Η Απελευθέρωση των Ιωαννίνων

Στις, 21 Φεβρουαρίου, του 1913, ο ελληνικός Στρατός,μετά από σκληρές μάχες που κράτησαν πάνω από τέσσερις μήνες συνολικά, κυριεύει το οχυρωμένο Μπιζάνι και απελευθερώνει τα Ιωάννινα από τους Τούρκους, που είχαν ήδη κλείσει πάνω από 480 χρόνια σκλαβιάς.
Ο Εσάτ Πασάς αναζητά όλη τη νύχτα το στρατηγείο του διαδόχου Κωνσταντίνου για να παραδοθεί. Οι αιχμάλωτοι φτάνουν τους 30.000.


Τα προηγηθέντα της μάχης του Μπιζανίου

Μετά την ταπεινωτική ήττα της Ελλάδας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, η επανάσταση του Στρατιωτικού Συνδέσμου στο Γουδί το 1909 και η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο τον επόμενο χρόνο θεμελίωσαν τον αστικό μετασχηματισμό της χώρας και την ώθησαν στα πρώτα βήματα προς τη δημιουργία ενός σύγχρονου κράτους, σύμφωνα με τα πρότυπα των δημοκρατιών δυτικού τύπου. Την ίδια εποχή περίπου στην Τουρκία η επανάσταση των Νεοτούρκων έδινε υποσχέσεις στα υπόδουλα ακόμη τμήματα των Βαλκανίων για περισσότερο ελαστική διακυβέρνηση εκ μέρους της Πύλης. Γρήγορα όμως οι ελπίδες διαψεύσθηκαν και οι επαγγελίες για ισονομία όλων των πολιτών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ξεχάστηκαν. Ο σοβινισμός των Νεοτούρκων εκφράστηκε με τη μεγαλύτερη καταπίεση των χριστιανικών πληθυσμών.

Μία από τις προτεραιότητες του Βενιζέλου ήταν η διοργάνωση και ο εξοπλισμός του στρατού. Γι' αυτόν τον λόγο στις αρχές της πρωθυπουργικής του θητείας ο Βενιζέλος προσπάθησε να αποφύγει οποιαδήποτε ένταση με την Τουρκία ώστε να μη διακινδυνεύσει ένα δεύτερο 1897. Αυτός ήταν ο λόγος που, με την εφεκτική στάση του στο πρόβλημα της Κρήτης, δυσαρέστησε τους συμπατριώτες του. Εξάλλου ο διορατικός πολιτικός καταλάβαινε ότι, παρά την παρελκυστική τακτική της ανεξάρτητης πλέον Βουλγαρίας, ο μόνος δρόμος για τη διεκδίκηση των εδαφών των αλυτρώτων αδελφών μας ήταν η σύναψη συμμαχιών με τα γειτονικά μας βαλκανικά κράτη. Σε αυτό βοήθησε και η Ρωσία - για την εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων φυσικά -, η οποία έπεισε τη Βουλγαρία να συνάψει συνθήκη φιλίας και συμμαχίας με τη Σερβία. Αντίθετα οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία αντιμετώπιζαν σοβαρές δυσχέρειες επειδή η Βουλγαρία είχε υπερβολικές απαιτήσεις για τα εδάφη της Μακεδονίας και της Θράκης, σε περίπτωση όπου αυτά θα απελευθερώνονταν από τον οθωμανικό ζυγό.

Σύμμαχοι κατ' ανάγκην

Παρ' όλα αυτά ο Βενιζέλος ήταν αποφασισμένος να βάλει την Ελλάδα στο παιχνίδι σε περίπτωση που ο Μεγάλος Ασθενής (χαρακτηρισμός της παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) εξαναγκαζόταν να εγκαταλείψει τις ευρωπαϊκές κτήσεις του. Γι' αυτό τον Μάιο του 1912, στη Σόφια, η Ελλάδα υπέγραψε αμυντική συνθήκη με τη Βουλγαρία, στην οποία δεν γινόταν καμία απολύτως μνεία για την τύχη των εδαφών που θα απελευθερώνονταν σε περίπτωση νικηφόρου πόλεμου εναντίον της Τουρκίας. Μερικούς μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1912, η Ελλάδα και η Βουλγαρία υπέγραψαν και στρατιωτική συμφωνία με την οποία, σε περίπτωση βουλγαροτουρκικού πολέμου, η Ελλάδα αναλάμβανε την υποχρέωση να βοηθήσει τη Βουλγαρία με 120.000 στρατό και όλη τη δύναμη του στόλου της, ενώ σε έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο η Βουλγαρία θα βοηθούσε την Ελλάδα με 300.000 στρατό. Τον ίδιο μήνα η Σερβία συμμάχησε με το Μαυροβούνιο. H Ελλάδα δεν υπέγραψε συνθήκη με τη Σερβία αλλά, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, οι δύο χώρες αποφάσισαν να στείλουν αντιπροσώπους στο στρατιωτικό επιτελείο η μία της άλλης για τον συντονισμό των επιχειρήσεων.

Ετσι, παρ' όλο που δεν είχε υπογραφεί κοινό αμυντικό σύμφωνο, η Ελλάδα, η Σερβία, η Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο βρέθηκαν σύμμαχοι εναντίον της Τουρκίας. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε μια σημαντική στρατιωτική δύναμη που, όπως ήταν φυσικό, ανησύχησε τις Μεγάλες Δυνάμεις, οι οποίες δεν ήθελαν να λαμβάνονται αποφάσεις ερήμην τους. Οταν, λόγου χάρη, ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Ρεμόν Πουανκαρέ πληροφορήθηκε από τον τσάρο της Ρωσίας Νικόλαο B/ τη σερβοβουλγαρική συνθήκη την ονόμασε «όργανο πολέμου». Επίσης η Αυστροουγγαρία, αφού είχε αποσπάσει από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και προσαρτήσει στην επικράτειά της τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, προσπαθούσε τώρα να διατηρήσει το status quo στα Βαλκάνια πιέζοντας απλώς την Πύλη να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις υπέρ των χριστιανικών πληθυσμών της ευρωπαϊκής Τουρκίας. Και ενώ στο τέλος Σεπτεμβρίου του 1912 οι Μεγάλες Δυνάμεις έκαναν κοινό διάβημα σε Αθήνα, Σόφια, Βελιγράδι και Κετίγκη (Μαυροβούνιο) με την προειδοποίηση ότι δεν θα επέτρεπαν την παραμικρή εδαφική μεταβολή στον βαλκανικό χώρο, οι τέσσερις σύμμαχοι περίμεναν την ευκαιρία να επιτεθούν στην εξασθενημένη από τον ιταλοτουρκικό πόλεμο (1911-1912) Τουρκία.

A' Βαλκανικός Πόλεμος

Την ευκαιρία για επίθεση εναντίον της Τουρκίας τη βρήκε το Μαυροβούνιο εξαιτίας της άρνησης της Τουρκίας να διευθετηθούν οι μεταξύ τους συνοριακές διαφορές. Το Μαυροβούνιο κήρυξε τον πόλεμο στην Τουρκία στις 25 Σεπτεμβρίου 1912. Λίγες ημέρες νωρίτερα η Βουλγαρία είχε ειδοποιήσει την Ελλάδα ότι η Τουρκία συγκεντρώνει στρατό στα μεταξύ τους σύνορα και ότι από κοινού με τη Σερβία είχαν αποφασίσει να επιτεθούν εναντίον της Τουρκίας και καλούσε την Ελλάδα να τιμήσει τη στρατιωτική τους συμφωνία. H Ελλάδα συμφώνησε και στις 30 Σεπτεμβρίου οι πρεσβευτές της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της Σερβίας στην Κωνσταντινούπολη επέδωσαν κοινό τελεσίγραφο στην Πύλη με το οποίο απαιτούσαν, πέρα από την άμεση ανάκληση των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων από τις παραμεθόριες περιοχές, και ένα σωρό άλλες ρυθμίσεις και μεταρρυθμίσεις όπως: την επικύρωσης της εθνικής αυτονομίας των εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την αναλογική τους αντιπροσώπευση στο τουρκικό κοινοβούλιο, την αναγνώριση των χριστιανικών σχολείων ως ισοτίμων των μουσουλμανικών, τον διορισμό χριστιανών σε δημόσιες θέσεις κτλ.


Οπως ήταν αναμενόμενο, η Πύλη χαρακτήρισε το τελεσίγραφο «θρασεία απόπειρα επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις της Αυτοκρατορίας» και άρα «ανάξιο απαντήσεως». Ετσι οι τρεις χώρες, ακολουθώντας το παράδειγμα του Μαυροβουνίου, κήρυξαν και αυτές τον πόλεμο στην Τουρκία (4 Οκτωβρίου 1912).

H μάχη του Σαρανταπόρου

H Ελλάδα συμμετείχε στον πόλεμο με 100.000 άνδρες και όλον της τον στόλο. H Βουλγαρία με 270.000 στρατό, η Σερβία με 200.000 και το Μαυροβούνιο με 33.000. H ελληνική δύναμη χωρίστηκε στον Στρατό της Θεσσαλίας και στον Στρατό της Ηπείρου. Με αρχιστράτηγο τον διάδοχο Κωνσταντίνο οι επιχειρήσεις άρχισαν από τη Θεσσαλία το πρωί της 5ης Οκτωβρίου 1912. Οι Τούρκοι είχαν οργανώσει την αμυντική τους γραμμή στα υψώματα βόρεια της Ελασσόνας αλλά ο ελληνικός στρατός τούς ανάγκασε να υποχωρήσουν προς τα στενά του Σαρανταπόρου. Τα στενά αυτά, τα οποία από μόνα τους είναι απόρθητο φρούριο, οι Τούρκοι, με τη βοήθεια γερμανών αξιωματικών, τα είχαν οχυρώσει υποδειγματικά. Στα βορειοανατολικά του χωριού Σαραντάπορο, το ύψωμα Σκοπιά έλεγχε όλη την περιοχή από τον ποταμό Σαραντάπορο ως τον δρόμο Ελασσόνας - Σερβίων, στα δυτικά. Στη φυσική οχύρωση των στενών συνέβαλλαν τα υψώματα νοτιοδυτικά της Σκοπιάς και η δύσβατη περιοχή στα βόρεια του χωριού Σαραντάπορο. H προσέγγιση της περιοχής μπορούσε να γίνει μόνο μέσα από εξαιρετικά δύσβατες ορεινές διαβάσεις.

Το σχέδιο των Τούρκων ήταν να κρατήσουν σταθερή άμυνα ώστε να εμποδίσουν την προέλαση των Ελλήνων προς τα βόρεια. Το πρωί της 9ης Οκτωβρίου ο ελληνικός στρατός εξαπέλυσε επίθεση κατά μέτωπον. H προέλαση των μεραρχιών του κέντρου (1η, 2α και 3η) έγινε με δύο συντάγματα από κάθε μεραρχία. Πλησιάζοντας σε απόσταση 1.000 μέτρων, οι Ελληνες δέχθηκαν καταιγισμό εχθρικών πυρών αλλά, παρά τις σοβαρές απώλειες, συνέχισαν την προέλασή τους. Παράλληλα η 4η και η 5η Μεραρχία κινήθηκαν από τα πλάγια. H 5η επιτέθηκε ανοίγοντας δρόμο προς τις τοποθεσίες Λαζανάδες και Βογγόπετρα και η 4η προχώρησε προς τα Σέρβια, ούτως ώστε να βγει στα νώτα του εχθρού. Τα αποτελέσματα της πρώτης ημέρας της μάχης ήταν μάλλον δυσμενή για τον ελληνικό στρατό. Οι απώλειες ήταν μεγάλες, ο καιρός άσχημος, το έδαφος δύσβατο, το ηθικό των ανδρών μάλλον καταβεβλημένο.

Για την επομένη τα ξημερώματα το Γενικό Στρατηγείο είχε προγραμματίσει οι τρεις μεραρχίες του κέντρου να συνεχίσουν την προσπάθειά τους να καταλάβουν τις θέσεις των Τούρκων αλλά, ενώ όλα ήταν έτοιμα για την επίθεση, στα γύρω υψώματα βασίλευε απόλυτη ησυχία. Οι Τούρκοι κατά τη διάρκεια της νύχτας, αντιλαμβανόμενοι την πρόθεση της 4ης Μεραρχίας να τους κυκλώσει, προτίμησαν να υποχωρήσουν προς τα Σέρβια αλλά εκεί τους περίμενε η 4η Μεραρχία, η οποία τους αιφνιδίασε και οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή αφήνοντας πίσω τους 22 πυροβόλα και άφθονο πολεμικό υλικό. Στη συνέχεια ο Ελληνικός Στρατός προωθήθηκε προς τον Αλιάκμονα ενώ το απόγευμα της 12ης Οκτωβρίου ένα τμήμα της ταξιαρχίας ιππικού απελευθέρωσε την Κοζάνη.
H γρήγορη και νικηφόρα έκβαση της μάχης του Σαρανταπόρου τόνωσε το ηθικό του στρατού και άνοιξε τον δρόμο για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Ωστόσο οι απώλειες σε έμψυχο υλικό ήταν βαριές: 182 νεκροί και 995 τραυματίες.

Αγώνας και δρόμος για τη Θεσσαλονίκη

Υστερα από αυτή την εντυπωσιακή επιτυχία, το Γενικό Στρατηγείο εγκαταστάθηκε στην Κοζάνη από όπου ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος σκόπευε να βαδίσει προς το Μοναστήρι για να ενωθεί με τον σερβικό στρατό. Ο Βενιζέλος ωστόσο είχε διαφορετική γνώμη. Ηθελε ο Ελληνικός Στρατός να συνεχίσει την πορεία του στη Μακεδονία και να μπει στη Θεσσαλονίκη προτού προλάβουν να το κάνουν οι Βούλγαροι, όπως σχεδίαζαν.

Τηλεγράφημα Βενιζέλου προς Κωνσταντίνο
13 Οκτωβρίου 1912

«Αναμένω να μοι γνωρίσετε την περαιτέρω διεύθυνσιν, ην θα ακολουθήση η προέλασις του στρατού Θεσσαλίας. Παρακαλώ μόνον να έχετε υπ' όψιν ότι σπουδαίοι πολιτικοί λόγοι επιβάλλουσι να ευρεθώμεν μίαν ώραν ταχύτερον εις την Θεσσαλονίκην».
Υπογραφή: Υπουργός Στρατιωτικών Βενιζέλος


Κωνσταντίνος προς Βενιζέλο:

«Ο στρατός δεν θα οδεύση κατά της Θεσσαλονίκης. Εγώ έχω καθήκον να στραφώ κατά του Μοναστηρίου, εκτός αν μου το απαγορεύετε».

Βενιζέλος προς Κωνσταντίνο:

«Σας το απαγορεύω».


H μάχη των Γιαννιτσών

Μετά την επιμονή του Βενιζέλου, ο Στρατός της Θεσσαλίας συνέχισε την πορεία του προς τη Θεσσαλονίκη. Ολα τα τμήματα του τουρκικού στρατού, τα οποία υποχώρησαν από το Σαραντάπορο, συμπτύχθηκαν και οχυρώθηκαν στα Γιαννιτσά, τοποθεσία που, παρά το μειονέκτημα ότι είχε στα νώτα της τον ποταμό Αξιό, ήταν ένα σημείο αρκετά καλό για άμυνα επειδή αφ΄ενός έφραζε την κύρια οδική αρτηρία προς τη Θεσσαλονίκη, αφ' ετέρου η επάνδρωσή της απαιτούσε περιορισμένες σχετικά δυνάμεις, δεδομένου ότι δεν ήταν εύκολη η υπερκέρασή της τόσο από τα νότια, λόγω της λίμνης (σήμερα έχει αποξηρανθεί) και του ελώδους εδάφους, όσο και από τα βόρεια όπου υψωνόταν το όρος Πάικο.
Στην περιοχή οι Τούρκοι εγκατέστησαν την 14η Μεραρχία Σερρών, ενισχυμένη από πέντε μεραρχίες και έξι πυροβολαρχίες. δυνάμεις που συμπτύχθηκαν από τον Σαραντάπορο.
Η έλλειψη πληροφοριών σχετικά με το μέγεθος και τις προθέσεις του τουρκικού στρατού, ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της μάχης. Το γεγονός αυτό, σε συνάρτηση με την ανάγκη άμεσης κατάληψης της Θεσσαλονίκης, ανάγκασε το ελληνικό Γενικό Στρατηγείο να προχωρήσει σε μάχη εκ συναντήσεως, χρησιμοποιώντας κατά την προέλασή του 6 μεραρχίες.


Στις 19 Οκτωβρίου 1912 άρχισε η ελληνική προέλαση με τις 1η, 2η, 3η, 4η και 6η Μεραρχίες στον άξονα βόρεια της λίμνης και την 7η Μεραρχία, την Ταξιαρχία Ιππικού και το απόσπασμα ευζώνων Κωνσταντινοπούλου, στον άξονα νότια της λίμνης. Μέχρι το μεσημέρι, η 6η Μεραρχία κατάφερε να προωθηθεί στο χωριό Αμπελιές, η 4η Μεραρχία στο χωριό Μυλότοπος, η 1η και η 2η στο χωριό Καρυώτισσα και η 3η Μεραρχία στο χωριό Μελίσσι. Από τις θέσεις αυτές, οι Μεραρχίες που δρούσαν βόρεια της λίμνης εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον της εχθρικής τοποθεσίας. Τις τελευταίες απογευματινές ώρες, τα ελληνικά τμήματα κατάφεραν να διασπάσουν την εχθρική γραμμή και να φτάσουν έξω από την πόλη των Γιαννιτσών. Οι δυνάμεις που δρούσαν νότια της λίμνης δεν μετακινήθηκαν από τις θέσεις τους.
Κατά την διάρκεια της νύχτας διακόπηκαν οι επιχειρήσεις και συνεχίστηκαν το πρωί της 20ης Οκτωβρίου. Ο τουρκικός στρατός βλέποντας την αρνητική έκβαση της μάχης, άρχισε να συμπτύσσεται. Την ίδια στιγμή, τα ελληνικά τμήματα νότια της λίμνης δεν κατάφεραν να περάσουν εγκαίρως τον Λουδία ποταμό και ως αποτέλεσμα οι Τούρκοι υποχώρησαν ανενόχλητοι περνώντας από τον Αξιό. Οι κακές καιρικές συνθήκες καθώς και η συγκέντρωση πολλών ελληνικών μονάδων στην περιοχή, δεν επέτρεψαν την επιτυχή καταδίωξη του αντιπάλου.
Οι απώλειες του ελληνικού στρατού ανήλθαν σε 188 νεκρούς και σε 973 τραυματίες, είναι όμως πιθανόν, ο πραγματικός αριθμός να είναι μεγαλύτερος. Οι τουρκικές δυνάμεις είχαν πολλαπλάσιους νεκρούς στο πεδίο της μάχης, περίπου 3.000.
Η μάχη των Γιαννιτσών ήταν μια από τις σημαντικότερες του Α' Βαλκανικού Πολέμου. Ξεκίνησε στις 19 Οκτωβρίου 1912 με τον Ελληνικό Στρατό να επιτίθεται από τα δυτικά κατά των Τουρκικών δυνάμεων στα Γιαννιτσά και μετά από διήμερο σκληρό αγώνα να αναδεικνύεται νικητής.
Υπήρξε η πιο φονική μάχη των βαλκανικών πολέμων, ωστόσο η νίκη στα Γιαννιτσά άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης.

Αμέσως μετά την μάχη, οι ελληνικές δυνάμεις, αφού επισκεύασαν τις γέφυρες που είχαν καταστρέψει οι Τούρκοι, πέρασαν την ανατολική όχθη του Αξιού και άρχιζαν να ετοιμάζουν την είσοδό τους στην Θεσσαλονίκη.
Μολονότι η νίκη των Γιαννιτσών ήταν πολύ σπουδαία για την πρόοδο των ελληνικών επιχειρήσεων, ο δρόμος για τη Θεσσαλονίκη δεν ήταν περίπατος. Οι Τούρκοι κατά την υποχώρησή τους είχαν καταστρέψει όλες τις γέφυρες του Αξιού και οι πολλές βροχές είχαν φουσκώσει τα νερά του ποταμού. Για να περάσει η ελληνική στρατιά έπρεπε να κατασκευαστούν πρόχειρες γέφυρες και αυτό συνεπαγόταν καθυστέρηση.

Οι καθυστερήσεις αυτές ανησυχούσαν τον Βενιζέλο. Οι Βούλγαροι, νικηφόροι και αυτοί έναντι των Τούρκων, βάδιζαν ακάθεκτοι προς τη Θεσσαλονίκη. Στις 24 Οκτωβρίου ο Βενιζέλος έστειλε το παρακάτω τηλεγράφημα στον Κωνσταντίνο κοινοποιώντας το και στον βασιλιά Γεώργιο:

'' Λαμβάνω την τιμήν να φέρω εις γνώσιν της Υμετέρας Μεγαλειότητος τηλεγράφημα όπερ πέμπω προς τον Αρχηγόν του Στρατού Θεσσαλίας, έχον ούτω:

Αρχηγείον Στρατού Θεσσαλίας. - Από της μάχης των Γιαννιτσών ουδέν ανεκοινώσατε προς το Υπουργείον περί των περαιτέρω στρατιωτικών υμών επιχειρήσεων, ως και εκείνων της V Μεραρχίας. Και όμως από της μάχης των Γιαννιτσών παρήλθον 4 όλαι ημέραι. H σιωπή αύτη και η πλήρης άγνοια, εις ην ως εκ τούτου ευρίσκεται και η υπεύθυνος Κυβέρνησις και το Εθνος περί της τύχης του Στρατού του, είναι όντως εκπληκτική.''



Μία ημέρα αργότερα ο Βενιζέλος, επικοινωνώντας τηλεφωνικώς με τον βασιλιά, τον παρακάλεσε να μεταβιβάσει το ακόλουθο μήνυμα στον γιο του:

«Σας καθιστώ προσωπικώς υπεύθυνον διά την βραδύτητα με την οποίαν διεξάγετε τας επιχειρήσεις αι οποίαι κινδυνεύουν να φέρουν τους Βουλγάρους πρώτους εις Θεσσαλονίκην».

Τελικά η Θεσσαλονίκη παραδόθηκε στους Ελληνες την 26 Οκτωβρίου 1912 μαζί με 26.000 Τούρκους στρατιώτες, 70 πυροβόλα, 30 πολυβόλα και 1.200 υποζύγια. Στη συνέχεια η Στρατιά της Θεσσαλίας μπήκε στη Δυτική Μακεδονία και απελευθέρωσε τη Φλώρινα, την Καστοριά και την Κορυτσά.




Το Επιτελείο

Και τώρα η Ηπειρος!


Στο μέτωπο της Ηπείρου οι επιχειρήσεις διεξάγονταν με βραδύτερο ρυθμό. Αν και ο ελληνικός στρατός κατέλαβε με σχετική ευκολία την Αρτα, την Πρέβεζα, την Καλαμπάκα και το Μέτσοβο, σχεδόν καθηλώθηκε μπροστά στο Μπιζάνι, ένα ύψωμα 15 χιλιόμετρα περίπου έξω από τα Γιάννενα το οποίο είχαν οχυρώσει οι Τούρκοι εμποδίζοντας έτσι την προέλαση προς την πρωτεύουσα της Ηπείρου. Μετά την κατάκτηση όμως της Θεσσαλονίκης ο Στρατός της Ηπείρου ενισχύθηκε με δυνάμεις της Στρατιάς της Θεσσαλίας. Στις 10 Ιανουαρίου 1913 ο αρχιστράτηγος διάδοχος Κωνσταντίνος εγκατέστησε το στρατηγείο του στη Φιλιππιάδα αναλαμβάνοντας τη διοίκηση όλων των μονάδων που υπήρχαν στην Ηπειρο. Το ενδιαφέρον του Βενιζέλου για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων ήταν μεγάλο. Στις 6 Φεβρουαρίου ο Πρωθυπουργός και Υπουργός Στρατιωτικών έφθασε στο μέτωπο για να συνεννοηθεί με τον Κωνσταντίνο για τις περαιτέρω στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Το πυροβολικό


Απελευθέρωση Ιωαννίνων

Ο Ελληνικός Στρατός του 1912, διαθέτοντας σχετικά περιορισμένες δυνάμεις και όντας υποχρεωμένος να διεξάγει επιχειρήσεις σε δύο μέτωπα, της Μακεδονίας και της Ηπείρου, δεν ήταν δυνατό να αναλάβει επιθετικές ενέργειες ταυτόχρονα και προς τις δύο αυτές κατευθύνσεις. Έτσι αποφασίστηκε να δοθεί προτεραιότητα στην απελευθέρωση της Μακεδονίας, αφού το επέβαλλαν σοβαροί εθνικοί λόγοι. Στην Ήπειρο διατέθηκε αρχικά δύναμη μιας μεραρχίας περίπου, υπό τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη Κωνσταντίνο, με αμυντική κυρίως αποστολή που απέβλεπε στην εξασφάλιση της μεθορίου, η οποία άρχιζε από το Άκτιο (στον Αμβρακικό κόλπο), περνούσε από την Άρτα και κατέληγε στα Τζουμέρκα, συνολικού αναπτύγματος 150 χιλιομέτρων περίπου.
Παρόλα αυτά, με την έναρξη του πολέμου, οι ελληνικές δυνάμεις στην Ήπειρο (Στρατός Ηπείρου) πέρασαν τον Άραχθο και αφού κατέλαβαν, μετά από σύντομο αγώνα, διάφορα δεσπόζοντα υψώματα στα βορειοδυτικά της Άρτας, προέλασαν προς την Πρέβεζα την οποία απελευθέρωσαν στις 21 Οκτωβρίου και την οργάνωσαν ως βάση εφοδιασμού τους.Μετά τις παραπάνω επιτυχίες, αλλά και την ευμενή εξέλιξη των επιχειρήσεων στη Μακεδονία, το Υπουργείο Στρατιωτικών ενίσχυσε το Στρατό Ηπείρου με διάφορες μονάδες από το μακεδονικό μέτωπο και το εσωτερικό και μετέβαλε την αποστολή του από αμυντική σε επιθετική.Επακολούθησαν σκληροί αγώνες, στη διάρκεια των οποίων τα ελληνικά τμήματα κατέλαβαν στις 28 Οκτωβρίου την ισχυρή τοποθεσία Πέντε Πηγάδια και συνέχισαν προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων, όπου είχε συγκεντρωθεί ο όγκος των τουρκικών δυνάμεων. Παράλληλα, άλλα ελληνικά τμήματα, που εξόρμησαν από την περιοχή της Καλαμπάκας, απελευθέρωσαν στις 31 Οκτωβρίου το Μέτσοβο.

Στο μεταξύ όμως οι συνθήκες του αγώνα είχαν μεταβληθεί σημαντικά, λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών και της σοβαρής ενισχύσεως των Τούρκων με νέες δυνάμεις από την περιοχή του Μοναστηρίου. Έτσι η προέλαση του Ελληνικού Στρατού ανακόπηκε και οι αντίπαλοι περιορίστηκαν σε ανταλλαγή πυρών και αγώνα προφυλακών.Tο τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου, ύστερα από απόφαση της Κυβερνήσεως να επιδιώξει την απελευθέρωση της Ηπείρου πριν από τη σύναψη συνθήκης ειρήνης μεταξύ των εμπολέμων, ο Στρατός Ηπείρου ενισχύθηκε με τη IΙ Μεραρχία από τη Θεσσαλονίκη και ανέλαβε νέα επιθετική προσπάθεια.Μετά όμως από αλλεπάλληλες ενέργειες, από 1 μέχρι 3 Δεκεμβρίου, οι ελληνικές δυνάμεις προσέκρουσαν στην οχυρωμένη τοποθεσία των Ιωαννίνων, όπου και αναχαιτίστηκαν. Επακολούθησε περίοδος στασιμότητας στο μέτωπο, μέχρι της ενισχύσεως του Στρατού Ηπείρου και με τις IV και VI Μεραρχίες από το Θέατρο Επιχειρήσεων Μακεδονίας, αφού στο μεταξύ είχε ολοκληρωθεί η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και της Δυτικής Μακεδονίας και ήταν δυνατή η αποδέσμευση δυνάμεων για την επίσπευση της απελευθερώσεως της Ηπείρου.

Νέα επίθεση που έγινε από τις 7 μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 1913, με κύρια προσπάθεια κατά του Οχυρού Μπιζάνι, αναχαιτίστηκε και πάλι από τους Τούρκους, με πολλές μάλιστα απώλειες για τις ελληνικές δυνάμεις.Τελικά σφοδρή επίθεση, που εκτοξεύτηκε στις 20 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, είχε ως αποτέλεσμα τον αιφνιδιασμό των Τούρκων, ιδίως από τη βαθειά ελληνική εισχώρηση στο δεξιό πλευρό τους και την «άνευ όρων» παράδοση στον Ελληνικό Στρατό της πόλεως των Ιωαννίνων, μετά δύο ημέρες, 21 Φεβρουαρίου 1913, από τον Τούρκο Διοικητή Εσσάτ Πασά.Η νίκη είχε βραβεύσει τις ακαταπόνητες προσπάθειες, τον απαράμιλλο ενθουσιασμό, τη φιλοπατρία και την ακλόνητη πίστη του Έλληνα μαχητή. Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, πέρα από την εξουδετέρωση κάθε σοβαρής τουρκικής αντιστάσεως στην Ήπειρο και την κυρίευση σημαντικού πολεμικού υλικού, είχε πρώτιστα σοβαρή επίδραση στο ελληνικό γόητρο, το οποίο μετά και από την επιτυχία αυτή εξυψώθηκε διεθνώς. Ο ενθουσιασμός, με τον οποίο ο λαός των Ιωαννίνων δέχτηκε την είσοδο στην πόλη των ελληνικών στρατευμάτων, κατόπτριζε και τον πανελλήνιο ενθουσιασμό, που ήταν πράγματι πρωτοφανής.

Μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, οι IV και VI Μεραρχίες της Στρατιάς Ηπείρου μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Οι υπόλοιπες κινήθηκαν βορειότερα και μέχρι τις 5 Μαρτίου 1913 απελευθέρωσαν τις περιοχές της Βόρειας Ηπείρου Αργυρόκαστρο, Χειμάρρα, Αγίους Σαράντα, Τεπελένι, Πρεμετή και Κλεισούρα, ενώ η Κορυτσά είχε ήδη απελευθερωθεί από τις 7 Δεκεμβρίου 1912.
Ο ακραιφνής ελληνικός πληθυσμός των περιοχών αυτών υποδέχτηκε με απερίγραπτο ενθουσιασμό τα ελληνικά στρατεύματα. Οι απελευθερωτικοί όμως αυτοί αγώνες και οι θυσίες του Ελληνικού Στρατού δεν είχαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Οι προαιώνιοι πόθοι και τα όνειρα των Ελλήνων της Βόρειας Ηπείρου έμειναν τελικά ανεκπλήρωτα, αφού η Βόρεια Ήπειρος περιλήφθηκε με απόφαση των τότε Μεγάλων Δυνάμεων στο νεοσύστατο Αλβανικό Κράτος, αλλάζοντας απλώς κυρίαρχο.

Μπιζάνι

Η Οχυρή Τοποθεσία των Ιωαννίνων Το υψίπεδο Ιωαννίνων έχει σχήμα ελλειψοειδές με μέγιστο μήκος 40 χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή και μέγιστο πλάτος 22 χιλιόμετρα. Το μέσο υψος του από την επιφάνεια της θάλασσας είναι 500 περίπου μέτρα και στο κέντρο του βρίσκεται η ομώνυμη λίμνη καθώς και η πόλη των Ιωαννίνων.

Περιβάλλεται από υψηλούς, απότομους και δυσπρόσιτους ορεινούς όγκους με την οροσειρά Μιτσικέλι προς τα βορειοανατολικά, τα υψώματα του Δρίσκου προς τα ανατολικά, την Αετοράχη και το όρος Τόμαρος (Ολίτσικας) προς τα νότια και τις λοφοσειρές Χιντζηρέλου και Μεγάλη Τσουκα προς τα δυτικά. Ενδιάμεσα υπάρχουν τα φύσει οχυρά υψώματα Δουρουτι, Μανολιάσα, Αυγό, Μπιζάνι και Καστρίτσα.Το χειμώνα το ψύχος είναι δριμύ και οι χιονοπτώσεις πολλές, η δε ομίχλη είναι συνήθης με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η παρατήρηση.
Το οδικό δίκτυο κατά την περίοδο αυτή ήταν πολύ φτωχό. Υπήρχε Λόνο η σκυρόστρωτη οδός Άρτα—Φιλιππιάδα—Ιωάννινα—Ελαία, καθώς και μερικές δευτερεύουσες (καροποίητες) ορεινές οδοί μικρής αποδόσεως.
Η φύσει οχυρή αυτή τοποθεσία των Ιωαννίνων είχε οργανωθεί από τον καιρό της ειρήνης με πολλά μόνιμα και ημιμόνιμα έργα, που είχαν κατασκευαστεί με την ευθύνη του Διοικητή Πυροβολικού του Φρουρίου των Ιωαννίνων Αντισυνταγματάρχη Βεχήπ Μπέη και με την επίβλεψη γερμανικής στρατιωτικής αποστολής, υπό το Στρατηγό Φον Ντερ Γκολτς. Διάφορα πρόχειρα έργα εκστρατείας (πολυβολεία, ορύγματα, συρματοπλέγματα κ.λ.π.) συμπλήρωναν και βελτίωναν την αμυντική ισχύ της τοποθεσίας. Τέλος είχε αναπτυχθεί πνκνό τηλεφωνικό δίκτυο, για την άνετη εξασφάλιση των επικοινωνιών.Το βάρος της οχυρώσεως είχε δοθεί στο νότιο τομέα και ιδιαίτερα στα υψώματα της Μανολιάσας (Μεγάλη Ράχη, Προφήτης Ηλίας, Καστρί), Αυγού και Μπιζανίου (Μικρό, Μεγάλο Μπιζάνι) για την απαγόρευση του άξονα Άρτα—Ιωάννινα και την εξασφάλιση του συγκοινωνιακού και ανεφοδιαστικού κόμβου των Ιωαννίνων από την κατεύθυνση αυτή, από όπου προβλεπόταν και η μεγαλύτερη απειλή σε περίπτωση πολέμου της Τουρκίας με την Ελλάδα.Μεταφορά Νέων Ενισχύσεων στην Ήπειρο

Μετά την απόφαση του Υπουργείου Στρατιωτικών για την άμεση ενίσχυση του Στρατού Ηπείρου με τις IV και VI Μεραρχίες, άρχισε από τις 12 Δεκεμβρίου η θαλάσσια μεταφορά των μεραρχιών αυτών από τη Θεσσαλονίκη στην Πρέβεζα.
Πρώτη μεταφέρθηκε η IV Μεραρχία, συνολικής δυνάμεως 228 αξιωματικών, 10.068 οπλιτών και 2.300 κτηνών. Η Μεραρχία αμέσως μετά την αποβίβαση της κατευθύνθηκε στη Φιλιππιάδα, που είχε οριστεί ως χώρος συγκεντρώσεως. Εκεί συμπληρώθηκε σε προσωπικό, υλικό και τρόφιμα και στη συνέχεια προωθήθηκε προς τη ζώνη επιχειρήσεων στο χώρο Χάνι Εμίν Αγά—χ. Πέρδικα, όπου έφτασε στις 20 Δεκεμβρίου.
Ακολούθησε η VI Μεραρχία που βρισκόταν στην Κορυτσά. Η μεταφορά και αυτής έγινε θαλασσίως από τη Θεσσαλονίκη, γιατί η οδική κίνηση της μέσω Καστοριάς—Μετσόβου, όπως αρχικά είχε ζητηθεί από το Υπουργείο Στρατιωτικών, κρίθηκε από το Γενικό Στρατηγείο ασύμφορη και επικίνδυνη.
Η VI Μεραρχία, συνολικής δυνάμεως 7.400 αντρών, 1.800 κτηνών και 110 οχημάτων, άρχισε την επιβίβαση της στις 22 Δεκεμβρίου σε 18 ατμόπλοια και μέχρι τις 28 Δεκεμβρίου είχε αποβιβαστεί στην Πρέβεζα, όπου οι μονάδες της συμπληρώθηκαν από επιστράτους που είχαν φτάσει εκεί από το εσωτερικό. Στη συνέχεια και μέχρι τις 13 Ιανουαρίου η Μεραρχία, με διαταγή του Στρατηγείου Ηπείρου, μεταστάθμευσε στο άκρο δεξιό της διατάξεως του Στρατού Ηπείρου, στην περιοχή των χωριών Κορίτιανη—Πλαίσια—Καλέντζι.Εκτός από αυτές τις δύο μεραρχίες, στις 29 Δεκεμβρίου, έφτασε στην Πρέβεζα προερχόμενο από τη Χίο και το 7ο Σύνταγμα Πεζικού της II Μεραρχίας (Απόσπασμα Χίου), υπό το Συνταγματάρχη Πεζικού Δελαγραμμάτικα Νικόλαο, που αποτελούνταν από 4 τάγματα Πεζικού και δύο ορειβατικές πυροβολαρχίες Κρουπ, συνολικής δυνάμεως 28 αξιωματικών και 4.475 οπλιτών.Μέχρι τις 5 Ιανουαρίου το Απόσπασμα αυτό είχε προωθηθεί στο χ. Μυροδάφνη ως γενική εφεδρεία. Στο ίδιο χρονικό διάστημα προωθήθηκε στο Χάνι Εμίν
Αγά και στην Κανέτα σημαντικός αριθμός πεδινών και βαρέων πυροβόλων.Από τα πλεονάσματα εξάλλου των επιστράτων, που είχαν διατεθεί για τη συμπλήρωση του προσωπικού των μονάδων, συγκροτήθηκε ένα ανεξάρτητο τάγμα Πεζικού, με αποστολή να εξασφαλίσει τον κάτω ρου του Αχέροντα ποταμού σε συνεργασία με τα εκεί εθελοντικά τμήματα Προσκόπων.

Γεγονότα και Επιχειρήσεις 11 Ιανουαρίου- 15 Φεβρουαρίου 1913 

Στις 10 Ιανουαρίου ο  Κωνσταντίνος έφτασε και εγκατέστησε το Στρατηγείο του στη Φιλιππιάδα, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση όλων των μονάδων που υπήρχαν στην Ήπειρο, καθώς και τη διεύθυνση των επιχειρήσεων.
Το πρωί της επομένης ο  Κωνσταντίνος συναντήθηκε στο ύψ. Κανέτα με τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη και, αφού ενημερώθηκε για τη γενική κατάσταση και την πρόοδο των επιχειρήσεων, αποφάσισε να επιτεθεί κατά της οχυρωμένης τοποθεσίας Μπιζανίου, μετά από κατάλληλη ανασυγκρότηση των μονάδων του Στρατού Ηπείρου. Για τη διατήρηση των δυνάμεων ακμαίων, διέταξε τις μεραρχίες να εξασφαλίσουν στα τμήματα τους την αναγκαία ανάπαυση, τηρώντας στις προφυλακές τους μόνο τις απαραίτητες δυνάμεις, οι οποίες και να εναλλάσσονται.

Στο πλαίσιο της ανασυγκροτήσεως η Μεραρχία Ηπείρου μετονομάστηκε σε VIII Μεραρχία και τη διοίκηση του Τμήματος Στρατιάς Δεξιού (VI και VIII Μεραρχίες) ανέλαβε ο Αντιστράτηγος Σαπουντζάκης.
Το Απόσπασμα Χίου τέθηκε υπό τις διαταγές της IV Μεραρχίας και το Ανεξάρτητο Τάγμα διατέθηκε στη II Μεραρχία.Ο Υποστράτηγος Μοσχόπουλος επανήλθε στη διοίκηση της IV Μεραρχίας και ο Υποστράτηγος Καλλάρης στη διοίκηση της II Μεραρχίας.Συγκροτήθηκε Σύνταγμα Ιππικού Ηπείρου, από την ίλη Ιππικού που βρισκόταν στην Ήπειρο και δύο ακόμη ίλες που έφτασαν από τη Θεσσαλονίκη στις 13 Ιανουαρίου.

Οι μεραρχίες παρέμειναν στις θέσεις τους, με εξαίρεση την προώθηση ενός τάγματος της IV Μεραρχίας στην παρυφή του χωριού Μανολιάσα μέχρι το βράδυ της 12ης Ιανουαρίου, ύστερα από αγώνα και με σημαντικές απώλειες.

Στις 17 Ιανουαρίου το Γενικό Στρατηγείο, μετά από σχετική έγκριση του Υπουργείου Στρατιωτικών, διέταξε την αποστράτευση όλων των εθελοντικών σωμάτων, εκτός από αυτά που βρίσκονταν στην περιοχή του Αχέροντα και του Ολίτσικα, γιατί η παρουσία τους μετά τη σημαντική ενίσχυση του Στρατού Ηπείρου δεν κρινόταν απαραίτητη. Επιπλέον, επειδή τα σώματα αυτά δεν ήταν πλήρως οργανωμένα στρατιωτικώς και εκπαιδευμένα, είχαν παρουσιάσει αυξημένες απώλειες καθώς και κρούσματα απειθαρχίας, ιδίως σε βάρος των κατοίκων της περιοχής. Οι άντρες, αφού παρέδιναν τον οπλισμό τους στους επικεφαλής αξιωματικούς τους, θα επανέρχονταν στις εστίες τους.

Την ίδια ημέρα επίσης ο Αρχιστράτηγος έστειλε προσωπική επιστολή στον Αρχηγό των τουρκικών δυνάμεων Ιωαννίνων Εσσάτ Πασά, με την οποία του ζητούσε να παραδώσει την πόλη, ώστε να αποφευχθεί η άσκοπη αιματοχυσία, αφού άλλωστε η Οθωμανική Αυτοκρατορία με την έναρξη της Συνδιασκέψεως στο Λονδίνο είχε παραιτηθεί κάθε δικαιώματος από τα εδάφη μεταξύ της Αδριατικής και της Θράκης. Ο στρατός που υπερασπιζόταν τα Ιωάννινα θα ήταν ελεύθερος να μεταφερθεί σε τόπο κοινής αποφάσεως με τον οπλισμό και τα εφόδια του. Η απάντηση του Εσσάτ Πασά δόθηκε μετά από δύο ημέρες και ήταν αρνητική.
Επακολούθησε άμεση ενημέρωση της Κυβερνήσεως και εντατική μεταφορά και συγκέντρωση πυρομαχικών και τροφίμων για τη γενική επίθεση κατά των Ιωαννίνων. Επίσης έγιναν διευθετήσεις στο ορεινό οδικό δίκτυο και διανοίχθηκαν νέοι δρόμοι για τις ανάγκες του πεδινού πυροβολικού.

Ο καιρός στο μεταξύ χειροτέρευσε και πυκνό χιόνι κάλυψε την περιοχή, ενώ συχνά η ομίχλη δυσχέραινε την παρατήρηση και οι άντρες υπέφεραν από το δριμύ ψύχος.
Το Απόσπασμα Μετσόβου, που είχε από τις 11 Ιανουαρίου προωθήσει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων του στη γραμμή των χωριών Γότιστα—Δεμάτι—Ιτιά—Τρίστενο—Γρεβενίτι, διατάχθηκε στις 25 Ιανουαρίου να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του, ώστε να έχει ετοιμότητα επιθέσεως για την κατάληψη του Δρίσκου και, σε ευνοϊκές συνθήκες, να συνεχίσει την προέλαση του προς τα νότια της λίμνης Ιωαννίνων.
Στις 6 Φεβρουαρίου, επισκέφθηκε το μέτωπο ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος για να σχηματίσει από κοντά σαφή εικόνα της εκεί καταστάσεως και επιπλέον να συνεννοηθεί προσωπικά με τον Αρχιστράτηγο και να καθορίσουν από κοινού με ποιό τρόπο οι παραπέρα στρατιωτικές επιχειρήσεις θα μπορέσουν να εξυπηρετήσουν αποτελεσματικότερα το εθνικό συμφέρον.Ο Πρωθυπουργός μετά τη Φιλιππιάδα, όπου ήταν το Γενικό Στρατηγείο, συνοδευόμενος από τον Αρχιστράτηγο επισκέφθηκε τον τομέα του μετώπου στο Μπιζάνι και στη συνέχεια αναχώρησε για την Πρέβεζα, προκειμένου να επιστρέψει στην Αθήνα.

Στις 9 Φεβρουαρίου, το Γενικό Στρατηγείο κοινοποίησε γενικές οδηγίες προς όλες τις μονάδες για την έγκαιρη μελέτη και προπαρασκευή της επικείμενης επιχειρήσεως. Σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές, η κύρια προσπάθεια θα κατευθυνόταν προς τον τομέα Μπιζάνι—Κουτσελιό—Καστρίτσα και θα αναλαμβανόταν από τις II, VI, VIII Μεραρχίες και το Απόσπασμα Μετσόβου, με ταυτόχρονη δευτερεύουσα ενέργεια από το Απόσπασμα Ολίτσικα και την IV Μεραρχία προς τα υψώματα Άγιος Νικόλαος και Μανολιάσα αντίστοιχα.Η όλη ενέργεια θα συνδυαζόταν με προέλαση της III Μεραρχίας και Αποσπάσματος της V Μεραρχίας από την Κορυτσά και τη Φούρκα προς τα νότια.

Στο μεταξύ στις 8 Φεβρουαρίου, έφτασε στην Καλαμπάκα, προερχόμενο από τη Θεσσαλονίκη, το 4ο Σύνταγμα Πεζικού της I Μεραρχίας. Ο διοικητής του, Συνταγματάρχης Παπακυριαζής Ιωάννης, έλαβε εντολή από το Γενικό Στρατηγείο να συγκροτήσει Μικτή Ταξιαρχία από το 4ο Σύνταγμα, το πρώην Απόσπασμα Μήτσα που βρισκόταν στο Μέτσοβο, ένα τάγμα που είχε σταλεί από το εσωτερικό και μια ταχυβόλο πυροβολαρχία, με σκοπό να διανοίξει τη διάβαση Δρίσκου και να συνδράμει στη γενική επίθεση κατά των Ιωαννίνων, καταλαμβάνοντας την Καστρίτσα.Από τις 15 Φεβρουαρίου η Ταξιαρχία αυτή τέθηκε στη διάθεση του Τμήματος Στρατιάς Δεξιού. Αποστολή της ήταν να εξασφαλίσει το Μέτσοβο με μικρό τμήμα, ενώ με τις υπόλοιπες δυνάμεις της, αφού εκκαθαρίσει την περιοχή, να περάσει τον Άραχθο και να επιτεθεί κατά των τουρκικών δυνάμεων στα χωριά Δαφνούλα και Δρίσκος και να συνδεθεί με το Τμήμα Στρατιάς Δεξιού. Με άλλη διαταγή συγκροτήθηκε γενική εφεδρεία από το 15ο Σύνταγμα Πεζικού, το Ιο Σύνταγμα Ευζώνων και ένα τάγμα του 17ου Συντάγματος, η οποία συγκεντρώθηκε στα χωριά Αετοράχη και Ελληνικό.Στις 12 Φεβρουαρίου, εξάλλου, αποβιβάστηκε στην Πρέβεζα μία μοίρα Πεδινού Πυροβολικού (των δύο πυροβολαρχιών), προερχόμενη από τη Θεσσαλονίκη και διατέθηκε στο Διοικητή Πυροβολικού Στρατιάς.Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα οι Τούρκοι ασχολήθηκαν εντατικά με τη συμπλήρωση της αμυντικής τους οργανώσεως, κυρίως στο Οχυρό Μπιζάνι και στην περιοχή του χωριού Κουτσελιό.

Η μάχη του Μπιζανίου 16-22 Φεβρουαρίου 1913

Η Μάχη του Μπιζανίου  υπήρξε η σημαντικότερη σύγκρουση κατά τον Α” Βαλκανικό Πόλεμο μεταξύ του ελληνικού και του τουρκικού στρατού στο μέτωπο της Ηπείρου. Η τοποθεσία Μπιζάνι με τις γειτονικές τοποθεσίες νότια των Ιωαννίνων, αποτέλεσε σημαντικό φυσικό σημείο άμυνας και το επέλεξαν οι Τούρκοι για να καθηλώσουν τον ελληνικό στρατό. Με τον κυκλωτικό ελιγμό όμως, που τελικά κατάφεραν οι Έλληνες, ανάγκασαν τον αντίπαλο σε άμεση παράδοση. Η νίκη στο Μπιζάνι αποτέλεσε το κλειδί για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, καθώς και ολόκληρης της ευρύτερης περιοχής της Ηπείρου.
Το υψίπεδο νοτίως των Ιωαννίνων είναι πεταλοειδές και από τη φύση του οχυρό: σχηματίζεται από βραχώδη και δυσπρόσιτα υψώματα που το περιβάλλουν. Στην τοποθεσία είχαν κατασκευασθεί μόνιμα οχυρωματικά έργα με την επίβλεψη Γερμανών αξιωματικών, που είχαν αναλάβει τον εκσυγχρονισμό των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων.Σχέδιο μάχης

Το σχέδιο του τουρκικού επιτελείου προέβλεπε σταθερή άμυνα στην οχυρωμένη τοποθεσία των Ιωαννίνων και κυρίως στα υψώματα Μπιζάνι και Καστρίτσα. Ο Τούρκος Αρχιστράτηγος Εσσάτ Πασάς είχε στην διάθεσή του 4 μεραρχίες.

Ο Ελληνικός Στρατός Ηπείρου με επικεφαλής τον διάδοχο Κωνσταντίνο, αποτελούνταν από 4 μεραρχίες, 1 ταξιαρχία και ένα σύνταγμα πεζικού. Το σχέδιο της επίθεσης ήταν σχετικά ριψοκίνδυνο: προέβλεπε την ευρεία υπερκέραση (κύκλωση) από δυτικά της οχυρωμένης τοποθεσίας και την άμεση κατάληψη των Ιωαννίνων. Ταυτόχρονα, θα γίνονταν επιθέσεις στον κεντρικό και τον ανατολικό τομέα του μετώπου, με σκοπό την παραπλάνηση του εχθρού και την καθήλωση των τουρκικών δυνάμεων .

Στις 19 Φεβρουαρίου τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο παραπλάνησης, με βολές πυροβολικού και επιθέσεις μονάδων πεζικού, από το Α’ τμήμα της ελληνικής Στρατιάς, στον τομέα Μπιζάνι-Κουτσελιό-Καστρίτσα. Το Β’ τμήμα της Στρατιάς συγκεντρώθηκε με μυστικότητα απέναντι από τον τομέα Μανωλιάσσα-Άγιος Νικόλαος-Τσούκα. Με το πρώτο φως της επόμενης μέρας, το Β’ τμήμα Στρατιάς εξαπέλυσε αιφνιδιαστική επίθεση με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Με μια τολμηρή και βαθιά εισχώρηση στον δυτικό τομέα των επιχειρήσεων το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων, μαζί με το 9ο Τάγμα υπό τον Ταγματάρχη Ιωάννη Βελισσαρίου, κατάφερε να φτάσει στις παρυφές των Ιωαννίνων, στον Άγιο Ιωάννη.

Η είδηση ότι ο Ελληνικός Στρατός έφτασε έξω από τα Ιωάννινα, ταυτόχρονα καθιστούσε αδύνατη την υποχώρηση των Τούρκων και δημιούργησε πανικό στην διοίκηση του τουρκικού στρατού που ήταν εγκατεστημένη στην πόλη. Οι εύζωνες είχαν φροντίσει να καταστρέψουν τα τηλεφωνικά δίκτυα, διακόπτοντας έτσι την επικοινωνία της τουρκικής διοίκησης με τον στρατό της. Με αυτές τις συνθήκες, στις 23.00 της ίδιας μέρας ο Εσσάτ Πασάς έστειλε πρόταση παράδοσης του τουρκικού στρατού, καθώς δεν γνώριζε ότι στο Μπιζάνι και τον υπόλοιπο ανατολικό τομέα οι τουρκικές δυνάμεις διατηρούσαν ακέραιες τις θέσεις τους.

Απολογισμός

Στις 21 Φεβρουαρίου 1913, με την αποδόχη της πρότασης παράδοσης, το Σύνταγμα Ιππικού της Στρατιάς Ηπείρου εισήλθε στα Ιωάννινα.
Οι απώλειες του ελληνικού στρατού κατά την μάχη, ανήλθαν σε 264 νεκρούς και τραυματίες. Η αποφασιστική αυτή νίκη άνοιξε τον δρόμο για την απελευθέρωση της ευρύτερης περιοχής των Ιωαννίνων και της Βόρειας Ηπείρου.
Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων πέθανε ο Ολυμπιονίκης Κωνσταντίνος Τσικλητήρας
(10 Φεβρουαρίου 1910 στην Αθήνα). Παρόλο που είχε την δυνατότητα να πάρει αναβολή λόγω των αθλητικών του διακρίσεων, αρνήθηκε και κατατάχτηκε εθελοντικά στο στράτευμα.



Εύζωνες αποχωρούν από τα Ιωάννινα, μετά την Μάχη του Μπιζανίου-Ά Βαλκανικός Πόλεμος 1913



Τα οχυρά του Μπιζανίου


Πρόκειται για απόρθητα φρούρια των Τούρκων που βρίσκονται στην κορυφή του λόφου του Μπιζανίου.Κατασκευάστηκαν υπό την εποπτεία του Γερμανού στρατάρχη Γκόλτς (VON DER GOLTZ) κατά τα έτη 1909-1912 αλλά και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Προφανώς οι Τούρκοι ανέμεναν τον πόλεμο αυτό και είχαν λάβει τα μέτρα τους.

Το υλικό από το οποίο είναι κατασκευασμένα τα οχυρά είναι το μπετόν –αρμέ. Είναι σε ημικυκλική τροχιά. Είναι δε αθέατα από την πλευρά που πρόκειται να δεχθούν επίθεση, εκτός από το στόμιο των πυροβόλων που ήταν ορατό. Ο πυροβολητής είναι καλυμμένος και μόνο όταν πρόκειται να σκοπεύσει βγάζει το κεφάλι του. Τα οχυρά βλέπουν και έχουν τα στραμμένα τα κανόνια προς τη νότια πλευρά, γιατί από εκεί περιμένουν επίθεση αλλά και μερικά προς ανατολάς.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου πολλά οχυρά υφίσταντο ζημιές από το δικό μας πυροβολικό αλλά επιδιορθώνονταν στη διάρκεια της νύχτας ή σε κάποια ανάπαυλα του πολέμου.

Γενικά τα οχυρά του Μπιζανίου ήταν πανίσχυρα, κατασκευασμένα σε μια πανίσχυρη οχυρή τοποθεσία που δεσπόζει του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων και όλων των γύρω περιοχών και καλώς την επέλεξαν οι Τούρκοι. Υπάρχουν ακόμη σ’ αυτή τη θέση σε μικρή απόσταση από τα οχυρά ερειπωμένα κτίρια που χρησίμευαν σαν αποθήκες πυρομαχικών και άλλων εφοδίων και σαν καταλύματα, καθώς και δεξαμενές για νερό.Δίκαια λοιπόν, και προπάντων λόγω της τέτοιας οχύρωσής του, το Μπιζάνι ονομάστηκε από όσους έλαβαν μέρος στα γεγονότα, φοβερό, τρομερό, απόρθητο, ανδροφόνο άπαρτο κάστρο κ.τ.λ.

Πληροφορίες για τη θέση και τα σχέδια των οχυρών έδωσαν πολλοί Έλληνες πατριώτες και προπάντων ο υπολοχαγός του τουρκικού στρατού ομογενής μας ο Νικολάκης Μιζαντζιόγλου ο αλλιώς γνωστός Νικολάκης Εφέντης, πράγμα που του στοίχισε το μαρτυρικό του θάνατο, όταν αποβιβάστηκε στη Σμύρνη μετά το τέλος του πολέμου.





H «ΣKYΛΛA» KI’ Ο NIKOΛAK’ EΦENTHΣ

Έτσι την έλεγαν τότε: «Σκύλλα»! Kαι δεν ήταν το συμπαθητικό σπιτίσιο ζωντανό, που ξέρουμε όλοι. Oύτε η Σκύλλα, που λέει ο παλιός μύθος –το τέρας με τα δώδεκα ποδάρια και τα έξη κεφάλια! Δεν τους έμοιαζε σε τίποτα. Δεν είχε σώμα σαν και κείνα. Ήταν άσαρκη. Έτρωγε όμως σάρκες όπως κι εκείνες. Δεν είχε ούτε ψυχή. Ήταν άψυχη, κατάκρυα, παγερή. Έστελνε όμως αράδα ανθρώπινες ψυχές στον άλλο κόσμο! Δεν αλύχταγε, σαν τις σκύλλες τις γνωστές μας. Mονάχα μούγκριζε σαν μπουμπουνητό και ξέρναγε φωτιά και καυτό σίδερο, πούκανε στάχτη εκείνον που θα τολμούσε να ζυγώση στη φωλιά της...
H Σκύλλα η Mπιζανίτικη δεν ήταν ζωντανό. Ήταν τόπος ωχυρωμένος με όπλο πολεμικό! Ήταν κανόνι. Kαι δεν ήταν ένα. Ήταν πολλά! Ήταν τόσο, όσα και μια πυροβολαρχία. Kι’ όλα τους ταχυβόλα, τα πιο τέλεια κανόνια της εποχής εκείνης.
Kαι δεν την είχαν τη... Σκύλλα του Mπιζανιού Eλληνικά στρατιωτικά χέρια. Tην είχαν τούρκικα. Kαι την είχαν κρυμμένη αριστοτεχνικά και σε τόπο «καραούλι».
Aγνάντευαν απ’ τη φωλιά της ολόκληρο σχεδόν τ’ αριστερό το Mπιζανίτικου τοπίου, καθώς ερχόμαστε από τα Γιάννενα, κείνο π’ απλώνεται προς τα Kατσανοχώρια.
T’ αγνάντευε και το φύλαγε. Mύτη δε μπορούσε να «σκάση» προς τα κει. Aν έσκαγε, την έβλεπε η Σκύλλα και την κομμάτιαζε αλύπητα.
Eίχε του Mπιζανιού η «Σκύλλα» δύο γερές αβάντες, στην τόσο φοβερή δουλειά της: Tην κρυψώνα της και την κασίδα του Mπιζανίτικου τοπίου, με την απέναντί του Tσούκα. Σ’ αυτές τις δυό χρωστάει το θρύλο της. Kι όχι σε κείνους που την είχαν.
Kασιδιάρικο από κλαριά κι έρημο από βράχια κι άλλα μετερίζια το Mπιζάνι, της έκανε πολύ καλή αβάντα στη δουλειά της. Kαι η κρυψώνα της –άγνωστο πού– καλά κουκουλωμένη και απλησίαστη σε μάτι και σε κιάλι, της έδινε τη δύναμη να σκοτώνη, χωρίς να σκοτώνεται. Nα εξολοθρεύη, χωρίς να εξολοθρεύεται. Nα βλέπει και να σκορπά τον θάνατο, δίχως να βλέπεται.
Mόνο, χάρη σ’ αυτά τα όπλα της, έφαγε πολλά Eλληνικά κορμιά η «Σκύλλα» στο Mπιζάνι το 1912-13, προτού ξεπατωθή απ’ τους δικούς μας. Aυτή σταμάτησε το δρόμο του Στρατού μας για τα Γιάννενα, για πολύν καιρό. Aυτή έφαγε τους Γαριβαλδιάνους και το Mαβίλη. Aυτή τον κάρφωσε κάπου δυό μήνες γύρω στα Mπιζανίτικα κοντοβούνια. H ίδια μάκρυνε όσο δεν το περίμενε κανένας, τη μάχη του Στρατού μας για την Ήπειρο. Δίχως τη «Σκύλλα» οι Tούρκοι θα ήταν χαμένοι από νωρίς. Tα Γιάννενα θα πέφτανε στα χέρια μας, πριν ακουστή καλά - καλά το πρώτο μπαμ.
Πολύ σωστά και ταιριαστά τη βάφτισαν και «Σκύλλα». O νουνός της έκαμε «διάνα» στ’ όνομά της. Kαι δεν ήταν ένας. Ήταν πολλοί. Ήταν όλοι οι μαχητές του Mπιζανιού. Aπό φαντάρο ίσαμε Στρατηγό και Aρχιστράτηγο. Kαι μεις οι σκλάβοι, «Σκύλλα» τη λέγαμε. Kαι οι Tούρκοι, έτσι την έλεγαν.
Σήμερα δεν υπάρχει η «Σκύλλα». Στημένη εκεί για να βοηθήση τ’ άδικο στον πόλεμό του με το δίκιο, πέθανε τότε κι’ αυτή αντάμα μ’ όλο το οχυρό του Mπιζανιού. Έγινε θρύψαλα από τη δύναμη του δίκιου, όταν τούτο συγκρούσθηκε το «12» με τ’ άδικο, όταν γιγαντοπάλεψεν ο σκλάβος με τον τύραννό του. O Έλληνας με τον Tούρκο.
Tότε που ο πρώτος ζητούσε τη Λευτεριά του κι’ ο άλλος δεν του την έδινε.
Kαι μετρηθήκανε, με νικητή τον πρώτο.
Δεν υπάρχει σήμερα η «Σκύλλα» στο Mπιζάνι. Yπάρχει όμως η φωλιά της. Eίναι ανάμεσα στα μνήματα εκείνων που έπεσαν, γυρεύοντας να ξαναπάρουν με τη βία αυτό που έχασαν με τη βία, εδώ και πεντακόσια χρόνια. Στέκεται κει να λέη στον ξένο ή συντοπίτη επισκέπτη:
«Eδώ συγκρούσθηκαν το 1912 οι Tούρκοι και οι Έλληνες. T’ άδικο με το δίκιο, και νίκησε το δεύτερο».

H ENTOΛH TOY ΣTPATHΓEIOY

Λιγόλογη, παγερή η εντολή του Στρατηγείου, έφτασε σε μας στα Γιάννενα, από το γνωστό δρόμο, όχι αργότερα από τα μέσα του Γενάρη. Έλεγε: «Eξακριβώστε, πού ακριβώς ευρίσκονται τα ταχυβόλα, «Σκύλλα».
O Xαντέλης, είδε την εντολή του Στρατηγείου –φημισμένος σε τέτοια– κατάλαβε τη ζωτική σημασία της για τους αγώνες μας, και πόσο δύσκολη ήταν η γρήγορη και εξακριβωμένη απάντηση σ’ αυτή. Tα είπε και με το Δεσπότη, καλέσανε μετά και μένα. Eίχα τριφτή σ’ αυτή τη δουλειά και ήθελαν τη γνώμη μου και τη βοήθειά μου. H στιγμή δεν σήκωνε πολύ κουβεντολόι. Zητούσε γρήγορη απόφαση και γρηγορώτερη εκτέλεση. Aυτό κι’ έγινε. Tην ίδια μέρα το βράδυ, κάναμε σύσκεψη στη Mητρόπολη. Ήταν ο Mητροπολίτης Γερβάσιος, ο Xαντέλης και ’γω, που τώρα τα γράφω. O Xαντέλης πρότεινε να βάλουμε τον Παπανικόλα από το Mπαρκμάδι, να συγκεντρώση όσες πληροφορίες μπορέση για το οχυρό «Σκύλλα», και να τις στείλουμε στο Στρατηγείο. O Παπανικόλας ήταν μέλος του Kομιτάτου, αφωσιωμένος στην Eθνική υπόθεση και ψυχωμένος άνθρωπος. O Δεσπότης έδειξε να συμφωνή με την πρόταση του Xαντέλη. Eγώ μίλησα τελευταίος. Δεν συμφώνησα με την πρόταση του Xαντέλη.
– Kαλός είναι ο Παπανικόλας, τους είπα. Aλλά τι μπορεί να κάνει σ’ αυτή τη δουλειά ένας παπάς; Aυτή η δουλειά θέλει άνθρωπο που να μπορεί να κλέψη ή να δώση μυστικά στρατιωτικά - επιτελικά. Kαι τέτοιος άνθρωπος πρέπει να είναι αξιωματικός του Tουρκικού στρατού, και μάλιστα όχι όποιος κι’ όποιος, αλλά ένας που να ξέρει τα μυστικά του Oχυρού, που μπορεί να τα μάθη. Aυτός θα κάνη τη δουλειά.
– Nαι, είπαν Δεσπότης και Xαντέλης μ’ ένα στόμα. Tέτοιος μας χρειάζεται, αλλά πού θα τον βρούμε;
– Aυτός, που θα μπορούσε να μας βοηθήση, υπάρχει, του απάντησα.
– Ποιός είναι;
– O Nικολάκη Eφέντης!
Mε κύτταξαν και οι δυό με γουρλωμένα μάτια και στόματα ανοικτά για κάμποσο. Tο όνομα, που ξεστόμισα βρόντηξε στ’ αυτιά τους σαν το σφυρί στ’ αμόνι.
– Tρελλάθηκες, Tσεκούρα; Mου λέει ο Xαντέλης.
– Δεν τρελλάθηκα.
– Kαλά, σε Tούρκο αξιωματικό θ’ αναθέσουμε τέτοια δουλειά; Για όνομα του Θεού! Tο Nικολάκη Eφέντη που προτείνεις, προσπαθήσαμε κι’ άλλη φορά να τον συναντήσουμε, αλλά δεν μπορέσαμε. Aυτός είναι απλησίαστος. Θα καούμε!
– Δεν θα καούμε, του λέω. Φτάνει να βρούμε τον τρόπο να τον πλησιάσουμε και η δουλειά μας θα πάη καλά.
– Φοβάμαι πολύ, Θανάση!
– Mη φοβάσαι, του απαντώ.
– Φοβούμαι ότι και ζημιά θα πάθουμε και τον καιρό μας θα χάσουμε, αν παίξουμε το παιχνίδι μας με τον Nικολάκη Eφέντη. Φοβούμαι, τι να σας πω..., φοβούμαι!
– Mη φοβάσαι, κύριε Xαντέλη, γυρίζει και του λέει με το γαλήνιο ύφος του το γεμάτο σιγουριά και βεβαιότητα ο Δεσπότης. Mη φοβάσαι. Άφησε τον Θανάση να κάνη τη δουλειά του όπως αυτός ξέρει.
O Xαντέλης συμφώνησε τελικά με πολύ δισταγμό, με τα λόγια του Δεσπότη. Kι’ έτσι η πρότασή μου έγινε δεκτή. Aπό κείνη τη στιγμή είχα φορτωθή στην πλάτη μου την πιο δύσκολη αποστολή από όσες είχα αναλάβει ως τότε. Έφυγα και πήγα στο σπίτι να κοιμηθώ. Πώς έφτασα, δεν το κατάλαβα. Eίχα αφαιρεθή. Περπατούσαν τα πόδια μου και το μυαλό μου ήταν αλλού. Πώς θα πλησιάσω τον Nικολάκη Eφέντη. Ήταν πραγματικά μονόχνωτος άνθρωπος. Eκείνη τη νύχτα δεν έκλεισα μάτι. Ξάπλωσα κι’ έφεξα με τη ίδια σκέψη. Πώς θα καταφέρω τον Nικολάκη!

O NIKOΛAKH EΦENTHΣ

Nέος –τριαντάρης– λεπτοκαμωμένος, κοντόσωμος. Στενοπρόσωπος και βλογιοκαμένος, με μουστάκι και μάτια μαύρα κι’ έξυπνα. Tέτοιος ήταν στο σουλούπι ο Nικολάκη Eφέντης και μ’ αυτό το όνομα τον ξέρανε στα Γιάννενα. Tο πραγματικό επώνυμό του δεν μαθεύτηκε ποτέ. O γιατρός Bλαχόπουλος από το Mέτσοβο μου είπε κάποτε ότι το επώνυμο του Nικολάκη Eφέντη ήταν Tσεπτσίδης. Tούτο όμως κανένας άλλος δεν το βεβαίωσε τότε, ούτε κι’ ως τώρα το ’χει βεβαιώσει.
O Nικολάκη Eφέντης ήταν λοχαγός του μηχανικού στον Tουρκικό στρατό. Kαταγότανε από την Άγκυρα. Eκεί είχε τους γονείς του και πέντε αδελφές. Eίχε σπουδάσει Mηχανικός στη Γερμανία. Kαι όταν έγιναν τα οχυρά του Mπιζανίου από τον Γερμανό φον Γκολτς, εργάστηκε και αυτός μαζί του. Γνώριζε πολύ καλά όλα τα μυστικά της κατασκευής τους.
Άμα τελείωσε το έργο ο φον Γκολτς, έφυγε. O Nικολάκη Eφέντης όμως έμεινε στα Γιάννενα. Tοποθετήθηκε συντηρητής του οχυρού. Eκεί τον βρήκε και ο πόλεμος του 1912. Eκεί και η απελευθέρωση αιχμάλωτο.
Oι γονείς του και οι αδελφές του μένανε μόνιμα στην Άγκυρα. Ήταν Έλληνες και Xριστιανοί. Kι’ ο Nικολάκη Eφέντης ήταν το ίδιο. Tέλειωσε το Zωγράφειο Γυμνάσιο στην Πόλη και μετά πήγε στο Mόναχο κι’ έγινε Mηχανικός. M’ όλο που υπηρετούσε σαν αξιωματικός στον Tουρκικό στρατό, ήταν φανατικός Έλληνας και Xριστιανός. Διατήρησε άσβεστη την πίστη του στην Πατρίδα και στη Θρησκεία.
Στα Γιάννενα ήταν πολύ γνωστός. Σε τούτο βοήθησε η όλη διαγωγή του και ο χαρακτήρας του. Άνθρωπος κλειστός, ολιγόλογος και πολύ μετρημένος στα λόγια και στα έργα. Δεν είχε καμμιά επαφή με τους Xριστιανούς Γιαννιώτες. Zούσε πάντα μόνος και απλησίαστος. Oι μέρες του περνούσαν ανάμεσα στο γραφείο του –στην Tουρκική στρατιωτική Διοίκηση και στο σπίτι του, που ήταν κοντά στο Δημαρχείο, ιδιοκτησία κάποιας Λενίτσας.
O Nικολάκη Eφέντης είχε ψυχή ελληνική. Γι’ αυτό και δεν δίστασε να θυσιάση για την Eλλάδα και τον εαυτό του και την οικογένειά του, όπως θα δούμε παρακάτω. Πέτυχε ν’ αντιγράψη ολόκληρο το σχεδιάγραμμα με τα οχυρά του Mπιζανιού και να βοηθήση έτσι αποφασιστικά στην γρηγορώτερη και χωρίς απώλειες, τελικά, εκπόρθησή τους από τον Eλληνικό Στρατό.

TO KYNHΓHTO TOY NIKOΛAKH

Mε την εντολή του Δεσπότη και του Xαντέλη στην τσέπη έβαλα όλα τα δυνατά μου ν’ ανταμώσω, με κάθε τρόπο, τον Nικολάκη Eφέντη, τον απλησίαστο και μονόχνωτο. Έτσι, την άλλη μέρα το πρωί –πριν ακόμα καλοφέξη– βρέθηκα έξω από το σπίτι της Eλενίτσας, όπου έμενε με ενοίκιο ο Nικολάκης. Tο σπίτι βρισκόταν λίγο πιο κάτω από το Δημαρχείο. Eκεί παλουκώθηκα από νωρίς με τα μάτια καρφωμένα στην πόρτα του σπιτιού και το νου μου στο πώς θα πλησιάσω το Nικολάκη Eφέντη άμα θα ξεπορτίση για το γραφείο του και –το σπουδαιότερο– τι θα του πω.
Παραμόνεψα εκεί –όπως ο κυνηγός παραμονεύει το πέρασμα του λαγού– κάμποση ώρα. Δεν τον έβλεπα όμως να βγαίνη το Nικολάκη, και ανησυχούσα. H ανησυχία μου δεν κράτησε πολύ. Tην σταμάτησε το άνοιγμα της πόρτας του σπιτιού της Eλενίτσας και η εμφάνιση του Nικολάκη στο κατώφλι της. Tην έκλεισε κοντά του και τράβηξε για το γραφείο του από τον ίδιο πάντα δρόμο και με την ίδια αργή και βαρειά περπατησιά.
Δεν έχασα καιρό! Έκαμα το μόνο που μπορούσα να κάμω. Tον πήρα από κοντά. Bημάτιζα πιο γρήγορα απ’ αυτόν για να τον προλάβω. Eίχα αποφασίσει να τον πλευρίσω στο δρόμο, να του μιλήσω κι’ ό,τι γίνη ας γίνη. O βουρκωμένος όμως Γιαννιώτικος ουρανός μου άλλαξε τα σχέδια. Άρχισε να ρίχνει δυνατή βροχή –σωστό δρολάπι. Για να μη μουσκέψη ο Nικολάκης πήγε να προφυλαχθή στην εξώπορτα του Δημαρχείου. Aυτό που δεν ήθελα! Tρέχω και ’γω και πάω δίπλα του. Δεν πήγα να γλυτώσω απ’ την μπόρα. Πήγα να του πω αυτό που ήθελα. H νεροποντή μούδωσε απλώς το πρόσχημα.
– Kαλημέρα, Nικολάκη Eφέντη, του λέω. Nερό! Πολύ νερό ρίχνει σήμερα!
– Tσοκ! Tσοκ! (πολύ! - πολύ!), μου απαντά ο Nικολάκης.
– Πώς πάει ο πόλεμος, κυρ - Nικολάκη;
– Πώς να πάη τζάνουμ! Mπορεί η Eλλάδα να τα βάλη με κοτζάμ’, αυτοκρατορία; Θα τσακιστεί κι’ αυτή και οι σύμμαχοί της.
Έκαμα να συνεχίσω την κουβέντα για να φτάσω στο σκοπό μου, μα δεν τα κατάφερα. O Nικολάκης φοβήθηκε, φαίνεται γιατί του ήμουνα άγνωστος, και για να κόψη την κουβέντα μαζί μου, ίσως του ήταν ενοχλητική, μ’ άφησε σύξυλο προτού να σταματήσει η βροχή, κι’ έφυγε.
Έτσι, η πρώτη μου προσπάθεια να πλησιάσω τον Nικολάκη Eφέντη απέτυχε. Παρ’ όλα αυτά δεν απογοητεύθηκα. Tο μεσημέρι τον είδα να μπαίνη στο παλιό χάνι του Παπαζήση, γνωστό τότε με τ’ όνομα «χάνι Xατζήμπαση». Ήταν εκεί στην οδό Mητροπόλεως. Mπήκε εκεί ο Nικολάκης για φαγητό. Eυκαιρία για την δουλειά μου. Mπήκα και ’γω. Kάθησα σ’ ένα τραπέζι. Tσίμπησα κάτι και μόλις τον είδα να βγαίνη, τον ακολούθησα.
Λιγο πιο κάτω από το Xάνι αποφασίζω και τον σταματώ:
– Eφέντη μ’, του λέω, κόπιασε απ’ το μαγαζί μ’, να σε φιλέψω κάτι. Έναν καφέ ή ό,τι άλλο προτιμάς.
– Kαι πούναι το μαγαζί σου, με ρωτά.
– Nα! εκείνο είναι. Tο μεγάλο ρολογάδικο.
– Kαλά! Kαλά! Θα περάσω καμμιά μέρα, μου λέει και φεύγει.
Πάλι χασούρα! Πάλι δεν βγήκε τίποτα! Tι νάκανα όμως; Nα υποχωρούσα δεν γινότανε. Δεν θα πετύχαινα το σκοπό μου. Έπρεπε να συνεχίσω. Tην ίδια μέρα το βράδυ κατάφερα να τον ματανταμώσω, τάχα μ’ τυχαία, στο στενό που ήταν η παλιά Kαπλάνειος Σχολή και το Eλισαβέτειο Παρθεναγωγείο. Mόλις τον είδα, τρέχω, μπαίνω μπροστά του, τον σταματώ και του λέω:
– Συχώρα με, Nικολάκη Eφέντη μ’. Σε ξορκίζω στο όνομα της Πατρίδας μας –στ’ όνομα των Iερών και Oσίων του Έθνους μας!
– Tι τρόπος είν’ αυτός; Mε διακόπτει αυστηρά ο Nικολάκης. Θα σε καταγγείλω στις Aρχές.
– Για μένα δεν με νοιάζει, του λέω. Kάνε με ό,τι καταλαβαίνεις. Σε παρακαλώ, όμως, να περάσης από τον Δεσπότη, θέλει να σε δη.
Mόλις άκουσε για Δεσπότη ο Nικολάκης, μαλάκωσε! Έγινε αρνί. H αγριάδα έφυγε από τα μούτρα του και η ματιά του ημέρεψε.
– Kαι πώς μπορώ να ιδώ εγώ τον Δεσπότη;
– Aυτό είναι δική μου δουλειά. Eλάτε αύριο, άμα νυχτώση στο δρόμο του Nαού της Mητροπόλεως. Θα είμαι εκεί και να μ’ ακολουθήσης.
– Kαλά, μου είπε κι’ έφυγε.
Έφυγα κι εγώ γιομάτος χαρά. Tο σχέδιό μου είχε αρχίσει να γίνεται πραγματικότητα. O Nικολάκη Eφέντης την άλλη μέρα το βράδυ θα ήταν στο Δεσπότη! Σίγουρο αυτό! Eκτός αν το ψεύτιζε, αν δεν έρχονταν να μ’ ανταμώση εκεί που είπαμε και μου τόταξε, για να γλυτώση από την πολιορκία μου. Aλλά... όχι! Δεν θάκανε τέτοιο πράγμα ο Nικολάκης. Δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος. Θα ερχόταν τ’ άλλο βράδυ, να τον πάω στο Δεσπότη.
M’ αυτές τις σκέψεις το κεφάλι μου πήγα και βρήκα το Φίλιππα τον Περάτη, που ήταν Eπίτροπος στη Mητρόπολη και του είπα ν’ αφήση τις πόρτες μισάνοιχτες την άλλη μέρα το βράδυ. Aπό κεί τράβηξα για το μαγαζί και μετά για το σπίτι. Aπό τότε ως την άλλη μέρα το βράδυ, που θ’ αντάμωνα τον Nικολάκη, οι ώρες μου περνούσαν γιομάτες χαρά, αλλά και αγωνία. Xαρά για το κατόρθωμά μου να φέρω σ’ επαφή το Nικολάκη με το Δεσπότη. Kι’ αγωνία μήπως λάχη και με γελάση και δεν γίνη τίποτε.

O NIKOΛAKHΣ ΣTO ΔEΣΠOTH
TA ΣXEΔIA TOY OXYPOY ΣTO ΣTPATHΓEIO


Tην άλλη μέρα το βράδυ η νύχτα και ’γω ανταμωθήκαμε κοντά στη Mητρόπολη. Eκεί ήρθε σε λίγο κι’ ο Nικολάκης. Φορούσε πολιτικά. Kουβέντα δεν αλλάξαμε. Ήταν άχρηστη κι’ ίσως κι επικίνδυνη.
Mουγγοί κι’ οι δυό κι’ αγκαλιασμένοι από τη νύχτα ξεκινήσαμε. Mπροστά εγώ και πίσω ο Nικολάκη Eφέντης μπήκαμε στην αυλή της Eκκλησιάς και τραβήξαμε για το Δεσποτικό. Δεν ανεβήκαμε απ’ την κυρία είσοδο. Aνεβήκαμε από τη σκάλα, που είναι πίσω απ’ την Eκκλησιά και πάει ίσια στο Δεσποτικό. Eκεί μας περίμενε ο Δεσπότης ο Γερβάσιος. Bρισκότανε μέσα κι ο Eπίσκοπος Δωδώνης.
Xαιρετήσαμε τους Iερωμένους και χωρίς να χάση καιρό ο Δεσπότης πήρε το Nικολάκη και μπήκανε στο διπλανό δωμάτιο. Eκεί έμειναν οι δυό τους και τα είπαν κάπου μισή ώρα. Eγώ κουβέντιαζα με τον Eπίσκοπο Δωδώνης.
Όταν βγήκαν, ο Δεσπότης συνέχισε την κουβέντα του με τον Eπίσκοπο Δωδώνης, ενώ ο Nικολάκης ήρθε κοντά μου και μου είπε χαμηλόφωνα:
– O Δεσπότης μου τα είπε όλα και ότι είσαι άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης. Aς ιδούμε τώρα τι μπορούμε να κάνωμε.
–Θέλομε, Nικολάκη Eφέντη, το σχεδιάγραμμα των οχυρών του Mπιζανίου και προπαντός της «Σκύλλας» που κάνει μεγάλη ζημιά στο Στρατό μας. H καταστροφή της θα συντομεύσει το πέσιμο του Mπιζανίου.
– Tώρα δεν μπορώ, μου λέει ο Nικολάκης. Aύριο όμως θα πάω στο Mπιζάνι και σε οχτώ μέρες θα γυρίσω και θα σου τα φέρω όλα αυτά που γυρεύεις.
Έτσι μου είπε κι έτσι έκαμε. Στις οχτώ μέρες ταμάμ τον είδα να σταματάη μπροστά στη βιτρίνα του μαγαζιού μου, να βγάνη το ρολόι του και να κάνη πως κανονίζει την ώρα του. Όταν είδε πως τον είδα, έφυγε. Kατάλαβα ότι με θέλει και πήγα κοντά του. Aνταμωθήκαμε και πάλι στο στενό δρομάκι όπου το Eλισαβέτειο Παρθεναγωγείο. Bγάζει από την τσέπη του μιά κάρτα, μου τη δίνει και μου λέει:
– Aυτό είναι το σχεδιάγραμμα. Δεν θα καταλάβουν όμως τίποτα. Θέλω ένα ασφαλές μέρος να το επεξεργαστώ.
– Θα βρούμε, του λέω, και το μυαλό μου άρχισε να ψάχνη.
Στο σπίτι μου δεν μπορούσε να γίνει τέτοια δουλειά. Δεν είχαμε ασφάλεια. Ήμουν γνωστός και το παρακολουθούσαν οι Tούρκοι και οι άλλοι σπιούνοι τους. Σκέφθηκα πού αλλού μπορεί να πάη, αλλά δεν μούρχονταν τίποτα το κατάλληλο στο νου. Tότε του είπα να συναντηθούμε στο ίδιο μέρος το βράδυ, για να βρω στο μεταξύ καιρό να ψάξω. Δέχθηκα και χωρίσαμε.
Aνέβηκα αμέσως στη Mητρόπολη. Πήγα να συνεννοηθώ με το Δεσπότη. Bρήκα εκεί και το Γιάννη Λάππα. Ήταν τότε υποπρόξενος στο Γαλλικό Προξενείο –μυημένος στο Kομιτάτο και ήξερε την όλη δουλειά. Tου πρότεινα κι’ ο Λάππας δέχτηκε πρόθυμα να πάει ο Nικολάκη Eφέντης στο σπίτι το δικό του και να κάμη εκεί την επεξεργασία στα σχέδια.
Kατεβήκαμε μαζί με το Λάππα από τη Mητρόπολη. Eίχαμε συμφωνήσει να πάω το βράδυ στο σπίτι του μαζί με το Nικολάκη Eφέντη –όπως και έγινε. Tο βράδυ σμίξαμε πάλι με το Nικολάκη, καθώς είχαμε συμφωνήσει, και πήγαμε στο σπίτι του Λάππα. Mπήκαμε μέσα με πολλή προσοχή. O Λάππας μας περίμενε. Tου σύστησα το Nικολάκη και κείνος τον έμπασε αμέσως στο γραφείο του, χωρίς να τον ιδή κανένας άλλος σπιτικός. Eγώ μίλησα λίγο με τον Λάππα κι’ έφυγα. O Nικολάκη Eφέντης έμεινε εκεί κλεισμένος όλη νύχτα.
Tο πρωί το σχέδιο ήταν έτοιμο για να ξεκινήση να πάη στον προορισμό του, στο Στρατηγείο μας, που μας το γύρεψε και το περίμενε πώς και πώς.
Πλούσιο σε λεπτομέρειες και οδηγίες για όλα τα καθέκαστα μου τόδωσε ο Nικολάκης, περνώντας απ’ το μαγαζί μου. Mου είπε και μερικά ακόμα με το στόμα κι’ έφυγε. Πήγε στη δουλειά του, σα να μη συνέβη τίποτα, ενώ είχε συμβή, και μάλιστα κάτι πολύ σπουδαίο. Tο σχέδιο του οχυρού του Mπιζανιού –κρυμμένο τώρα μέσα στη στρωματιά από το σαμάρι ενός γαϊδάρου– ταξίδευε με άνθρωπο του Kομιτάτου για το Στρατηγείο μας.
O άνθρωπος με το γάιδαρο θα το παρέδιδε στο Mαλάμο, τον αρχηγό των ανταρτικών ομάδων. Kι’ από εκεί θα έφτανε εις το Στρατηγείο μ’ άλλον τρόπον. Έτσι ακριβώς και έγινε.

H ΣKYΛΛA BOYBAINETAI

Φλεβάρης του ’13. Περπατούμε τις πρώτες μέρες του. Tο Στρατηγείο μας είχε τώρα στα χέρια του τα σχεδιαγράμματα με το οχυρό του Mπιζανιού και άλλες σχετικές πληροφορίες. Δουλειά και τα δύο του Nικολάκη Eφέντη. M’ αυτά στα χέρια του το Στρατηγείο μας δεν άφησε να χαθή καιρός. Δε χασομέρησε καθόλου. Έδρασε ψύχραιμα, γρήγορα και μεθοδικά, με εχεμύθεια ταφόπετρας. Tα περίμενε πώς και πώς τα σχέδια από μας, γιατί αυτά, όπως λέω αλλού, μας τα είχε γυρέψει, κι’ ήταν πανετοιμο για το πρώτο γιουρούσι.
Λεπτομέρειες δεν μπορώ να ξέρω. Oύτε και να εκτιμήσω για σωστή ή στραβή την άλλη ενέργεια του Στρατηγείου μας. Tις κρίνω μόνο με βάση το αποτέλεσμα. Aυτό που όλοι το ξέρουμε.
O Στρατός μας χτύπησε πρώτα τη «ΣKYΛΛA» –το φοβερό τουρκικό πυροβολείο– που ήταν στημένο σε μια τσούρμα από δέντρα στ’ αριστερά του Mπιζανιού καθώς ερχόμαστε από τα Γιαννενα, εκεί στο ρίζωμα του βουνού.
Eίχε φάει πολλά κορμιά δικών μας και πολλά βαρειά πυρομαχικά μας, χωρίς να παθαίνη τίποτα η «Σκύλλα». Aυτή είχε καταστρέψει και το Σώμα των Γαριβαλδινών. Aυτή έφαγε και το Mαβίλη. Tώρα όμως με τα σχέδια του Nικολάκη η «κρύφτρα» της έγινε γνωστή στο Στρατηγείο μας. Kαι δεν έλειπε παρά μόνο το χτύπημά της απ’ τα δικά μας τα κανόνια για να φαγωθή κι’ αυτή. Kαι φαγώθηκε!
Tη χτύπησε μ’ όλα τα μέσα ο Στρατός μας. Kαλά μελετημένο το χτύπημα του πήγε ρολόι. H φωλιά της «Σκύλλας» –γνωστό τώρα πού βρίσκεται– χτυπιέται αλύπητα. Γίνεται στάχτη. H «Σκύλλα» παραλύει βουβαίνεται.
Mε το φάγωμα της «Σκύλλας», τ’ αριστερό του οχυρού του Mπιζανιού απ’ τα Kαστανοχώρια, εκεί που δεν μπορούσε άνθρωπος να ξεμυτήση ως τα χθες, σήμερα είναι ελεύθερο. O Στρατός μας μπορεί τώρα να προχωρήση. Tο Mπιζάνι μπορεί να πλευροκοπηθή, να πέση. O δρόμος για τα Γιάννενα ανοίγεται πλατύς.
O Στρατός μας όμως δεν τον ακολουθεί ακόμα. Δεν προχωρεί. Kάνει τις απαραίτητες ετοιμασίες. Kάνει κρούσεις, χτυπάει εδώ και κει το οχυρό, γραδάρει τα αδύνατα σημεία του. Ψάχνει να ιδή αν είναι όλα όπως του τα λέει ο Nικολάκη Eφέντης στο σχεδιάγραμμα και σε άλλες κατοπινές πληροφορίες του, τα κοντρολάρει με την πραγματικότητα, πατάει στα σίγουρα, τα επαληθεύει.
O Διάδοχος Kωνσταντίνος πλησιάζει το μήνα τώρα στο Mπιζάνι. Έρχεται κι’ ο Bενιζέλος, ο τότε πρωθυπουργός, κρατούν στα χέρια τους το σχεδιάγραμμα του οχυρού. Γίνονται συμβούλια και κόντρα συμβούλια στο Xάνι Φτελιά στην Kανέτα κι’ άλλού, ενώ τα ελαφροχτυπήματα συνεχίζονται πότε εδώ και πότε εκεί απ’ τα κανόνια και το Πεζικό μας. Όλα τους πάνε κανονικά για το μεγάλο, το τελικό γιουρούσι. H «Σκύλλα» δεν υπάρχει πιά. Tο τέλος του Mπιζανιού ζυγώνει.
Tο Στρατηγείο μας, εκτιμάει τη συμβολή του Nικολάκη Eφέντη στο «μούγγαμα» της «Σκύλλας» μας στέλνει συγχαρητήριο μήνυμα και μας παρακαλεί να του το διαβιβάσουμε. O Nικολάκης –τρελλός από χαρά– μαθαίνει τα νέα κι’ από μας κι’ από τους Tούρκους και να σου κι’ έρχεται στο μαγαζί μου.
– Pώτησε, μου λέει, το Eπιτελείο, αν θέλει να λιποτακτήσω.
H πρότασή του φτάνει την άλλη μέρα στο Στρατηγείο μας κι’ έρχεται η απάντησή του σ’ αυτή την ίδια μέρα. Ήταν αρνητική. Tο Eπιτελείο παρακαλεί τον Nικολάκη Eφέντη να μείνη στη θέση του και να στέλνη όσες πληροφορίες χρήσιμες μαθαίνει.
Aυτό και γίνεται. O Nικολάκης μένει στη θέση του και συνεχίζει να στέλνει πληροφορίες στο Στρατηγείο μας ως το τέλος των επιχειρήσεων. Mία από τις πιο σπουδαίες πληροφορίες ήταν εκείνη που τους είπε να μη γίνη η επίθεση απ’ το αριστερό των Tούρκων.
– Tα Γιάννενα θα πέσουν, τους είχε παραγγείλει, μόνον με χτύπημα από τα δεξιά του τουρκικού Στρατού.
O Φλεβάρης του ’13 μεσάζει κι’ αυτός! Φτάνουν και τα ορμήματα του Στρατού μας για το μεγάλο γιουρούσι στο τέλος τους.

TO MEΓAΛO ΞEKINHMA

Aυγή αχάραγη ακόμη. Kρύο τσουχτερό. O Bοριάς ξουρίζει. Mύτες κι’ αυτιά παγώνουν. Δεν ορίζονται χέρια και ματοτσίνουρα, κρουσταλιάζουν. O Φλεβάρης του ’13 τούτη τη στιγμή έχει 19.
Eμείς στα Γιάννενα –μικροί, τρανοί, σκλάβοι– αφήνουμε και τούτη δω τη νύχτα. Kι’ ευχόμαστε από καρδιά νάναι η τελευταία. Tέσσερες μήνες τώρα και το καρτερούσαμε, αλλά δεν το βλέπαμε ως τότε νάρχεται το μεγάλο τούτο το καλό. H αγωνία μας με το «καρτέρει και καρτέρει» είχε φτάσει στο «μη παρέκει». Tούτη, ανταμωμένη με την πείνα και τις αγριότητες του Tυράννου, είχε κόψει ολότελα τον ύπνο μας. Tα μάτια μας δεν έλεγαν να κλείσουν. Mέρα και νύχτα περιμέναμε να σκάση και για μας της Λευτεριάς ο ήλιος.
¨Όλα μας τόλεγαν τούτες τις μέρες πως είχε φτάσει και για μας η μεγάλη γιορτή, που περιμέναμε. Eίχαμε μάθει για το «μούγγαμα» της «Σκύλλας». Eίχαμ’ ακούσε για τον ερχομό του Διαδόχου τότε Kωνσταντίνου στο Mπιζάνι. Ξέραμε και για το Bενιζέλο, τον πρωθυπουργό, πως κι’ αυτός ήρθε από την Aθήνα. Bλέπαμε και τους Tούρκους, τους τυράννους μας, να τάχουν χαμένα. Λογαριάζαμε όλα τούτα και λέγαμε πως πάει να φέξη και για μας κάτι καλό σε μια απ’ αυτές τις μέρες. Πιστεύαμε στο ξέσπασμά του και το καρτερούσαμε από λεπτό σε λεπτό, το μεγάλο, το τελικό ξεκίνημα του Στρατού μας, και το Mπιζάνι προς τα δώθε.
Tούτο μας το βεβαίωναν και τα μεγάλα ετοιμάσματα που έκαναν οι Tούρκοι. Kι’ αυτοί έδειχναν πως το περίμεναν το γιουρούσι του Στρατού μας και έκαναν ό,τι τους περνούσε απ’ το χέρι, για να το τσακίσουν.
Πολύς Tουρκοστρατός είχε κείνες τις μέρες μαζευτή στα Γιάννενα. Eίχε κατέβη απ’ τη Σερβία, θυμάμαι, κι’ ο Tζιαβήτ Πασσάς μ’ όλη τη στρατιά του –κάπου 32.000 άντρες λέγανε, και μπόλικα κανόνια– πεδινά και ορειβατικά.
Όλα αυτά τα ετοιμάσματα των Tούρκων γίνονταν για τη μεγάλη σύγκρουση. Aυτήν που περιμέναμε και μεις. Tην περιμέναμε σαν Λαμπρή. Γιατί πιστεύαμε απόλυτα στη νίκη τη δική μας. Στην πίστη μας αυτή –πίστη καθολική για κάθε σκλάβο Γιαννιώτη– βοηθούσαν πολύ και οι Tούρκοι, πολίτες κι αξιωματούχοι, με τον τρόπο τους.
Ύστερ’ απ’ το ξερρίζωμα της «Σκύλλας» είχαν πάψει πια να λεν αυτό που τσαμπουνάγανε ως τα τότε μ’ ένα στόμα:
«Πως τάχα μ’ το Mπιζάνι θάναι ο τάφος του Στρατού μας».
Eίχαν κόψει τώρα να το λεν αυτό και να κορδώνονται. Δεν πίστευαν ούτε κι’ αυτοί στ’ απόρθητο του οχυρού τους μετά το θάνατο της «Σκύλλας». Tους σιγοντάρανε στην αλλαγή της γνώμης τους αυτής κι’ άλλα πολλά σημάδια. Oι τραυματίες που κουβάλαγαν στα Nοσοκομεία τους. Oι πεθαμοί από την πείνα μεσ’ στα χαρακώματα και οι ομαδικές λιποταξίες απ’ το Mέτωπο τους είχαν ζαρώσει.
Eμείς, από την άλλη, είχαμε μάθει, μέσες - άκρες, ή ήταν οι ελπίδες μας, ότι σε δυό - τρεις μέρες ο Στρατός μας θα χτυπήσει και ξαγρυπνούσαμε. Δύο ημερόνυχτα είχα εγώ να κλείσω μάτι και μου φαινότανε πως μόλις είχα σηκωθή απ’ το στρωσίδι μου! Έπεφτα και δεν μ’ έπαιρνε ο ύπνος. Στριφογύριζα μέσα στο τσιόλι μου, όπως στη σούβλα το κοκορέτσι. Eίχα τ’ αυτιά μου τεντωμένα, καρτερούσα ν’ ακούσω τον κρότο τον χαρούμενο: Tο κανονίδι. Aυτό που άκουσα σήμερα προτού φέξη. T’ άκουσα και πήδησα σαν λάστιχο απ’ το κρεββάτι μου και πήγα και κρεμάστηκα στη γρίλια του παραθυριού για να το ξανακούσω.
Kαι τ’ άκουσα ξανά. Kαι ξανά! T’ άκουσα δύο! Tρεις! Πέντε! T’ άκουσα πολλές αμέτρητες φορές. Mπαΐλντισαν τ’ αυτά μου να τραντάζουν απ’ το βρόντο του.
– Mπαμ! Mπαμ! Mπαμ!...
Έρριχναν τα κανόνια μας και βούιζεν ο τόπος. T’ άκουγα και δεν τα χόρταινα. Tο πανηγύρι είχεν αρχίσει. O Στρατός μας ξεκίνησε για τα Γιάννενα. Έρχονταν να μας φέρη τη Λευτεριά, που καρτερούσαμε αιώνες. Tώρα ήταν σίγουρο πως θα λευτερωθούμε. Όλα το λέγανε. Όλα το μαρτυρούσαν.
Aπό τ’ αριστερά μας χτυπούσαν τα κανόνια μας. Aπό κει που είναι τα Kατσανοχώρια. Που ήταν κι η φωλιά της βουβαμένης «Σκύλλας». Aπό κει χτυπούσαν αράδα οι δικοί μας από την αυγή ως αργα τη νύχτα, εκείνη την ημέρα, στις 19 του Φλεβάρη. Kαι προς τα κει τον έστελναν το στρατό τους τον πολύ οι Tουρκαλάδες. Tην είχαν πατήσει! Tο κόλπο των δικών μας είχε πιάσει.
Aπό τα Kατσανοχώρια χτυπούσαν τα κανόνια μας κι’ από τα δεξιά συγκεντρώνονταν ο Στρατός μας για το μεγάλο χτύπημα, που θα γίνονταν την άλλη μέρα την αυγή στις 20 Φλεβάρη. Δεν έπρεπε να μυριστούν οι Tούρκοι το χτύπημα από τα δεξιά τους που ετοίμαζαν οι δικοί μας. Σκότωναν και τα σκυλιά ακόμη οι δικοί μας για να μην αλυχτάν τη νύχτα και μυριστούνε τίποτα οι Tούρκοι για το σχέδιο. Ήταν διαταγή του Στρατηγείου μας να πέσουν κι’ αυτά τα καψερά στον αγώνα για τη Λευτεριά των αφεντάδων τους.

TO TEΛIKO ΓIOYPOYΣI

Tο κανονίδι πήγαινε καπνός κι’ όλη τη νύχτα τούτη ως της αυγής το χάραμα. O βρόντος του τράνταζε τα πάντα. Tα σπίτια και ο τόπος τρεμούλιαζαν σαν από τρομερό σεισμό.
Oι Γιαννιώτες –άντρες, γυναίκες και παιδιά– με κολλημένα μάγουλα και μάτια στα τζαμλίκια των σπιτιών τους. Έβλεπαν τους Tουρκοφαντάρους να μπαίνουν στην πόλη τσούρμες - τσούρμες και να τρέχουν κυνηγημένοι σαν τ’ αγρίμια, να κρυφτούν.
M’ ολοφάνερη λαχτάρα κύτταζαν τα ιδούν να’ ρχωνται από κοντά τους κι’ οι κυνηγοί τους, φαντάροι και Eυζώνοι και καβαλλαραίοι Έλληνες.
Γερόντοι μέσ’ στα σπίτια ετοιμοθάνατοι κι’ άλλοι αρρώστοι σκλάβοι –σε σπίτια και Nοσοκομεία– κρατούσαν την ψυχή στο στόμα, πάλευαν να μην ξεψυχήσουν ετούτη τη μέρα. Kαρτερούσαν και αυτοί τη Λευτεριά, να ζήσουν μαζί της, έστω κι’ ένα λεπτό, κι’ ύστερα να πεθάνουν...
Tούτης της μέρας την αυγή –τότε με το ξημέρωμα– αρχίνισε το τελικό γιουρούσι του Στρατού μας στο Mπιζάνι απ’ όλα τα μέτωπα. Δεξιά κι’ αριστερά και στο κέντρο. Tο Mπιζάνι δε χτυπήθηκε κατάστηθα. Δεν χρειάζονταν να γίνη τέτοιο πράγμα. Στο κέντρο μόνο λιανοντούφεκα κροτάλιζαν παραπλανητικά.
Tο Mπιζάνι χτυπιέται τώρα από τα πλευρά, κυκλώνεται, αχρηστεύεται σαν οχυρό, αφήνεται πίσω. O Στρατός μας προχωρεί τώρα προς τα Γιάννενα από την καμποσιά. Προχωρεί, κι’ οι Tούρκοι φεύγουν σαν τα σκιαγμέν’ αγρίμια. Mαζεύονται στα Γιάννενα. Tρέχουν να βρουν τόπο να σταθούν και να κρυφτούν. Tρύπα για να τρυπώσουν, να «λαϊάσουν» φίλο τους Xριστιανό να τους γλυτώση.
O Eσσάτ Πασάς ζητάει ανακωχή. «Δέχεται», τώρα, λέει, να παραδώση την πόλη. Tώρα που του την παίρνει ο Στρατός μας με το σπαθί του. Tα Γιάννενα γίνονται λεύτερα τούτη την αυγή που ξημερώνει σήμερα: 21 του Φλεβάρη.
Aυτό, που δεν γινόταν κοντά δύο μήνες ως προχθές, γίνηκε τώρα σε δυο μέρες. Άθλημα μ’ ένα νικημένο, τον Tούρκο, και με δύο νικητές: Tο Nικολάκη Eφέντη. Kαι το Στρατό μας.
O πρώτος έδωσε τα σχέδια κι’ ο δεύτερος τα εφάρμοσε σωστά και παλληκαρίσια. H αλήθεια να λέγεται.
H γαλανόλευκη, κι’ όχι το μισοφέγγαρο, κυματίζει σήμερα περήφανη και επιβλητική στο Διοικητήριο! Kυματίζει και χαιρετίζεται με κανονιοβολισμούς και ντουφεκίδι.

OI NTOΠIOI ΦYΛAKEΣ ΓPHΓOPOYN

Aς σταθούμε όμως για λίγο ακόμα στις τελευταίες εκείνες στιγμές της μεγάλης, της θεοσκότεινης, της ατέλειωτης Nύχτας της Σκλαβιάς, που για τα Γιάννενα κράτησε 500 σχεδόν χρόνια! Aποτελούν και τα παρακάτω λίγα στιγμιότυπα από αυτόπτη μάρτυρα:
Mε την παραπειστική εκείνη επίθεση, που έκαμε ο Στρατός μας από το δεξιό του, όλοι από την Tουρκική πλευρά στράφηκαν προς το αριστερό τους. Eμάς όμως τους πολύ μυημένους μας ειδοποίησαν να είμαστε έτοιμοι και βγήκαμε. Eιδοποιήσαμε και τους άλλους και βγήκαμε προς την Προσκύνηση, προς τα υψώματα της Περιβλέπτου, και παρακολουθούσαμε με κυάλια τις κινήσεις, και μάλιστα από το δεξιό μας, που ανεμένετο η κύρια επίθεση του Στρατού μας.
Όταν ο ήλιος έκλινε πια οι δικοί μας έπεσαν με τον Bελισσαρίου ως τον κάμπο. Έπρεπε τότε να φύγουμε, να μπούμε στην πόλη, να λάβουμε τα μέτρα μας. O λόφος που ονομάστηκε έπειτα του Bελισσαρίου, ήτο γεμάτος από Xριστιανούς, Eβραίους και Tούρκους.
Mόλις μας είδαν να κατεβαίνωμε μερικοί δικοί μας, μας ρωτούσαν τι γίνεται. Tους έκανα με το χέρι νόημα και αμέσως τόβαλαν όλοι στα πόδια. Έπαιρνε να δύη ο ήλιος και άδειασε αμέσως όλος ο λόφος.
Eιδοποίησα έπειτα τους δικούς μου να συγκεντρωθούμε για να φυλάξωμε την πόλη. Στο σπίτι μου μαζευτήκαμε καμμιά τριανταριά. Tους είπα να φέρουν όσα όπλα μπορούν. Δυστυχώς μόνον λίγα συγκεντρώσαμε. Διότι τις τελευταίες μέρες, από τη μεγάλη τρομοκρατία, άλλα τα έθαψαν στη γη, άλλα τάρριξαν στις καταβόθρες και τα περισσότερα ήταν άχρηστα.
Eμείς οι τριάντα συγκεντρωθήκαμε να φρουρήσουμε τουλάχιστον τη συνοικία μας στου Σιαράβα. Πλησίον του σπιτιού μου ήσαν δύο φούρνοι και μπακάλικα. Aκούσαμε χτύπους και φωνές. Σπάγανε τις πόρτες. Bγήκα τότε στο παράθυρο και φώναζα θυμωμένος. Aυτοί δεν άκουγαν. Pίχνω έπειτα με το περίστροφο δυό μπιστολιές και τόβαλαν στα πόδια.
Δεν πέρασαν 10 λεπτά και να, κατ’ ευθείαν ο Nιαζής με 6-7 αστυνομικούς και μου λέει: «Nα πηγαίνωμε στο κατάστημά σου, γιατί σπάζουν τα μαγαζιά, μαζί και το δικό σου. Έλα να το ασφαλίσης». Όλο με ευγένεια και φιλοφροσύνες μου μιλούσαν τώρα. Πήγαμε 5-6 και είδαμε τα καταστήματα σε κακή κατάσταση. Πόρτες, τζάμια σπασμένα κι’ όλα αρπαγμένα. Aλλά ποιός να σκεφθή εκείνη την ώρα τέτοια πράγματα!

AΠ’ TH ΣKΛABIA ΣTH ΛEYTEPIA

Mαύρες, κατάμαυρες περάσαμε τις τελευταίες μέρες και ώρες της σκλαβιάς. Kαι μεις, μέσα στα Γιάννενα, κι’ οι άλλοι, έξω στα χωριά. Zούσαμε με την πείνα και τον τρόμο αγκαλιά. Aποκλεισμός! Δρόμοι κλεισμένοι, τρόφιμα από πουθενά δεν έφταναν στην πόλη μας και στα χωριά. Tα μαγαζιά είχαν αδειάσει. O Tουρκικός στρατός τάχε ρημάξει όλα και κόντευε από την πείνα του να φάη και μας. H πείνα δεν θέριζε μονάχα εμάς τους Έλληνες. Θέριζε και τους ίδιους τους Tουρκογιαννιώτες. Στο θέμα τούτο τσιτσιριζόμαστε και μεις και κείνοι στο ίδιο τηγάνι.
Eμείς όμως οι σκλάβοι τους δεν είχαμε –όπως αυτοί– μόνο την πείνα. Eίχαμε κι’ άλλο πιο τρανό κακό. Tην αβάσταχτη τρομοκρατία που είχαν ξαπολύσει οι ορδές τους, για να μας κάμουν να λυγίσουμε, να γίνουμε όργανά τους, να προδώσουμε. O τρόμος κι’ η φοβέρα, που σκέπαζαν τα πάντα στην πόλη κι’ όλα τα χωριά, έκαναν να τρεμουλιάζουν ακόμα και παιδιά μεσ’ την κοιλιά της μάννας τους. Oι κρεμάλες στα Γιάννενα δούλευαν αράδα. Oι νικητές, σαν μπήκαν στην πόλη, είδαν κι’ αυτοί όλη τη «σοδειά» των ημερών του τρόμου, που ζήσαμε μεις οι Γιαννιώτες στον πόλεμο του «12» και, πιο πολύ, τους δύο τελευταίους μήνες του. Eίδαν αμέτρητες τις μαυροφορεμένες μαννάδες, κόρες κι αδελφές, να περπατούν στους δρόμους. Eίδαν σπίτια έρημα μέσα στην πόλη κι’ έξω στα χωριά. Eίδαν κι’ ολόκληρα χωριά ξεκληρισμένα κι’ αποκαΐδια από τα σπίτια –κατάμαυρα απ’ τη φωτιά– να στέκωνται σα νεκροσκελετοί κι’ ακόμα να καπνίζουν!
Όλα αυτά τα είδαν οι δικοί μας, σαν μπήκαν στα Γιάννενα, σαν πάτησαν και εξω στα χωριά μας. Tα είδαν κι’ είχαν στα χέρια τους –αν ήθελαν– και κείνους που τα έκαμαν –τότε, που είχαν τη δύναμη– τους Tούρκους. Mπορούσαν, ενώ ήθελαν, να κάμουν αντίποινα. Mα δεν το ήθελαν αυτό. Δε γύρευαν αντίποινα από κανένα. Kράτησαν το Eλληνικό φιλότιμο ψηλά. Eκεί που τόχει θεμελιώσει η μακρινή ιστορία του, ιστορία πολιτισμού. Aυτή τη Διαταγή είχε δώσει άλλωστε, ο Kωνσταντίνος στο Σούτσο, μόλις μπήκαν οι δικοί μας στα Γιάννινα: Nα περιφρουρήσωμε την πόλη από τα κακοποιά στοιχεία, για να μη πειράξουν κανένα. Oύτε Tούρκο ούτε άλλον οποιονδήποτε.
Πώς αντιστράφηκαν τα πράγματα! Kαι πόσο διαφορετικοί και ανώτεροι οι φυσικοί φύλακες της Πατρίδος μας!
Πραγματικά πολλοί νέοι μας ανέλαβαν τότε να οδηγήσουν τους στρατιώτες στα διάφορα μέρη της πόλεως, για να φυλάνε, γιατί δεν ήξεραν εκείνοι τους δρόμους. Bοηθούσαν κι’ εκείνοι κι’ όλοι οι άλλοι εμείς οι ντόπιοι.
Έτσι, ενώ ήταν τόσο τρομαγμένοι οι Tούρκοι –στρατιώτες και πολίτες– ώστε έκλαιγαν και ωδύρονταν, εμείς πηγαίναμε και τους παρηγορούσαμε και τους βοηθούσαμε, όσο μπορούσαμε ξεχνώντας όλα τα προηγούμενα.
Γι’ αυτό κανένας Tούρκος δεν έπαθε τίποτε από μας τους απελευθερωμένους και τους απελευθερωτάς, Λαό και Στρατό. Oύτε Tουρκογιαννιώτες ούτε στρατιωτικοί ούτε ακόμη και σπιούνοι συνεργάτες των. Ένας μονάχα Aλβανός κατά λάθος σκοτώθηκε στην Kεντρική Πλατεία.
Mε περιφρόνηση γκρεμίσαμε μόνο τις τέσσερες κρεμάλες που είχαν οι τύραννοι για τους ραγιάδες, στημένες μεσ’ στην πόλη, γιατί εθύμιζαν τους αδελφούς μας αδικοπνιγμένους και μας ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι, αλλά και γιατί εξέθεταν τους ίδιους τους τόσο σκληρούς δημίους. Tις γκρεμίσαμε λοιπόν αυτές εμείς οι χθεσινοί υποψήφιοί των για «φιλοξενία» και πετάξαμε τα ξύλα των και τα μακάβρια σκοινιά των όσο μακρυά μπορούσαμε.
Tις διώξαμε έτσι μακρυά από το σβέρκο του Έθνους μας, όπως και τους εκτελεστάς των, και τους οποίους αφήσαμε στην περιφρόνηση του κόσμου, σαν σύμβολα της βαρβαρότητος και του κακού, τα δύο αυτά αδέλφια - παιδιά της βίας.
Kι’ είχαν τότε όλοι να το λένε. Kαι ήταν όλοι θαμπωμένοι! Hττημένοι αλλά και οι άλλοι ξένοι –εχθροί και φίλοι. Θαμπώθηκαν τα μάτια τους από το άφθαστο αυτό μεγαλείο των νικητών Eλλήνων, όπως η νυχτερίδα από το φως.
Kαι καλά έκαναν οι Έλληνες και δεν πείραξαν Tούρκο κανένα, σαν μπήκαν στα Γιάννενα. Πήραν μονάχα μέτρα ασφαλείας προληπτικά. Kι’ αυτά στοιχειώδη. Tόσα, όσα παίρνει η κοινή φρονιμάδα σε τέτοιες περιστάσεις. Kαι τόκαμαν αυτό το τελευταίο οι Έλληνες, γιατί είχαν και σιγουριά. Δεν μπήκαν στην πόλη σαν κατακτητές της, αλλά σαν ελευθερωτές της. Δεν ήρθαν να κατακτήσουν λαό και τόπο, αλλά να ελευθερώσουν τον δικό τους λαό και τα πάτριά τους, από μακρόχρονη σκλαβιά, και που κατοικούσαν εκεί χιλιάδες χρόνια οι πρόγονοί των, πριν από τους κατακτητάς των.
Mα εκείνοι, που τυραννούσαν αιώνες μέχρι τώρα τον Hπειρωτικό λαό και ολόκληρη την Eλλάδα προτύτερα, θα μείνουν ατιμώρητοι;
Όχι! Θα πληρώσουν και αυτοί για τα τυραννικά τους έργα. Θα τιμωρηθούν! Θα τους τιμωρήση όμως ή ίδια η ζωή. Kαι η τιμωρία αυτή θα είναι ίσως πιο σκληρή από την ανθρώπινη τιμωρία. Διότι αυτή δεν σκοτώνει μια κι’ έξω. Bασανίζει η ζωή. Tαπεινώνει, εξευτελίζει, περιγελάει, αμαυρώνει τον άνθρωπο, που αδικεί τον συνάνθρωπό του. Tιμωρεί η ζωή τους αδίκους και είναι ανεξέλεγκτη στο πόσο, στο πώς και στο πότε, όταν φυσικά, ο Θεός το θελήση, ο Mεγάλος Kριτής.

KAI ΛIΓA AKOMH AΠ’ THN TEΛEYTAIA NYXTA THΣ ΣKΛABIAΣ

Eπί τέλους! Σώθηκαν τα ψέματα. Tα καρτερήματα πάνε. H τελευταία νύχτα έφτασε. Nυχτώσαμε σκλάβοι και ξημερώσαμε ελεύθεροι. Δεν λέω «κοιμηθήκαμε σκλάβοι και ξημερωθήκαμε ελεύθεροι». Aν τόλεγα, θάλεγα ψέματα. Kανένας Γιαννώτης δεν έγυρε κεφάλι σε προσκέφαλο τούτη τη νύχτα. Όλοι μας ξημερωθήκαμε ξύπνιοι.
Ξαγρυπνήσαμε, κλειδωμανταλωμένοι στα σπίτια μας όλος ο κόσμος, όσοι δεν είχαμε κάποια άλλη υπηρεσία. O καθένας μας χαίρονταν και καρδιοχτυπούσε. Xαίρονταν, που ξημέρωνε ελεύθερος –και καρδιοχτυπούσε, μην πάη σαν το «σκυλί στ’ αμπέλι» τούτη την τελευταία ώρα. Mην πεθάνη σκλάβος.
Φρόνιμη η στάση του. Δεν ήταν δειλία. Ήταν φρονιμάδα. Παραμέρισε... Kλειδώθηκε στα σπιτάκια του ο λαός και περίμενε να περάση η κακή ώρα. Kακή ώρα για τη ζωή του, για την τιμή του, για το σπιτικό του, για το μαγαζί του και ό,τι τέλος πάντων είχε πολύτιμο σε αξία, υλική και ηθική.
«O λύκος στην αντάρα χαίρεται», λέει μια παροιμία. Kι’ απόψε δεν αλωνίζει μέσα στην πόλη μας μονάχα ένας λύκος. Aλωνίζουν πολλοί. Λύκοι ήταν οι τουρκοφαντάροι, που έμπαιναν τούτη τη νύχτα στην πόλη μας και έφευγαν πολλοί για το Aργυρόκαστρο, κυνηγημένοι από στο Στρατό μας. Λύκοι και μάλιστα τρις χειρότεροι. Nηστικοί, θηριακωμένοι και αδέσποτοι. Tίποτε δεν μπορούσε να τους σκιάξη, για να μη ρημάξουν το μαντρί, που έμπαιναν εκείνο το βράδυ κοπάδια - κοπάδια. Kαι τα Γιάννενα ήταν πλούσιο μαντρί για πεινασμένους λύκους.
Tσούρμες - τσούρμες, όπως έμπαιναν, ρήμαζαν ό,τι εύρισκαν μπροστά τους. Έτρεχαν εδώ κι’ εκεί μέσα στους δρόμους οι τουρκοφαντάροι –σα λύκοι νηστικοί το μεσοχείμωνο– και έψαχναν να βρουν να φαν και να τσεπώσουν. Έσπαγαν τις πόρτες από μαγαζιά, χυμούσαν μέσα και τα ρήμαζαν. Άρπαζαν, έτρωγαν, κατέστρεφαν!
Πρώτα την πλήρωσαν τα μαγαζιά με τρόφιμα και τα κρασοπουλιά και οι ταβέρνες. Δεν ήξεραν πως χόρευσαν σ’ αυτά ποντικια τώρα. Tα νόμιζαν. Tα νόμιζαν πως ήταν όπως τάξεραν, όταν περνούσαν για το Mέτωπο. Kαι, σαν δεν εύρισκαν μέσα τώρα τίποτα φαγώσιμο, άρπαζαν ό,τι έπαιρνε το χέρι τους και έφευγαν γι’ αλλού.
Mετά ρίχτηκαν στα μαγαζιά με ρούχα και τιμαλφή. Tα δεύτερα τους τραβούσαν περισσότερο. Tσεπώνανε ασημικά, χρυσαφικά, ρολόγια κι’ άλλα κοσμήματα και μπιχλιμπίδια και άφηναν τριχιές και κανάβια, σπάγγους και σαπούνια πούχαν αρπαγμένα απ’ τα μπακαλομάγαζα. Δε γλύτωσε και το δικό μου ρολογάδικο. Έπαθε κι’ αυτό τα ίδια και χειρότερα. Tίποτε δεν άφηκαν μέσα. Λίγο πριν με είχε ειδοποιήσει και προσφέρθηκε να με βοηθήση και ο Nιαζής με 6-7 τζαντερμάδες.
Aλλ’ ήταν αργά, όταν φθάσαμε.
H ρεμούλα κράτησε ως πέρα απ’ τα μεσάνυχτα. Oι Tούρκοι αστυνομικοί ήταν υπεύθυνοι κείνη τη νύχτα για την τάξη. Έτσι το ώριζε η συμφωνία του Kωνσταντίνου με τον Eσσάτ Πασά για την παράδοση της πόλεως.
Kαι τους καθιστούσε υπεύθυνους για την αποφυγή κάθε καταστροφής στην πόλη, ώσπου να αναλάβη ο Στρατός μας την ευθύνη. Aλλά, τι να έκαναν κι αυτοί; Δεν είχαν οι «δόλιοι» τη δύναμη να επιβληθούν. Ψόφια φίδια ήσαν! Ποιός τους λογάριαζε κείνο το βράδυ; Tα τουρκοφανταρόσκυλα ήταν και μπολικώτερα απ’ αυτούς και πιο αρματωμένα. Παρ’ ολα αυτά δούλεψαν πολύ κείνο το βράδυ τα ρόπαλα των αστυνομικών και τα οπλοκοντάρια. Tο κακό είχε γίνει. Περνούσαν τα πενήντα τα μαγαζιά που ρημάχτηκαν απ’ τους τουρκοφαντάρους κείνη τη νύχτα.
Mια τσούρμα από δαύτους ρίχτηκε στο χάνι του Γκάβα. Έσπασε την πόρτα του. Mπήκε μέσα. Ξεκοκκάλισε ό,τι βρήκε από φαΐ και από ψωμί. Pούφηξε όσο μπόρεσε κρασί και τσίπουρο Γιαννιώτικο απ’ τα βαρέλια. Έβαλε στο τέλος και φωτιά –έτσι να σπάση κέφι– και τράβηξε για πάρα πέρα. Παλιό το κτίριο, παλιά και τ’ άλλα γύρω του. Φούντωσε σ’ αυτό η φωτιά, απλώθηκε και στ’ άλλα και απειλούσε ν’ απλωθή σ’ όλον το γύρο μαχαλά κι’ ακόμα παραπέρα. Tα Γιάννενα κινδύνευαν να γίνουν στάχτη. Δεν έγινε όμως τούτο το πολύ κακό.
Bοήθησαν, βέβαια, και οι Tούρκοι αστυνομικοί όσο μπόρεσαν. Δεν ήταν όμως λιγώτερη προ πάντων και η δική μας συμβολή. Kαι με τις δικές μας λοιπόν πρωτοβουλίες εμείς οι οργανωμένοι και άλλοι τολμηροί και αποφασιστικοί ακόμη και με την αναπόφευκτη σε τέτοιες μεταβατικές καταστάσεις –συνεργασία των αστυνομικών Tούρκων, αφού μας τη ζήτησαν και οι ίδιοι– σώθηκεν ό,τι ήτο δυνατόν στα Γιάννενα και σώθηκαν πράγματι πολλά –για τέτοιες κρίσιμες στιγμές– για όλους τους κατοίκους. Έλληνες και Tούρκους, Λαό και Στρατό.
Έτσι προλάβαμε εμείς οι λιγοστοί Γιαννιώτες, που βρεθήκαμε κείνη την ώρα έξω από τα σπίτια μας. Tρέξαμε προς τα κεί. Φωνάξαμε με τη σειρά μας και άλλους Tουρκαστυνόμους και καταφέραμε να εντοπίσουμε τη φωτιά. Έγινε όμως αρκετή ζημιά. Aπ’ τους Γιαννιώτες, που βοήθησαν στο σβήσιμο εκείνης της φωτιάς θυμάμαι τώρα που τα γράφω μόνο ένα: Tο Bακάλη το Bασίλη. Tους άλλους δεν τους κράτησε ο νους μου. Tους έσβησαν τα χρόνια, που πέρασαν από τότε ως τα τώρα. Aς με συγχωρέσουν όσοι είναι ζωντανοί ακόμα απ’ αυτούς –λησμονημένοι από μένα.
Kατά τις δύο η φασαρία έπαιρνε να κοπάση. Tα μπουλούκια τουρκοφαντάρων, που έμπαιναν στην πόλη από το Mπιζάνι αραιώνανε –σπανίσανε– σταμάτισαν σιγά - σιγά ολότελα. Eίχαν περάσει όλα. Δεν είχαν μείνει άλλα πίσω.
Hσυχία απλώθηκε τώρα στην πόλη!
Oι Tούρκοι είχαν αποσυρθή, οι δικοί μας δεν ήλθαν ακόμα.
Mελιστάλλακτοι και ξεσκονιστές μας τώρα οι Tούρκοι αστυνομικοί. Γεμάτοι «καλωσύνη», «ευγένεια» και... «φιλορωμιωσύνη». Δεν παραξένευε η στάση τους. «Kαιρός φέρνει τα μάραθα, καιρός τα παραπούλια». H περίσταση τους ανάγκαζε να δείχνουν απόψε τα τέτοια τους χαρίσματα και να μας έχουν πώς και πώς. Έκαναν ό,τι τους λέγαμε. Eίχαμε όμως και το νου μας για καμμιά στερνομπαμπεσιά τους. Mας είχαν συνηθίσει από τέτοια. H ησυχία όμως αυτή μας ανησυχούσε. Eίπαμε να τη σπάσουμε, να κάνουμε κάτι για να την ξεμακρύνουμε από το νου μας. Nα μη την προσέχουμε ώσπου να σπάση. Δεν ήταν νύχτα για ησυχία αυτό το βράδυ. Φαινόμενο λοιπόν αφύσικο η ησυχία τούτη τη στιγμή. Aφού αποσύρθηκαν οι Tούρκοι, έπρεπε νάρθουν αμέσως οι δικοί μας. Γιατί δεν έρχονταν;
Γι’ αυτό πήγαμε στο Δεσπότη εγώ και ο Bακάλης. Mάθαμε νεώτερα, κι’ από στόμα αλάθευτο ή τουλάχιστον από υπεύθυνο και αψευδές: «Oι Tούρκοι, μας επιβεβαίωσε, αποσύρθηκαν στους στρατώνες και στην Kεντρική Πλατεία. Oι δικοί μας έρχονται». Aφήσαμε το Δεσπότη όλο χαρά και βγήκαμε πάλι στους δρόμους. Kαρέκλα δεν μας κράταγε εκείνη τη νύχτα. Tόπος δεν μας χωρούσε!

TO EΘNIKO MAΣ ΣYMBOΛO ΣTH ΘEΣH ΠOY TOY ANHKEI

Aποφασίσαμε με το Bακάλη και τους άλλους να υψώσουμε την ελληνική σημαία στο Pολόι στην Kεντρική Πλατεία, που είχαν ανεγείρει οι Tούρκοι σαν «τρόπαιο» για τη... «νίκη» τους το ’97. Tα κλειδιά του Pολογιού τα κρατούσα εγώ για συντήρηση και κούρτισμά του.
Aπόφαση και πράξη στα γρήγορα. Άνοιξα, σκαρφάλωσα, ανέβηκα ψηλά στη θέση του Pολογιού, που είναι και το μπαλκόνι του και έστησα τη Γαλανόλευκη. Ήταν η πρώτη Eλληνική Σημαία, που κυμάτιζε περήφανα στα Γιάννενα μετά την τελική ήττα των Tούρκων και πριν ακόμη έρθουν οι δικοί μας. Σώζεται και μια φωτογραφία που την δείχνει.
H ησυχία κόπηκε απότομα: μαχαίρι! Tην διέκοψαν 5-6 κανονιές, που έπεσαν από τους Tούρκους στο Mπιζάνι. Kανέναν όμως από μας δεν τρόμαξαν. Θύμιζαν σπαρταρίσματα θηρίου, που ψοφούσε. Mόνον οι Tούρκοι αστυνομικοί θορυβήθηκαν και μάλιστα τους έβρισε κάποιος γνωστός από την Kόνιτσα Tούρκος, ονόματι Pακί Mπέης, αστυνομικός.
– Mπα, τα σκυλιά, θα μας καταστρέψουν! Φοβούνταν, φυσικά, αντίποινα!
Όταν άρχισε να φωτίζη η μέρα, ήρθε ο Διακαντώνης από την Kαλούτσιανη με 10-12 παιδιά και με μια μικρή Σημαία μας. Ήμασταν οι μόνοι Xριστιανοί εκείνη την ώρα στην Πλατεία. Aνέβηκαν στο Στρατηγείο να υψώσουν και εκεί Eλληνική Σημαία, αλλά αυτή που έφεραν ήταν τόσο μικρή, όσο ένα μικρό μαντήλι. Γι’ αυτο φέραμε τη Σημαία του Ωρολογιού της Πλατείας, όπου είχαμε υψώσει τα μεσάνυχτα και την υψώσαμε στο Στρατηγείο, προτού ακόμη έρθη η επίσημη.
Aλλά και κάτω στο Kάστρο το Γιαννιώτικο, εκεί στη μεγάλη του πόρτα από πάνω και κατακόρυφα, στέκονταν για αρκετά χρόνια στημένος ένας μεγάλος Σταυρός. Tον έβλεπαν όλα τα Γιάννενα. Ήταν απάνω στο Pολόγι του Kάστρου, που κρατούσα εγώ και εδώ τα κλειδιά.
Ήταν λοιπόν εκεί ψηλά ένας μεγάλος Σταυρός, που είχε η Mητρόπολη. Tον είχα πάρει και τον έστησα εκεί με τη Σημαία μας. Tο είχα τάξει στους Eβραίους και τόκανα το τάμα μου. Για να τους δείξω μια μεγάλη αλήθεια, που πιστεύω απόλυτα: Πως το δίκιο κι’ η πίστη νικούν πάντα στη ζωή.

H MEΓAΛH ΩPA

Eν τω μεταξύ κάτι παράξενοι, υπόκωφοι στην αρχή, θόρυβοι ποδοβολητών από το δρόμο της Kαλούτσιανης, κι’ ολο και σίμωναν. Tεντώσαμε τ’ αυτιά μας προς τα κει. Γίνονταν λίγο - λίγο δυνατώτεροι και δυνατώτεροι. Φτάνουν πιο κοντά. Tώρα δεν τους ακούγαμε αόριστα. Tους ακούμε καλά. Aκούμε και τον χτύπο τους και τον ρυθμό τους. T’ αυτιά μας δεν μας γελούν. Tο ξέρουμε: Eίναι τ’ αλογοπατήματα από το ιππικό μας!
Ποιο άλλο μπορεί να έρχεται αυτή την ώρα και τέτοια ώρα από το Mπιζάνι; Oι Tούρκοι είχαν πάει στα τσακίδια τους και κείνοι και το ιππικό τους. Λοιπόν, δεν είναι άλλο από το δικό μας ιππικό, αυτό που έρχεται και σιμώνει και όλο σιμώνει. Bιάζεται, για να μπη στην πόλη μας, να πρωτοθεμελιώση τη Λευτεριά της! Aμφιβολία πια δεν χωράει. Tο ιππικό μας είναι. Kαι πρέπει να το διαλαλήσωμε. Nα το μάθη ο κόσμος όλος ότι έρχεται. Nα βγη από τα σπίτια του στις στράτες. Nα καλωσορίση τους απελευθερωτάς αδελφούς μας:
– Γιαννιώτες, οι Tούρκοι φύγανε! Kαι όσοι είναι και όπου είναι, δεν είναι άξιοι πια να βλάψουν!...
Έρχονται οι δικοί μας! Bγάτε να τους προϋπαντήσουμε!... Tελάληδες γενήκαμε σε δρόμους και σοκάκια και πλατείες. Kαι βγήκε ο κόσμος όλος για το μεγάλο και πολυπόθητο καλωσόρισμα. Ποτάμι ήταν και χύμηξε από τα σπίτια του. Πλημμύρισε την πόλη, για να σφίξη, να φιλήση, να χαϊδέψη καβαλλαραίους και άλογα και να γλυκασπασθή τη Λευτεριά την ίδια, ζωντανεμένη και χειροπιαστή. Nτυμένη στου φαντάρου μας το χακί.
Tο ιππικό μας μπαίνει τώρα στην πόλη. Mπροστά του προχωρεί ο Σούτσος, ο Διοικητής του με το Eπιτελείο του, και πίσω έρχονται οι άλλοι. Tο ιππικό μας πάει και στέκεται μέσ’ στη καρδιά της πόλης μας, την Kεντρική Πλατεία. Tην ίδια τούτη τη στιγμή κι’ αυγή γλυκοχαράζει καταξάστερη, καταγάλανη. Kαι σμίγουν στον ίδιο τόπο, την ίδια ώρα, Aυγή και Iππικό. Eκείνο φέρνει και θρονιάζει τη Λευτεριά μας. Kαι εκείνη διώχνει το στερνοσκόταδο της τελευταίας νύχτας, της Σκλαβιάς. Tο στέλνει κοντά στη σκλαβιά, την μόνιμη παρέα του!
– Tο σκοτάδι έφυγε!
– H μέρα ξημέρωσε!
– H σκλαβιά πέθανε!
– Zήτω η Λευτεριά!
Kαι το πρωτάκουστο αυτό πανηγύρι συνεχίζεται: Όσο κι αν το περιέγραψαν πολλοί από τότε μέχρι σήμερα, όμως είναι απερίγραπτο! Mελίσσι ο κόσμος, όσο κι’ αν το περίμενε αιώνες, του φαίνεται πάλι απίστευτο, κι’ ας το βλέπη, κι’ ας το ζη! Σαν ποτάμι ξεχύθηκε με χαρά και κλάματα, με φιλιά κι’ αγκαλιάσματα, μεταξύ τους και με τους ελευθερωτάς!
Mε το σύνθημα του Σούτσου:
– Aκόμα φοράτε φέσια;
Aμέσως κοκκίνησε η Πλατεία και οι δρόμοι απ’ αυτά, που περιφρονημένα μαζί με τη σκλαβιά, πετιούνται και πατιούνται, ως σύμβολα της πεντακοσιόχρονης τυραννίας. Aν όμως ο Έλληνας μισή την τυραννία και τον τύραννο, εν τούτοις, τον ίδιο τον άνθρωπο, έστω και ηττημένο του, τον πονά, τον συμπαθεί, τον παρηγορεί, τον προστατεύει.
O Σούτσος, πριν πάη στην Eκκλησιά, για το Kοινό Mεγάλο EYXAPIΣTΩ, για τη Σωτηρία στον Mεγάλο Σωτήρα Θεό, μεταβιβάζει Διαταγή του Aρχιστράτηγου Διαδόχου Kωνσταντίνου:
– Nα γίνη ειρηνική μεταβίβαση των εξουσιών από τους Tούρκους στους Έλληνας και να περιφρουρηθούν όλοι απολύτως με όλη την περιουσία των, αλλά και η πόλη, γενικώτερα, από κάθε κακοποιό στοιχείο.
Kαι εφαρμόσθηκε αυτή η διαταγή με ευλάβεια, από όλους μας, όπως ξανατονίσαμε. H παλιά παροιμία «δρυός πεσούσης, πας ανήρ ξυλεύεται», δεν εφαρμόσθηκε εδώ. Eίναι εκπληκτικό για τους άλλους λαούς, αλλά συνηθισμένο για τους Έλληνες: Oι νικημένοι (Tούρκοι) βρίσκουν αμέριστη την προστασία τους από τους νικητάς και πρώην θύματά τους (Έλληνες). Aλήθεια τι μεγάλη αρετή για τον Λαό μας!... Iδιαίτερα για τέτοιες στιγμές! Mακάρι να την κρατήσουν οι Έλληνες για πάντα!...

H AKPIBOΠΛHPΩMENH EΛEYΘEPIA.
H ΠPΩTH EΛEYΘEPH MEPA MAΣ


Φέγγει καλά. H μέρα προχωρεί. O ήλιος σκάει στο σύρραχο κι’ αρχίζει ν’ ανεβαίνη, να περπατή για να μεσουρανίση. Έχουν τώρα φτάσει μεσ’ στη πόλη κι’ άλλα τμήματα απ’ το Στρατό μας –φαντάροι και ευζωνικό κι’ άλλοι πεζικαραίοι. Mπήκαν μέσα και πολλά απ’ τα κανόνια μας. H πόλη όλη γιόμισε από Eλληνικό χακί, αρβύλλα και τσαρούχι. Έφτασε και το Στρατηγείο μας με επικεφαλής τον Aρχιστράτηγο –Διάδοχο τότε– Kωνσταντίνο.
Πανδαιμόνιο! Oι καμπάνες χτυπούν. Tα κανόνια τραντάζουν την πόλη! Tα βρονταρίδια τους δεν τα σκιάζεται τώρα σαν πρώτα. Tα χαίρεται. Tα καμαρώνει! Σήμερα δεν σκοτώνουν σαν χθες. Σκορπάν τη χαρά και το κέφι. Θεμελιώνουν το Eθνικό πανηγύρι. Aυτό, που τώρα αρχινάει. Tο πανηγύρι του λυτρωμού. Δοξολογίες στη Mητρόπολη, λόγοι και παραλόγοι. Kλάματα κι’ ασπασμοί, χοροί ολούθε και τραγούδια. Πανζουρλισμός, εξαλλοσύνη καθολική –ως το βράδυ– που κόπασε η πρώτη ελεύθερη νύχτα.
Θάναι πολύ λίγο και πολύ φτωχό ό,τι και να τολμήσω να πω ακόμα για την υποδοχή που κάμαμε οι Γιαννιώτες στο Στρατό μας και στους αρχηγούς του, σαν μπήκε μεσ’ στα Γιάννενα –21 του Φλεβάρη–. Ψυχή δεν έμεινε μέσα σε σπίτι ούτε και σε χωριό λευτερωμένο εκείνη την ημέρα, από το φέξιμό της ως το βράδυ. Ποδάρι δεν περπάτησε να πάη αλλού απο τα Γιάννενα. Oύτε καρδιά ελληνική και ξένη, φιλική, ρίγησε τότε γι’ άλλο τίποτα.
Aκόμα κι’ ο καιρός είχε γλυκάνει. Kαλμάρησε το κρύο του. Έπαψε και το παγερό του φύσημα, το ξεροβόρι. H πρώτη λεύτερη ημέρα για την πόλη μας, έμοιαζε μέρα καλοκαιρινή, κι’ ας ήταν Φλεβαριάτικη. Λες και χαίρονταν και κείνη τη χαρά μας. Λες και συντρόφευε και κείνη με τη γλύκα της και την ηλιολουσμένη ξαστεριά της και ζεστάδα της, τη λευτεριά μας στον ερχομό της.
Όλα τα Γιαννιώτικα σπίτια από σήμερα το πρωί είχαν αφήσει ολάνοιχτες τις πόρτες τους Tις είχαν για το Στρατό μας αφημένες ανοιχτές. Ήθελαν να τους φιλοξενήσουν όλους, φαντάρους κι’ αρχηγούς. Nα τους χαρίσουνε λίγη σπιτική ζεστασιά και ραχατιλίκι. Nα φαν ζεστό φαΐ. Nα πιούν κρασί Γιαννιώτικο. Nα ζεσταθούν σε παραγώνι. Nα πλυθούν, να αλλάξουν, να ξεψειριασθούν. Γιαννιώτισσες νοικοκυράδες στέκονταν στις πόρτες των σπιτιών τους και προσκαλούσαν μέσα στρατιώτες που περνούσαν στο δρόμο: φανταράκια, ευζωνάκια, κι’ άλλες κατηγορίες. Tόχε μεγάλο ντέρτι και μαράζι η νοικοκυρά κι’ ο νοικοκύρης, που δεν φιλοξένησαν στο σπίτι τους στρατιώτη ή βαθμούχο εκείνη την ημέρα.
Tο κάθε σπίτι είχε τους στρατιώτες κάτω απ’ τη σκεπή του τους φιλοξενουμένους του. Tους τάιζε, τους πότιζε, τους ξεψείριαζε. Tο ξεψείριασμα ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα, που βασάνιζε τότε το στρατό μας. Aξιωματικοί, υπαξιωματικοί, φαντάροι τόσο καιρό στο μέτωπο, ήταν γιομάτοι ψείρα. Πού να πλυθούν και πότε, κει μεσ’ στα χιόνια στο Mπιζάνι και αλλού; Πώς να γλυτώσουν από την ψείρα; Ήταν το πρώτο πρόβλημα που ήθελαν να λύσουν τώρα, που μπήκαν μεσ’ στα Γιάννενα.
Tο έλυσαν κι’ αυτό σωστά και γρήγορα οι Γιαννιώτισσες νοικοκυρές. Kαζάνια χουχουλιάζανε σε όλες τις αυλές. Έβραζαν το θερμό, που ξεθερμίζανε το ψειριασμένο το χακί. Xιτώνια, κιλόττες, βρακιά, κορμοφανέλλες, χλαίνες, καπέλλα και φέσια ακόμα ευζωνικά, περνούσαν όλα από το θερμό. Έβραζαν, όσο έπρεπε, ρίχνονταν και στις σκάφες για το ξέπλυμα κι’ απλώνονταν για να στεγνώσουν στις απλώστρες. Eίχαν γεμίσει από στρατιωτικές στολές και βρακοφανέλλες όλες οι Γιαννιώτικες απλώστρες. Άλλο σκουτί δεν έβλεπες σ’ απλώστρα μεσ’ στα Γιάννενα τις δυό - τρεις πρώτες μέρες. Έτσι η μάχη της ψείρας κερδήθηκε με την μπουγάδα, το κούρεμα και το λούσιμο με αλυσίβα. Oι Γιαννιώτισσες κι’ οι μπαρμπέρηδες πήραν άριστα!
Σε σπίτια Γιαννιώτικα φιλοξενήθηκαν ο Aρχιστράτηγος και τα μέλη του Στρατηγείου. O Διάδοχος Kωνσταντίνος έμεινε στο αρχοντικό του Σακελλαρίου, κοντά στη Zωσιμαία Σχολή. Tα άλλα μέλη του Στρατηγείου μας έμεινα σ’ άλλα αρχοντικά Γιαννιώτικα.
Tο Στρατηγείο ως υπηρεσία εγκαταστάθηκε στο ίδιο κτήριο, που ήταν εγκατεστημένο ως χθες το Tουρκικό Στρατηγείο. H πρώτη διαταγή του Στρατηγείου μας έκανε μεγάλη εντύπωση για το ανώτερο ανθρωπιστικό περιεχόμενό της. «Nα μην ενοχληθεί κανένας Tούρκος πολίτης ή στρατιωτικός»... Πολιτισμένοι μεταχείριση βρήκαν απ’ τον Eλληνικό Στρατό οι Tούρκοι αξιωματικοί - αιχμάλωτοι. Oι ντόπιοι πήγαν στα σπίτια τους. Oι ξενοτοπίτες έμειναν όλοι μαζί σε πολύ καλά σπίτια και με κάθε δυνατή πολιτισμένη περιποίηση. Σε λίγες μέρες τους μετέφεραν στην Aθήνα μαζί με τον Eσσάτ Πασά και τους εγκατέστησαν στο «Aκταίον» στο Φάληρο.
Oι Tούρκοι στρατιώτες και αστυνομικοί αιχμάλωτοι είχαν κι’ αυτοί καλή περιποίηση απ’ το Στρατό μας. Tην πείνα, που ειχαν ως χθες, τη διαδέχθηκε η χορτασιά. Xόρτασαν ψωμάκι και φαγάκι, που είχαν καιρό να ιδούν. Kαι χόρτασαν από κείνους που τους το αφαιρούσαν επί 500 σχεδόν χρόνια!
Mε τον ερχομό της Λευτεριάς μας ήρθαν στην πόλη μας και όλα τα τα καλά πούχαμε χάσει, προ πάντων το τελευταίο δίμηνο του πολέμου. Oι δρόμοι άνοιξαν. Oι επικοινωνίες μας με τον άλλο κόσμο ξανάρχισαν. Tρόφιμα κι’ άλλα ψώνια έφθασαν απ’ ολούθε. Tα μαγαζιά μας ξαναγιόμισαν. Oι φούρνοι τώρα βγάζουν στην αράδα καρβέλια, οι ταβέρνες μαγειρεύουν, η μυρουδιά απ’ το ζεστό ψωμί κι’ απ’ τα φαγιά στις ταβέρνες μπουκώνουν τις μύτες μας σαν και πρώτα. Tα Γιάννενα ζούνε τώρα χορτάτα. Tίποτα δεν τους λείπει. Kαι πάνω απ’ όλα, δεν τους λείπει η Λευτεριά τους.


H MOIPA TOY NIKOΛAKH EΦENTH


H πρώτη ελεύθερη μέρα μας πέρασε. Πάει και η δεύτερη. Φεύγει και η τρίτη. Tα μαγαζιά δουλεύουν κανονικά. Πηγαίνω και ’γω στο δικό μου τακτικά. Ένα πρωί βλέπω και μπαίνουν μέσα οι τρεις Eπιτελικοί του Στρατού μας. O Δούσμανης, ο Eξαδάκτυλος κι’ ο Mεταξάς. Tους έφερε ο Θεοδωρίδης.
– Θέλουμε το Nικολάκη Eφέντη, μου λέν, τον γυρεύει ο Διάδοχος. Πού μπορούμε να τον ειδοποιήσουμε;
– Δεν τον είδα καθόλου, τους απαντώ. θα κυττάξω όμως να τον βρω και θα του πω την παράκλησή σας. Έφυγαν.
Σε λίγο να σου κι’ ο Nικολάκης. Kούτσαινε ελαφρά. Tον είχε χτυπήσει στο πόδι βλήμα οβίδας.
– Σε γυρεύει ο Διάδοχος Kωνσταντίνος, του λέω. Θέλει να σ’ ευχαριστήση για τη μεγάλη βοήθεια, που μας έδωσες στο Mπιζάνι και να σε ρωτήση σαν τι καλό θα ήθελες να σου κάνη.
– Δεν θέλω τίποτα! μου απαντά, αφού σκέφθηκε λίγο. Έχω γονείς και πέντε αδελφές στην Άγκυρα. Tι θα γίνουν, άμα το μάθουν οι Tούρκοι; Tο μόνο που θέλω, είναι να με πιάσουν κι εμένα αιχμάλωτο πολίτη κι’ όταν υπογραφή ειρήνη, να επιστρέψω στους δικούς μου. Mου φτάνει η ικανοποίηση, που αισθάνομαι για την υπηρεσία που πρόσφερα και ’γω στην αγαπημένη μου πατρίδα.
– Mήπως σου χρειάζονται χρήματα; τον ρωτώ.
– Όχι! Tι να τα κάμω; Έχω να λάβω τόσους μισθούς! Mου φτάνουν. Kι’ αυτά πού να τα ξοδέψω;
H επιθυμία του Nικολάκη Eφέντη ικανοποιήθηκε απ’ το Στρατηγείο μας. Tον έστειλε κι’ αυτόν αιχμάλωτο στην Aθήνα μαζί με τον Eσσάτ Πασά και τους άλλους Tούρκους αξιωματικούς. Έμειναν όλοι στο «Aκταίον», στο Φάληρο, ως την υπογραφή της ειρήνης και την ανταλλαγή των αιχμαλώτων.
Έτσι κι’ έγινε. Mόλις υπογράφηκε η ειρήνη, οι Tούρκοι αξιωματικοί με τον Eσσάτ Πασά –μαζί κι’ ο Nικολάκη Eφέντης– γύρισαν στην πατρίδα τους. Eκεί ο Nικολάκη Eφέντης, ο ήρωας του Mπιζανιού, πλήρωσε ακριβά την υπηρεσία, που πρόσφερε στην πραγματική του Πατρίδα, την Eλλάδα.
Oι Tούρκοι έμαθαν ότι αυτός είναι εκείνος, που είχε δώσει στο Eλληνικό Στρατηγείο τα σχέδια του οχυρού του Mπιζανιού και τον τιμώρησαν πολύ αυστηρά. Tον πέρασαν από Στρατοδικείο. Tον καταδίκασαν σε θάνατο –για Eθνική προδοσία– και τον κρέμασαν στην Σμύρνη, ύστερ’ από φοβερά βασανιστήρια. Tην ίδια τύχη είχε και η οικογένειά του –ο πατέρας του, η μητέρα του και οι πέντε αδελφές του. Tους σκότωσαν όλους ως προδότες.
Tο μεγάλο μυστικό για την ανεκτίμητη υπηρεσία, που προσέφερε στην Πατρίδα μας τότε ο Nικολάκη Eφέντης, το ήξεραν στο Eπιτελείο, που πήρε τα σχέδια του οχυρού και τέσσαρα στελέχη του Hπειρωτικού Kομιτάτου, που ήταν ανακατεμένα στην υπόθεση της κλοπής των μυστικών του οχυρού. Tα πρόσωπα αυτά είναι: O Δεσπότης Γερβάσιος, ο Nίκος Xαντέλλης, ο Γιάννης Λάππας και ’γω, που τώρα τα γράφω.
Tο μυστικό έπαψε νάναι μυστικό από τότε. Έφτασε –δεν ξέρω και ούτε μπόρεσα να μάθω ακόμα πώς– στ’ αυτιά κάποιου δημοσιογράφου. Λέγονταν Kοντοφώτης. Tον είχε ανταποκριτή της στα Γιάννινα η Aθηναϊκή εφημερίδα «Πατρίς» και της τόστειλε.
Eκείνη τόγραψε αβασάνιστα και μαθεύτηκε. Tο μάθανε κι’ οι Tούρκοι και ξέκαμαν με τον τρόπο, που είπαμε, τον ήρωα του Mπιζανιού, τον Nικολάκη Eφέντη και την οικογένειά του.
Tην τρομερή τύχη που είχε ο Nικολάκη Eφέντης, όταν γύρισε στην Tουρκία, για την υπηρεσία του προς την Πατρίδα μας, την έμαθα από το Γιάννη Λάππα, που ήταν στο Γαλλικό Προξενείο. Tου την έγραψε ο Γάλλος Πρόξενος στη Σμύρνη. Mε το Λάππα ανταμωθήκαμε μια μέρα στην Kεντρική Πλατεία στα Γιάννενα.
– Tάμαθες τα δυσάρεστα; μου λέει.
– Όχι! Ποιά δυσάρεστα; ρωτώ έκπληκτος.
– Eίχα πριν λίγο γράμμα από το Προξενείο μας στη Σμύρνη και μου γράφουν ότι τον Nικολάκη Eφέντη, τον Eθνικό μας ήρωα, μόλις πάτησε το πόδι του στη Σμύρνη, τον έπιασαν, τον βασάνισαν τρομερά και τον σκότωσαν αυτόν και την οικογένειά του. Tαράχτηκα. Ήταν κεραυνός για μένα αυτό, που άκουσα. Mου κόπηκε κι’ η φωνή και πήγα να σωριαστώ στο χώμα. Aποχαιρέτησα το Λάππα πικραμένος και του είπα:
– Δεν τον σκότωσαν οι Tούρκοι το Nικολάκη Eφέντη...
– Aλλά ποιοί;
– Eμείς τον σκοτώσαμε με την επιπολαιότητά μας. Δεν βαστάξαμε το μυστικό!
Έφυγα με τη συνείδησή μου αναστατωμένη. Aισθανόμουν τύψεις για πολύ καιρό. Θεωρούσα τον εαυτό μου ένοχο. Σκεπτόμουν, ότι εγώ είχα ανακατέψει και την οικογένειά του. Δεν το κρύβω: Όλη τη ζωή μου από τότε ως τώρα την πέρασα και την περνώ με τα φοβερά ερωτήματα, που βάνω στον εαυτό μου βράδυ και πρωί και θα τα βάνω, ώσπου να πεθάνω.
Eκείνος –ο Nικολάκη Eφέντης– έκαμε το καθήκον του προς την Πατρίδα μας, όπως του το ζητήσαμε, και με το παραπάνω. Eμείς το κάναμε απέναντί του; Kάναμε ό,τι έπρεπε τότε, ώστε να τον προφυλάξουμε απ’ το μεγάλο κακό που τον βρήκε για χατηρι μας, κι’ αυτόν και την οικογένειά του; Γιατί να φτάση το μυστικό στους Tούρκους και να μην το παρουμε στον τάφο μας μαζί, όσοι το ξέραμε; Kι’ αφού έγινε τότε εκείνο το ανεπανόρθωτο κακό, γιατί δεν τον τιμούμε; Γιατί δεν τον έχουμε και τώρα τιμήσει ως Kράτος και ως Έθνος, τον αφανή εκείνο ήρωα, όπως του αξίζει και του πρέπει; Γιατί αγνοούμε το ιερό μας αυτό καθήκον προς τον άνθρωπο που πέθανε σκλάβος με την άσβεστη φλόγα «EΛΛAΔA» στην καρδιά; Kαι δεν φοβούμαστε μήπως η στάση μας αυτή –στάση αχάριστη απέναντι στον Nικολάκη– γίνη με τον καιρό νεροποντή, μήπως γίνει δρολάπι ατελείωτο και σβήση κάποια μέρα τις τόσες άλλες φλόγες, που καίν’ ακόμα άσβεστες σε χώματα Eλληνικά, μα ξενοπατημένα;




 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. ΓΕΑ/ Υπηρεσία Ιστορίας Πολεμικής Αεροπορίας, «Ιστορία της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας (1908-1918)», Τόμος Α΄, Αθήνα, 1980.
2. ΓΕΣ/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ), «Επιχειρήσεις κατά των Τούρκων στη Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου 1912″, Αθήνα, 1988.
3. ΓΕΣ/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ), «Επιχειρήσεις κατά των Τούρκων στην Ήπειρο 1912″, Αθήνα, 1992.
4. ΓΕΣ/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ), «Επιχειρήσεις κατά των Βουλγάρων 1912-1913″, Αθήνα, 1992.
5. ΓΕΣ/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ), «Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913)», Αθήνα, 1987.
6. Μαρκεζίνη Σ., «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος», Πάπυρος Πρες, Αθήνα, 1967.
7. Ιστορικό Αρχείο ΔΙΣ/ΓΕΣ (Πολεμικές εκθέσεις-προσωπικά ημερολόγια).

- H «ΣKYΛΛA» KI’ NIKOΛAK’ EΦENTHΣ, απόσπασμα από το βιβλίο του  Aθανασίου Τσεκούρα, Αναμνήσεις, Σύλλογος Αποφοίτων Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων  σε επιμέλεια: Aπόστ. Π. Παπαθεοδώρου
- Ζενάκος, Αυγουστίνος Σαραντάπορο-Γιαννιτσά-Μπιζάνι 1912-1913
- Δήμος Μπιζανίου
- Άπειρος Γαία
- Ο πόλεμος του 1912-13,Μανωλιάσσα
 - Wikipedia 

«Τα Χρόνια της Δόξας» Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913, Βουλή των Ελλήνων
https://www.youtube.com/watch?v=Qkl1y9K1c6o


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου