζυγώ ὑποβαλεῖν καὶ δουλείᾳ, καὶ τὰς ἁγίας ἐκκλησίας ἡμῶν, ἔνθα ἐπροσκυνεῖτο ἡ ἁγία τριὰς καὶ ἐδοξολογεῖτο τὸ πανάγιον, καὶ ὅπου οἱ ἄγγελοι ἠκούοντο ὑμνεῖν τὸ θεῖον καὶ τὴν ἔνσαρκον τοῦ θεοῦ λόγου οἰκονομίαν, βούλεται ποιῆσαι προσκύνημα τῆς αὐτοῦ βλασφημίας καὶ τοῦ φληναφοῦ αὑτοῦ ψευδοπροφήτου Μωάμεθ, καὶ κατοικητήριον ἀλόγων καὶ καμήλων. Λοιπόν, ἀδελφοὶ καὶ συστρατιῶται, κατὰ νοῦν ἐνθυμήθητε ἵνα τὸ μνημόσυνον ὑμῶν καὶ ἡ μνήμη καὶ ἡ φήμη καὶ ἡ ἐλευθερία αἰωνίως γενήσηται.»

Καὶ στραφεὶς πρὸς τοὺς Ἑνετοὺς ἐν τοῖς δεξιοῖς μέρεσιν ἱσταμένους ἔφη: «Ἑνετοὶ εὐγενεῖς, ἀδελφοὶ ἠγαπημένοι ἐν Χριστώ τώ θεώ, ἄνδρες ἰσχυροὶ καὶ στρατιῶται δυνατοὶ καὶ ἐν πολέμοις δοκιμώτατοι, οἳ διὰ τῶν ἐστιλβωμένων ὑμῶν ῥομφαίων καὶ χάριτος πολλάκις πλῆθος τῶν Ἀγαρηνῶν ἐθανατώσατε, καὶ τὸ αἷμα αὐτῶν ποταμειδῶς ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν ἔρρευσε, τῇ σήμερον παρακαλῶ ὑμᾶς ἵνα τὴν πόλιν ταύτην τὴν εὐρισκομένην ἐπὶ τοσαύτῃ συμφορᾷ τοῦ πολέμου ὁλοψύχως καὶ ἐκ μέσου ψυχῆς γένητε ὑπερασπισταί. Οἴδατε γὰρ καλῶς, καὶ δευτέραν πατρίδα καὶ μητέρα αὐτὴν ἀενάως εἴχετε· διὸ καὶ ἐκ δευτέρου πάλιν λέγω καὶ παρακαλῶ ἵνα ἐν αὐτῇ ὥρᾳ ὡς φιλοπιστοί τε καὶ ὁμόπιστοι καὶ ἀδελφοὶ ποιήσητε.» Εἶτα στραφεὶς ἐν τοῖς ἀριστεροῖς μέρεσι λέγει τοῖς Λιγουρίταις: «Ὦ Λιγουρῖται, ἐντιμότατοι ἀδελφοί, ἄνδρες πολεμισταὶ καὶ μεγαλοκάρδιοι καὶ φημιστοί, καλῶς οἴδατε καὶ γινώσκετε ὅτι ἡ δυστυχὴς αὕτη πόλις πάντοτε οὐκ ἐμοὶ μόνον ὑπῆρχεν, ἀλλὰ καὶ ὑμῖν διὰ πολλά τινα αἴτια. Ὑμεῖς μὲν πολλάκις μετὰ προθυμίας αὐτῇ ἐβοηθήσατε, καὶ συνδρομῇ ὑμετέρᾳ ἐλυτρώσατε ἀπὸ τῶν Ἀγαρηνῶν τῶν αὐτῆς ἐναντίων. Σὰ νῦν πάλιν ὁ καιρός ἐστιν ἐπιτήδειος ἵνα δείξητε εἰς βοήθειαν αὐτῆς τὴν Χριστώ ἀγάπην καὶ ἀνδρίαν καὶ γενναιότητα ὑμῶν.» Καὶ πληθυντικῶς στραφεὶς πρὸς πάντας εἶπεν: «Οὐκ ἔχω καιρὸν εἰπεῖν ὑμῖν πλείονα. Μόνον τὸ τεταπεινωμένον ἡμέτερον σκῆπτρον εἰς τὰς ὑμῶν χεῖρας ἀνατίθημι, ἵνα αὐτὸ μετ᾿ εὐνοίας φυλάξητε.

Παρακαλῶ δὲ καὶ τοῦτο καὶ δέομαι τῆς ὑμετέρας ἀγάπης, ἵνα τὴν πρέπουσαν τιμὴν καὶ ὑποταγὴν δώσητε τοῖς ὑμετέροις στρατηγοῖς καὶ δημάρχοις καὶ ἑκατοντάρχοις, ἕκαστος κατὰ τὴν τάξιν αὑτοῦ καὶ τάγμα καὶ ὑπηρεσίαν. Γνωρίσατε δὴ τοῦτο. Καὶ ἐὰν ἐκ καρδίας φυλάξητε τὰ ὅσα ἐνετειλάμην ὑμίν, ἐλπίζω εἰς θεὸν ὡς λυτρωθείημεν ἡμεῖς τῆς ἐνεστώσης αὐτοῦ δικαίας ἀπειλῆς. Δεύτερον δὲ καὶ ὁ στέφανος ὁ ἀδαμάντινος ἐν οὐρανοῖς ἐναπόκειται ὑμῖν, καὶ μνήμη αἰώνιος καὶ ἄξιος ἐν τώ κόσμῳ ἔσεται.» Καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ τὴν δημηγορίαν τελέσας καὶ μετὰ δακρύων καὶ στεναγμῶν τὸν θεὸν εὐχαριστήσας, οἱ πάντες ὡς ἐξ ἑνὸς στόματος ἀπεκρίναντο μετὰ κλαυθμοῦ λέγοντες «ἀποθάνωμεν ὑπὲρ τῆς Χριστοῦ πίστεως καὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν.» Ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς καὶ πλεῖστα εὐχαριστήσας καὶ πλείστας δωρεῶν ἐπαγγελίας αὐτοῖς ἀπηγγείλατο. Εἶτα πάλιν λέγει. «Λοιπόν, ἀδελφοὶ καὶ συστρατιῶται, ἕτοιμοι ἔστε τώ πρωΐ, Χάριτι καὶ ἀρετῇ τῇ παρὰ τοῦ θεοῦ ὑμῖν δωρηθείσῃ, καὶ συνεργούσης τῆς ἁγίας τριάδος, ἐν ᾗ τὴν ἐλπίδα πᾶσαν ἀνεθέμεθα, ποιήσωμεν τοὺς ἐναντίους μετὰ αἰσχύνης ἐκ τῶν ἐντεῦθεν κακῶς ἀναχωρήσωσιν.»

Ἀκούσαντες δὲ οἱ δυστυχεῖς Ῥωμαῖοι καρδίαν ὡς λέοντες ἐποίησαν, καὶ ἀλλήλοις συγχωρηθέντες ᾔτουν εἷς τῷ ἑτέρῳ καταλλαγῆναι, καὶ μετὰ κλαυθμοῦ ἐνηγκαλίζοντο, μήτε φιλτάτων τέκνων μνημονεύοντες οὔτε γυναικὼν ἢ πλούτου φροντίζοντες, εἰ μὴ μόνον τοῦ ἀποθανεῖν ἵνα τὴν πατρίδα φυλάξωσι. Καὶ ἕκαστος ἐν τῷ διατεταγμένῳ τόπῳ ἐπανέστρεψε, καὶ ἀσφαλῶς ἐποίουν ἐν τοῖς τείχεσι τὴν φυλακήν. Ὁ δὲ βασιλεὺς ἐν τῷ πανσέπτῳ ναῷ τῆς τοῦ θεοῦ λόγου σοφίας ἐλθὼν καὶ προσευξάμενος μετὰ κλαυθμοῦ τὰ ἄχραντα μυστήρια μετέλαβεν. Ὁμοίως καὶ ἕτεροι πολλοὶ τῇ αὐτῇ νυκτὶ ἐποίησαν. Εἶτα ἐλθὼν εἰς τὰ ἀνάκτορα ὀλίγον σταθεὶς καὶ ἐκ πάντων συγχώρησιν αἰτήσας, ἐν τῇδε τῇ ὥρᾳ τίς διηγήσεται τοὺς τότε κλαυθμοὺς καὶ θρήνους τοὺς ἐν τῷ παλατίῳ; Εἰ καὶ ἀπὸ ξύλου ἄνθρωπος ἢ ἐκ πέτρας ἦν, οὐκ ἐδύνατο μὴ θρηνῆσαι.


Καὶ ἀναβὰς ἐφ᾿ ἵππου ἐξήλθομεν τῶν ἀνακτόρων περιερχόμενοι τὰ τείχη [...]





 Μαρτυρίες

Οι δυστυχείς Ρωμαίοι, αφού άκουσαν τα λόγια του αυτοκράτορα, έσφιξαν την καρδιά τους, αγκαλιάστηκαν και έκλαιγαν όλοι μαζί. Κανένας δεν έφερνε πια στη μνήμη του τα αγαπημένα του παιδιά, τη γυναίκα και την περιουσία του, αλλά ήθελαν όλοι να πεθάνουν για τη σωτηρία της πατρίδας τους. Ύστερα γύρισαν στις θέσεις τους για να φυλάξουν τα τείχη της πόλης. Ο αυτοκράτορας πήγε αμέσως στον ιερό ναό της Αγίας Σοφίας, προσευχήθηκε με δάκρυα στα μάτια και κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων. Το ίδιο έκαναν και πολλοί άλλοι εκείνη τη νύχτα. Έπειτα γύρισε στα ανάκτορα και ζήτησε συγνώμη από όλους. Ποιος μπορεί να περιγράψει αυτήν τη στιγμή τους θρήνους και τους οδυρμούς που ακούστηκαν τότε στο παλάτι; Κανένας άνθρωπος δε θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος, ακόμα κι αν ήταν από ξύλο ή από πέτρα.

Ύστερα ανεβήκαμε στα άλογά μας, βγήκαμε από τα ανάκτορα και κάναμε επιθεώρηση στα τείχη για να ενθαρρύνουμε τους φρουρούς που κρατούσαν άγρυπνοι τις θέσεις τους. Εκείνη τη νύχτα όλοι βρίσκονταν στα τείχη και τους πύργους, ενώ είχαμε κλείσει προσεκτικά όλες τις πύλες ώστε να μην μπορεί να μπει ή να βγει κανένας. Όταν φτάσαμε στην Καλιγαρία, την ώρα που λαλούσαν για πρώτη φορά τα κοκόρια, ξεπεζέψαμε και ανεβήκαμε στον πύργο. Από εκεί ακούγαμε φωνές και δυνατό θόρυβο έξω από την πόλη. Οι φύλακες μας είπαν ότι αυτό γινόταν όλη τη νύχτα επειδή οι εχθροί έσερναν τις πολεμικές μηχανές τους κοντά στην τάφρο, προετοιμαζόμενοι για την επίθεση. Επίσης τα μεγάλα εχθρικά πλοία άρχισαν να κινούνται, προσπαθώντας να φέρουν στην ακτή τις γέφυρες που είχαν κατασκευάσει.

Οι Τούρκοι άρχισαν με μεγάλη σφοδρότητα και ορμή την επίθεση τη στιγμή που λαλούσαν τα κοκόρια για δεύτερη φορά, χωρίς να δώσουν κανένα σύνθημα, όπως είχαν χάνει και τις προηγούμενες φορές. Ο σουλτάνος διέταξε να επιτεθούν πρώτοι οι λιγότερο έμπειροι, μερικοί ηλικιωμένοι και αρκετοί νέοι, ώστε να μας κουράσουν, και στη συνέχεια να ριχτούν εναντίον μας οι πιο έμπειροι και γενναίοι με μεγαλύτερη τόλμη και δύναμη. Έτσι λοιπόν ο πόλεμος άναψε σαν καμίνι. Οι δικοί μας αντιστέκονταν με πείσμα, χτυπούσαν άγρια τους εχθρούς και τους γκρέμιζαν κάτω από τα τείχη, καταστρέφοντας συγχρόνως και πολλές από τις πολιορκητικές τους μηχανές. Οι νεκροί ήταν πολλοί και από τις δυο πλευρές, ιδίως όμως από το εχθρικό στρατόπεδο. Μόλις άρχισαν να σβήνουν τα άστρα του ουρανού καθώς προχωρούσε το φως της μέρας κι εμφανίστηκε στην ανατολή η ροδοδάχτυλη αυγή, όλο το πλήθος του εχθρού παρατάχθηκε σε μια σειρά που έφτανε από τη μια μέχρι την άλλη άκρη της πόλης.

Ακούστηκαν τότε τα τύμπανα, οι σάλπιγγες και τα υπόλοιπα πολεμικά όργανα με φωνές και αλαλαγμούς, ενώ τα κανόνια άρχισαν να ρίχνουν όλα μαζί. Τότε όλοι οι Τούρκοι όρμησαν από ξηρά και από θάλασσα στα τείχη και άρχισαν τη συμπλοκή μαζί μας. Οι πιο θαρραλέοι έστησαν σκάλες, ανέβηκαν πάνω σ' αυτές και έριχναν αδιάκοπα τα βέλη τους εναντίον των δικών μας. Η φρικτή και αμφίρροπη μάχη κράτησε δύο ώρες και φαινόταν ότι οι χριστιανοί θα έπαιρναν πάλι τη νίκη. Τα πλοία που μετέφεραν τις σκάλες και τις κινητές γέφυρες αποκρούστηκαν από τα παραθαλάσσια τείχη και αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω άπρακτα. Οι πολεμικές μηχανές, που έριχναν πέτρες από τα τείχη της πόλης, σκότωσαν πολλούς αγαρηνούς. Αλλά και εκείνοι που ήταν στην ξηρά έπαθαν τα ίδια και χειρότερα. Ήταν πολύ παράδοξο θέαμα να βλέπει κανείς τον ήλιο και τον ουρανό σκεπασμένους από ένα σύννεφο σκόνης και καπνού. Οι δικοί μας έκαιγαν τις εχθρικές πολεμικές μηχανές με το «υγρό πυρ», γκρέμιζαν τις σκάλες με όσους βρίσκονταν πάνω τους και σκότωναν αυτούς που επιχειρούσαν να ανεβούν στα τείχη με μεγάλες πέτρες, ακόντια, πυροβόλα και τόξα. Όπου έβλεπαν συγκεντρωμένους Τούρκους, τους χτυπούσαν με μεγάλα τηλεβόλα, σκοτώνοντας και πληγώνοντας πολλούς. Οι εχθροί απηύδησαν τόσο πολύ από τη σθεναρή αντίσταση που συναντούσαν ώστε θέλησαν να κάνουν λίγο πίσω για να ξεκουραστούν, αλλά οι τσαούσηδες και οι ραβδούχοι της τουρκικής Αυλής τους χτυπούσαν με σιδερένια ραβδιά και βούνευρα για να μην υποχωρήσουν. Ποιος μπορεί να περιγράψει τις κραυγές και τα βογκητά των τραυματιών και στα δύο στρατόπεδα; Ο θόρυβος και οι φωνές τους έφταναν μέχρι τον ουρανό. Μερικοί από τους δικούς μας, που έβλεπαν τους εχθρούς να υποφέρουν, τους φώναζαν: «Τι κάνετε συνεχώς επιθέσεις, αφού δεν μπορείτε να μας νικήσετε;» Εκείνοι τότε, προσπαθώντας να δείξουν τη γενναιότητα τους, ανέβαιναν πάλι στις σκάλες. Οι πιο τολμηροί σκαρφάλωναν στους ώμους των άλλων και οι επόμενοι τους μιμούνταν, για να μπορέσουν να φτάσουν στην κορυφή του τείχους.

Οι σκληρότερες μάχες έγιναν στις πύλες, όπου οι αντίπαλοι συγκρούονταν με τα σπαθιά στα χέρια και οι νεκροί ήταν αμέτρητοι. Όταν η παράταξη μας άρχισε να υποχωρεί, τότε πετάχτηκαν μπροστά ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Δημήτριος Καντακουζηνός, δύο γενναίοι άντρες που έτρεψαν τους αγαρηνούς σε φυγή, τους γκρέμισαν κάτω από τα τείχη και τους σκόρπισαν. Συγχρόνως έτρεξαν σε βοήθεια κι άλλοι δικοί μας, ενώ ο αυτοκράτορας που βρέθηκε εκεί έφιππος τους ενεθάρρυνε και τους παρακινούσε να πολεμάνε με σθένος, λέγοντας: «Συμπολεμιστές και αδέρφια μου, σας παρακαλώ στο όνομα του Θεού να κρατάτε τη θέση σας με γενναιότητα. Βλέπω ότι το πλήθος των εχθρών άρχισε να κουράζεται και να διασκορπίζεται. Δε μας χτυπούν πλέον με τάξη και σύστημα. Ελπίζω στο Θεό ότι η νίκη είναι δική μας. Να νιώθετε λοιπόν χαρά επειδή το στεφάνι της νίκης θα είναι δικό μας τόσο στη γη όσο και στον ουρανό. Ο Θεός βρίσκεται στο πλευρό μας και προκαλεί δειλία στους άπιστους».

Τη στιγμή που μιλούσε ο αυτοκράτορας, ο Ιωάννης Ιουστινιάνης πληγώθηκε από βέλος στο πάνω μέρος του δεξιού του ποδιού. Αυτός ο τόσο έμπειρος πολεμιστής, στον πόλεμο, βλέποντας το αίμα να τρέχει από το σώμα του, έγινε κίτρινος από φόβο. Έχασε αμέσως το θάρρος του, σταμάτησε να αγωνίζεται και έτρεξε να βρει γιατρό σιωπηλός, χωρίς να σκέφτεται την ανδρεία και την καρτερικότητα που είχε δείξει μέχρι τότε. Δεν είπε όμως τίποτα στους συντρόφους του ούτε άφησε κανέναν αντικαταστάτη, για να μην προκληθεί σύγχυση που θα μπορούσε να αποβεί μοιραία. Οι στρατιώτες του τον αναζήτησαν με το βλέμμα και, μαθαίνοντας ότι είχε φύγει, καταλήφθηκαν από ταραχή και φόβο. Ευτυχώς, ο αυτοκράτορας που βρέθηκε εκεί κατά τύχη, τους είδε ταραγμένους και φοβισμένους σαν τα κυνηγημένα πρόβατα και θέλησε να μάθει την αιτία. Όταν λοιπόν είδε το στρατηγό του Ιουστινιάνη να φεύγει, τον πλησίασε και του είπε: «Γιατί το έκανες αυτό, αδερφέ μου; Γύρνα πίσω στη θέση σου. Η πληγή είναι ασήμαντη και η παρουσία σου απαραίτητη. Η πόλη στηρίζεται σε σένα για να σωθεί». Του είπε και άλλα πολλά, αλλά εκείνος δεν έδωσε απάντηση. Αντίθετα, έφυγε και πήγε στο Πέραν, όπου πέθανε ντροπιασμένος από λύπη για την περιφρόνηση των άλλων.

Οι Τούρκοι όμως είδαν την ταραχή των δικών μας και πήραν θάρρος. Ο Σογάν πασάς κέντρισε με κατάλληλα λόγια τη φιλοτιμία των γενιτσάρων και των άλλων στρατιωτών, ενώ ένας γιγαντόσωμος γενίτσαρος (που λεγόταν Χασάν και καταγόταν από το Λουπάδι της Κυζίκου) έβαλε με το αριστερό χέρι την ασπίδα πάνω από το κεφάλι του, τράβηξε με το δεξί το σπαθί, ανέβηκε στο σημείο του τείχους όπου είχαν αρχίσει να υποχωρούν οι δικοί μας και ρίχτηκε πάνω τους. Τον Χασάν ακολούθησαν περίπου άλλοι 30 Τούρκοι που θέλησαν να φανούν εξίσου γενναίοι. Όσοι από τους δικούς μας είχαν απομείνει εκεί έριξαν τεράστιες πέτρες και βέλη εναντίον τους, γκρεμίζοντας τους 18 κάτω από τα τείχη, αλλά ο Χασάν κατάφερε να ανεβεί και να τρέψει σε φυγή τους χριστιανούς. Μετά την επιτυχία του, πολλοί άλλοι Τούρκοι βρήκαν την ευκαιρία να τον ακολουθήσουν και να σκαρφαλώσουν στα τείχη, αφού οι ελάχιστοι δικοί μας δεν κατάφεραν να τους εμποδίσουν. Πολέμησαν όμως με θάρρος και σκότωσαν πολλούς. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής ο Χασάν χτυπήθηκε από πέτρα και έπεσε κάτω. Μόλις τον είδαν οι δικοί μας πήραν θάρρος και τον λιθοβολούσαν από όλες τις πλευρές. Εκείνος σηκώθηκε στα γόνατα και συνέχισε να πολεμά, αλλά το δεξί του χέρι δέχτηκε αμέτρητα τραύματα από βέλη και έπεσε παράλυτο. Στη σύγκρουση αυτή σκοτώθηκαν και πληγώθηκαν πολλοί Τούρκοι, οι οποίοι μεταφέρθηκαν πίσω στο στρατόπεδο. Το πλήθος όμως εκείνων που είχαν ανεβεί στα τείχη διασκόρπισε τους δικούς μας, που εγκατέλειψαν το εξωτερικό και έτρεξαν μέσα στην πόλη με τόση βία ώστε ο ένας πατούσε τον άλλο. Καθώς συνέβαιναν αυτά, ακούστηκαν φωνές από μέσα, από έξω και από το μέρος του λιμανιού: «Έπεσε το φρούριο. Στους πύργους στήθηκαν σημαίες και λάβαρα». Οι φωνές αυτές έτρεψαν σε φυγή τους δικούς μας, ενώ έδωσαν καινούριο θάρρος στους εχθρούς που άρχισαν να ανεβαίνουν στα τείχη άφοβα και με αλαλαγμούς χαράς.

Όταν ο δυστυχισμένος αυτοκράτορας και δεσπότης μου είδε αυτό το θέαμα, παρακαλούσε το Θεό με δάκρυα στα μάτια και παρακινούσε τους στρατιώτες να φανούν γενναίοι. Δυστυχώς, όμως, δεν υπήρχε πλέον καμιά ελπίδα βοήθειας ή συμπαράστασης. Τότε τσίγκλησε το άλογό του, έφτασε στο σημείο από όπου οι εχθροί έμπαιναν στην πόλη και ρίχτηκε πάνω τους όπως ο Σαμψών κατά των αλλοφύλων. Στην πρώτη του επίθεση τους γκρέμισε όλους κάτω από τα τείχη, πράγμα που φάνηκε σαν θαύμα σε όσους το είδαν. Μουγκρίζοντας σαν λιοντάρι και κρατώντας το σπαθί στο δεξί του χέρι, έσφαξε τόσους πολλούς Τούρκους ώστε το αίμα έτρεχε σαν ποτάμι από τα χέρια και τα πόδια του.

Ο Φραγκίσκος Τολέντο, τον οποίο αναφέραμε παραπάνω, φάνηκε ανώτερος ακόμα και από τον Αχιλλέα. Πολεμώντας στα δεξιά του αυτοκράτορα, κομμάτιαζε τους εχθρούς με δόντια και με νύχια. Το ίδιο έκανε και ο Θεόφιλος Παλαιολόγος. Βλέποντας τον αυτοκράτορα να αγωνίζεται για να σώσει την πόλη που κινδύνευε, φώναξε κλαίγοντας: «Καλύτερα να πεθάνω παρά να ζήσω». Ύστερα όρμησε κραυγάζοντας πάνω στους εχθρούς και σκότωσε ή έτρεψε σε φυγή όσους βρέθηκαν μπροστά του. Ο Ιωάννης Δαλμάτης, που βρέθηκε κι αυτός στο ίδιο μέρος, πολεμούσε με ηρωισμό σαν γενναίος στρατιώτης που ήταν. Όσοι βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης θαύμασαν την τόλμη και την ανδρεία των εξαιρετικών εκείνων ανδρών. Οι επιθέσεις επαναλήφθηκαν δύο και τρεις φορές, μέχρι που κατάφεραν να τρέψουν τους απίστους σε φυγή, να σκοτώσουν πολλούς και να γκρεμίσουν άλλους κάτω από τα τείχη. Οι στρατιώτες μας πολέμησαν με μεγάλη γενναιότητα και στο τέλος έπεσαν νεκροί, αφού προηγουμένως είχαν προξενήσει τεράστιες απώλειες στους εχθρούς. Πολλοί άλλοι σκοτώθηκαν επίσης κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, όπου οι εχθροί είχαν στήσει τη μεγάλη ελέπολη και το φοβερό κανόνι, με τα οποία γκρέμισαν τα τείχη και κατάφεραν να πρωτομπούν στην πόλη. Τη στιγμή εκείνη εγώ δε βρισκόμουν κοντά στον αυτοκράτορα και δεσπότη μου, επειδή είχα πάει να επιθεωρήσω ένα άλλο σημείο της πόλης, σύμφωνα με τη διαταγή του.

Όταν μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους χριστιανούς που είχαν απομείνει στα τείχη με τηλεβόλα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγιναν κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του Βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύτες από την Κρήτη που πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 8 το απόγευμα και σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το σουλτάνο για την ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους. Παρά τις υποσχέσεις του όμως, ο σουλτάνος με πολύ κόπο κατάφερε να τους πείσει να αφήσουν τους πύργους και να φύγουν. Δύο αδέρφια, οι Ιταλοί Παύλος και Τρωίλος, πολέμησαν με γενναιότητα μαζί με αρκετούς άλλους στη θέση που είχαν αναλάβει. Κατά τη διάρκεια του αγώνα τους σκοτώθηκαν πολλοί κι από τις δυο πλευρές. Σε μια στιγμή ο Παύλος είδε τους εχθρούς μέσα στην πόλη και είπε στον αδερφό του: «Χάθηκαν τα πάντα. Κρύψου ήλιε και θρήνησε γη. Η Πόλη έπεσε. Ανώφελο πια να πολεμάμε. Ας κοιτάξουμε τουλάχιστον να σωθούμε εμείς οι ίδιοι».

Έτσι οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κωνσταντινούπολης την Τρίτη 29 Μαΐου 1453, στις δυόμισι το μεσημέρι. Άρπαζαν και αιχμαλώτιζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους, έσφαζαν όσους επιχειρούσαν να αντισταθούν και σε ορισμένα μέρη δε διακρινόταν η γη από τα πολλά πτώματα που ήταν πεσμένα κάτω. Το θέαμα ήταν φρικτό. Παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών. Αρχόντισσες, νέες κοπέλες και καλόγριες σέρνονταν από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει, ενώ έκλαιγαν και οδύρονταν. Ποιος μπορούσε να περιγράψει τα κλάματα και τις φωνές των παιδιών ή τη βεβήλωση των ιερών εκκλησιών; Το άγιο σώμα και αίμα του Χριστού χυνόταν στη γη. Οι Τούρκοι άρπαζαν τα ιερά σκεύη, τα έσπαζαν ή τα κρατούσαν για λογαριασμό τους. Το ίδιο έκαναν και με τα ιερά αναθήματα. Ποδοπατούσαν τις άγιες εικόνες, τους αφαιρούσαν το χρυσάφι, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους, και έφτιαχναν με αυτές κρεβάτια και τραπέζια. Άλλοι στόλιζαν τα άλογα τους με τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά άμφια των ιερέων και άλλοι τα έκαναν τραπεζομάντιλα. Άρπαζαν τα πολύτιμα μαργαριτάρια από τα άγια κειμήλια, καταπατούσαν τα ιερά λείψανα των αγίων και, σαν πραγματικοί πρόδρομοι του διαβόλου, έκαναν αμέτρητα ανοσιουργήματα, που μόνο το θρήνο μπορούν να προκαλέσουν. Χριστέ, βασιλιά μου, οι αποφάσεις Σου ξεπερνάνε το μυαλό του ανθρώπου!

Μέσα στην απέραντη εκκλησία της Αγίας Σοφίας, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο της δόξας του Θεού, το άρμα των Χερουβείμ, το θείο δημιούργημα, το αξιοθαύμαστο κατασκεύασμα, το στολίδι της γης, τον ωραιότερο από όλους τους ναούς, έβλεπε κανείς τους Τούρκους να τρώνε και να πίνουν στο Ιερό Βήμα και στην Αγία Τράπεζα ή να ασελγούν πάνω σε γυναίκες, νέες κοπέλες και μικρά παιδιά. Ποιος μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος και να μη θρηνήσει για την άγια εκκλησία μας; Όλοι πονούσαν από το κακό που έβλεπαν. Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρόμους οδυρμοί, στις εκκλησίες αντρικές κραυγές πόνου, γυναικεία μοιρολόγια, βαρβαρότητες, φόνοι και βιασμοί. Οι ευγενείς ατιμάζονταν και οι πλούσιοι έχαναν τις περιουσίες τους. Σε όλες τις πλατείες και τις γωνιές της πόλης γίνονταν αμέτρητα κακουργήματα. Κανένα μέρος ή καταφύγιο δε γλίτωσε από την έρευνα και τη βεβήλωση. Οι άπιστοι έσκαψαν κήπους και γκρέμισαν σπίτια για να βρουν χρήματα ή κρυμμένους θησαυρούς. Όσα βρήκαν, τα πήραν για να χορτάσουν την απληστία τους. Χριστέ, βασιλιά μου, γλίτωσε από τη θλίψη και τον πόνο όλες τις πόλεις και τις χώρες όπου κατοικούν χριστιανοί.

Την τρίτη μέρα μετά την άλωση ο σουλτάνος έδωσε εντολή να γίνουν γιορτές και πανηγύρια για τη μεγάλη νίκη, και διέταξε να βγουν έξω ελεύθερα και άφοβα όσοι ήταν κρυμμένοι σε διάφορα μέρη της Πόλης, μικροί και μεγάλοι. Διέταξε επίσης να γυρίσουν στα σπίτια τους όσοι είχαν φύγει εξαιτίας του πολέμου και να ζήσουν εκεί όπως πριν, σύμφωνα με το δίκαιο και τη θρησκεία τους. Ακόμα, έδωσε διαταγή να εκλέξουν πατριάρχη σύμφωνα με τα έθιμα τους. αφού ο προηγούμενος πατριάρχης είχε πεθάνει. Οι αρχιερείς και οι ελάχιστοι άλλοι κληρικοί και λαϊκοί που έτυχε να βρίσκονται στην πόλη διάλεξαν για το αξίωμα αυτό το Γεώργιο Σχολάριο, που ήταν ένας πολύ καλλιεργημένος πολίτης, τον οποίο χειροτόνησαν πατριάρχη και τον ονόμασαν Γεννάδιο.

Οι χριστιανοί αυτοκράτορες συνήθιζαν να χαρίζουν στο νέο πατριάρχη μια χρυσή ράβδο στολισμένη με πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια, καθώς και ένα άλογο με πολυτελή βασιλική σέλα και κάλυμμα από άσπρο και χρυσό ύφασμα. Ο πατριάρχης έβγαινε από τα ανάκτορα μαζί με όλα τα μέλη της συγκλήτου και πήγαινε στο πατριαρχείο κάτω από τις επευφημίες του πλήθους.

Η χειροτονία του γινόταν από τους αρχιερείς, όπως όριζε η Εκκλησία και ο νόμος. Ο μελλοντικός πατριάρχης έπαιρνε τη ράβδο από τα χέρια του αυτοκράτορα με τον τρόπο που αναφέρουμε στη συνέχεια.

Ο αυτοκράτορας καθόταν στο θρόνο, οι συγκλητικοί στέκονταν γύρω του ασκεπείς και ο μέγας πρωτοπαπάς του παλατιού άρχιζε την τελετή με το «Ευλογητός ο Θεός». Ύστερα έλεγε μια σύντομη ευχή και ο μεγάλος δομέστικος έψελνε το «Όπου γαρ βασιλέως παρουσία». Ο λαμπαδάριος και η χορωδία συνέχιζαν με το «Νυν και αεί» και το «Ο βασιλεύς των ουρανών». Όταν τελείωνε και αυτό το τροπάριο, ο αυτοκράτορας σηκωνόταν κρατώντας τη ράβδο στο δεξί του χέρι. Ο υποψήφιος πατριάρχης πλησίαζε με το μητροπολίτη Καισαρείας στα δεξιά του και το μητροπολίτη Ηράκλειας στα αριστερά, έκανε τρεις μετάνοιες μπροστά σε όλους και μετά πλησίαζε τον αυτοκράτορα για να προσκυνήσει, όπως ήταν η συνήθεια. Ο αυτοκράτορας ύψωνε λίγο τη ράβδο και έλεγε: «Η Αγία Τριάς, η την εμήν βασιλείαν δωρησαμένη, προχειρίζεταί σε εις πατριάρχην Νέας Ρώμης». Ο νέος πατριάρχης έπαιρνε την εκκλησιαστική εξουσία από τον αυτοκράτορα, τον οποίο ευχαριστούσε, και οι δύο χορωδίες έψελναν τρεις φορές το «Εις πολλά έτη, δέσποτα». Με τον τρόπο αυτό τελείωνε η τελετή. Ύστερα, κρατώντας κηροπήγια με λαμπάδες, ο πατριάρχης κατέβαινε από το διβάμβουλο στο προαύλιο του παλατιού και ανέβαινε στο άλογο το οποίο περίμενε στολισμένο.

Θέλοντας λοιπόν και ο αχρείος σουλτάνος να κάνει, σαν βασιλιάς της Κωνσταντινούπολης, ό,τι έκαναν οι χριστιανοί αυτοκράτορες, προσκάλεσε τον πατριάρχη να καθίσει, να φάει και να συζητήσει μαζί του. Μόλις εκείνος έφτασε στο παλάτι του, τον δέχτηκε με μεγάλη τιμή, συζήτησε μαζί του πολλή ώρα και του έδωσε αμέτρητες υποσχέσεις. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει, ο σουλτάνος έβγαλε μια πολύτιμη ποιμαντορική ράβδο και τον παρακάλεσε να τη δεχτεί σαν δώρο. Ύστερα, θέλοντας και μη, ο πατριάρχης κατέβηκε μαζί του στην αυλή, όπου τον ανέβασε σε ένα άλογο που περίμενε έτοιμο και έδωσε εντολή στους άρχοντες της Αυλής του να τον συνοδέψουν με όλες τις τιμές. Πραγματικά οι αυλικοί, άλλοι μπροστά και άλλοι πίσω από τον πατριάρχη, τον συνόδεψαν μέχρι το σεπτό Αποστολείο, το οποίο είχε παραχωρήσει ο σουλτάνος για πατριαρχείο. Ο άθλιος όμως κράτησε τον περίλαμπρο ναό της Αγίας Σοφίας, το υπέροχο κειμήλιο, τον επίγειο ουρανό και θαύμα της ανθρωπότητας, για να τον χρησιμοποιήσει σαν τόπο του δικού του προσκυνήματος. Όπως είπαμε προηγουμένως, ο θαυματουργός ναός των Βλαχερνών είχε πυρποληθεί. Ο πατριάρχης όμως έμεινε λίγο καιρό στο Αποστολείο επειδή σ' εκείνα τα μέρη είχαν απομείνει ελάχιστοι χριστιανοί και επιπλέον φοβόταν μήπως του συμβεί κανένα κακό μέσα στην ερημιά, αφού μια μέρα κάποιος αγαρηνός βρέθηκε σκοτωμένος στο προαύλιο της εκκλησίας. Γι' αυτούς τους λόγους ζήτησε το μοναστήρι της Παμμακάριστου, το οποίο του δόθηκε για πατριαρχείο, δεδομένου ότι εκεί ζούσαν αρκετοί χριστιανοί. Έδωσε λοιπόν εντολή να μεταφερθούν οι μοναχές στο μοναστήρι του Αγίου Προφήτη και Προδρόμου Ιωάννη που βρισκόταν στα ανάκτορα του Τρούλου, όπου είχε γίνει η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού Β' του Ρινοτμήτου. Εκείνη την εποχή ο Τρούλος ήταν ένα λαμπρό παλάτι στο βόρειο μέρος της Παμμακαρίστου.

Ο ασεβέστατος και εξολοθρευτής των χριστιανών σουλτάνος, πονηρός και πανούργος σαν αλεπού, δεν τα έκανε όλα αυτά από ευλάβεια ή από καλοσύνη, αλλά για να ακούσουν οι χριστιανοί τις υποσχέσεις του και να έρθουν να κατοικήσουν στην Κωνσταντινούπολη η οποία είχε ερημωθεί από το μακρόχρονο πόλεμο και προπάντων μετά την κατάληψη της από τους Τούρκους. Πραγματικά, μερικοί χριστιανοί ξαναγύρισαν στην πόλη, ενώ μετά από λίγο έφερε και αρκετούς αποίκους (που ονομάζονται σεργούνηδες στα τουρκικά) από τον Καφά της Τραπεζούντας, τη Σινώπη και το Ασπρόκαστρο. Έδωσε επίσης στον πατριάρχη ορισμένα γραπτά διατάγματα με τη σουλτανική σφραγίδα και την υπογραφή του, ούτως ώστε κανένας να μην τον ενοχλεί ή να του φέρνει αντιρρήσεις. Με τα διατάγματα αυτά ο πατριάρχης θα έμενε για πάντα ανενόχλητος, αφορολόγητος και ασφαλισμένος από κάθε κίνδυνο, τόσο ο ίδιος όσο και οι διάδοχοί του, καθώς και οι υπόλοιποι ιερείς που βρίσκονταν κάτω από την εξουσία του. 

Η πολιορκία και η Άλωσις
Γεώργιος Φραντζής 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου